ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ​ΟΥ - Σελήνης Αντικατοπτ​ρισμοί

Βραδιές που η σελήνη αντιφεγγίζει στα πιο απόκρυφα μυστικά τις ενδότερες ενδοσκοπήσεις, αποφασίζουν οι λέξεις να αποκαλυφθούν και να χαράξουν σελίδες στάζοντας το αίμα του ποιητή.
"Σελήνης Αντικατοπτρισμοί" η νέα ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ με το εξώφυλλο να κοσμεί η φωτογραφική σύνθεση της Βασιλικής Πελτέκη.
Επιχειρώντας την ανάγνωση στην δεύτερη ολοκληρωμένη έκδοση της Μίνας Παπανικολάου, πάντα βρίσκομαι γύρω από τον δημιουργό και τι έχει να δώσει, τι τον οδήγησε σ' αυτή την καταγραφή; Κι όμως τα χέρια δεν ξεχνούν να γράφουν ότι το σώμα θυμάται, ότι ο νους αναπολεί σε βράδια παρηγοριάς. Η ίδια αντί προλόγου ερμηνεύει τις δικές της προθέσεις εν αναμονή μιας άνοιξης που έρχεται, φθάνει..

"Ακόμα ξαφνιάζομαι κάθε ξημέρωμα κι ακόμα αμφιβάλλω κάθε απόβραδο" θα πει, δείχνοντας έτσι την μυστική αναχώρηση που καλείται να κάνει, κάθε φορά που ένα ποίημα γράφεται. Εδώ δεν αναζητείται το ύψος. Άλλωστε τα μεγάλα λόγια κι οι υπερβολές δεν είναι χαρακτηριστικό της ποιήτριας. Απλά δαιμονίζεται, ανεμίζεται, σκορπίζεται, γίνεται σκόνη στο ελάχιστο μόριο που κάποιος θα συναντήσει και θ' αναγνωρίσει τον κόπο, τον πόνο, την μετάγγιση των αισθήσεων στο χαρτί, για ν' αποκαλύψει στους άλλους και να αποκαλυφθεί το ματωμένο συναίσθημα που φεύγει και πάει για το άγνωστο, αφού μέχρι τώρα έτσι κι αλλιώς, τα άγνωστα μέσα της ανακαλύπτονται. Η εσωτερική συνομιλία είναι η υπέρβαση του συνειδητού, που πλέον αποκόπτεται από τα τετριμμένα και καθημερινά , από τα πρέπει και δήθεν, ως να φτάσουν να γίνουν "είναι" που είναι η προσωπική αλήθεια κι η κατάθεσή της που γίνεται Τέχνη. Είναι η ανάμιξη μ' ένα παρελθόν που πέρασε σε διαλεκτική με την μνήμη μπροστά στον καθρέφτη της ομηρίας.
Ανάρμοστη, απροσάρμοστη στα ραγίσματά του, αντανακλάται στα σπασμένα κομμάτια, στις φωνές που έρχονται και ξαναφεύγουν, στις συγκρούσεις που ματαιοπονούν κομματισμένες ψυχές.

Η Μίνα Παπανικολάου δεν είναι η Μίνα που ξέρουμε, είναι η ποιήτρια που σχηματοποιεί τα μορφώματα και γίνονται ποίηση στις χαρτογραφήσεις των ορίων, στα ορόσημα υπερβατικής συμπεριφοράς, που πια δεν πληγώνει, αντίθετα λυτρώνει τον ποιητή. Κοιτάζει κατάματα το αναγνωστικό κοινό και στέκεται όχι απέναντι, αλλά δίπλα στις λέξεις της, υπερασπιζόμενη τα «θέλω» της για να πει ακριβώς εκείνα που θέλει να πει.
Δεν θα βρούμε στην γραφή της σκηνικά άγνωστα, καθώς βρίσκουμε στα λόγια της χαραυγές που μαζί τους ξυπνήσαμε κι εμείς. Κι όσα το σφουγγάρι μάζεψε τώρα το στραγγίζει στην αρχή του νέου της ταξιδιού. Τινάζεται από πάνω της όλο εκείνο το δέρμα που γδάρθηκε στις αναπόφευκτες διαδρομές. Δεν λησμονά, πως άλλωστε να λησμονηθεί ο φόβος κι η θλίψη άρνησης του ονείρου, νύχτες που η σελήνη αντικατοπτρίζει σκέψεις επουλωμένες πια, γιατρεμένες από τα όμορφα που στήθηκαν στο οικοδόμημα της ποίησης.

"Συνομιλία με τον έσω εαυτό...συνέχεια

Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω
αν τη συναντήσω
θα τη χαρίσω"

Η ποιήτρια μας χαρίζει τον δικό της παράδεισο, τον χτισμένο, πότε με απαλά σύννεφα και πότε μ' αντάρες και καταιγίδες, στήνει το δικό της δίχτυ στην ανάμνηση από ένα παρελθόν που έφυγε, αλλά κι από ένα μέλλον που ακόμα δεν ήρθε. Κατοικεί στην στεριά, αλλά και στον ουρανό, έχει χτίσει ένα άλλο σπίτι με αρχιτεκτονικούς γοτθικούς ρυθμούς, για ν’ αγγίζει αισθήσεις ξάγρυπνες. Κάνει το αδύνατο δυνατό, εφευρίσκοντας τρόπους, με τραβηγμένες κουρτίνες, για να μπαίνει το φως κι οι άγγελοι που το μεταφέρουν. Της μοίρας τα κύματα προκαλεί, να ηχήσουν το βουητό, να χτυπήσουν το βράχο, να τον σπάσουν για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό μιας καρδιάς, που υπομονετικά περιμένει να την ανακαλύψουν. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι, ήρωες και ηττημένοι. Η νίκη είναι απώλεια κι απώλεια απόγνωση στα σκοτεινά θέρετρα της θλίψης.

"Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος

Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα - βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν."

Το ταξίδι στις άκρες του ουρανού δεν έχει τέλος. Με νέες φόρμες αντικαθιστά τους τίτλους με αποστάγματα, στα ικριώματα των στίχων. Εισάγει μια νέα ακολουθία στην ολοκλήρωση της θεματολογίας, καθοδηγούμενη από την δυνατότερη δυνατή ανάγκη να κρυσταλλώσει τον λόγο σε μια γραμμή μόνο, για την ποιητική παραπομπή, μετρώντας ένα - ένα τ' αστέρια που φωτίζουν τον δρόμο της. Στα τοπία της δεν υπάρχουν τελείες, αλλά αποσιωπητικά, που συνοψίζουν την συνέχεια των μεθυσμένων ιστοριών, που δεν έληξαν, αλλά κατ' εξακολούθηση διαπράττονται, απενοχοποιημένες από στεγανά και πρότυπα, που άλλοι εμφύσησαν κι έντυσαν κυτταρικούς ιστούς, τίκτοντας την εξελικτική αναζήτηση στον αέρα. Μόνον που εκεί όλα πληρώνουν ακριβά το τίμημα ανεξάρτητης και προσωπικής ενδελέχειας για ένα και μοναδικό άγγιγμα. Να χωρέσουν οι στίχοι σ' ανατολή και δύση καταργώντας ερινύες ή μεταπλάσσοντας την παλιά σκουριά σε ανοξείδωτο κράμα ώστε να παραμείνει αλώβητο στις οξειδώσεις του χρόνου.

"Και - άκου - σώπασαν οι Ερινύες
σαν άκουσαν τα βήματά σου στα σοκάκια του μυαλού.

Μεγαλοβδόμαδο.
Γυρνάω μου μήνυσες.
Τι τρέλα!
Πως έχασες το δρόμο σου καρδιά μου;
Στα κύματα να ταξιδεύεις γνώριζες
και μόνο εκεί δεν χάθηκες ποτέ.
Κι όμως
σαν στα ακρογιάλια τριγυρνώ
μονολογώ:
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει
θα ξανάρθεις.
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει θα ξανάρθεις."

Μπλέκουν κάποια στιγμή οι ανάσες και γίνονται "ανάσα", μία και μοναδική διαδρομή έκφρασης της ζωής. Χωρίς πολλαπλές εκπνοές, αναγεννούν την αγάπη, με αυτοθυσία τα δάκρυα που πέφτουν και μαραίνουν πληγές. Γητεύουν με επιθέματα συναισθημάτων την αξία της ζωής, που ακροβατεί στο ωραίο, στο υψηλό, στον ενατενισμό του ιδεατού, καθώς υπηρετείται και υποτάσσεται γλυκά αυτοθυσιάζοντας τα εύκολα για τα δύσκολα. Εναρμόνιση και αποδοχή ληγμένης μελάνης, που θα γράψει αρμονικές πτήσεις ζωής, για τα πεπραγμένα που ξημερώνουν σε σταθμούς καημού και λύπης. Δραπέτες απόκληροι μιας άλλης εποχής, καρφώνουν τα δικά τους καρφιά σε ανοιγμένες καρδιές, λάμποντας σαν φωτοβολίδα που σκάει το αίμα καθώς εκτινάσσεται σε κανονικούς ανθρώπους, υψώνοντας ρομφαία στο απρόοπτο.


"Είναι η αυτοθυσία που ορίζει την βαθύτερη αξία της αγάπης

Σπιναλόγκα

Δραπετεύουμε απόψε;
Από τον σταυρό που μας κρέμασαν και μας
ξέχασαν,
αμπελιού καρποί νόησης ώριμης.
Έλα σου λέω.
Ας δραπετεύσουμε απόψε.
Θα βγάλουμε τα καρφιά μας,
θα τ' ακουμπήσουμε στα ριξά του σταυρού για λίγο.
Πάμε σου λέω.
Σαν παιδιά να περιδιαβούμε την πλάση,
ξέγνοιαστα.
Εδώ θάναι ο σταυρός μας
Δικός μας.
Έκρυψα καλά τα καρφιά στη γη.
Μη φοβάσαι, κανείς δεν θα τάβρει.
Και κανείς δεν τα θέλει.
Γι' αυτό σου λέω, ας δραπετεύσουμε απόψε.
Μόνο για απόψε."


Η ποιήτρια ψάχνει στην κόλαση τον δικό της παράδεισο, με τον "Μονόλογο από το Α ως το Ω του ΑγαπΩ", όλα εκείνα που αναδύονται με αίσθημα ελευθερίας, με Φως, με Αγάπη, τιμώντας αξίες κι αρετές που αν κι εμφυτεύθηκαν στην συνείδησή της, εντούτοις η ίδια καλλιέργησε, αξιοποίησε και ανάδειξε με τον τρόπο που ζει, που ονειρεύεται, που υπάρχει. Με επιλογές που τίμησε και την τίμησαν προχωρά στα δύσκολα μιας ζωής μικρής, γευόμενη την χαρά της δημιουργίας, με μια ευχή στην καρδιά, στο μυαλό, στο χέρι που απλώνει για νἀ αγγίξει το μικρό κομμάτι ουρανό που της αναλογεί, με την βεβαιότητα, πως το όνειρο είναι ένας ποταμός, που κυλάει σε όμορφες όχθες. Καλοτάξιδο...

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ - Ζωές στο Κόκκινο (μυθιστόρημα από Σοφία Στρέζου)

Το νέο μυθιστόρημα του Άγγελου Πετρουλάκη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ τον Νοέμβριο του 2010.
Σπαταλημένες, θρυμματισμένες, δικασμένες ζωές, «Ζωές στο Κόκκινο». Οι πρωταγωνιστές κινούνται κάτω από τον ίδιο ουρανό, διεκδικώντας το μερίδιο στο ταξίδι και την κατάκτηση του εφήμερου. Θα καταδυθούν άλλοτε στο φως κι άλλοτε ως τις πιο ανήλιες και σκοτεινές διεκδικήσεις για ικανοποιήσουν τέρψεις με αθέμιτα μέσα. Ένας καθρέφτης που μέσα του αναγνωρίζουμε χαρακτήρες και «ήρωες» σε παρακμιακούς καιρούς.

Ο δρόμος του έρωτα περνάει πάντα από ψηλά ή χαμηλά ένστικτα καταπώς οι συνθήκες ορίζουν στην μυθιστορηματική αφήγηση του δημιουργού. Σε εγρήγορση οι αισθήσεις ακροβατούν, ανάμεσα στην υπέρτατη ηδονή της εξουσίας και τον ηδονισμό των σωμάτων. Οι λέξεις τολμούν να περιγράψουν το άπιαστο, πληρώνοντας το αντίτιμο του προστίμου στις επιλεγμένες αφετηρίες των χαρακτήρων φθάνοντας ως το οδυνηρό τέρμα. Οι συναλλαγές πολλές και ακόμα περισσότερα τα ανταλλάγματα για να κατακτηθεί το όνειρο στις ετερόφωτες πτήσεις.

Ρωγμές ανοίγουν στις διαπιστώσεις της πλάνης. Χωρίς αγγίγματα, χωρίς ψιθύρους στης σιγαλιάς το νεφέλωμα βουλιάζουν στο αναπόφευκτο τέλμα ανυποψίαστου έλους.
Το σύννεφο που κάποτε θέλησαν να κατοικήσουν έγινε δυνατή βροχή, και μπόρα και καταιγίδα, πνίγοντας εντάσεις στις κατακλυσμιαίες εξελίξεις. Κι εκείνα που φάνταζαν αθάνατα, αποδείχθηκαν θνητά σε στιγμιαίες απολαύσεις. Οι θλίψεις θα γίνουν μόνιμοι συνοδοί στους ανέσπερους επαναπροσδιορισμούς μιας ζωής που φεύγει...

Άλλη μια φορά, ο Άγγελος Πετρουλάκης, οδοιπορεί ποιητικά στο νέο του πόνημα, αφήνοντας το στίγμα της γραφής, που ένας μεγάλος δημιουργός πειθαρχημένα χαλιναγωγεί. Ονοματίζει ενέργειες και πράξεις με ρεαλισμό στα τεκταινόμενα, που ίσως φαίνονται σκληρά ή ακόμα και κυνικά κάποιες φορές. Όμως στις πολεμίστρες της γραφής οι λέξεις οφείλουν να φτάσουν ως τα σύνορα, να τα υπερβούν, για να δώσουν στον αναγνώστη την λεπτομέρεια της αλήθειας τους.

Δεν είναι πάντα οι συμπτώσεις που ενδυναμώνουν το τέλος αλλά η πραγματικότητα της ζωής που ενδυναμώνει την σύμπτωση. Ο ουρανός πυρπολεί και τα τείχη που χτίστηκαν πάνω σε ψεύτικα θεμέλια, σωριάζονται στο πλήρωμα του χρόνου.
Μελαγχολία κι ερήμωση στην ανάπλαση σπαρακτικών αναμνήσεων με άδειες αισθήσεις χάνοντας όσα άντεχαν ν’ αντέξουν. Τίμημα σ’ όσα έδωσαν και δεν πήραν οι ήρωες του έργου ,στις ματαιώσεις εκείνου που έμελλε να λήξει κι έληξε στα αινίγματα του έρωτα και του θανάτου. Προοπτικές και κατευθύνσεις εξαντλητικών αφίξεων θνησιγενών απολαύσεων. Ποθητές αναγκαιότητες εισχωρούν στο ασύνειδο που γίνεται συνειδητό σε ρηχές αναζητήσεις κρατώντας σφιχτά το εισιτήριο για την κόλαση.

«Ζωές στο Κόκκινο», ζωές που θα μπορούσαν να είναι ζωές κάποιων από εμάς που μπαίνουν κρυφά στα όνειρά μας, σκανδαλίζοντας εφησυχασμένες ζωές σε μια λησμονημένη καθημερινότητα. Κομιστές του καθωσπρεπισμού με αποτρεπτικούς βηματισμούς προχωράμε σε ανατολές και δύσες ιχνογραφώντας με χρώματα, αποχρώσεις δακρύων στις μακάβριες καταδύσεις, αναζητώντας απεγνωσμένα την προσωπική μας αλήθεια με γνώση και υποταγή στο «ωραίον».

Καλοτάξιδο!!!

Γιάννης Φιλιππίδης • «Κρατάς μυστικό;» • μυθιστόρημα ( από την Σοφία Στρέζου)












«Έχουν όρια οι πόνοι, μάνα μου. Έχουν όρια... κι οι φόβοι».

Έτσι άρχισα να διαβάζω Γιάννη Φιλιππίδη, έτσι τον έμαθα!
Λόγια και σκέψεις που δεν μοιραστήκαμε ποτέ. Μ’ έναν μαγικό τρόπο με ταξίδευαν σε κείνα που γνώριζα είτε σαν παιδί, είτε αυτούς τους τελευταίους μήνες που κάνουμε παρέα. Η καταγωγή του, η ζωή του, όλα περνούσαν μέσα στις σελίδες. Το περιεχόμενο του μυθιστορήματος γεννιέται και μετά υιοθετούνται οι χαρακτήρες ή μήπως οι χαρακτήρες γεννιούνται από την στιγμή που γεννιέται ο συγγραφέας;

«Κρατάς μυστικό;» Το νέο πόνημα του Γιάννη Φιλιππίδη κυκλοφορεί ήδη από τον «άνεμος εκδοτική» τον καινούργιο εκδοτικό οίκο που φιλοδοξεί να στεγάσει μόνον λέξεις, που αφορούν τον πολιτισμό. Γιατί ο πολιτισμός παράγεται όταν οι δημιουργοί αφήνονται απρόσκοπτοι στην δημιουργική τους ιεροτελεστία.

