ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ - ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ - Πρώτη εσοχή(στης ψυχής το σώμα)




ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ - ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ - Πρώτη εσοχή(στης ψυχής το σώμα) από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, κυκλοφόρησε το 2013 η τρίτη ποιητική συλλογή της Μαριάννας Βλάχου - Καραμβάλη, «Πρώτη εσοχή (στης ψυχής το σώμα)».
Το βιβλίο φιλοτέχνησε εικαστικά, με τους ζωγραφικούς πίνακές του, ο Δημήτρης Καραμβάλης.

Στο νέο της λογοτεχνικό γέννημα, σιβυλλικοί στίχοι περιστοιχίζονται από μια μεγάλη γλωσσική τάφρο, στα υψίπεδα της ποίησης.
Γιατί, καμιά περιοχή στον άνθρωπο δεν είναι τόσο ανεξερεύνητη, όσο η αχαρτογράφητη περιφέρεια της ψυχής. Ασυνθηκολόγητος τοίχος υψώνεται στην α-συμβατική προσπέλαση και στην έλευση της κρυφής γοητείας, που η δημιουργός γενναιόδωρα επιτρέπει.
Έτσι, δημιουργείται η πρώτη ρωγμή στο συμπυκνωμένο απόσταγμα των παθών, μετουσιώνοντας τις θρυμματισμένες πληγές σε γραφή, για να αναδεικνύεται η ποιητική της μυθολογία.
Κι όσο το φως θα εισβάλλει από την πρώτη εσοχή, τόσο θα απελευθερώνεται η αιχμάλωτη ψυχή, υψιπετώντας με νοηματικούς πειραματισμούς στη συναρμολόγηση νέων ποιημάτων!

Οι λέξεις συντάσσονται παρνασσικά - με πολυτονικό σύστημα - στην αποτύπωση των συναισθημάτων.
Συντομία και ένταση επεκτείνουν τη θέαση πέρα από τις γραμμές και τα περιγράμματα. Αναγνωρίζεται η συναισθηματική εποπτεία στις πτυχές των λέξεων, χαρίζοντας μια καθαρή συγκίνηση στον αναγνώστη.

Στην ωριμότητά της η ποιήτρια ακολουθεί την δια βίου μάθηση, ανασυγκροτώντας την σκέψη. Οι εμπειρίες της γνώσης κρυσταλλώνουν τον λόγο σε διανοητικά διανύσματα, που η ίδια κατάφερε με επιτυχία να διασχίσει.
Τα ποιήματά της διατηρούν τη σοφία, καθώς κινούνται στη δραματικότητα συστοιχιών πυκνών νοημάτων. Αποκρυπτογραφείται η αδιάλυτη αίσθηση στα διαλυτά δομημένα σώματα με ρέουσα ευαισθησία, στις καθαρτήριες αφηγηματικές ενθυμημάτων.
Μεταγγίζει υλικά από την καρδιά και τον νου, απωθώντας ληθαργικούς ύπνους, με τις ιδέες να χτίζουν άρτια μορφολογικά και υφολογικά ποιήματα.

Συνταυτίζεται, ενσωματώνοντας στίχους που σκέφτονται, που μιλούν, που αγκαλιάζουν τρυφερά ό,τι την πλήγωσε και ό,τι την πόνεσε.
Βυθίζεται στα ακρωτήρια των παθών, όταν η μελαγχολία αποκοιμίζεται στην άκρη των βλεφάρων και τα μάτια αναζητούν τις κελευστικές αναθυμιάσεις της νοσταλγίας, «(σ)το αλφαβητάρι των ονείρων».

