Γιάννης Ξανθούλης - Μαρινέλλα / Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια, γράφει η Σοφία Στρέζου
Από τις εκδόσεις dιόπτρα, κυκλοφόρησε το 2023 το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη - Μαρινέλλα / Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια.
Με έναν
λόγο που ρέει - πως θα μπορούσε αλλιώς - ο Γάννης Ξανθούλης επιχειρεί
σπινθηροβόλα να διεισδύσει σε γνωστές και άγνωστες λεπτομέρειες της μεγάλης
ντίβας του ελληνικού τραγουδιού, της Μαρινέλλας.
Με έναν
λόγο χυμώδη, χάρη στην προφορικότητά του, αποκαλύπτεται η αυτογνωσία και των
δύο, να εκμυστηρευτούν εκφάνσεις και απόψεις, συντελώντας στην βιογραφία της
τραγουδίστριας.
Μα είναι βιογραφία τούτο το πόνημα;
Θα μπορούσε εύλογα να ονοματιστεί και έτσι, αφού περιλαμβάνει την πρόσβαση σε άγνωστες περιοχές γεγονότων, σκέψεων, και συμπεριφορών, ξεκλειδώνοντας ο συγγραφέας την ερμηνεύτρια να μοιραστεί συναισθήματα, εικόνες και περιστατικά από την ζωή της, εξιστορώνας την.
Οι
ισορροπίες λεπτές!
Από την
μια η φίλη και συνεργάτης κι από την άλλη το λατρεμένο είδωλο, που με τα
τραγούδια του ένωσε γενιές επί σειρά ετών σε μεγάλα μαγαζιά και θέατρα της
Ελλάδας και του εξωτερικού!
Πως να
χωρέσει σε κάποιες σελίδες και να κατανεμηθεί χρονιά με χρονιά η λειτουργία της
μνήμης, ανακαλώντας όλα εκείνα που σημάδεψαν την ψυχή και έχτισαν στιγμή τη
στιγμή το οικοδόμημα - Μαρινέλλα - στη γεωγραφία του ελληνικού τραγουδιού;
Με έναν ειλικρινές και παιχνιώδη - κατά κάποιο τρόπο - ο Γιάννης Ξανθούλης θα πείσει την Μαρινέλλα να ανοίξει την καρδιά της, σε όλα όσα σχεδόν την σημέδεψαν για να βρίσκεται στο βάθρο που δικαιωματικά της ανήκει.
Γιατί η
ίδια πορεύτηκε ταπεινά, στέρεα και αποτελεματικά, επιβάλλοντας τους δικούς της
όρους, όταν είχε την δύναμη και μπορούσε να το κάνει.
Καμιά έπαρση και κανένας βεντετισμός δεν θα μπορούσε να μετακινήσει τις πάγιες αξίες, που κουβαλούσε στις πλάτες από τα παιδικά της χρόνια, ως την ενηλικίωση και την μετέπειτα ωρίμανσή της σε τούτο το μακρόχρονο ταξίδι.
Μεγάλωσε με αγάπη και με αγάπη πορεύτηκε στις όποιες αντιξότητες, μαθητεύοντας πλάι σε ηθοποιούς των μπουλουκιών, σε μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς, καθώς και σε σκηνοθέτες και συγγραφείς. Το «ελάττωμα» της μαθητείας δεν το εγκατέλειψε ποτέ κι ας ήταν η μεγάλη σταρ. Η καλλιτεχνική αναζήτηση πάντα την οδηγούσε σε νέα μονοπάτια αυτοβελτίωσης, της όποιας τέχνης καλείτο να υπηρετήσει κάθε φορά!
Τολμηρή και καινοτόμος αφηνόταν με ενθουσιασμό στην τέχνη της, απορρίπτοντας περιορισμούς του παρελθόντος και συμβατικά πρότυπα, για να αναδειχθεί το ταλέντο της ερμηνευτικής έκφρασης με πάθος γι’ αυτό που υπηρετεί.
Δυναμισμός
αλλά και νέα εκφραστικά μέσα, όπως η κίνηση στη σκηνή και στα χέρια της γίνονται
συνώνυμα της προσωπικής αυτοέκφρασης .
Και κάπως έτσι, τα μεσημέρια και των δύο άρχισαν να γεμίζουν με χρώματα νύχτας.
Οι αναδρομές συνοδεύονταν από γεύματα, που η Μαρινέλλα έφερνε με φροντίδα από το σπίτι της.
Μια
πολυκύμαντη ζωή που ακουμπούσε ξυστά και στις ζωές άλλων, θυμίζοντας στον
δημιουργό παράλληλα χρονικά γεγονότα.
Γιατί ο
Γιάννης Ξανθούλης δεν γράφει απλώς.