«Κρατάς μυστικό;» “Μα «πριν οι αλήθειες τελειώσουν”, θα αποκαλυφθούν ψέματα που βάσταξαν για χρόνια σε καρδιές, σε ώμους, σε απόγνωση. Τότε που οι μοίρες σχόλαγαν. Τόσες ψυχές γεννιούνται κάθε λεπτό, τι να προλάβουν και ποιους ν’ αγγίξουν; Περισσεύει παιδεμός να φορτωθεί σε πλάτες που αντέχουν, σε αλύγιστα γόνατα, σε καρδιές απροστάτευτες, ορφανές, ευαίσθητες.
Ποιος παίρνει την ευθύνη ν’ αποφασίσει για την πορεία της ζωής κάποιου άλλου; Πως γίνεται να σε τρέχουν οι εξελίξεις και άλλοθι ονείρου να περιρρέουν στης πραγματικότητας τα «γιατί»;
Η Αλεξάνδρα μάνα και μοίρα της Άννας. Δυο γυναίκες, δυο εποχές, δυο ρόλοι που εναλλάσσονται δια βίου. Η μητέρα που προστατεύει ως τα 12 την μικρή, για ν’ αναλάβει μετά, η μικρή να προστατεύει την μητέρα. Ψέμα μέσα στο ψέμα κι η αλήθεια φωτιά στο χιόνι της ψυχής που ταξιδεύει στους τοίχους της. Η σιωπή κρυμμένη σε μουσικές και λόγια που άλλοι τραγουδούν και οι ίδιες σιγοψιθυρίζουν ανασαίνοντας την δίψα τους. Ίσκιοι δίπλα σε άλλους ίσκιους στη μεγάλη πόλη κι η άλλη πόλη, ανάμνηση δίπλα στα καμποχώραφα της αποξηραμένης λίμνης, των στεναγμών, των αποφάσεων, της γαλήνης που δεν λέει να έρθει. Υπάρχει μεγάλη απόσταση από το θέλω ως το απαιτώ, από το προστάζω ως το επιθυμώ. Η Άννα μόνον ήθελε, επιθυμούσε να γίνουν όλα όπως τα είχε ονειρευτεί και δεν έγιναν.
Πολλές φορές η ίδια η ζωή σχεδιάζει, χαρτογραφεί μια νέα αρχή για ένα μέλλον απροσχεδίαστο, αχαρτογράφητο από τους πρωταγωνιστές της.

«Κρατάς μυστικό;» «Οι πιο κρυμμένες μνήμες» είναι αυτές που γεννήθηκαν στο παράδεισο που για μια στιγμή ανοίγει τις πύλες και ταριχεύει άπληστα εικόνες σε μια βεράντα γεμάτη λουλούδια, κλέβοντας ένα κομμάτι ουρανού και πολλά κοχύλια αγορασμένα στους πρώτους χτύπους του έρωτα που ξεθωριάζουν, σκουριάζουν, κουρνιάζουν μετά, πλάι σε τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα θλίψης. Εκεί που οι δυνατότητες της ζωής στοιβάζονται σε στάχτες γκρεμισμένων προσδοκιών, ονείρων στην αναπηρία σημείων, που άλλοτε κατακτήθηκαν κι άλλοτε ποδοπατήθηκαν βάναυσα, από την γοητεία ψεύτικων προσφορών.


( Απόσπασμα )
«Τι περισσεύει από τα καθημερινά μας αισθήματα; Τι σώζε-
ται στο χρόνο; Τι απομένει απ’ τις κουβέντες μας; Λόγια απλά·
παροτρύνσεις, υποδείξεις βγαλμένες από την πιο ανέγγιχτη
πλευρά μας. Μετά απομένουμε εμείς. Πιο φτωχοί απ’ όσα λυ-
πηθήκαμε ή συμπονέσαμε, με μάτια που δε λένε τίποτα. Και
σκέψεις, μύχιες, παραχωμένες σκέψεις ενός μυαλού στρεβλού,
λέξεις που μιλάνε για όλα. Άλλοτε πάλι για τίποτα. Πώς ορί-
ζει κανείς αυτό το παράξενα εκτιμημένο τίποτα που σπαρτα-
ράει μέσα μας πιο σιωπηλό από ένα φεγγάρι, που πάλεψε να
γίνει πανσέληνος και δεν τα κατάφερε, επειδή η τροχιά του
το ’σερνε ανάποδα. Πού οριοθέτησα την έννοια σύντροφος κι
ακόμα πιο πολύ: σε ποιο ράφι τοποθέτησα και ξέχασα ν’ αγγί-
ξω την έννοια φίλος; Πότε απέμεινα να μη χρειάζομαι, να μην
έχω την ανάγκη από δυο κουβέντες οικείες, να κρατάω τα μυ-
στικά μου μόνο για μένα. Εγώ. Η Άννα. Η από πάντοτε κορί-
τσι, η κατά βάθος γερασμένη πρόωρα. Η ανιδιοτελής απένα-
ντι στους άλλους. Που θα μπορούσαν να 'ναι δικοί μου άνθρω-
ποι, αλλά τους άφηνα να φύγουν έτσι, απλά· χωρίς ένα μειδία-
μα στο ξεπροβόδισμα.»



Κρατάς μυστικό;» Πόνοι που γίνονται νησιά σ’ έρημες θάλασσες, πίνοντας ουρανό στάλα τη στάλα, κομμάτια ξεχασμένα στης πόλης τα σκόρπια σύννεφα. Αλεξάνδρα, Άννα, Αντώνης, Μάρκος, Ελευθερία, Λαμπρινή, Κατερίνα, πρόσωπα αναστημένα από τον Γιάννη Φιλιππίδη που διεκδικούν μερίδιο σε σελίδες ταξιδιάρικης ανάσας και πνοής Αναστάσιμης, παράξενης αφηγηματικής διαδρομής, με διακλαδώσεις περίτεχνες στης φαντασίας το όραμα. Λαβύρινθοι που ανοίγουν σελίδα τη σελίδα για να κατακτηθούν από τους αναγνώστες από τις πρώτες κιόλας σειρές καθώς περιδιαβαίνουν με ποιητικό ρυθμό στα μάτια. Φλόγες ερωτικές δένουν κόμπο-κόμπο καημούς που πότε αγρυπνούν στην άκρη των δαχτύλων και πότε κοιμούνται, επιζητώντας να χαϊδέψουν ένα σώμα, που από πάντα ήταν δικό τους ή μήπως όχι στις ανατρεπτικές ιστορίες που γράφονται με μάτια κλειστά στα χαμόγελα της απελπισίας.



( Απόσπασμα )
«Όπως έπεφταν οι σταλαγματιές στο σκοτάδι του σπιτιού
πήρε να μετράει. Να βάζει τις σκέψεις σε μια σειρά, να τις κα-
τατάσσει. Θαρρείς πως γι’ αυτό το λόγο είχε ξαπλώσει, αλλά
έχε χάρη, που δεν μπορούσε αλλιώς. Επιχείρημα στο επιχείρη-
μα, μνήμη αναβράζουσα κι όλες οι εικόνες κατά· εναντίον του
σα δικαστικές αποφάσεις, παρμένες ωστόσο ερήμην της. Η
Αλεξάνδρα απουσίαζε σα μάρτυρας στις δίκες, δεν τη ρωτού-
σε κανείς. Τον άθλιο τον άνθρωπο, για έναν παράξενο λόγο,
συνήθως προκαλούσε τη συμπόνια της. Τον συγχωρούσε σαν
ηλίθια, ύστερα ξανάκανε αυτός τα ίδια και χειρότερα. Πόσο
χειρότερα, ακόμα δε γνώριζε κι ευτυχώς, γιατί εκείνο το βράδυ
πιθανόν να στρεφόταν και κατά της ζωής του.
Τόσα νεύρα είχε. Σταγόνα σταγόνα τα κάλπικα άλλοθι και
τα ψέματά του. Από ξένη βρύση ξεδιψούσε πάλι και δεν ήταν
άξια δικαιολογία, αυτή που άκουγε μέρα νύχτα από παντού.
Ότι τάχα ήταν άντρας κι αυτό από μόνο του αποτελούσε λόγο
ξενογαμίας. Δε θα προχωρούσανε ποτέ τα μυαλά των άλλων;
Μόνο την ίδια τρέλαινε μια τέτοια συμπεριφορά, μια τόσο ανεύ-
θυνη ζωή; Μια σειρά από πράξεις, που την εξευτέλιζαν ακόμα
και στα μάτια του εαυτού της; Δεν ήξερε ειλικρινά, εκείνο το
βράδυ δεν μπορούσε να κρίνει. Μόνο το ψιλό γαζί που έπεφτε
αντιλαμβανόταν. Ας κοιμόταν μαζί της τα βράδια, λες και δεν
είχε μεσολαβήσει ποτέ ανάμεσά τους το παραμικρό, λες και δεν
είχε την παραμικρή ενοχή, οποιοδήποτε μυστικό να κρύψει. Ξε-
ντυνόταν κι έπεφτε κάτω από το ίδιο σκέπασμα γυμνός, όπως
τότε παλιά, που η ίδια εκτιμούσε την ύπαρξή του σαν κάτι άλλο
στη ζωή της, τον καιρό που έτρεφε για τον άντρα της πράγματα
και του κρατούσε την καλύτερη μερίδα από τα δικά της. Πόσο
τρανταχτό λάθος είχε στις εκτιμήσεις της.»



«Κρατάς μυστικό;» Πως διαχειρίζεται τη συμπόνια, τα συντρίμμια , την συντριβή, για να βγει αλώβητη η όραση στης κάθαρσης τα τοπία; Όλα στον αέρα κι όλα ξανά στην γη. Αποκαλύψεις, ανακαλύψεις παρασκηνιακές που τρέφονται σε γειτονιές, σε μικρομάγαζα, σε δρόμους, σε λαϊκές, με την πρωταγωνίστρια να μαθαίνει τελευταία τις δικές της πτώσεις. Κι οι μαγεμένες ματιές αφώτιστες τόσο καιρό σε ποιο λιμάνι τάχα να προσαράξουν, να γευτούν χαρά κορμιού ανέγγιχτου; Αχιλλέα τον λέγανε. Της άρεσε το όνομά του κι η γλύκα που έπεφτε σταλαγματιά-σταλαγματιά, φως ιλαρό, φλόγα κεριού αναστάσιμου χάιδευε την μαυρισμένη της ψυχή, ζωγραφίζοντας ήλιους. Κι ύστερα, οι ενοχές, το τέλος μίας και μοναδικής συνάντησης που έδωσε χρώμα σε όνειρα κι άνεμο σε φτερά που έστω για λίγο μπόρεσαν να πετάξουν. Χωρίς λόγια να πνίγεσαι από τη βουή του κόσμου. Πως αντιδράς, ξέμπαρκο σκαρί που παρασύρεται από αέρηδες απέλπιδους και κομματιάζεται στη στιγμή, στους υφάλους της κατάρρευσης; Πως;

«Κρατάς μυστικό;» Όλα συννεφιάζουν σε εποχές ξάστερες που ανατέλλουν παρηγοριές. Για όλους έχει ο θεός φόβους φυγής κι απόρριψης μ’ ανοιχτές πληγές, που η περηφάνια χαμηλώνει, μπρος το τετελεσμένο στης ψευτιάς τον φόβο. Αποδοχή έτσι κι αλλιώς υπόδικων της ζωής φυγάδων. Πάντα απροετοίμαστη, ανέτοιμη να ξεριζώσει ένα παρελθόν φτιαγμένο στα μέτρα, που μπορούσε να μετρήσει με τις άκρες, πάντα ζωσμένη και πίσω ν’ ακολουθούν ασθμαίνοντας γεγονότα απρόσμενα. Φτάνει η ώρα που πρέπει να υπερασπισθεί πράξεις κι ενεργές τύψεις. Να σώσει από την διάλυση άλλες ψυχές διαλυμένες, πιστοποιώντας με το πέρασμα, το ίδιο το πέρασμα της ζωής. Κι οι μνήμες ζωντανές, μα από καιρό γερασμένες, σε αιωρήσεις σκοταδιού αναπότρεπτης πτώσης.
Ώρες-ώρες αναμνήσεις ανασύρονται, από πηγάδι ανήλιαγο, δεμένες στο χοντρό σκοινί του κάδου, λαμπυρίζοντας στο πρώτο φως.

«Κρατάς μυστικό;» ή μήπως έφτασε ο καιρός ν’ αποκαλυφθεί, ν’ ανασάνει και να κεράσει γεύση γλυκιάς προσμονής, εύφλεκτης επιθυμίας, για να μιλήσουν επιτέλους τα όνειρα στις καρδιές, στους δισταγμούς της αποκάλυψης, στις καπνισμένες στιγμές μας…

Καλοτάξιδο!!!

ΡΕΝΑ ΒΑΣΙΛΑ - Μοναξιάς Κυκλάμινα


Λίγο πριν το τέλος του 2010 κυκλοφόρησε η Ρένα Βασιλά την νέα της ποιητική συλλογή "Μοναξιάς Κυκλάμινα" με την ευγενική επιμέλεια της ποιήτριας Μαρίας Νικολάου.
Η γραφή της είναι μια ήσυχη θάλασσα που σε ταξιδεύει σε μοναχικές πλεύσεις.
Με στεναγμούς και μνήμες στα όνειρα της ψυχής ακροβατεί σ' ένα παρελθόν που κατακτήθηκε και σ' ένα μέλλον που σαν σπαθί πληγώνει το αίμα, το άδοτο φιλί, το απάτητο αύριο.
Πουκάμισο αφόρετο που στέκεται για χρόνια κρεμασμένο, βαραίνει τους ανέγγιχτους ώμους, με τα "πρέπει" να κλέβουν τη χαρά της κατάσαρκης ένδυσης.
Η ποίησή της εξομολογητική κι ίσως πιο προσωπική από ποτέ, με τις σκιές και τα φαντάσματα να της κρατούν εκείνη την συντροφιά που γοητεύει πολλούς από τους ποιητές.
Αμίλητη κι όμως διψασμένη για λέξεις, θα καταγράψει όλα αυτά που θέλει, με την σιωπή των άστρων να φωτίζει τα ποιήματά της, σπάζοντας τα δεσμά της απομόνωσης και της απόστασης, από εκείνο που βαραίνει το ακριβό της συναίσθημα.
Κρυφοί καημοί στην κιβωτό που φύλαξαν λάβαρα χαράς στης νοσταλγίας τον χάρτη, τώρα φτερουγίζουν με ορμή και ειλικρινή διάθεση αποτύπωσης, χρωματίζοντας εκείνο που λείπει.
Υπάρχει στο μοίρασμα της αγάπης και την δίνει απλόχερα με δυο μάτια που στάζουν την άχνη, καθώς ο αέρας την σκορπίζει. Στη ρωγμή του χρόνου αντιστέκεται, με την καρδιά γυμνή και με τα δάχτυλα γράφει για τον έρωτα που κατοικεί σε ματωμένες νύχτες . Η ίδια κάποια στιγμή θα πρέπει ν’ ανακαλύψει το φεγγάρι που φέγγει την παρηγοριά στα βλέμματα του κόσμου, του κόσμου της.
Οι διαδρομές κρυφές κι αφανέρωτες στις ρυτίδες των καιρών, με το λιμάνι πάντα φωτισμένο, για να αράζει το δικό της αόρατο στους πολλούς αίσθημα, που δίχως χέρια αγκαλιάζει. Τα ναυαγισμένα σχέδια, αποκαταστάθηκαν πια στον αστερισμό του ονείρου.


"ΟΝΕΙΡΟ

Πως να σ' ονειρευτώ...
Η εικόνα σου από την μνήμη
έχει χρόνια σβήσει...

Αδυσώπητα σκληρός ο χρόνος
σημάδια χάραξε στο πέρασμά του
στο σώμα, στη φωνή, στο πρόσωπο...

Δεν είσαι πια εσύ
ο νιος που γνώρισα
ο νιος που αγάπησα.
Είσαι ένας άγνωστος
μέσα στο πλήθος
ανίκανος να προξενήσεις
εκείνο το τρελό φτερούγισμα
βαθιά στο στήθος όταν μ' άγγιζες."


Στη θαμπάδα του παλιού καθρέφτη ο νους αγναντεύει τους μεθυσμένους ανθούς της νιότης που πέρασε, δακρύζοντας τα φτερουγίσματα. Τα λόγια αρμύρα που η βροχή λιώνει στου πόνου το ακρόνειρο. Φιλική σκιά αντανακλά στις λάμψεις της ερήμου, στις χαμένες ανταύγειες. Ζωγραφίστηκαν σε ορισμούς κατάκτησης του μυαλού, τότε που το συναίσθημα παρέλυε την σκέψη, κρατώντας ανέγγιχτο το άλυτο αίνιγμα, στο ξημέρωμα των αμετάθετων αποφάσεων.


"ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ

Την ψυχή μου ψάχνω να δω
σε μαγικό καθρέφτη.
Μάταια!
Άυλη, αόρατη, αινιγματική.

Τίναξα τα πινέλα μου
για να την ζωγραφίσω
βουτηγμένα άτακτα
σε κόκκινες κίτρινες ανταύγειες.
Κέντησα κάτω απ' τον γαλάζιο ουρανό
πολύχρωμα, ανώνυμα λουλούδια
μα όχι την ψυχή μου..."


Ακροβατεί σε αόρατο σκοινί με φόβο μη λαθέψει τις κινήσεις κι εκτιναχθεί στο
« άϋλο, το αόρατο, το αινιγματικό », μιας στροφής κρυμμένης στης ζωής την άλαλη διάσταση. Χείλη ξερά ,διψασμένα αφηγούνται ζωγραφίζοντας λέξεις, κερδίζοντας το αθάνατο του θνητού περιγράμματος που την κύκλωσε, με την διάμετρο της επαφής να τέμνεται μπρος στις πολλές συγκινήσεις, στα πρόσφορα της ψυχής.


"ΑΚΡΟΒΑΤΩ

Ακροβατώ στο παρελθόν.
Περπατώ σ' αόρατο σκοινί
σαν ακροβάτης.

Χάος.
Ένα βήμα λαθεμένο
κι ο θάνατος καραδοκεί.

Δεν ξέρω αν θα φτάσω
στην άκρη του νήματος.
Κι αν φτάσω
ποιο το κέρδος..."


"ΑΤΙΤΛΟ

Σ' όλη μου τη ζωή
κυνήγησα το άπιαστο.
Σκαρφάλωσα
σε βράχια απόκρημνα
να φυτέψω η τρελή
κυκλάμινα! "


Εκείνο που την σώζει από τις εναλλαγές είναι η άρνηση. Να μην παραδοθεί σε κλειδωμένες πόρτες, σε ακατοίκητες πολιτείες, λέγοντας αντίο στις προσδοκίες που φλέγονται στης αναμονής το κεφαλόσκαλο, στους διαδρόμους της προσμονής, ατενίζοντας με περηφάνια τα όμορφα που έρχονται.


"ΑΡΝΟΥΜΑΙ

Αρνούμαι να κλειδώσω
τις ανησυχίες μου
τα συναισθήματά μου
σε μια θυρίδα
που ίσως ανοιχτεί μετά
τον θάνατό μου.

Γι' αυτό κανείς δεν θα μπορέσει
να μου κλειδώσει την ψυχή.
Εγώ θα γράφω, θα μιλώ,
και στην ανάγκη θα φωνάξω
για ό,τι στον κόσμο τούτο
είναι σάπιο..."


"ΑΚΡΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

Χρόνια σιωπής
και απουσίας.¨
Ώρες απέραντης μοναξιάς.
Σημείο συνάντησης η ακροθαλασσιά.

Εκεί ξαναζωντανεύουν μνήμες.
Σέρνω τα κουρασμένα βήματά μου
πάνω στην άμμο την υγρή.
Το κύμα μουρμουρίζει
λυπητερό τραγούδι
που φέρνει δάκρυα στα μάτια.

Μόνο από δω επικοινωνώ
μαζί σου,
γιατί ξέρω και σένα σου άρεσε
να περπατάς στην ακροθαλασσιά.

Το κύμα είναι ο ταχυδρόμος μου..."


Όσα αντίο έμειναν, πάντα μια θάλασσα θα συνοδεύει αποχαιρετισμούς δίπλα σε βράχους αιχμηρούς που κάπου εκεί μπορείτε να δείτε της " Μοναξιάς Κυκλάμινα" . Καλοτάξιδα....

Vladimir Nabokov- ΛΟΛΙΤΑ (από την Σοφία Στρέζου)




Το γνωστότερο ίσως έργο του Vladimir Nabokov σε ελεύθερη μετάφραση και σκηνοθεσία του Βασίλη Πλατάκη ανέβηκε στο «Χωρος τεχνων Α λ ε κ τ ο ν» με τους ηθοποιούς να κινούνται συμμετρικά στην ασύμμετρη σκηνή του θεάτρου.

Οι ηθοποιοί Αίας Μανθόπουλος ως Χάμπερτ και η Στέλλα Τσιάτσιου ως Σάρλοτ θα αναστήσουν τον αιώνιο ανεκπλήρωτο έρωτα με θραύσματα σεξουαλισμού να διοχετεύονται στη σάρκα ως πόθος κρυφός στην αιμάτινη μνήμη του έρωτα.

Ο έρωτας της Σάρλοτ για τον Χάμπερτ και το ερωτικό πάθος του Χάμπερτ για την κόρη της Σάρλοτ, τη Λολίτα. Η νεαρή έφηβη που αντιπροσωπεύει τον τυραννικό πόθο του μεσήλικα, βρίσκει στο πρόσωπο της Βίκυ Κάββουρα την σατανική αθωότητα που εκμεταλλεύεται τον άκαιρο πόθο.

Η εξομολόγηση, δίνει την δυνατότητα στον Αία Μανθόπουλο, να ξεδιπλώσει την προσωπική του δεινότητα στο υποκριτικό συμπαντικό γίγνεσθαι, με λεκτικές εκφάνσεις και δραματοποιημένη ενέργεια που καθηλώνει τον θεατή. Η ερμηνεία του συμπληρώνει την επεξήγηση του έργου θέλοντας να δικαιολογήσει και να υπερασπιστεί ταυτόχρονα τον Λόγο του Δημιουργού. Γιατί ο ηθοποιός λέξεις και νοήματα ερμηνεύει πάνω στην σκηνή, φιλτραρισμένα και δοσμένα μέσα από την δική του ψυχογενετική διαίσθηση με την καθοδήγηση πάντα του σκηνοθέτη.

Ο Βασίλης Πλατάκης σκηνοθετώντας το έργο το φωτίζει με εκείνες τις εκφραστικές λεπτομέρειες για να δώσει το πληρέστερο χρονικό και τοπικό όριο που διαδραματίζεται στη σκηνή φέρνοντας την συγκίνηση και την ατμόσφαιρα που περιρρέει ακόμα και στον μέσο θεατή.

«Είναι αλήθεια ότι βλέπει κανείς ότι ζητεί, αλλά και ζητεί μόνο ότι μπορεί να δει» λέει ο Heinrich Wolfflin ένας εκ των σπουδαίων κριτικών Τέχνης. Επομένως, στη συγκεκριμένη παράσταση, αν αφήσουμε καταμέρως τους δογματισμούς, που περικλείουν το συγκεκριμένο θεατρικό, έχουμε την δυνατότητα να απολαύσουμε τους ηθοποιούς σ’ ένα έργο, που αν μη τι άλλο οι ηθοποιοί παλεύουν με τα εκφραστικά μέσα, για να το αποδώσουν τα μέγιστα των δυνατοτήτων τους και το καταφέρνουν. Μεταδίδουν την ειρωνεία, την κωμική διάσταση αλλά και το δράμα των ηθοποιών που πάνω τους στήνεται η υπόθεση του έργου.

Ο Σίμων Πάτροκλος στον ρόλο του Κουίτλυ κινείται χορευτικά σχεδόν σ’ όλη την παράσταση για να δολοφονηθεί ψυχρά από τον Χάμπερτ και να οδηγηθεί τελικά στο κελί.

Τα άγρια και απαγορευμένα πάθη σχεδόν πάντα οδηγούν σε ακρότητες.

Ο ήρωάς μας μη μπορώντας ν’ αντέξει τη φυγή της Λολίτας μοιραία παρασύρεται στην έσχατη δραματική πράξη του φόνου κι όλα αυτά για να αιχμαλωτίσει σε μια αγκαλιά τα νιάτα που έφυγαν, τα νιάτα που φεύγουν.

Το τραγούδι που ακούγεται στην παράσταση κι ερμηνεύει αισθαντικά η Αλέκα Κανελλίδου είναι σε μουσική Φάνη Μεζίνη και στίχους Μαρίνας Τσόκαλη.

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ- Ψυχής Αγγίγματα (από την Τέσυ Μπάϊλα)


"Ψυχής αγγίγματα
κλεισμένα στο φως
απ' τη γειτονιά τ' ουρανού

ακουμπισμένα εκεί
δίπλα σε χρωματισμένες εμπνεύσεις
σε κλειστούς κύκλους αγάπης

στέλνω αγγέλους
να σε ξυπνήσουν
στη σπηλιά τ' ονείρου

... ήρθ' ο καιρός
που έγινες μνήμη
περασμένου καλοκαιριού
σε κρεμασμένο απόγευμα."

http://sofiastrezou.blogspot.com/
http://anagnoseispoiiton.blogspot.com/
http://hxopoihmata.blogspot.com/

"Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής"
γράφει η ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ κι αυτομάτως το ερώτημα που γεννάται είναι αν καταφέρνει να δακρύζει η ψυχή στις μέρες μας από ένα λυρικό στίχο. Πόσο τα διανοήματα που καταλήγουν να γίνουν τέχνη ανακαλούν μνήμες ικανές να απομαγνητίζουν τους σκοτεινούς κωδικούς του κλειδωμένου συναισθήματος και να΄αγγίζουν την ψυχή, επειδή αυτό ακριβώς και μόνο είναι το ζητούμενο: το ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑ.
Σε ποιο βαθμό οι μοναχικοί βηματισμοί του δημιουργού καταλήγουν σε ξέφωτα επικοινωνίας και προσέγγισης μέσω της τέχνης τους, επειδή ανελέητα κυνηγούν κάποιες φορές οι ερινύες των λέξεων τον ποιητή για να σαρκωθούν σε μορφοποιημένο σύνολο εκφραστικής τεχνικής, τέτοιας που να να μπορεί να πυροδοτήσει ψυχικά κινήματα στα μονοπάτια του λόγου.

"Είναι που κουβαλώ λέξεις αδέσποτες
σε ποιες γραμμές να τις στρώσω
για να τις βρεις
να τις διαβάσεις
που φυσάνε το πολύ του πόνου
μιας φυγής αγέννητης
του ανεπίσημου χωρισμού
στα τετράδια της φωτιάς
καταγράφοντας την απουσία
σ’ όλες τις κλίσεις.

Λάθος δρόμοι, λάθος ίχνη
ακολουθώ φαντάσματα μέσα σε στίχους
μα δεν φτάνω ηλιαχτίδες
στους κύκλους του ήλιου
κρύβονται σε πικρά χαμόγελα
σε πληγωμένα σώματα
σε κανόνες και σταθμούς
που πρέπει τα «θέλω» ν’ αλλάξουν.

Σταυρωμένες ώρες πάνω σε μάρμαρα
διασκεδάζουν το ασύνορο του χρόνου
μέσα στα όνειρα που γεννήθηκαν
αόρατα χέρια τ’ ακούμπησαν
κι απόρρητες λέξεις τα έγραψαν
πάνω στο δέρμα, στα μαλλιά, στα βλέμματα
στοιχειώνοντας συνειδήσεις
με αστραπές κάθετες
που χώρεσαν μόλις
στου πουκαμίσου σου την άδεια τσέπη
για να λαμπυρίζει κάθε φορά
που θα την ψάχνεις
το σκοτεινό της καρδιάς σου. "


Λέξεις που αδέσποτες αναζητούν ένα χέρι να τις μαζέψει για να γράψουν παντού, με αστραπές κάθετες, τις στοιχειωμένς συνειδήσεις που λαμπυρίζουν στις σκοτεινές καρδιές. Αυτός γίνεται ο μικρόκοσμος της ΣΟΦΙΑΣ ΣΤΡΕΖΟΥ που κάθε φορά μας παρουσιάζει μέσα από το ποιητικό της έργο.
Κι όσοι αγγίξουν τη λυρική της πνοή θα ανακαλύψουν ταυτόχρονα και τις γυμνές της αλήθειες, όσες μορφοποιούν την πνευματική της αφετηρία. Και καθώς η τέχνη είναι μία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιλέγει ο κάθε δημιουργός να την αναπτύξει και να πορευτεί μέσα σ’ αυτή, η Σοφία ασυνείδητα γίνεται ο εικαστικός των συναισθημάτων, αφού με χρώματα φιλοτεχνεί τις αδέσποτες λέξεις που συνέλεξε και διαμορφώνει τον σημειολογικό πίνακα της αισθητικής της εκφραστκής.

"Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι η διαρκής προσπάθεια του δημιουργού να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την ανάδυση του υποσυνείδητου, καθώς εκεί κατοικούν η έμπνευση κι οραματισμός, που με δύναμη απλώνονται και τοποθετούνται σε επιλεγμένα οχήματα έκφρασης"

γράφει η ίδια σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο για την τέχνη στο ιστολόγιό της μέσα στο οποίο έχουμε την ευκαιρία να διακρίνουμε όλο εκείνο τον πνευματικό μόχθο αλλά και το ήθος της δημιουργού και να ακολουθήσουμε το προσωπικό της όχημα έκφρασης να εξεικονίζει το νοητικό περιεχόμενο του έργου της σε εικόνες αδιαπραγμάτευτης αισθητικής ποιητικής.
Ο αναγνώστης της έχει την ευκαιρία να επιχειρεί ευαίσθητους ακροβατισμούς αγγιγμάτων, καθώς ο αισθαντισμός των λέξεων που συναρμολογεί η Σοφία, με ένα σαγηνευτικό τρόπο ζωντανεύει τον αθέατο χρόνο γύρω μας, κάνει πιο ηχηρή την μουσική που κρύβεται στα χνάρια της σιωπής, σηματοδοτεί τον λυρισμό μιας υψηλής αισθητικής απόχρωσης.
Μύστης μιας μυστικής γιορτής ο αναγνώστης της ποίησης της καταφέρνει να ακούσει τους πιο ανεπαίσθητους ψιθυρισμούς των ανέμων να συνομωτούν στον απροσδιόριστο χωροχρόνο του σύμπαντος που η Σοφία δημιουργεί κάθε φορά που κάποιος ανοίγει και φυλλομετρά τις σελίδες του βιβλίου της.

"Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι εκείνο το συναίσθημα που συγκινεί στη θέαση ενός έργου και συνταράσσει το βάθος της ψυχής, που βρίσκεται έξω από τον αισθητό κόσμο, υποβάλλοντας έτσι το ιδεατό του έργου. Είναι το μαγικό κλειδί που ανοίγει την πύλη του αγνώστου με την μαγεία και την δύναμη του αντικειμένου, με το ειδικό βάρος της σύνθεσης, στην νοητική διεργασία της έμπνευσης."

Ποιο είναι αυτό το απαιτούμενο, μαγικό κλειδί που ανοίγει την πύλη του αγνώστου για να βρει κανείς τη νοητική διεργασία της έμπνευσης; Η Σοφία μας μιλά για τον Λυρισμό, το απαραίτητο εκείνο στοιχείο ανάπλασης της νεκρωμένης ευαισθησίας, τον Λυρισμό που μπορεί να βγάλει από τον λήθαργό της την ψυχή και να την κάνει να δακρύσει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Επειδή αυτές είναι πολύ μεγάλες.
Καμιά ψυχη δεν θα μπορεί να γυρισει πίσω σαν ο δρόμος της τη φέρει να βηματίζει στα μονοπάτια του Λυρισμού. Εκεί θα μείνει για πάντα, καταδικασμέη να δακρύζει για την ομορφιά του κόσμου που τόσο καιρό υπήρχε διπλα της αλλά εκείνη με τα μάτια ακόμη κλειστά δεν μπορούσε να αντικρίσει, καταδικασμένη να πονά για όσα η συνείδησή της πια δε θα μπορεί να αποδεχτεί.
Ο ποιητής δείχνει και η ορατότητα μεγαλώνει, έγραψε κάποτε ο ΕΛΥΤΗΣ. Η ορατότητα μεγαλώνει και η θέαση των πραγάτων γίνεται όλο και πιο καθαρή, διαυγής, αιμάτινη. Στοχεύει στη γλύκα της φυγής προς μια εσωτερικότητα διαφορετική, προς ένα νοητικό δρόμο αυτογνωσίας και ονείρου ταυτόχρονα.
Εκεί όπου αποκρυπτογραφείται και ο πιο ανεπαίσθητος ιριδισμός του αγνώστου και αποκρυσταλλώνεται η αρχική σκέψη, για να πρφοποιηθεί σε ερωτική συγκίνηση.
Στους ποιητικούς βηματισμούς που ακολουθούν αυτοί που συνομωτούν με το όνειρο.
Εκεί που κράτος και εξουσία έχει μονάχα ο έρωτας.

"Ο λυρισμός είναι το δάκρυ της ψυχής, η ισορροπία του ωραίου και του νοητού, της μεγάλης κατάφασης του νερού που στα χείλη ή στο χέρι στάζει τις στάλες ολόκληρου σύννεφου, που αφού περιπλανήθηκε στους ουρανούς, ακουμπά το ακριβό του ύδωρ, στα εκφραστικά μέσα χειραγώγησης με σοφή αναλογία χωρίς να συνθλίβεται.
Τούτο το δάκρυ ακολουθούν οι μυημένοι ή μη επιδιώκοντας με την θέαση να στάξει και στην δική τους ψυχή."