Οδοιπορικό

Μέχρι να φτάσω στο ποίημα
Θα διαβώ τη συνάρθρωση του εφήμερου.
Μονοπωλώντας το αλφαβητάρι των ονείρων.
Στη σημειωτική των λέξεων.
Τότε που έστηνα αγόγγυστα τις μέρες
Απέναντι από το πρόσωπό Σου.
Τραβώντας τώρα τις αδρές γραμμές.
Απ’ τα παλιά μου λάθη
Ως πρώτης γραφής
Ιερά ενθυμήματα.
Μονάζω…

Η ποιήτρια εναποθέτει στην ποίηση αμυντικούς μηχανισμούς, στην τελετουργία της έκφρασης. Βαλσαμωμένη σιωπή στενάζει σε ρούχα που αντιστέκονται. Παρηγοριά ο άνεμος, στις εξορίες έντιμων στίχων.
Είναι η δική της φυγή στο ποιητικό θαύμα, που αναβαπτίζεται με λέξεις, εμφυσώντας ζωή στα εκμαγεία της λύπης, μιας εσώτερης συντριβής.

Καταθέτει εκμυστηρεύσεις στο χαρτί από διαδρομές σε μνήμες, σε εμπειρίες, σε σκέψεις. Ο λόγος της κυριαρχεί σε «όλα τα πεδία βολής», υποβάλλοντας μια παρουσία - απουσία, με γνώριμους πολυδιασπασμένους ίσκιους.

Παραίτηση

Ενεδύθην
Την απόλυτη σιωπή, χρόνους ολάκερους.
Κι όμως οι παλαιοί άνεμοι με συντρόφευαν
Υπήρχαν πάντοτε δίπλα μου.
Εκεί στα κράσπεδα της μνήμης

Καθώς βάθαινε το πρόσωπο του καλοκαιριού
Μέσα στη μυσταγωγία της νοσταλγίας
Δεν με ξέχασαν.
Χαμήλωσαν τα φτερά τους
Και πριν την κατάδυση του ήλιου
Με οδήγησαν στα υπερώα νέων αγώνων.
Εδώ στις εωθινές νύχτες
Όλοι αναζητούσαν τους μαχητές της πρώτης γραμμής
Τους στηριζόμενους στο ιερό χρέος.
Κοίταξα όλα τα πεδία βολής
Μέχρι τους απέναντι ίσκιους
Δεν υπήρχε τίποτα γνώριμο
Σ’ αυτή την αστραπή της καρδιάς
Προδοσία μόνο.
Ήμουν ξένη ανάμεσα σε αγνώστους.

Με την ανάσα της στήνει «τον καινούργιο ουρανό επί χάρτου/ επάνω στο τέλος». Εκεί που ακόμα αναζητά όρια, εξοστρακίζει την αποκλήρωση, μαθαίνοντας πάλι από την αρχή να χτίζει στίχους, «με χώμα και νερό».
Είναι η δική της δέηση στην αδιαπέραστη και πυκνή ύλη του πηλού, που κατορθώνει - αφού πρώτα ψηθεί στη φωτιά - να μετατραπεί σε οικοδόμημα ποιητικής αθωότητας, στην εσχατιά της συναισθηματικής κατεδάφισης.

Αποκλήρωση

Μετά την κατεδάφιση
Των μέσα μας κάστρων.
Παρέμεινα εδώ στον κοινό μας φράχτη
Έξω από τη νύχτα.
Επί χάρτου έστησα τον καινούργιο ουρανό
Τοποθετώντας ψηφίδες ως αστερισμούς
Προσμένοντας τον ερχομό της άνοιξης…
Πεσμένη
Έμαθα να χτίζω για πρώτη φορά
Με χώμα και νερό
Επάνω στο τέλος.

Τιθασεύει παρορμήσεις, αλαφροπατώντας στην ισορροπία της σιωπής. Με την αφή αφοπλίζει «τις διαστάσεις της θύμησης», διαμελίζοντας τη νοσταλγία.
Εκτοπίζει τον πόνο, αναλώνοντας «όλο το θυμίαμα της πανσελήνου», για να βαθαίνουν οι όχθες της Αχερουσίας και να ξεδιψούν αθανασία τα μάτια της λύπης.


Η δύναμη της σιωπής

Σε κράτησα με τα χέρια της σιωπής
Ως την γλυκιά ικεσία του ύπνου
Αλαφροπατώντας
Στα μαγικά σκοτάδια της θροΐζουσας νύχτας
Αφοπλίζοντας τις διαστάσεις της θύμησης.
Σήκωσα το φως του πρωινού
Μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα
Ανάμεσα στα χείλη
Η εσώκλειστη ελπίδα των ίσκιων
Απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια των ματιών σου
Ανάλωσε όλο το θυμίαμα
Της χθεσινής πανσελήνου
Κατεβάζοντας την αθανασία
Ως τα μακρινά ποτάμια της Αχερουσίας
Εκεί που ξεδιψούν
Τα μάτια του πόνου.