Συνδιαλέγεται
με την γεμάτη ζωή της ερμηνεύτριας, την υπερβατικότητά της και τις συνέπειές
της, όταν «τολμά» να σκοντάψει, συλλαβίζοντας λέξη-λέξη τις εμπειρίες που
πλούτισαν τα νοσταλγικά τοπία του βίου της.
Είναι η φωνή που συνόδεψε τόσους και τόσους έρωτες, τόσες αγάπες κι άλλους τόσους χωρισμούς, σ’ ένα σύμπλεγμα αιωρούμενων φωνών, που φθάνουν ως τον ουρανό και τ’ αστέρια.
Παρελθόν και παρόν στάζουν χάδια
σε
αφημένη παρτίδα ξεχασμένη στο χρόνο
χάνεται
οριστικά
σαν
τραγούδι που τραγουδήθηκε γλυκά
από
αγαπημένα στὀματα
Άλλωστε, η χρονικότητα δεν ξεθωριάζει τραγούδια που αγαπήθηκαν, νικώντας τον ίδιο το χρόνο στις βιωματικές και συναισθηματικές συνδέσεις μαζί του.
Τα τραγούδια της Μαρινέλλας θα είναι πάντα οι γέφυρες που θα ενεργοποιούν αναμνήσεις και θα διαχειρίζονται το συναίσθημα προσωπικών αναμνήσεων, επιστρέφοντας ξανά και ξανά στην ίδια φωνή και στα ίδια λόγια που αποφέρουν σε όλους εκείνη την ψυχολογική σταθερότητα, που επιζητούμε μια συγκεκριμένη στιγμή.
Απόσπασμα:
Τραγουδούσε όπως πάντα, όμως τώρα τη συντρόφευε ένα φρέσκο καλοκαιρινό σύννεφο, παρόλο που ο τρόπος της παρέμενε ερμηνευτικά ίδιος, τραγουδώντας τον έρωτα που τρώει τα σωθικά αντρών και γυναικών, για να δοξαστεί στο τέλος του τραγουδιού σαν «έρωτας θηρίο», εξημερωμένος από το μαρινελλικό φινάλε...
Εκείνος θα συμμεριζόταν την ευτυχισμένη της κούραση, όταν έσβηναν οι προβολείς και επέστρεφε στον απλό, γυναικείο ενεστώτα της. ‘Ομως για να μεταμορφωθεί ο θαυμασμός και η εκτίμηση σε κάτι βαθύτερο, έπρεπε να ζήσουν οι δυο τους σε πραγματικό ελεύθερο χρόνο. Τα νυχτερινά μαγαζιά και τα ξενύχτια με τα μικρόφωνα και τα λοιπά δεν ήταν ο κατάλληλος χώρος για δυο ανθρώπους που αγαπιούνται.
Ο άνθρωπός της ήθελε και μπορούσε να της δώσει ό,τι ονειρεύτηκε. Γνώρισε την καθημερινότητά της, γνώρισε τους γονείς της, γνώρισε τη γυναίκα Μαρινέλλα, πέρα από τη μυθολογία που χτιζόταν γύρω της. Την αγαπούσε και τη θαύμαζε, πιστεύοντας πως ό,τι κι αν έκανε θα ήταν λίγο για εκείνη. Θεώρησε, και δικαίως, ως πιο ελκυστική απόδραση το Παρίσι. Η Μαρινέλλα έπρεπε να ντυθεί, ξεφεύγοντας από την ενδυματολογική ρουτίνα των νυχτερινών κέντρων.
Στη «Rive Gouche», την πρώτη πρετ-α-πορτέ μπουτίκ ο Υβ Σαιν-Λωράν λάνσαρε θαυμάσιες δημιουργίες. Η «Haute couture» φυσικά ανήκε αποκλειστικά σε εστεμμένες και πατρικίες, αλλά στο Libro d’oro του τραγουδιού εκείνη βρισκόταν στην κορυφή. Ο Πάκο Ραμπάνε, ο Λουί Φερώ, ο Τέντ Λαμπιντίς δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να της προτείνουν κομμάτια μοναδικά από τις συλλογές τους.
Όμως η ουσία δεν βρισκόταν στα φιρμάτα ρούχα. αλλά στην ένταση ενός έρωτα που είχε όλα τα στοιχεία από τα τραγούδια της, όπως και από τα αισθηματικά της ελλείμματα. Το Παρίσι με τον ουρανό στα χρώματα του πακέτου των « Gauloises», οι ομίχλες του Λονδίνου που διαλύονταν από την πλημμυρίδα των νέων μουσικών ακουσμάτων, γίνονταν μέρος μιας ιδιότυπης επιμορφωτικής εκστρατείας δίπλα σε έναν αυθεντικό πολίτη του κόσμου, όπως ήταν αυτός ο άντρας.
Η Μαρινέλλα απολάβανε την αγάπη. Τα υπόλοιπα ήταν λεπτομέρειες...