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Εικαστικού & Ποιητικού Έργου Σοφίας Μελεμενίδου-Ελένης Χατζηπουλίδου


Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής ( από την Σοφία Στρέζου)

Διανοήματα που εξελίσσονται και καταλήγουν γεννήματα Τέχνης υπάρχουν εν δυνάμει σε όλους. Κάποιοι από αυτούς προχωρούν, ακολουθώντας μοναχικούς βηματισμούς στην ενδοχώρα της ψυχής, για να εκφράσουν και να υλοποιήσουν το άμορφο, που σαρκώνεται σε Τέχνη.
Καθώς η τέχνη δεν περιορίζεται σε στεγανά και πρότυπα υλοποιείται, ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους έκφρασης κάθε φορά, για να καταλήξει στο Αριστοτελικό "Θαυμάζειν". Γιατί αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός κάθε δημιουργήματος, πέρα από την προσωπική λύτρωση του δημιουργού.
Έτσι λοιπόν η θέαση γεννά ποικίλα συναισθήματα όσα και οι θεατές. Η ενέργεια κάθε καλλιτεχνήματος περνάει μέσα τους. Παραμερίζουν και ταυτόχρονα ξυπνούν τις παράλληλες βιωματικές, στον άτλαντα των συναισθημάτων. Άλλωστε η εποπτεία ενός έργου, έχει να κάνει με το εγώ και την στάση που παίρνει απέναντι στο αντικείμενο. Οι αναλογίες δηλαδή και πως αυτές καθρεφτίζονται στην ψυχοσύνθεση των θεατών.
Αναζητώντας την λυρική πνοή σε πονήματα, βρίσκουμε την γυμνή αλήθεια του καλλιτέχνη, που σμιλεύεται για χάρη του ωραίου, επιδιώκοντας να βρούμε εκείνη την ελάχιστη λάμψη που ήταν η αφορμή, για να εξελιχθεί σε τέχνη η αφετηρία και το σκλαβωμένο του όραμα. Μορφοποιείται το αφηρημένο σε αναλογίες και διαστάσεις, σύμφωνα με τη θελκτική και ζητούμενη έκφραση του Δημιουργού.
Στατικός και εμπειρικός υλισμός αναπτύσσονται σε χειρόγραφα με λέξεις, σε παλέτες με χρώματα, σε μάρμαρα με σμίλη ή σε άλλες μορφές με διαφορετικά υλικά για να λειτουργήσει η διαλεκτική με το έργο. Η κατάθεση κάθε φορά, ξεκινά από την εσωτερική ανάγκη του δημιουργού να εκφράσει το ανέκφραστο, να συλλάβει τον έξαλλο ρυθμό και να τον τιθασεύσει στα μέτρα και τους κανόνες μιας κανονιστικής αισθητικής στη σημειολογία της τέχνης. Γίνεται φορέας της καλλιτεχνικής μοίρας του κοινοποιώντας απρόσιτα πάθη και πόθους ζωής, επιδιώκοντας την απολύτρωση του πνεύματος, μετασχηματίζοντάς το σε λυτρωτική Τέχνη. Η τραυματισμένη ψυχή θα επουλωθεί στις αποπερατώσεις του πνευματικού μόχθου Του, χωρίς πανικό αλλά με γαλήνη θα σκιαγραφήσει τα ταξίδια στις απέραντες εκτάσεις των αισθητικών αξιών, που διαποτίστηκαν από ζωτικούς χυμούς, για ν' ανθήσει η χλωρίδα της δημιουργίας.

Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι η διαρκής προσπάθεια του δημιουργού να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την ανάδυση του υποσυνείδητου, καθώς εκεί κατοικούν η έμπνευση κι οραματισμός, που με δύναμη απλώνονται και τοποθετούνται σε επιλεγμένα οχήματα έκφρασης. Εικόνες υπόγειων ρευμάτων που αναβλύζουν τον ανθρώπινο συναισθηματισμό, μιας νοητικής και συγκινησιακής δραστηριότητας, χρησιμοποιώντας την ενέργεια ως διέξοδο στην τοπογραφία της Τέχνης, αφού προηγουμένως δαμαστούν και υποβληθούν στην πειθαρχία λογικών συνειρμών.
Οι κατεργασμένες συνθέσεις, δημιουργούν αισθητικές συγκινήσεις στο αρχιτεκτονημένο οικοδόμημα, όπου θαυμάζεται η άθληση του πνεύματος από τους λάτρεις που αρέσκονται στην θέαση ρωμαλέων αφηγήσεων καρδιάς. Παρατηρείται ή μάλλον εποπτεύεται η επιρροή της ευαισθησίας και της διάθεσης, στην ασταμάτητη δοκιμασία της αισθητικής συνείδησης, μέχρι το έργο να παραδοθεί και να εκτεθεί στα μάτια τρίτων. Η μεγάλη σιωπή που κυοφόρησε αισθήσεις, τώρα γίνονται θεατές, απτές, έχουν υπόσταση και πυκνότητα, καθώς μεταλαμβάνονται τα συγκινησιακά κίνητρα του καλλιτέχνη.
Η ενσυναίσθηση και αποκρυπτογράφηση της ρευστότητας των αλχημιστών της τέχνης που αδειάζουν, όσο αυτό είναι βέβαια μπορετό, το νοητικό περιεχόμενο για να το αναπληρώσουν με συναισθηματικό. Για τούτο άλλωστε και ο λυρισμός δεν δυναστεύει την τέχνη με κανονιστικές αντιλήψεις. Υπηρετεί το ωραίο και τις εκφάνσεις του. Υποβάλει συγκινησιακά την παρακολούθηση του δρώμενου και την υπαινικτικότητα της ονειρικής κατάστασης και του πειραματισμού του έργου και της καταγωγής του. Είναι το ιδεατό που δεν εξοστρακίζεται, αλλά αντίθετα αγγίζει και δημιουργεί ανάλογες ανασκαφές στο υποσυνείδητο εκείνου που το παρακολουθεί. Τούτη η μετάπλαση, κατορθώνει μια προσωπική προσέγγιση και συγκίνηση ανάλογα πάντα με την υποκειμενική ευαισθησία του καθενός. Η "Ορφική" εξήγηση κατά τον Μαλαρμέ, που είναι δηλαδή η μυστικιστική ερμηνεία του έργου από το υποκείμενο.

Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι εκείνο το συναίσθημα που συγκινεί στη θέαση ενός έργου και συνταράσσει το βάθος της ψυχής, που βρίσκεται έξω από τον αισθητό κόσμο, υποβάλλοντας έτσι το ιδεατό του έργου. Είναι το μαγικό κλειδί που ανοίγει την πύλη του αγνώστου με την μαγεία και την δύναμη του αντικειμένου, με το ειδικό βάρος της σύνθεσης, στην νοητική διεργασία της έμπνευσης. Είναι η συνάρτηση εικόνων, γεγονότων, ιδεών που ανταποκρίνονται στην έναρθρη εκφραστική του μέσου.
Η φυγή προς τον εσωτερικό κόσμο, είναι η αφετηρία του λυρισμού, για τούτο κι εμπεριέχει τον πόνο και την γλυκύτητα της ψυχής, που προσπαθεί να αφυπνίσει έναν κόσμο μη αισθητό, καθώς βρίσκεται βυθισμένος στη νάρκη των αισθήσεων. Τούτον τον κόσμο τον μορφοποιεί. Είναι το σκίρτημα της ιδέας που σαρκώνεται, υλοποιώντας το όραμα με εικόνες, που τοπιογραφούνται μέσα στο όνειρο της αρχικής σύλληψης της ιδέας. Οι ιριδισμοί και οι αποχρώσεις που συνθέτουν την πολυπλοκότητα του φυλακισμένου αγνώστου, είναι που μεθούν τον δημιουργό, καθώς η ιδέα αφυπνίζεται και φιλτραρισμένη πια, έρχεται να καταταχθεί στο είδος που υπηρετεί.
Αφομοιώνει και εμψυχώνει με το εγώ του δημιουργού όλα όσα συμβαίνουν γύρω του. Δομεί με πλαστικότητα ονείρου τις χίμαιρες που ακολουθεί. Η ψυχική ιστορία εκχωρείται από το άλογο που γίνεται έλλογο. Με αρτιότητα και πληρότητα κατακτά τους μαιάνδρους της αθανασίας αν και με ανάσα θανάτου, περισώζει τους ακατάπαυστους μεταβολισμούς της τέχνης.

Ο λυρισμός είναι το δάκρυ της ψυχής. Είναι η αποκρυστάλλωση της αρχικής σκέψης ως την τελική έκφραση, με την συγκίνηση να έρχεται φυσιολογικά, λειτουργώντας διαμετακομιστικά, ως τον ιδεώδη χώρο της συμφιλίωσης με το σύμπαν. Είναι η φιλοσοφία της φυγής στη μεγάλη περιπλάνηση του πνεύματος να κυριαρχήσει και να κυριαρχηθεί από την ύλη, για να μπορεί να οικοδομεί τα έργα του. Θα πρέπει βέβαια οι συνειρμοί των υλικών, να είναι συνειρμοί ιδεών της τέχνης του δημιουργού, με φορτισμένους υπαινιγμούς συγκίνησης. Οι ταλαντώσεις της μνήμης και η ανάκληση περασμένων στιγμών, τεμαχισμένων γεγονότων και περιστατικών, δημιουργούν το συναισθηματικό ιδεώδες που πάνω του χτίζεται η τέχνη των μετασχηματισμών της μνήμης στις συνειδησιακές επαληθεύσεις, στην μεγάλη προσπάθεια της κατάλυσης, για να λυτρωθεί η πλαστικότητα του πλασμένου ονείρου.
Η αναδημιουργία είναι η μυστικιστική έφεση του καλλιτέχνη. Ανακαλούνται εικόνες που συντελέστηκαν κατά την διάρκεια του ονείρου, που προκλήθηκαν από το συναίσθημα, με την νόηση να παρεμβαίνει, για να συντονίσει, να τακτοποιήσει, να ρυθμίσει και να χαλιναγωγήσει την ορμή της συγκινησιακής φαντασίας.
Ο δημιουργός δεν επιλέγει την μοίρα, εκείνη τον διαλέγει, για να βιώσει την προσωπική του μυθολογία μέσα από το έργο του, χωρίς περικοπές κι εκπτώσεις, στον μύθο που αναπτύσσεται, από το υποσυνείδητο των βραδέων αναφλέξεων, στο βασίλειο της τέχνης. Επέρχεται η συμφιλίωση του καλλιτέχνη με τον άνθρωπο και τον βαθύτερο εαυτό του καθώς γίνεται δια μέσου της τέχνης, υποτάσσοντας ορμές κι ένστικτα όχι πλέον παθητικά, αλλά με επίγνωση και σεβασμό στη μοίρα που όρισε αυτόν εκπρόσωπο έκφρασης κι ανάδειξης συγκεκριμένου τοπίου.

Ο λυρισμός είναι το δάκρυ της ψυχής, η ισορροπία του ωραίου και του νοητού, της μεγάλης κατάφασης του νερού που στα χείλη ή στο χέρι στάζει τις στάλες ολόκληρου σύννεφου, που αφού περιπλανήθηκε στους ουρανούς, ακουμπά το ακριβό του ύδωρ, στα εκφραστικά μέσα χειραγώγησης με σοφή αναλογία χωρίς να συνθλίβεται.
Τούτο το δάκρυ ακολουθούν οι μυημένοι ή μη επιδιώκοντας με την θέαση να στάξει και στην δική τους ψυχή.
Αναγνωρίστε το....

ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΡΙΑΣ - Πυγολαμπίδες (३३ χαϊκού)


Το περιοδικό «ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου» για την περίοδο Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011 φιλοξενεί τις ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ του Θοδωρή Βοριά. Πρόκειται για 33 χαϊκού του ποιητή, με ακριβά αποστάγματα λέξεων και συναισθημάτων.

«Όταν νυχτώνει
τα μολύβια δε γράφουν,
γίνονται σφαίρες.»

Η ακριβοθώρητη ποίηση του Θοδωρή Βοριά διασταυρώνεται με την τεχνική των χαϊκού, για μας δώσει δείγματα υψηλής αισθητικής και συμπυκνωμένης γραφής με νοήματα που επιδιώκουν ν’ αφυπνίσουν αισθήσεις. Οι λέξεις γίνονται ξιφολόγχες που τρυπούν στίχους, αγιάζοντας τα ποιήματα.
Η νύχτα χωρά στη μνήμη που αναπλάθει πόνο και θλίψη, φως και σκοτάδι, για να επιστρέψουν σκιές και σιωπές στα περιθώρια σελίδων της ποιητικής γεωγραφίας.

«Ξέρω πως κρύβεις
ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στην τσέπη.»

Στα χαϊκού ο λόγος γίνεται πυκνός, ελλειπτικός επομένως και πιο δύσκολος ώστε να συμπεριλάβει όλα εκείνα που θάθελε ο ποιητής να καταθέσει. Παρ’ όλα αυτά ο Θοδωρής Βοριάς αποδεικνύει την δυνατότητά του να γράψει το ίδιο καλά και στο συγκεκριμένο είδος. Αναδεικνύει την αλληλεγγύη της μιας γραφής προς την άλλη, δουλεύοντας αισθητικά τα νοήματα στο ρυθμό μιας άλλης τεχνικής, υπηρετώντας πάντα με σεβασμό την τέχνη του. Υποτάσσεται στην ανάσα και τον βηματισμό μιας εσώτερης ειλικρινής ανάγκης που εναρμονίζεται με χάρη, υπερασπιζόμενος τον Ποιητικό Λόγο.

«Αδιάλλακτη
σιωπή δρεπανηφόρος
σφάζει τις νύχτες.»

«Όταν ο ήλιος
ξεμένει από βέλη
στη γη νυχτώνει.»

Η υποσυνείδητη πηγαία πνοή κατακτά αβίαστα την μορφή του συγκεκριμένου είδους με τόλμη, καθώς ορίζεται μέσα στην ιστορία της προσωπικής ατομικότητας που αφορά όμως και την προσωπική ατομικότητα των αναγνωστών. Η έκταση του περιεχόμενου νοήματος ενός ποιήματος ακουμπά, σε κείνη την εξαϋλωμένη ευγένεια που αποπνέουν οι στίχοι, δίνοντας την δυνατότητα στην ψυχή να συλλάβει το ωραίο που της δίνεται. Έτσι απλά φτάνει και αναδημιουργεί λυτρωτικά το δημιούργημα. Υψώνεται μαζί με τον δημιουργό, αφού προηγουμένως έχει καταδυθεί ως την μυθική ενσυναίσθηση του ποιητή.

«Έσταξε θλίψη,
το χώμα ήπιε νύχτα,
φύτρωσαν σκιές.»

«Δράκοι της νύχτας
καταπίνουν αστέρια
και σκόρπιους στίχους.»

Ο Θοδωρής Βοριάς με την ποίησή του καταφέρνει να μας μεταφέρει εικόνες από αγνοημένους τόπους, που διατηρούν την οικειότητα με εύγλωττο και κατανοητό τρόπο, με πλήρη συγκίνηση. Διακρίνουμε μια αρετή μέτρου ,χωρίς υπερβολικά μεγέθη, θυσιάζοντας τα γιγάντια στα ανθρώπινα. Έτσι φθάνει να κερδίσει την πειθαρχία στον Λόγο, με ευλύγιστη ισορροπία στο οικοδόμημα της ποίησης. Μορφοποιεί και τιθασεύει τις λέξεις στις κανονιστικές αντιλήψεις του αυστηρού πλαισίου των χαϊκού (5-7-5), χωρίς να χάνει την αισθητική ουσία των ποιημάτων.

«Δεν είσαι δάσος,
πευκοβελόνα είσαι
στο μανίκι μου.»

Η φαντασία ακολουθεί τις δικές της διαδρομές στο ύφος και τις λεκτικές αποχρώσεις του ποιητή, γυρεύοντας ν’ αποκαλύψουμε την δική μας αλήθεια, μέσα από την αλήθεια του δημιουργού. Ας την αναζητήσουμε στις ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ του Θοδωρή Βοριά και τα 33 χαϊκού που φιλοξενούνται στο ΟΚΤΑΣΕΛΙΔΟ του Μπιλιέτου, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011. Καλοτάξιδο…

«Έσβησε το φως
-το σκοτάδι ασελγεί
στη φαντασία.»