Μεταφυσικές διαστάσεις μυθοποιούνται στην ήδη μυθοποιημένη «πρώτη εσοχή της αμφισβήτησης». Πεπρωμένο που στέκει κρεμασμένο πάνω από τα κεφάλια πιστών και άπιστων.
Κι όσο κι αν έχει απομακρυνθεί η ιστορία, η πραγματικότητα για εκείνους που ελπίζουν είναι προσιτή.
Γιατί, εύκολα δεν ξεστρατίζει η πίστη από εκείνους που κατανυκτικά την υπηρετούν.
Γιατί, πάντα μίτοι του παρελθόντος θα ξετυλίγονται στα ετοιμόρροπα έδρανα πραιτόρων, που διψούν για πτώματα στη συνέχεια της ιστορίας.

Προσκυνητές στο πορτραίτο του Θεού γλιστρούν στην πρώτη σχισμή της πρώτης εσοχής ύμνων, που μαρτυρούν την παρουσία Του, στην αιώνια άφεση αμαρτιών.

Πρώτη εσοχή Ι

Η διέλευση της αλήθειας
Στα μάτια της νύχτας
Μυθοποίησε τις διαστάσεις της.
Το πλήθος εκέκραξεν
Άρον – Άρον σταύρωσον Αυτν…
Κι όμως
Το πρόσωπό του παρέμεινε νηφάλιο
Καθώς εσύρετο
Από τον Άννα - στον Καϊάφα!
Εδώ
Στην πρώτη εσοχή της αμφισβήτησης.
Οι λεηλατηθείσες ψυχές
Στάθηκαν απέναντι
Στα ετοιμόρροπα έδρανα.
Οι πραίτορες
Έστησαν τις σιδερένιες πανοπλίες τους
Τα εχέγγυα μάτια
Ξέβρασαν πάλι τόσα πτώματα…

Τελευταίο πέρασμα

Η μέρα έσταζε την ιερή απουσία Σου
Άνοιγε πηγάδια.
Να ξεδιψάσουν τα νερά
Ως τις ακτές της ελπίδας
Εκεί
Που δένουν οι πλόες των γυρισμών
Απόμειναν άθικτες οι πετρόκτιστες γέφυρες
Δαμάζοντας
Το τελευταίο πέρασμα της νύχτας…

Ψέμα ή Αλήθεια;
Μια διαμάχη αιώνια στην επικράτεια της εικασίας.
Τι θα κυριαρχήσει;

Η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη κρατεί «ως διατηρητέο μνημείο», την προσωπική της αλήθεια, αναζητώντας την ουσία της. Ακτινοβολεί (η αλήθεια) λεκτικά  - πάντα ορθή κι αγέραστη - στη φλυαρία του ψεύδους. Προσεγγίζει την ενέργειά της, για να την υποτάξει και να υποταχθεί στις αλληγορικές μεταμορφώσεις της.
Γιατί, πουθενά δεν μπορεί να κρυφτεί, ακόμα κι όταν επώδυνα κατοικεί στην ενδοχώρα του ποιητή. Η διαβρωτική της δράση εξουδετερώνει αναστολές, για να μπορεί να λάμπει το μεγαλείο της.

Αλήθεια

Παρέμεινε εκεί
Ως διατηρητέο μνημείο.
Εν μέσω διθυράμβων και υπογραφών.
Τα επόμενα βήματά της
Πάνω στον ξύλινο διάδρομο
Θα κρατούσαν το τυπικό της ημέρας.
Η κραυγή της
Σκέπασε το ψέμα.
Όμως καμιά αλήθεια
Δεν μπορεί να κρυφτεί
Πουθενά…

Όταν βαραίνει το κενό της απουσίας, ο αιμόφυρτος χρόνος προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την μοναξιά. Να κλείσει ρωγμές που άνοιξε η απελπισία, στους ενδάκρυους διαδρόμους του νου.
Οι λέξεις δραπετεύουν με νυχτικά στο φως, «ζέοντες λίθοι» στην ατέλεια μιας ακόμα ακατανίκητης εκστρατείας, στην ανατριχίλα της νύχτας.