Ρίτσος: Ερωτας και Επανάσταση (από τον Δημήτρη Τσιπούρα)


Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη
την είπαν ο έρωτας και η Επανάσταση.
Ολη σου την σιωπή την είπε η ποίηση"

Ετσι,μ' αυτά τα λόγια, αποκρυπτογράφησε προς το τέλος του βίου τη μεγάλη του πορεία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος,αφήνοντας την τελευταία του πνοή μια νύχτα Κυριακής «πολύ αργά μέσα στη νύχτα», λίγες ώρες διαφορά από τον Αλέξη Μινωτή, στις 11 Νοεμβρίου 1990.
Να με θυμόσαστε είπε. "Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/χωρίς ψωμί,χωρίς νερό,πάνω σε πέτρες και αγκάθια,/για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα"
Είκοσι τεράστια χρόνια μετά το μεγάλο ταξίδι ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Με τον επιβλητικό λόγο του και τη σεβάσμια μορφή να μας οδηγεί στα μονοπάτια του Ερωτα και της Επανάστασης. Πολυγραφότατος και ακόμα αστείρευτος, αφού απο το ογκώδες έργο που πρόλαβε να γράψει, δεκάδες τόμοι δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Εργο που είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το ογκώδες ποιητικό έργο του Παλαμά, το οποίο με τη σειρά του,είναι σχεδόν διπλάσιο σε έκταση από το ποιητικό έργο του Σικελιανού, που θα μπορούσε κι αυτός να χαρακτηρισθεί πολυγραφότατος, μας πληροφορεί ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς.

Μεταφρασμενος σχεδόν στα πέρατα της Oικουμένης ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας ζωντανός μύθος, αφού το κόμμα στο οποίο έντάχθηκε απο τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέσα από το οποιο πάλεψε, εξορίστηκε, βασανίστηκε, είχε φροντίσει να του στήσει ένα "ζωντανό άγαλμα". Και αυτός συνέχιζε να μεταλλάσσει τον δικό του πόνο,τους μύχιους καημούς και σκέψες , σε πόνο της Ρωμιοσύνης, εξασφαλίζοντας έτσι την αθανασία του. Πιστεύω στον Ερωτα και την Επανασταση/γι΄αυτό ακριβώς πιστεύω στην Αθανασία" 'εγραψε κάποια στιγμή. Ισως γιατί ήξερε πως μέσα από τον προσωπικό αγώνα καθε άνθρωπος και μέσα από τις μαζικές διαδικασίες -όπως έλεγε το κόμμα- βαδίζει προς την τελική ανεξαρτησία.

"Ξέρω/καθενας μονάχος πορεύεται στον έρωτα.Μονάχος/στη δόξα και στο θάνατο/Το ξέρω .Το δοκίμασα.Δεν ωφελεί
Δειλιάζει όποιος στέκεται μπροστά στο επιβλητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου, γιατί καταπιάστηκε με το καθετί και έβαλε την μοναδική προσωπική του σφραγίδα. Στην ποίηση,όπου χαρακτηρίστηκε ως "ο μεγαλύτερος ζων ποιητής", στην πεζογραφία γιατί στο "Ισως νά 'ναι κι έτσι" και στα «Προκυνητάρια» του, προκάλεσε το κόμμα και έστρεψε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, έστω χωρίς να το θέλει, στη ζωγραφική, επειδή κανένας άλλος δεν μίλησε μ΄αυτό τον απαράμιλλο τρόπο στον χρωστήρα, κανένας άλλος δεν σμίλεψε τόσο ανθρώπινα, πέτρες και ρίζες δεντρων, με τόση επάρκεια και τόση εμπύρετη μνήμη χεριών και μυαλού.

"Πόση γνώση -σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας- χρειάζεται γιά να φτάσει ο ποιητής, ο πολυγραφότατος ποιητής, αυτός που κατ' επανάληψη απέσπασε από τη γλώσσα ισχυρότατους ρυθμούς και νοήματα ατίμητης παραμυθητικής τρυφερότητας, αυτός που τίμησε και ύψωσε τις πιό ταπεινές λέξεις,που στέγασε στη γενναιοδωρία του τα πιό ταπεινά πράγματα και συντρόφεψε και με το βίο του, προπαντός μ΄αυτόν και με την ποίησή του τους ταπεινούς των ανθρώπων, πόση γνώση,λοιπον, και πόση απόγνωση χρειάζεται γιά να γράψει "με το δάκτυλό του/ένα ΜΗΔΕΝ". Γιατί όπως ο ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου γράφει τον Αύγουστο του 1987 "εκεινα που δεν έλεγες ποτέ,ακριβώς εκείνα/έδιναν αίμα στα λόγια που ελεγες και έμεναν στον αέρα/μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/νυχτερινής μελλοντικής μουσικής". Και ακόμα γιατί "Ισως και νά'χουν κάποια αξία/αυτά που αφήσαμε πίσω μας/...Μα τώρα και τούτο το "ίσως" πάνω στα χείλη σου/έχει χλωμιάσει και γεράσει".

Αν ζούσε σήμερα αυτός ο γίγαντας της ποίησης δεν θα ήξερε που να γείρει τη μνήμη του με τόσα γεγονότα που συμβαίνουν. Γεγονότα που είναι βέβαιο πως θα τον πήγαιναν πίσω στα χρόνια της εφηβείας, της άντρωσης και της πάλης γιά ένα καλύτερο Αύριο. Πόσα από τα καλλιγραφικά του γράμματα δεν θα ξεδίπλωνε στο άγραφο χαρτί για να τραγουδήσει και να κλάψει συνάμα, για τα τόσα που εκτυλίχθηκαν σαν σκοτεινα γεφύρια στη Σρεμπένιτσα, το Πάλε, την Κράϊνα, τόπους δηλαδή που είχε γνωρίσει παλιά, κάτω από άλλες συνθήκες. Τότε που κλείνανε ερμητικά οι γέφυρες της Επανάστασης και οι σύντροφοι του ξεκληρίζονταν στις πέντε ηπείρους, ενώ όσοι έμειναν στην Πατρίδα τη γνώριζαν μέσα απο το πιό άγριο προσωπό της. Βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, βιασμούς του κορμιού και της συνείδησης.

Τι να γράψεις όμως μέσα σε ένα σύντομο σημείωμα γιά τον μεγάλο αυτό Ανθρωπο. "Τώρα/δεν έχεις τίποτε να πεις ,αφού δεν έχεις τίποτε να κρύψεις" έγραφε στο Καρλόβασι, καθισμένος σ' εκείνη την πέτρα που ο ίδιος είχε σμιλέψει στ' ακρογιάλι και αναπολώντας όλα αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν προλάβαινε, γιατί "τι να πρωτοδιορθώσεις" μέσα στα ανελέητα ξερά καλοκαίρια και τους βομβαρδισμένους χειμώνες.


Πέτρες, κόκκαλα, ρίζες


Αν όμως ο Γιάννης Ρίτσος έμεινε στη μνήμη μας ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Οικουμένης, λίγοι είναι αυτοί που γνώρισαν την αγάπη και την πνοή που έδινε στα ταπεινά αραβουργήματα της Φύσης.
Κατ΄εξοχήν "οπτικός τύπος" οπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος για τον εαυτό του,αναζητούσε την έκφραση μέσα στις πολύωρες, θανατερές μοναξιές του, όταν ούτε οι σύντροφοι μπορούσαν να ανταλλάξουν ένα ζεστό λόγο, στις πέτρες, τα κόκκαλα, τις ρίζες, που βρίσκονταν άφθονα γύρω του. "Οι ρίζες υποβάλλουν μιάν αγριότητα.Τα κόκκαλα και οι πέτρες, το κάλλος ή την ελεγειακότητα. Και η ευτυχία στην τέχνη περιέχει πολύ συχνά ένα στοιχείο ελεγειακό" έγραφε σε ένα σημείωμα του στο περιοδικό "Η Λέξη" τον Οκτώβριο του 1981.

Σε ένα άλλο κείμενό του στο περιοδικό "ΑΝΤΙ", τον Ιούλιο του 1975, ο ιδιος ο ποιητής δίνει την προσωπική του μαρτυρία, για την ενασχόλησή του με τις ρίζες, τις πέτρες, τη ζωγραφική ,τα κόκκαλα. "Περα όμως από τις αυθαίρετες ίσως συσχετίσεις, γενικεύσεις και τους απλοϊκους συμβολισμούς (που κολακεύουν τη σπουδαιοφάνειά μας και ευκολύνουν τάχα τη συνεννόησή μας με τη μεταφορά ακαθόριστων αισθησεων και συλλογισμών στο "ευανάγνωστο" και προσιτό επίπεδο των εικόνων και των σχημάτων), εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε στις ρίζες κάτι βαθύτατο και τολμηρότατα ανθρώπινο, κάτι πολύ πιό δικό μας, κάτι το "ανείπωτο", ειπωμένο με αποστομωτική ειλικρίνεια. Γι΄αυτό μπορεί να συνεχίσει κανείς να δουλεύει τις ρίζες, παρ΄όλο το φόβο της επανάληψης. Κι οι ρίζες επαναλαμβάνονται,όπως επαναλαμβάνονται τα ένστικτα κι όπως επαναλαμβάνονται οι βασικές αλήθειες: γέννηση, έρωτας, θάνατος ή ,καλύτερα, όπως επαναλαμβάνονται τα τρία βασικά άγνωστα: ζωή, έρωτας, θάνατος".


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΠΟΥΡΑΣ


Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Τσιπούρα!!! Σ.Σ.

Παρουσίαση Μελίτας Αδάμ από την Σοφία Στρέζου


Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΕΛΗ

"Γιαγιά Μέλη, όραμα επιβλητικό η φιγούρα της. Η γιαγιά ήταν το σύμβολο, η αρχηγός του Οίκου"
Η ιστορία ενός τόπου και πως αυτή μπορεί να αναπλαθεί, στα μάτια ενός μικρού κοριτσιού, σαν παραμύθι ν' ακουστεί, που την ανέμη του χρόνου γυρίζει και υφαίνει τον ιστό της.
Είναι η κρυφή, η πονεμένη δίψα της γιαγιάς, να ξεδιψάσει η ίδια πρώτα από τις μνήμες, που στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες, για όλα εκείνα που έζησε και τώρα θέλει να μοιραστεί. Να μην χαθεί η σκιά τ' ουρανού, που κάτω βίωσε την δική της παιδικότητα ως την ενηλικίωση, μέχρι να φθάσει πρόσφυγας μεταξύ των προσφύγων στη Νέα Φιλαδέλφεια, όνομα του παλιού τόπου και τώρα αναδοσμένο στο νέο, που φιλοξενεί το καινούργιο της σπιτικό.
Η θάλασσα της μνήμης πάντα καθρεφτιζόταν στο ανήσυχο κι επιβλητικό βλέμμα της. Ταξίδια στο παρελθόν, στις παλιές πατρίδες Αϊβαλί, Εσκί Σεχίρ, Αϊδίνι,Πόλη, Σμύρνη, Σαμψούντα, Τραπεζούντα κι άλλα πολλά ονόματα στον κατάλογο που η λήθη δεν διέγραψε.
Ο πόλεμος έσβησε τα όνειρα, εκείνα που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Σταγόνες ονείρων όμως κουβαλήθηκαν και ξαναστήθηκαν, με αισθήσεις τυλιγμένες στο άρωμα που τα έλουσε.
Η αφηγηματική της Μελίτας Αδάμ δεν περιορίζεται στις διηγήσεις της γιαγιάς. Ξεκινά η ίδια ένα πικρό ταξίδι στις προσωπικές μνήμες του πολέμου, των καταφυγίων, της κατοχής, της πείνας, του εμφυλίου. Είναι το δικό της στοίχημα να περισώσει ότι συντάραξε τον παιδικό της κόσμο και να καταγραφεί στις σελίδες της ώριμης περιόδου.
Πολύ μετά την πρώτη νιότη θα ξεκινήσει να γράφει. Να πλέκει χρώματα φωτιάς, με το θυμικό να στάζει γεγονότα και περιστατικά, σε μια περίεργη εποχή. Τότε που τρύπια όνειρα έπαιρναν σάρκα, όταν κυριολεκτικά η λαλιά δεν μπορούσε ν' αρθρώσει.
Διέξοδος και καταφύγιο ταυτόχρονα, όχι για να στεγασθούν γεννήματα, αλλά μνήμες, μνήμες που αλυχτούν σε ώρες που ο ιδρώτας χτυπά την πόρτα της καρδιάς. Ότι μεσολάβησε στα δίχτυα της σκέψης θα πιαστούν, καθώς εκείνες σπαρταρούν ακόμα στη μέθη της νοσταλγίας.
Δεν διεκδικεί τίτλους συγγραφικής αποδοχής, διεκδικεί την αλήθεια της. Τα για καιρό φυλαγμένα θυμητάρια γυαλίζονται χωρίς φόβο, χωρίς την ωραιοποίηση, αλλά με τον ρεαλισμό, που η απόσταση του χρόνου απόσταξε, το ακριβό του απόσταγμα στο δρύινο βαρέλι, που πρέπει και οφείλει ν' ανοιχθεί
Πιο ανομολόγητο χρέος, ποια τιμή είναι εκείνη που οδηγεί το χέρι της στην συναρμολόγηση των απολιθωμάτων, καθώς λέξη-λέξη ξετυλίγουν το κουβάρι, για να πλέξει από την αρχή την αρχινημένη πριν χρόνια από την γιαγιά Μέλη ιστορία. Κανένα βιβλίο δεν θα διδάξει σε κανένα σχολείο την ιστορία που η ίδια βίωσε.
Θα αποθανατίσει στην φανταστική φωτογραφική μηχανή, όλες τις εικόνες της ματιάς, του χαμόγελου, των δακρύων, που με αγάπη συνάντησε και συναντήθηκε μαζί τους. Ο παλιός πόνος στο σώμα, στο αίμα, έχει υποχωρήσει και στη θέση του τώρα κυριαρχεί η δύναμη της αναγκαιότητας, για την ειλικρινή περιπλάνηση στο μακρινό χθες.
Στριφογυρίζουν όλα στο μυαλό, ζητώντας επιτακτικά να μη ξεχαστούν στους κύκλους που έκλεισαν. Θα τους ανοίξει μαζί με τους κρουνούς που ανοίγουν όλες οι μνήμες, όλα τα σημεία που πρέπει να φωτιστούν από πυρσούς αναβίωσης, στις σβησμένες πια στάχτες των γεγονότων, πριν
δρομολογηθούν τα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΟΒΟΥ των μικρών ιστοριών της που θ' ακολουθήσουν.


ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΟΒΟΥ

Θα μπορέσει να κρατήσει τις ισορροπίες σ' ένα κόσμο που αλλάζει και μαζί του αλλάζει κι αυτή στις διαστάσεις του χρόνου;
Μήπως γυρεύουμε, ψάχνουμε , αναζητούμε τους φόβους στις φωτιές που ανάβουν, η μήπως στην αγάπη που έρχεται, φεύγει ή δεν έρχεται ποτέ;
Εκείνο που δεν ξέρουμε, είναι το κόκκινο σαν το αίμα κυλά, αν προκαλεί το μυστήριο του φόβου, μιας καταναγκαστικής θεμελίωσης στην καρδιά, που αναβλύζει και φιλτράρει το υγρό πυρ της ψυχής μας.
Ποιοι λόγοι παρελθοντολογικοί ή μελλοντικοί δίνουν το σήμα, για να σηκωθεί η σκόνη του φόβου, να εξαπλωθεί σε σώματα, να διαρκεί, να μετρά το σκόρπισμα σ' ότι έμεινε, σε ότι μένει κολλημένο στα μύχια της ψυχής και του νου, κομματιάζοντας τις αισθήσεις, τις αναστολές, για να παραδοθεί σε κείνο που καθηλώνει.
Η Μελίτα Αδάμ με τις μικρές ιστορίες, μας εισάγει στις αφετηρίες του φόβου και πως αυτές εκτυλίσσονται, μέσα από τις αφηγήσεις διαφορετικών ανθρώπων.
Έρωτας και πόνος, πόνος και έρωτας διατηρούν μεγαλόπρεπα το άγγιγμα του φόβου. Γνωρίζει πως για να τον ξορκίσει κανείς, το μοίρασμα είναι η ασφαλής μέθοδος για να απαλλαγείς, να σωθείς.
Κάποτε κι εκείνοι που δεν φοβούνται, θα φοβηθούν, θα διαταραχθούν, θα παίξουν κρυφτό στο παιχνίδι των σκιών. Με καρδιές κομματιασμένες θα αφεθούν στο μακελειό του τρόμου, που κατασπαράσσει τα θεμέλια της γαλήνης τους.
Εκεί που σε μια στιγμή ο χρόνος χάνεται, δεν υπάρχει, υποχωρεί, καθώς τρέχει ν' αποφύγει την σύγκριση από το πριν στο τώρα. Γιατί ο φόβος ξέρει καλά να ουρλιάζει, στο περιθώριο συγκομιδής άγνωστων μέχρι χθες συναισθημάτων.
Στη δραματική έξοδο από το καθορισμένο ή ακαθόριστο του φόβου, η ρίζα θα εξακολουθεί να υπάρχει στις μεγάλες προσπάθειες ξεριζώματος.
Είναι στην φύση του ανθρώπου να τον λιώνει σαν κερί σιγά-σιγά, ξέροντας πως πάντα θα υπάρχει, μια άκρη από το φιτίλι μέσα του. Αφορμή θα ψάχνει, για να αγγίξει εκείνη την σπίθα, που θα λαμπαδιάσει εκ νέου, θα ξεράνει τα χείλη, από την συνειδητότητα της απόγνωσης. Κι όταν καταλαγιασμένος πια στα ερμητάρια της λήθης, εκείνος πάντα θα πληγώνει, στις επεξηγηματικές ανασκαφές της γέννησης του φόβου, στις χαμένες διαδρομές του. Πάντα πικρό, παγωμένο το χάδι του θα περιρρέει στους εναγκαλισμούς του ρίγους.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ - Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου (μυθιστόρημα) από Σοφία Στρέζου