Η ποιήτρια τολμά διασώσεις, καταρρίπτοντας αδιαπραγμάτευτες προσκλήσεις ως τα έγκατα της γης.
Τι κι αν την παρασύρουν;
Ακροβατεί - σχεδόν αιωρείται - στο αιχμηρό συρματόσχοινο, αλείφοντάς το με λάδι αγριελιάς, απαιτώντας στο σκοτάδι την ασυλία της αγρύπνιας.
Πίσω από ανύπαρκτες πόρτες που κλείνουν σε έρημες σκήτες, χαλιναγωγείται η λύπη με το έμβλημα της ποιητικής στα χέρια που τολμούν να γράφουν.
Είναι η εξαγνιστική - λυτρωτική πράξη των ποιητών, στις παραπλανητικές εκεχειρίες της απελπισίας.
Οι όποιες εκκρεμότητες με την λύπη γεμίζουν γραμμές, στα τετράδια της αναγέννησης του λόγου.
Γιατί, όπως λέει ο Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Το ελπίζει ο Θεός
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος»

Ρωγμές

Σ’ αυτή τη σκήτη
Κατάσαρκα της νύκτας
Η μοναξιά αγρίεψε
Κι όλα σιωπούν.
Αιμόφυρτες ρωγμές τα δευτερόλεπτα
Στάζουν στα βράχια του χρόνου.
Οι λέξεις αγροικούν (ζέοντες λίθοι)
Ραγίζουν τα βάθη της αγρύπνιας.
Μετατιθέμενες τροχαλίες
Με επάλειψη λαδιού αγριελιάς
Κυλούν στο συρματόσχοινο.
Εδώ βαραίνει το κενό της απουσίας σου
Ως τα έγκατα της γης με παρασύρει

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - Μια αιωνιότητα αργότερα



ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - Μια αιωνιότητα αργότερα από την Σοφία Στρέζου

Από τις εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ, κυκλοφόρησε το 2014 η νέα ποιητική συλλογή της Μίνας Παπανικολάου,
«Μια αιωνιότητα αργότερα».

Μόνον ένας ποιητής θα μπορούσε να αναβάλλει το όνειρο, «μια αιωνιότητα αργότερα».
Η ποιήτρια Μίνα Παπανικολάου, με το πέρασμα της συγγραφικής της τέχνης στο χρόνο, αποδεικνύει πως έχει την δυνατότητα να το μετατοπίσει. Όταν όλα θα έχουνε γίνει σκόνη, τα γραπτά που θα μείνουν - θεωρώ πως - θα την εντάξουν στους αξιόλογους ποιητές της γενιάς της!

Ξεκινώντας από μια ιδιωτική προσέγγιση, η ποιήτρια διαμορφώνει και διαμορφώνεται από την στοχαστική θεώρηση που την προφυλάσσει από την παγίδα της εύκολης αισθηματολογίας.
Την μετατρέπει σε χρονικά παράγωγα εμπειρίας και γνώσης, όπου ακουμπά η ευαισθησία των αναγνωστών.

Στο νέο της ποιητικό απάνθισμα, η ηλικιακή ωριμότητα συμπορεύεται με την ποιητική, καθώς απαξιώνεται συνειδητά, την εφημεριότητα και την ευκολία για χάρη της υψηλής ποίησης!
Γιατί, τίποτε δεν γράφεται με την ευκολία της υπερθέρμανσης του λόγου. Αξιολογεί και διαγράφει στίχους, διατηρώντας τη λάμψη και το χρώμα εκείνων μόνον που διατηρούν την ανθεκτικότητα των ορυκτών της γραφής της.
Έτσι, κατορθώνει να δημιουργεί μια πυκνότητα συνειρμών, που ανταποκρίνεται με επάρκεια στην αρχική ποιητική της έμπνευση.

Αφομοιώνει την ενέργεια που της προκάλεσε, η όποια έκδηλη ή υπόδηλη σκέψη, ενσωματώνοντάς την με γοητευτικά αποτελέσματα.
Άλλωστε - από όσο μπορώ να γνωρίζω - η ίδια απωθεί την ιδέα της αφόρητης στασιμότητας, επιλέγοντας έναν ρευστό ιδιότυπο μελλοντισμό στην έκφραση και στην νοηματολογία, για να καλύπτει την ποιητική της αναζήτηση.

Συνεχίζοντας τις πλεύσεις της στα ποιητικά πελάγη, έχει επίγνωση πως οι ποιητές ανακαλύπτονται και αποκαλύπτονται στα μάτια μελλούμενων αναγνωστών.
Εξάλλου και η ίδια υπήρξε γενναιόδωρη και ανταποδοτική στην «σπερινή συνάντηση με τα ποιήματα του Νίκου Π. Καρύδη», όταν μας τον σύστησε στην προηγούμενη ποιητική της συλλογή, 40 χρόνια μετά την πρώτη γραφή των ποιημάτων του κι αφού ο ποιητής δεν υπήρχε πια στη ζωή.

Λόγω της ενασχόλησής της με την ζωγραφική, τα ποιήματά της εμπεριέχουν εικαστικές παρεμβάσεις. Τις μεταμορφώνει σε κρυσταλλωμένα γλωσσικά απολιθώματα. Το αποτέλεσμα απεικονίζει νέες εκφραστικές δομές, αποτυπωμένες με περισσή επιμέλεια.
Οι ψυχολογικές διακυμάνσεις που την έθρεψαν γίνονται κυτταρικά σώματα στον ποιητικό χάρτη, καθώς η ποιήτρια επεξεργάζεται συναισθήματα. Τα μάτια της καίγονται, ελπίζοντας να καταφέρει να μεγαλώσει τον ορίζοντα που της αναλογεί… με λέξεις.

Θέαση

Είχα αποφασίσει  από καιρό
να κάψω τα μάτια μου.

Ίσως έτσι
μεγαλώσω τον ορίζοντα που μου αναλογεί.

Η Μίνα Παπανικολάου διαπρέπει κατά την ανάβαση στις ποιητικές πλαγιές του λόγου, κατέχοντας μια αναρχική όραση στην ενορατικότητα του μέλλοντος.
Γιατί, κάπως έτσι γεννιούνται οι στοχασμοί που συνδέουν τον ποιητή με το σύμπαν. Κι αυτό δεν γίνεται από αλαζονεία ή έπαρση. Είναι μια ένστικτη και παρορμητική  ανάγκη της ψυχής του δημιουργού να υπερβεί την φθορά.
Επειδή η ίδια γνωρίζει καλά, πως οι ποιητές ασκούνται στο παρόν με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον.

Μια αιωνιότητα αργότερα                   
                                                                                                   
Θα αναβάλλουμε  το όνειρο
μια αιωνιότητα αργότερα.

Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει την αναγκαιότητα
της αναβλητικότητάς μας;

Στον παρόντα χρόνο
αποκτήσαμε  αναρχική όραση.
Ίσως στο μέλλον μάθουμε το συμβιβασμό.

Απελπίσου!
Ποτέ δεν θα αλλάξουμε πλεύση!
Αν και «δεν ξέρει πια πως γράφονται τα ποιήματα», εν τούτοις είναι η αφοσιωμένη των λέξεων!
Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που ακολουθούν το φως σε όλες τις διαχύσεις του, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχεται. Είναι ταγμένη να το υπηρετεί, ακόμα κι όταν η απελπισία συσσωρεύει λυγμούς στα μάτια και οι πνιγμοί γίνονται πολύτιμα μυστικά, επουλώνοντας το πανάρχαιο πένθος.