Δανεικές και ξεχασμένες μνήμες πίσω από τις γραμμές, στο μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη "Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου", γραμμένες από την δεκαετία του '30 και μετά, φθάνουν αχνές, ασπρόμαυρες, σαν τα χρόνια που έρχονται, ως να χρωματιστούν στις μετέπειτα δεκαετίες, με τις πρώτες έγχρωμες στιγμιαίες αναθυμήσεις, αποτυπωμένες για πάντα στο φωτογραφικό χαρτί.
Είναι οι μυρωδιές και τ' αρώματα μιας άλλης Ελλάδας, ακουμπισμένης στην ακρώρεια του χρόνου με αναμνήσεις, που οι γιαγιάδες, οι θειάδες κι οι γονείς αφηγούνται. Έτσι όλα αυτά τα λησμονημένα,τα αόρατα, γίνονται ορατά στις συνειδήσεις των αναγνωστών, καθώς ο δημιουργός επιδιώκει να μας εισάγει, με εύγλωττο και κατανοητό τρόπο στις ανάδρομες διανύσεις.
Για μένα προσωπικά που μεγάλωσα στον κάμπο της Θεσσαλονίκης και τα γύρω χωριά, οι μνήμες είναι εντονότερες, για όσα λείπουν ή εκλείψανε στη μαρμαρυγή του χρόνου.
Έτσι ξεκίνησα να κλέβω μια-μια τις εικόνες, που με μαεστρία ο συγγραφέας τις επιστρέφει στην ανοιχτή δίοδο του μυαλού για να ταξιδεύω μαζί του στα κανάλια του χρόνου.
Έτσι απλά, λες και γνώριζα την Βασιλική από πάντα. Περπάταγα δίπλα της στα χωράφια, σκαρφάλωνα στα δέντρα, στα ρυάκια, που οι ζωοδότες ποταμοί τροφοδοτούσαν, ποτίζοντας την εύφορη Γη. Γιατί η ηρωίδα, η Βασιλική, που γεννήθηκε λίγο πριν τον πόλεμο, καταθέτει τις μέρες της, σαν χοντρές ψιχάλες στα άνυδρα που πέφτουν και λασπώνουν το λιακωτό της ψυχής μας.
Τώρα που η απόσταση του χρόνου δεν μπορεί να πονέσει ή να πληγώσει, θα πορευτούμε στην μοίρα, που δένεται μαζί της το μπαστούνι της δικής μας μοίρα, για να αποκαλύψουμε μέσα μας, τις κοινές συναρτήσεις ζωής. Η συναισθηματική πειρατεία άλλη μια φορά αλητεύει, ψάχνοντας να κουρσέψει τους σατανάδες που στροβιλίζονται παρωχημένοι στην δίνη μιας άλλης εποχής.
Παρόντες κι απόντες θα παρελάσουν, πότε με διανύσματα και πότε με δρασκελισμούς, ξύνοντας απαλά παλιές πληγές.
Οι πύλες ανοίγουν με τα οπλοπολυβόλα να τρυπούν, να ξεδιπλώνουν τα μυστικά της Βασιλικής, για να κοινωνήσουμε όχι μόνον την αφετηρία, αλλά κι όλη την διαδρομή του κοριτσιού, της γυναίκας αργότερα, που έμελλε να αιχμαλωτίσει τις φωτιές των σκοταδιών και να τις καταθέσει.
Το γκροτέσκο του δικού της μονόπρακτου, γράφεται άριστα και με θεατρικούς όρους από τον Γιάννη Φιλιππίδη. Η περιγραφή αγγίζεται μ' ευαισθησία και χάρη. Κατορθώνει η ηρωίδα,την εξαθλίωση που την περιρρέι να την ωραιοποιεί στα μάτια της υπερβαίνοντας, ώστε να μην κατοικηθεί μέσα της η μοιρολατρία. Επειδή ακριβώς η Βασιλική μπορεί να τιθασεύει αν και δεν πειθαρχεί εύκολα σε κανόνες και συμπεριφορές. Αρνείται βασανιστικά την υποτέλεια σε όρους και ρόλους. Είναι ο αυθεντικός βηματισμός σε κείνα που η ίδια νιώθει πως πρέπει να βαδίσει στους μοναχικούς δρόμους της ψυχής της.
Πλάσμα γήινο στέκεται πιο ψηλά από εκείνα που η μοίρα ορίζει. Καταργεί αθέλητους συμβιβασμούς,πιάνοντας τη ζωή με τα χέρια, σε ναυαγισμένα τοπία. Ξαναβάφει την θάλασσα που ποτέ της δεν είχε δει, με χρώματα από το μεγαλείο της καρδιάς.
Ο κάμπος των παιδικών χρόνων, ο πρώτος έρωτας, το παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ, το γράμμα στον αγαπημένο που ποτέ δεν έφθασε στα χέρια του κι ύστερα η Θεσσαλονίκη, η ζωή στο πορνείο με την ίδια απούσα από τις ερωτικές δραστηριότητες του χώρου κι ο Μανώλης που έμελλε να ανθίσει σαν ρόδο στη ζωή της. Ο Μανώλης που έφυγε, χάθηκε κι έπρεπε άλλη μια φορά να υπηρετήσει την φυγή και να εγκατασταθεί εκ νέου στην Αθήνα πια, ανάμεσα σ' έναν κόσμο που φλέγεται από την άνθηση ή την συντριβή του ονείρου.
Ο κινηματογράφος στην γένεσή του, με την ίδια πρωταγωνίστρια να παραιτείται από τον κανιβαλισμό του θεάματος και να απομονώνεται στα Βίλια. Η αναζήτησή της από τον Μανώλη, ο γυρισμός του δικού της Μανώλη, του Μανώλη του τέλους που μαζί του έζησε την τελειότητα της αγάπης.
Η Βασιλική παρέμεινε ένα μεγάλο παιδί, με βουτιές στα βάθη της ζωής και των συναισθημάτων, του τεντωμένου σχοινιού. Πάντα από την αρχή άρχιζε τους δρόμους που μόνη της άνοιγε.
Σε ποιους κύκλους γράφονται με κιμωλία οι σκιαγραφήσεις της ζωής, με το φως της αλήθειας να λάμπει και ταυτόχρονα να θαμπώνει το λίγο, το αναπόφευκτο, το μοιραίο για άπειρα σχέδια που παραμένουν συχνά μόνον σχέδια. Μπορεί κάποιος να ψάχνει στ' αστέρια για να τους βρει, μα είναι εδώ στη Γη, ακουμπούν τη "μυρωδιά στα σεντόνια", στη γειτονιά, στην διπλανή πόρτα. Περιφέρονται στην αύρα τ' ουρανού της διεισδυτικής μυθοπλασίας αναδυόμενου ονείρου.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης θα μας παρασύρει στην αύρα της Βασιλικής, ενός πλάσματος τόσο ανθρώπινου, τόσο χαρισματικού, που κατοικεί σε ανάκτορο δύο δωματίων κάπου στην Πατησίων. Αναζητήστε την ακολουθώντας τον δικό της Γολγοθά εξαγνίζοντας φόβους...είμαι βέβαιη πως θα την αναγνωρίσετε σε πανσέληνα όνειρα, την ώρα που σκοτεινιάζει κι οι μνήμες ξεθάβονται από το άχραντο φως του μυστηρίου μια άλλης ζωής, της ζωής μας..

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ -ΒΕΝΕΤΟΥΛΗ - Το πορτρέτο της Σιωπής (από Σοφία Στρέζου)


"Το Πορτρέτο της Σιωπής" είναι το μυθιστόρημα της Τέσσυ Μπάιλα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ένα χρόνο πριν τον Σεπτέμβριο του 2009.

Η σιωπή είναι από εκείνες τις αρετές, που χαρακτηρίζουν το ήθος ενός ανθρώπου. Ταξιδεύει η σιωπή, αφουγκράζεται, ψηλαφεί ουράνιους ήχους μ' ανοιχτά πανιά. Μια μακρινή πατρίδα, που αναζητά ν' ακουμπήσει, τους παφλασμούς της ψυχής. Είναι το φως σαν αγγίζει και φωτίζει τα λιμάνια του αγνωστικισμού και με χάδι πυρωμένο ζητά, να ζεστάνει την κρύα καρδιά.

Ποια στεριά, ποιο αστέρι, θα μπορέσει να φιλοξενήσει όλα εκείνα που απομακρύνουν κι απομακρύνονται από το βάρος ενός ρεαλισμού ασήκωτου; Ενοραματικές αναζητήσεις προσδοκούν αποδέκτες, στις δυνητικές καταδύσεις ενός απέραντου βυθού ακατέργαστων νοημάτων, για να αστράψει πορφυρογέννητος στην ταύτιση με την γνώση.

Είναι οι πυρήνες των συναισθημάτων που ρευματοδοτούν την έναρξη "σκληρών" αποφάσεων, ως να φθάσει η λύτρωση σε άγνωστο χρόνο. Είναι ο εξοστρακισμός του ασύνηθους συμπλέγματος από την αρχέγονη καταγωγή που με καταιγίδες ανατρέφεται. Είναι το πετρωμένο αμάλγαμα που σπινθηρίζει σε κάθε χτύπο ακόμα και στην πιο μικρή σμίλη, καθώς σμιλεύεται στον χρόνο.

"Το Πορτρέτο της Σιωπής" είναι το ταξίδι των λυγμών στις εκτάσεις της λύπης. Είναι η επιμονή για να υπηρετηθεί η εμμονή ενός πόθου αδιαπραγμάτευτου σε ξέφωτα θλίψης. Κι όσο κι αν η λογική προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα, η συνειδητή επιλογή θα αποψιλώνει την νοσταλγία εκείνων που βίωσε, για χάρη εκείνων που θα βιώσει. Οι λογισμοί ήρεμα θα βαδίζουν σε ψιθύρους που κανείς ή ελάχιστοι άκουσαν.

Τα τόξα της ίριδας πρέπει να αποκαλυφθούν για να ζωγραφίσουν το ΝΑΙ της αναχωρητικής σιωπηλής διαλεκτικής στην τροχιά του χρόνου. Τα θαύματα θα ανακαλυφθούν εκεί που χωρούν οι προσεγγίσεις με το Θεϊκό της υπόστασης.

Από πια πέρατα θ' ακούσει ό ηρωικός Γιάννης το κάλεσμα που θα σπάσει τα σίδερα της μέρας και της νύχτας του, για να το ακολουθήσει ως την συμπαντική συνεύρεση μαζί του; Όλοι εμείς, οι αναγνώστες της δραματικής του πορείας, θα πορευτούμε μαζί στους βηματισμούς, ανακαλύπτοντας τον παράλληλο βηματισμό της δικής μας διαδρομής.

Άρρηκτο πεπρωμένο τον παρασέρνει σε μυστικιστικές αναζητήσεις, σε κείνο που δύσκολα φτάνεται, ανοίγοντας τα φτερά σ' ένα πέταγμα διαφορετικό, πέρα από τα συνηθισμένα. Σκληρό και δύσκολο ταξίδι στη νοτισμένη ξενιτιά της ψυχής του. Θα διανύσει υπερβαίνοντας σιωπές απόρθητες, κατηφορίζοντας έναστρες ενορχηστρώσεις σε άβατους χρόνους.

Θα υπερασπισθεί την αβεβαιότητα που θα γίνει επίγνωση στη βεβαιότητα του χρέους προς την αυτογνωσία. Τούτος ο ομιχλώδης πόθος πρέπει να διαλυθεί για να λάμψει ο ήλιος στην ακεραιότητα του προσωπικού του οράματος. Πίσω από τα υψώματα θνητών παραδείσων, αχνοφαίνονται οι παράδεισοι εκείνων, που πεθαίνουν αθάνατοι.

Αναζητείστε το στα βιβλιοπωλεία με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής....

ΜΑΡΙΑ ΠΙΣΙΩΤΗ – Ηδύλη-ακα τοπἰα;


Το 2008 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή της Μαρίας Πισιώτη, Ηδύλη-ακα τοπία, κάνοντας λογοπαίγνιο με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ηδύλη που κατά καιρούς η ποιήτρια χρησιμοποιεί.
Στην ποίησή της , η αναπνοή σμίγει με τα ρόδα, με τ’ αγέρι, με τ’ όνειρο, στα δακρυγόνα που στάζουν την δική της μυθολογία, από την δική της αλήθεια.
Η γραφή διανθίζεται από άκλιτους δισταγμούς συναισθημάτων που μιλούν, παραπαίουν πίσω από λέξεις που ομολογούν και κρυφά παραδίνονται, για να μην κατονομάσουν, να μην προσωποποιήσουν την πηγή του συναισθήματος. Στα τετριμμένα και τις συμβάσεις θυσία σ’ εκείνο που έχει αισθανθεί και δεν πρέπει να ειπωθεί., λέγεται πίσω από στίχους κρυφούς, αλληγορικά με δανεισμένα πρόσωπα.
Μια ιδιότυπη συνομιλία με την ποίηση που αγαπά να την προσεγγίζει μιλώντας με την απλότητα των λέξεων στις χρονικές αιώρες με πετάγματα τις ιδιωτικές και όχι μόνον στιγμές.
Θρέφεται με σκιές αγαπημένες, που δεν έφυγαν αλλά παραμένουν σε φυλαγμένα θηκάρια, για να μπαινοβγαίνουν όποτε εκείνη επιθυμεί την ανάκληση του παρελθόντος, για να δημιουργεί τα δικά της ποιητικά σχήματα. Το αόρατο μελάνι της ψυχής γράφει το ορατό απολίθωμα των στίχων, λέξη τη λέξη, στροφή τη στροφή για να μεταδώσει την δική της συγκίνηση στους αναγνώστες.
Οι ανησυχίες της σκέψης, υπαγορεύουν να καταγραφεί, το πριν και το μετά της ουσίας γεγονότων που υπήρξαν και ακόμα υπάρχουν στο συνειδητό μιας καρδιάς που πάλλεται, αναζητώντας τους θησαυρούς των αισθημάτων που μετουσιώθηκαν και σχηματοποιήθηκαν σε αισθητικές συγκινήσεις.
Υπάρχει μια συνωμοτική σχέση του ποιητή με τις λέξεις, που αναπτύσσεται ερωτικά σε γυάλινα διαζώματα. Δεν ξεριζώνεται η μνήμη. Την ώρα που η ποίηση της χαμογελά, εκείνη ανταποδίδει τα χαμόγελα με στίχους που τρέφονται από την ανάμνηση. Οι σκιές είναι το πρόσχημα για να αναπτυχθούν, να αιωρηθούν ελεύθερα οι πτήσεις, στις μετωπικές συναντήσεις με τον Λόγο.
Όνειρα και στιγμές, ζουνε στον αέρα, ώστε να κατέβουν απαλά στη γη, καρποφορώντας το ατελεύτητο της γραφής.


«Οι σκιές

Τα όνειρα τροφή
Στο τετριμμένο παρόν
Με μια σχισμή στην άκρη τους
Όχι για το δικό μας πέταγμα τελικά
Αλλά για να μπαινοβγαίνουν
Ελεύθερα οι σκιές
Αγαπημένες
Αδιάφορες
Υπαρκτές
Ανύπαρκτες
Μισητές
όλες ένας εφιάλτης
με λέξεις χάρτινες στο στόμα τους
ορθώνουν ταφόπλακες
και συρματοπλέγματα
εμποδίζοντας το πέταγμα
του λευκού φωτός.»



Η ποιήτρια αναζητά τις λεκτικές ίνες, για να υφάνει την αναπόφευκτη συνάντηση με την δομή του ποιήματος, κατοχυρώνοντας έτσι το προσωπικό αίσθημα ισορροπίας και εσωτερικής γαλήνης.
Αναγνωρίζει, παλινδρομεί, αφήνεται, στην αρχή και το τέλος της ευθραυστικότητας όλων εκείνων που ένιωσε, για να ξαναστήσει σιωπηλά θραύσματα, στον χάρτη της ποίησης.
Οι φόβοι θα καταποντισθούν σε υποψιασμένα βάραθρα ως να ελευθερωθούν οι αγωνίες, ακυρώνοντας συνειδητά την οδύνη, που μετατρέπεται αυτόματα σε προνόμιο σταθερού βηματισμού, σε ποιητικά αναχώματα.


«Ψάχνω…

Ψάχνω να βρω τις κατάλληλες λέξεις
ν’ ανοίξουν τα πορτόφυλλα,
ν’ αναπνεύσει ο βασιλικός κι ο δυόσμος.
Ψάχνω εκείνες τις λέξεις
που θρυμματίζεις τα βράδια στο μαξιλάρι σου.
Αυτές που ματώνουν στο χαρτί της απελευθέρωσης.
Ψάχνω… ψάχνω… ψάχνω…
κι όλο σκοντάφτω στον κρότο της σιωπής σου.
« Έλα» μου φωνάζει.
« Έλα και δως μου ένα χέρι ν’ αφεθώ.
Ένα βλέμμα να πιστέψω.
Μια λέξη να κρατηθώ.
Δως μου λίγο φως να ταξιδέψω. Έλα!
Δεν θέλω να μετρώ στιγμές
Εγκλωβισμένες σε σύννεφα καπνού.
Θέλω το ρήμα ‘φοβάμαι’ να μείνει εκτός.
Χρόνια τώρα το ίδιο τσιγάρο σιγοκαίει
κι αναρωτιέμαι: Ετούτο το αργό μα οδυνηρό κάψιμο
στα χείλη, στα δάχτυλα, στην ψυχή
ποια Ανάσταση έχει να προσμένει;»



Οι περιπλανήσεις της Μαρίας Πισιώτη σε μονοπάτια σιωπής, σε κενά συμπαντικού απείρου, έχουν να κάνουν με την προσωπική ανάγκη για συνομιλίες πέρα από όρια , για αγγίγματα νερού που χαϊδεύουν αισθήσεις πάνω στην ύλη.
Αναζητήσεις στο υπαρκτό ή μη της ψευδαίσθησης, σε σβησμένες στάχτες, που παλεύουν ν' αναζωπυρώσουν την φλόγα για νέες κατακτήσεις, στο όριο της πραγμάτωσης, της ταύτισης με το απατηλό, ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, φιλτράροντας όλα εκείνα τα περιττά, που περικλείουν την τραγικότητα, για να φανεί επιτέλους το φως στις δημευμένες στιγμές.
Να ανασταλούν επιτέλους οι παγιδευμένες ενστάσεις στα χαρακώματα των χρωμάτων στις συνταγογραφήσεις εικόνων στα περιθώρια που ο Λόγος ταξιδεύει.


«Αναφαίρετη ανάγκη

Αναδυόμενοι περιηγητές της Πανσελήνου
απ’ τα μικρά σας βρόχινα χέρια γλιστράνε
υλοτομημένα τα τριαντάφυλλα του κήπου.
Ακούω το άπειρο να στενάζει για τις δημευμένες σας
στιγμές, αυτές που πρόβαλλαν στον κόκκινο ορίζοντα
μα … η άμμος βιάστηκε να σκεπάσει.
Αναδυόμενοι περιηγητές της Πανσελήνου
η βαθυγάλανη ματιά σας αποχρωματίζεται στις
αμφίρροπες διαστάσεις της ύλης.
Αφήνετε την σκουριά της να γεύεται τις στάχτες σας
ενώ χαμογελάτε μακάρια από τη θέση Μηδέν,
του τέλειου κύκλου όπου καταγράφονται οι
χρωματικές λειτουργίες της Ύπαρξης,
ανάγκη αναφαίρετη και πέρασμα
στην Αλήθεια…
εκείνη της Μη Ύπαρξης…
Ασώματη Συμπαντική Ενέργεια.»



Η ποιήτρια θα βρει τις ισορροπίες ανάμεσα σε όλες τις ανάσες, στις φωνές, στις μυρωδιές που ο πόνος διάχυτος χωράει και καθοδηγεί βήματα με υποψία θανάτου, πάνω σε σκοινί τεντωμένο, ψιθυρίζοντας εκείνα που ομολογούνται σε ώρες μικρές, στις εκσφενδονίσεις του τέλους.
Ρόδο ανθισμένο η καρδιά της και πρέπει η ή ίδια με επιμέλεια ν' ακούει τον ανεπαίσθητο ήχο, που κάνουν τα πέταλα σαν ανοίγουν, για να φθάνει ως τα απροσπέλαστα και να τα προσπερνά με την νηφαλιότητα του νου.


«Λεμονανθός

Δεν ξέρω γιατί ήρθα εδώ.
Ίσως γιατί ο λεμονανθός διέγειρε την αναπνοή μου.
Μετά ήρθε η μέντα, η κανέλα, ο βασιλικός,
ο δυόσμος, το πικραμύγδαλο και πάλι ο λεμονανθός.
Κι αυτός ο ψίθυρος διάχυτος στ’ αρώματα, με τρελαίνει.
«Χόρευε», μου ψιθυρίζει. «Μη νοιάζεσαι για τα βήματα.
Μη νοιάζεσαι για το σκοινί που τεντώνει.
Το μυστικό είναι η ισορροπία των όλων.
Ο λεμονανθός δεν έκλεισε ακόμα τα πέταλά του.
Χόρευε. Μονάχα χόρευε»
Κι όμως, τώρα που βάραινε η ανάσα,
μια υποψία γλυκού θανάτου
κάθεται πάνω στα χείλη.»



Στη γραμμή της ζωής, οι έρωτες δεν αποξενώνονται, θεμελιώνονται στα κτερίσματα της μνήμης, στα ναυπηγημένα μνημόνια, που έτοιμα πια, ετοιμάζονται για ταξίδια σε χαρτιά κρυμμένα, φυλαγμένα με την ευθύνη του ποιητή, που ελευθερώνεται από τα δεσμά του. Γιατί οι λέξεις πρέπει να καταγραφούν να προχωρήσουν την σκέψη, την νοοποιημένη συγκίνηση και να την αποτυπώσουν.
Η επικινδυνότητα του ταξιδιού της ήδη έχει αρχίσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, στα μάτια των πρόθυμων αναγνωστών, που θα αναζητήσουν την εμπειρία, την γνώση της για το ταξίδι.


«Μνήμες Έρωτα

Η νύχτα ήρθε πιο σκοτεινή από κάθε άλλη φορά.
Το φως της ποίησης λιγοστό
στις μνήμες του Έρωτα.

Σκοτεινά τα παραπετάσματα του Έρωτα.
Άγουρος και αζύμωτος ξεδιπλώνεται
σε μονοπάτια αβαθή, ανήλιαγα
κι εσύ τρέμεις καθώς αναδύονται
μνήμες φωτιάς και σιδήρου
ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Πέτρινα μάτια, χαμόγελα ανεπαρκή
συν-διαλέγονται με λέξεις διττές
κι ο Έρωτας παρακμάζει στις τσέπες
και στα αφερέγγυα παιχνιδίσματα
των δήθεν αισθημάτων.»


Ηδύλη-ακα τοπἰα στη χαρτογραφία της ποίησης...αναζητείστε τα...

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Μαρίας Νικολάου - ΟΣΤΡΙΑ (από την Σοφία Στρέζου)


Το να παρουσιάσω την Μαρία Νικολάου, με αφορμή τη νέα ποιητική της συλλογή "ΟΣΤΡΙΑ", ομολογώ πως δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο για μένα. Και τούτο γιατί η Μαρία εκτός από εξαιρετική ποιήτρια, είναι προ πάντων μια αγαπημένη και πιστή φίλη.
Πως να διαχωρίσω τις ιδιότητες, να περάσω δηλαδή την θάλασσα, που ενώνει την προσωπική σχέση μας και ν' ανέβω το βουνό της γραφής της. Να το ξεδιπλώσω, μέσα από τις κατολισθήσεις που φέρνουνε πτήσεις, καθώς χάνονται στη φωτιά παγιδευμένου ονείρου. Να αναδειχθεί εκείνο, που ζει στα προάστια των στεναγμών, με σιωπές πέτρινες, που σφυροκοπούν αλύπητα κύματα μοναξιάς, όταν σπάνε σε ακατοίκητα μικρά νησιά.
Πως να αναλύσω, τα παραμιλητά από τις προσευχές, που καταθέτει με σιωπηλά πετάγματα, στις σκοτεινές αναβάσεις.
Γατί τι άλλο είναι η ποίηση της Μαρίας Νικολάου, παρά μια ανάβαση στις κατακόμβες της ψυχής, της μνήμης, στις αντιστάσεις του νου της.
Είναι οι διασκελισμοί άμαχων λέξεων, που κατεβαίνουν από την οροσειρά της αλφαβήτου, για να καταγράψουν το βαθύ του συναισθήματος, σε εξορισμένο χρόνο.
Είναι το κόκκινο του λόγου, που ξεχωρίζει στο αίμα της, μαυροντύνοντάς το συνειδητά, για να ξορκίσει απώλειες, λάθη και πάθη.
Φωτίζονται με τα γαλανά μάτια της, αγκαλιές απρόσιτες, στις πρεμιέρες του τέλους.
Μέσα από την γραφή, ξαναζεί όλα εκείνα, που κάποια στιγμή εν δυνάμει, θα μπορούσε να ζήσει. Με αυθεντικές αναπλάσεις, αναβιώνει στου μυαλού της τα σφηνωμένα για καιρό, πρόσωπα και γεγονότα.
Εφευρίσκει τρόπους, να αντικαθιστά εκείνο που λείπει, με την δύναμη δέντρου, που πολύ βαθιά ριζώνει, στου παράδεισου τον κήπο, καθώς η ίδια ρίζα γίνεται, αποτρέποντας έτσι τις κατολισθήσεις του τέλους.
Γιατί ο ποιητής, πολλές φορές δανείζεται μορφές, στιγμές, που ανεπίγνωτα έχει ζήσει, στην ονειρική διάσταση λυτρωμών αλύτρωτων.
Η αλήθεια της, πετάγματα που φέρνουν μυρωδιές κανέλας και πορτοκαλιού, για να ζηλεύει η νύχτα, όταν στέλνει τα δικά της αρώματα, τις σιωπές και τις πληγές της.
Η αγάπη αργεί, σαν λάθος που κάποιες φορές ζητάς να επαναλάβεις κι ας ξέρεις πως είναι χαμένος ο χρόνος κι ο κόπος, τότε που ο κόσμος μικραίνει στους θυμούς του πόνου.
Η ποιήτρια προσπερνά με τις λέξεις της τείχη θανάτου, μνημονεύοντας πάντα το ξεριζωμένο της όνειρο.
Με ματωμένα χέρια, πάντα θα χτίζει " πάνω στην τέφρα, απ' των ματιών σου, το δάκρυ" όπως η ίδια λέει στο ποίημά της " άτιτλη πορεία" στην "παράλληλη οδύσσεια" της ζωής του ποιητικού βίου της.


«άτιτλη πορεία (απαγγελία Νίκη Παπουλάκου)

Μάτωσαν τα χέρια μου
καθώς χτίστηκε
πάνω της τέφρα
απ’ των ματιών σου
το δάκρυ.

Κόκκινο, ρευστό.
Ρετσίνι που ‘χασε
Το διάφανο στόλισμα
Γαντζωμένο στο φλοιό
του σώματός σου.

Η μοίρα
γυρτή καμπούρα
που κουβαλά
δυο μέτωπα ιδρωμένα
κι ένα παιδί, μωρό,
που μεγαλώνει άδικα
δίπλα σε πέτρες
αιχμηρές.

Γιοφύρια που ‘χουνε
σχισμένα μάτια
κι έχουνε δει ανθρώπους
και εγκλήματα.»



Γιατί οι ζωές δεν χωρίζουν, όταν βαθύ συναίσθημα τις συνδέει, ακόμα κι όταν η συγνώμη δεν έρθει ποτέ.
Ο πόνος παντού, στο σώμα, στο βλέμμα, στο αίμα, με τους λυγμούς έφεδρους. "Τι να πενθήσω", θα πει, όταν οι μέρες μικραίνουν και οι νύχτες μεγαλώνουν, στις επαναλαμβανόμενες συλλογιστικές, τότε που καρποφορούν και σχηματοποιούνται σε λόγο ποιητικών αναφλέξεων.


"έφεδρος λυγμός (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Νομίζω πια
πως
ξεκουρδίστηκαν
τα μάτια.

Στράγγιξαν
με τα χρόνια.
Τι να πενθήσω πια...

Τους γκρίζους
ουρανούς,
ή τα σπαρτά
που καίγονται
καθώς τα σφίγγει
ο άνεμος στη χούφτα του.

Τίποτα
δεν με κάνει
να δακρύζω πια.

Άφησα μόνο
ένα λυγμό
κρυμμένο
στης ψυχής
το τόξο,

μήπως και χρειασθεί,
την ώρα που θα θάβουν
την ερχόμενη
ζωή μου".



Για την Μαρία Νικολάου, η ποίηση είναι η προέκταση του εγώ, που αφουγκράζεται χρησμούς παλιάς πληγής.
Φυσάει καπνούς, μασώντας με τα δόντια της φύλλα Πυθίας άγνωστης, σ' εκείνο τον διφορούμενο χρησμό του σκορπιού, στις υποψήφιες πληγές που μετρώνται μια-μια, στα σημάδια που άφησαν, τις ουλές και τις ρυτίδες του αναπόφευκτου τέλους.
Έρχονται στιγμές, που η μοναξιά πνίγει εκείνο που την μελαγχολεί, το απροσδιόριστο, που προσδιορίζεται μέσα από την κατάθεση της ψυχής της.
Σε θλίψεις διαρκείας, απαντά με πυροτεχνήματα, στην μοναχική γιορτή των εκστασιασμών του πόθου, σε ώρες που ο έρωτας κι η αγάπη, συρρικνώνονται στα περιθώρια σελίδων λευκών, για να γίνουν εκφρασμένος λόγος με σαρκωμένο αίσθημα.


Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


"χρησμός (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Δεν ξέρω
πως βρέθηκα
θαμμένη στην άμμο,

μα είπαν
σαν γεννήθηκα ξανά
πως είχα ρίζες
μες τα μάτια
και τρόμαξε
ο ουρανός
σαν μ' είδε.

Μ' έκοψαν
και με πέταξαν
σε βάρκα
που 'χε
στην πλώρη
ένα ξύλινο φτερό αετού
κι ένα κουπί
σπασμένο
για κατάρτι.

Δεν ξέρω πως...

Μα να,
το όνομά μου

δεν το θεώρησα
ποτέ τυχαίο".



Με χέρια καθηλωμένα στα πληκτρολόγια των ύμνων, ξεκινά για τα σκοτεινά φεγγάρια της ποίησης. Με δίψα, με φωτιά, ακολουθεί το ταξίδι της, για ν’ αποτρέψει την αναπότρεπτη μοίρα, εκλιπαρώντας την φλόγα ν' ανάψει πυρκαγιές, να φθάσουν ως το αστέρι, που γίνεται φωτεινός οδηγός σε περιπολίες τέλους, μη τύχει και χαθεί η προδοσία χεριού, που κράτησε άλλο χέρι, σε στιγμές ονείρου και φόβου στο μελλούμενο.
Οι στάχτες θα βάψουν για άλλη μια φορά γκρίζα τα ποιήματα, στις αποτεφρώσεις ουράνιων τόξων, στους δακτυλίους των χρωμάτων.


Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


"γκρίζα ποιήματα (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Απίστευτο..
Τόσα ποιήματα
έχω γράψει.
τόσες πολλές λέξεις
μέρα νύχτα με συντρόφευαν

και ξέχασα η τρελή
να υπογράψω
στο τελείωμα
με ένα ουράνιο τόξο.

Τώρα που
τα κοιτάζω
φαντάζουν
όλα γκρίζα.

Τα σύμφωνα
στους κύκλους τους
κρύβουνε βροχή
και τα φωνήεντα
δυο χούφτες χιόνι.

Ποιος να μου
χρωματίσει
τόσες λευκές σελίδες,
ξέχασα τ' όνομά μου
αν έχει κόκκινο.

Μια πινελιά θ' αρκούσε.
Ίσως, να κλέψω λίγο
απ' την ντροπή"...



Οι πόνοι κρεμιούνται σε καρφιά σφηνωμένα στα μάτια, χωρίς ονόματα, με ξεχασμένες μορφές, φωνές, Αγαπιούνται χωρίς σώμα. Με σημάδια παλιά αποχαιρετούν, αναπολούν την μεθυσμένη ανάμνηση στις σημαδεμένες ξηρασίες των εραστών.
Άλλωστε εκείνη, για αλλού τράβηξε κι αλλού πήγε, μη αντέχοντας ένα παρόν που λάμψεις παγώνει. Τι κι αν στις διαδρομές τα ζήτησε όλα, τα πλήρωσε όλα με χτύπους καρδιάς, χωρίς την παρέα από κείνο το λάγνο ψέμα, που όλα φάνταζαν όμορφα κι ωραία.
Κάποια στιγμή η αλήθεια έπαψε να θυμώνει, καταλαγιάζοντας στους δικούς της χρόνους, παγίδες ασέληνες, στις ερημιές της θλίψης.
Οι απουσίες έχουν την φωνή της ερήμου που ζει, αναπνέει, ακόμα κι όταν κανείς δεν την περπατά, εκείνη αφήνεται στα τερτίπια του χρόνου να αφηγείται την εξελικτική πορεία της, στην ειρωνεία συνεδριών που δεν έγιναν, σε αμμοβολές κρυσταλλώσεων.


"απουσία (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Γεμίζει η αγκαλιά
μ' ένα βουνό
θεριό
και πάνω εκεί
που λες πως
έκλεισες σφιχτά
τον κόσμο όλο,
μια πεταλούδα
δίνει μια, και
τα γκρεμίζει όλα τούτα
τα αποφθέγματα.

Μικρό φτερούγισμα
να σου θυμίζει
μια κρυστάλλινη
απουσία"
«


άδειο δωμάτιο (απαγγελία Έμυ Τζωάννου)

Το δωμάτιο άδειο.
Τέσσερις τοίχοι,
λευκά πανιά,
τεντωμένες υποσχέσεις.
Έξω ακούγονται
Ουρλιαχτά.
Είναι απ’ το
Λιθοβολισμό
Της βροχής
Στα κουφώματα.

Υγρασία
περονιάζει το τζάμι.
Θαμπώνει.
Δείχνει να κλαίει.
Δακρύζει.
Θυμάται τότε
που έπιανε κουβέντα
με το τζάκι.
Τότε που ήταν
Ζωντανό
κι η ζέστη όργωνε
τις χαραμάδες.
Θυμάται τότε…
κι ύστερα σπάει
το μάνταλο στην πόρτα
και πετάγεται έξω.

Μέσα,
το κρύο είναι βαρύ…»



Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


Σε δειλινά πανσέληνα, κάποιοι κήποι θα νεκρώσουν. Οι αύρες θα ταξιδέψουν δίπλα σε ρόδα που κλαίνε βουβά, για να μοιραστούν θλιμμένες αισθήσεις που αντέχουν σημάδια φθοράς, από εκείνο το καλοκαίρι που για πάντα έδυσε πίσω από τα απολιθώματα της αγάπης στα λατομεία του πάθους.


«κήπος (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Νέκρωσ’ ο κήπος.

Ζουμπούλια χίλια
άψυχα,
και ένα ρόδο κόκκινο
να κλαίει βουβά
σκυμμένο
σε γλάστρα
νοτισμένη.

Σε πέτρα
απάνεμη,
μια λεμονιά
να σου θυμίζει
περασμένα
καλοκαίρια,
και να σκαλίζει
την ψυχή
με νύχια
πετρωμένα.

Σβήσανε τα χρώματα
Από το πεπρωμένο.
Κι ούτε ουράνιο τόξο
δεν υπάρχει
φυλαγμένο
στο συρτάρι,
έτσι…για ν’ αλλάξεις
παραστάσεις.

Απόκαμε κι ο άνεμος.
Του ‘παν πως
είναι Ιούλης,
κι έκαψα όλα
τα φύλλα
απ’ τις ροδιές.

Πότισε
Κόκκινο
το χώμα.

Έβαψες με αυτό
τα μάτια σου,
και βγήκες
σε δειλινό πανσέληνο.

Ίσα για να ζηλέψει
Το βασίλεμα…»



Στον χάρτη των έρημων τόπων υπάρχει ένα ραβδί παρατημένο, αφημένο. Είναι το μονόξυλο της ποίησης που πάνω του απλώνονται εμβατήρια σιωπής. Χαρτογραφούν στίχους πάνω σε καινούργιους ποταμούς που τρέχουν κι αφήνουν στις εκβολές, στεναγμούς παιδικότητας, μεγεθύνοντας το ανεκτίμητο κάτι, που χτίζεται πάνω στην άμμο της γλώσσας.


«κορμός (απαγγελία Έμυ Τζωάννου)

Η ζωή
κορμός υπάκουος
μ’ ένα ρολόι
στο χέρι
φθαρμένο.

Διατάζει,
Απαιτεί
κρατώντας
μια βίτσα
στο χέρι,

σαν εκείνη που
στόλιζε
το μαυροπίνακα
μ’ αίμα
σε χρόνια παιδικά.

Εγώ,
με μπλε ποδιά
κι άσπρο γιακά
να τραγουδώ
εμβατήρια
σιωπής,

κι αυτή να με
μαλώνει
που έμαθα να ‘χω
αυθάδεια
στη γλώσσα.»



Τα σφυρίγματα τ’ αγέρα γυρεύουν τόπο αγγιγμάτων να αποθέσουν άρωμα ιστορίας, εκείνης που σταυρώθηκε και τώρα με τρεμάμενη ψυχή προσκυνά εκείνο που σκόρπισε.
Γκρεμίστηκε, πνίγηκε στη σιωπή, στη δροσιά που αποκοιμίζει αναπνοές, ανασαίνοντας την τελεία ενός τέλους που άδοξα ήρθε.


«αποθέτω (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Λευκό μαντήλι
Κεντημένο μ’ ένα
σίγμα τελικό
μια ιστορία
απ’ τα παλιά
κιτρινισμένη,
σαν το γδάρσιμο
στον τοίχο.

Δεν αναπνέουν
πια τα μάτια
στην κορνίζα.

Δεν…δεν…

Πνίγομαι μέσα
στο σπασμένο τζάμι
και αποθέτω
μια, δυο, τρεις
αναπνοές
κι αίμα που
στράγγιξε η ψυχή,
απάνω στο λευκό μαντήλι.

«Εις μνήμην»
γράψανε,
κι ύστερα κλείσανε
το μάνταλο
με μια αρμαθιά
κλειδιά.»



Αίμα παλιάς πληγής που εξακολουθεί να αιμορραγεί στις ενθυμήσεις γιορτής που έληξε. Κι όσο θυμάται τόσο αγαπά, κι άλλο τόσο πρέπει τον πόνο να ξεχνά, το δηλητήριο χαράς που γέννησε λύπη σε καιρό κρυμμένου ονείρου. Θάνατος λευκός σε πίστα σιωπής με την πίκρα να απογειώνεται με φευγάτες λέξεις μαρτυρίου.


«θάνατος λευκός (απαγγελία Νίκη Παπουλάκου)

Δάγκωσα
τα χείλη σου
Άνθρωπε,
κι ένιωσα
πρώτη μου φορά
το δηλητήριο
να στάζει
μες στις
φλέβες μου.

Τόσο πικρό
και άγουρο
σαν σάλιο οχιάς
που μόλις σύρθηκε
στο χώμα.

Μείναν’ λευκά
τα όνειρα,
τα μάτια μου
τα χέρια κλείστηκαν
σε φυλακή
κι αγρίεψε
το πρόσωπο.

Ολόκληρη έμεινα
λευκή,
σα θάνατος
που ‘χει ντροπή του
να πενθήσει.»



Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


Τις συναντήσεις μας με την Μαρία Νικολάου, συνήθως τις επιλέγουν οι λέξεις. Στην κορυφή του κόσμου, οι σχέσεις σφυρηλατούνται στην καθημερινή τριβή, τότε που με χέρια απλωμένα μαζεύονται τ' αστέρια, για να χαρισθούν.
Σε δρόμους φωτιάς είμαστε εκεί, δοσμένες στην συντροφικότητα μιας φιλίας ειλικρινής κι αταλάντευτης από τις προκλήσεις.
Στις παραισθήσεις των χαμένων ωρών, η δική της ποίηση γίνεται τραγούδι, με τα φωνήεντα και τα σύμφωνα να πλέκουν τον ιστό των ποιημάτων, για να χαρίζει σε όλους μας, την απόλαυση της γραφής της. Οι λαμπυρισμοί των μεταλλικών αποχρώσεων του λόγου της, ενώνονται με τα φτερουγίσματα για νέες πτήσεις.
Καλοτάξιδες...

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ - Ιχνηλάτες του Τέλους


Σε άδειες, μοναχικές στιγμές οι ποιητές γράφουν, μη επιτρέποντας κενά στο συναίσθημα που τους κατακλύζει. Ιχνηλατούν συλλαβές κι αποχρώσεις λέξεων, για να οδηγηθούν στην ολοκλήρωση πονημάτων, που μπορεί να είχε αφετηρία τους ίδιους, τώρα συγκαταλέγονται στη γεωγραφία της ποίησης.
Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, κυκλοφορεί τον Μάιο του 2010, η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλαου Λυκομήτρου. Ποιήματα γραμμένα κατά την περίοδο της νεότητας του δημιουργού, τότε που η καρδιά ναυαγούσε. ανάμεσα σε κείνο που ήθελε και σε κείνο που αντιλαμβανόταν. Είναι μια πορεία διαμαρτυρίας και πως αυτή καταγράφτηκε με φωνή που έσταζε στο χαρτί, την προσωπική του ενσυναίσθηση.
Να μείνει, να φύγει ή να χαθεί στις ενορχηστρώσεις ενός επιλεκτικού τέλους, αποκοιμίζοντας τον θάνατο, στη βασανιστική ματαιότητα που τον περιρρέει. Κι όσες άκρες κι αν πολεμά, πάντα θα τίθεται το ερώτημα της αυτοεκτίμησης και πως αυτή προσδιορίζεται στο πίσω μέρος του μυαλού. Καταργώντας επιθυμίες και νοσταλγίες, κατασκευάζοντας και ανασκευάζοντας κάθε φορά την άρνηση, μετατρέποντας το είναι του σε πεδίο βολής, καθώς παραιτείται ή απορρίπτεται από εκείνο που παράνομα βίωσε, αγαπώντας το σε άχρονο χρόνο.
Υπάρχει στις λέξεις του μια αίσθηση απογοητεύεως απ' όλα, από εκείνο το τίποτα που δεν συνέβη, που δεν έγινε η ανατροπή, ματώνοντας κάθε φορά τα χείλη με συλλαβές και προτάσεις, σε αφοριστικές περιπλανήσεις.
Σκύβει, παραδίνεται, πληγώνεται, χωρίς να μπορεί να δυναμώνει αντιστάσεις, την συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Εξαντλείται σε δρομολόγια έκφρασης, τότε που η θλίψη μεγιστοποιείται, υπερχειλίζοντας την έμπνευση.
Στα περισσότερα δημιουργήματα, διακρίνεται μια φυλακισμένη υπόσχεση ποίησης, που ζητά να ελευθερωθεί. Νιώθει τις λέξεις να αιμορραγούν κι αυτός τις ακολουθεί στη φθορά των ημερών, επιμηκύνοντας στίχους, ξεπερνώντας όρια, υπηρετώντας έτσι μια αυτόματη γραφή, που σε προκαλεί να την ακολουθήσεις. Σκηνοθετεί την φαντασία ξεπερνώντας τις αποστάσεις του όποιου ποιητικού μέτρου. Μια καταδίκη είναι η μοναξιά, με την αγάπη να φεύγει, χωρίς να μπορεί να ανατρέψει το παρελθόν, για να συμφιλιωθεί με το παρόν και το μέλλον


"ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Λιγοστό το φως σε μια γωνιά του δωματίου.
Ατέλειωτες διαδοχικές εικόνες στην οθόνη.
Ο ήχος ενός αυτοκινήτου που απομακρύνεται.
Βιβλία, σημειώσεις, γράμματα, ευχετήριες κάρτες.
Απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος.
Μακάβριος ο ύπνος των ανθρώπων.
Σέρνεις το κουρασμένο σου κορμί μέχρι το κρεβάτι.
Αναπνέεις αργά και σταθερά μα κυρίως αθόρυβα.
Προσπαθείς να ουρλιάξεις αλλά σωπαίνεις.
Σου πήρε καιρό να καταλάβεις ότι
η δική σου καταδίκη είναι η μοναξιά."


Ταξιδεύει στην ηττοπάθεια με όνειρα βαριά, κοινόχρηστα εκείνα που θάπρεπε να είναι τόσο προσωπικά. Βλέπει τις αλλαγές στο κορμί που λαχτάρησε ν' αγαπήσει και να αγαπηθεί, με το χαμόγελο πάντα εξόριστο, κρεμασμένο στις προεκτάσεις των προσωπικών κιγκλιδωμάτων.
Νιώθει από τις λέξεις του να στάζει αίμα, να ψιχαλίζει η βροχή από σύμφωνα και φωνήεντα και να παγώνει την ψυχή του στο παράξενο παιχνίδι της έκφρασης. Θέλει να μιλήσει, να ουρλιάξει μέσα από το χαρτί.
Στου χρόνου την πύλη, η μνήμη δεν έχει περιθώρια για αναμνήσεις. Κι είναι ο αφόρητος πόνος που σπρώχνει με διανυκτερεύοντες μικρούς ήλιους πάνω σε γραφεία, η έμπνευση να ξεδιπλωθεί..


" Α 16
στη μνήμη της Sarah Kane

Ουρλιάζω μέσα απ' το χαρτί.
Οι σκέψεις βγαίνουν σωρηδόν από μέσα μου
προκαλώντας έναν αφόρητο πόνο.
Οι λέξεις δεν αρκούν για να αποδώσουν
αυτό το ύπουλο παιχνίδι που παίζει το μυαλό μου.
Γράφω σε στιγμές διαύγειας αυτά που σκέφτομαι
όταν παραληρώ
κι ύστερα τα σκίζω για να μην τα δει κανείς.
Σκοτάδι παντού.
Δεν ξέρω αν κοιμάμαι ή αν είμαι ξύπνια.
Συνέχεια βλέπω να με τριγυρίζουν γιατροί.
Καταπίνω δεκάδες διαφορετικά χάπια.
Ατελείωτα milligrams αποτυχημένης θεραπείας.
Είμαι μόνη. Γι' αυτούς είμαι άλλη μια ψυχωτική.
Ένα ολίγον έκτακτο περιστατικό.
Με επιτηρούν διαρκώς αλλά κάποια στιγμή
θα βρω την ευκαιρία να τους ξεφύγω.
Η παραμονή μου εδώ σύντομα θα ολοκληρωθεί.


Στη ποίηση του Νικόλαου Λυκομήτρου, μπορεί κανείς ν' αναγνωρίσει μια συγγένεια με τους καταραμένους ποιητές. Οι θεάσεις τρέφονται από τα απομεινάρια μετεωρισμών, όταν οι ώρες σωπαίνουν στις απαλλακτικές εγκληματικές ενέργειες των λέξεων.Τα φυλακισμένα, τα καταδιωκόμενα για καιρό νοήματα, απενοχοποιημένα πια, προσπαθούν να νικήσουν την σκληρή πραγματικότητα.
Αφήνεται στις πτώσεις. Ερωτοτροπεί με τον θάνατο. Στην οριστική περίπτυξη γίνεται εραστής του θανάτου κι ηδονίζεται με το άρωμά του. Άλλος ένας οπαδός θλίψης, που ψιθυρίζει λησμονημένα και κλεμμένα χάδια της μοναχικής ασκητικής ζωής του. Καταγράφει το εσχατολογικό μανιφέστο "ΔΕΚΑ ΕΚΔΟΧΕΣ ΜΙΑΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ" του "άθεου", του "επαναστάτη", του "ερωτευμένου", του "αποτυχημένου εραστή", του "οικογενειάρχη", του "καθηγητή", του "νέου", του "ηλικιωμένου", της "τελικής εκδοχής".


Σημείωμα 5ο
( η εκδοχή του νέου )

Μπορεί να μην έχω ζήσει και πολλά χρόνια,
αλλά έχω καταλάβει προς τα που πηγαίνουν τα
πράγματα. Εδώ και αρκετό καιρό προσπαθώ
να εκμεταλλευτώ το χρόνο μου όσο το δυνατόν
καλύτερα, μα δεν βρίσκω κάτι αξιόλογο να κάνω.
Ίσως ήρθε η ώρα να βιάσουμε την ιστορία
και να επιταχύνουμε τις εξελίξεις. Έτσι κι αλλιώς,
ποτέ δεν υπήρξα νέος."


Νιώθει πως αργεί, πως δεν είναι ἐτοιμος να εκθέσει τις σκέψεις. Το αστέρι που δεν μπόρεσε να κατοικηθεί, νομίζοντας πως είναι αργά για επαναπροσδιορισμούς αισθημάτων.
Προσπαθεί να κλείσει όλες τις πόρτες στα παραμιλητά που συνοδεύουν τις σκέψεις του. Φοβάται μα πάλι αναζητά, παραιτείται αν και διεκδικεί, αναμετράται με την μούσα του στις κατακόμβες της ποίησης.
Όλα τα κομμάτια θα γίνουνε λόγια, τυλίγοντας στιγμές, στην ωραιότητα αποτυπωμένης κυριαρχίας στο χαρτί με λέξεις, που στην αρχή διστάζουν να ξεχυθούν, απλώνονται τώρα τισαθευμένοι στίχοι εμπρός του.


"ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

Αν πάρεις ένα μαχαίρι και μου το καρφώσεις
στην καρδιά
θα βγει αίμα, πίκρα, θλίψη,
ηττοπάθεια, συμβιβασμός,
απογοήτευση, ατολμία,
ο φόβος της απόρριψης,
απωθημένες επιθυμίες,
έρωτες που γεννήθηκαν νεκροί,
τσακισμένα όνειρα,
ελπίδες που διαψεύστηκαν,
μερικές αναμνήσεις
και ορισμένα πρόσωπα.
Ακόνισα το μαχαίρι σου, μπορεί να μου χρειαστεί.
Και ίσως τότε να κάνω μια νέα αρχή.


Η πρώτη ποιητική συλλογή είναι μια αρχή, μια πραγματικότητα που ήδη ταξιδεύει σε βιβλιοπωλεία, εφημερίδες, περιοδικά, και στον χώρο του διαδικτύου. Αναζητήστε τις ιδιαίτερες και ξεχωριστές αποχρώσεις του ποιητή που επιμελώς κρύβεται πίσω από μια έμφυτη συστολή για όσους τον γνωρίζουν.
Καλοτάξιδοι "Ιχνηλάτες του Τέλους" που γίνονται έναρξη νέων εμπνεύσεων...