Η ασκητική ποιητική της δίνει τη δυνατότητα να μπορεί να τραγουδά τον ανεκδιήγητο πόνο των ανθών, γιατί και η ίδια κατά πως λέει ο Berthold Brecht, «σε άρρωστους καιρούς γεννήθηκα»
Παρ’ όλα αυτά, αναδεικνύει την αγάπη που έδωσε με ραγισμένα δάχτυλα.
Κατά βάθος συνειδητοποιεί, πως δεν αναγνωρίζεται από ίσκιους που κρύβουν την αλήθεια τους από το φως.
Η δυσπιστία της απέναντι σ’ αυτό που γράφει - την κρατά σε εγρήγορση - ώσπου να βρει τις κατάλληλες λέξεις που «διψασμένες περιφέρονται σε θάλασσες υπομονής», για να στηρίξουν το οικοδόμημα της γραφής της.

Ενατένιση

Δεν ξέρω πια
πως γράφονται τα ποιήματα!

Οι λέξεις κρύβονται
αποσιωπώντας
τα πολύτιμα μυστικά τους.
Περιφέρονται διψασμένες …
Είναι θάλασσες υπομονής
με καρτερία αγάλματος.

Τώρα πια
τα φλύαρα μάτια μας
βηματίζουν ανάερα
επουλώνοντας  θλίψεις
πανάρχαιου πένθους.

Η δραματικότητα της ποιήτριας επικρατεί στη γεωγραφία των βλεμμάτων. Ο αποπροσανατολισμός ομοιοκαταληκτεί με την συσσώρευση λυγμών στα μάτια. Τυφλά φορούν πνιγμούς στο κενό της βύθισης, αγνοώντας την αλήθεια της.
Αναζητούν την γαλήνη σε απάτητους προορισμούς, με την προσμονή ρευστή στου χρόνου τον πόνο, στην έρημο της απουσίας, στις μεταστάσεις της αιωνιότητας.
Η αβάφτιστη ροή των δακρύων γίνεται μετάληψη σε χάρτες προορισμών, στου απέραντου τα αζήτητα.

Αποπροσανατολισμός

Τα μάτια σου!
Της απελπισίας μάτια
συσσωρεύουν λυγμούς
ύστερα χαίρονται τον πνιγμό τους
κι απορούν...

Κατά πού πέφτει η γαλήνη;

Η Μίνα Παπανικολάου δεν σταματά να διδάσκεται από την γραμματική της θύμησης στο λύγισμα του χρόνου.
Ασίγαστοι ωκεανοί τρέφουν ελπίδες στα υψωμένα κύματα της σκέψης, που σκορπούν στην ακινησία των βάλτων.
Γιατί, η καρδιά διαφεντεύει το νου κι η ψυχή αφουγκράζεται μικρές επαναστάσεις στο σούρουπο.
Όταν η άμπωτη γαληνεύει το αγχωτικό ταξίδι της παλίρροιας, η παραφωνία των κυμάτων γίνεται επίκληση στη μέρα που έφυγε και στη νύχτα που φθάνει, καταργώντας την αυθάδεια του χρόνου.

Πανσέληνες στιγμές αφήνουν το στίγμα τους στις συζυγίες άνισων αισθημάτων, ενισχύοντας την απουσία.
Οι ψυχές αλληλοεπιδρούν, αναζητώντας τη διαφάνεια στον ορισμό της προσδοκίας, με διατακτικές ονείρων σε επικίνδυνα συναισθήματα.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ ΑΠΟΥΣΙΑ

Είχες κάτι
από πανσέληνες στιγμές
της παλίρροιας.

Πώς σκορπά;
Πως χάνεται
το πιο θηριώδες κύμα;

Έτσι!
Υπόκωφα κι αδιευκρίνιστα!

Καλοκαιριάζει χαρές.
Απουσιάζεις.

Η ποιήτρια διατηρεί στη γραφή της τη λιτότητα, αποδίδοντάς την με σαφήνεια και εξομολογητικό τρόπο.
Ερωτικά σχήματα γράφονται στις εκτάσεις λαθών που έληξαν.
Κι όσο κι αν προσπαθεί κανείς να τα διορθώσει, πάντα μένουν οι ιαχές του οδοστρωτήρα σαν συνθλίβει την αθωότητα, κυοφορώντας νέα ποιήματα στα περιγραφικά της απόγνωσης.

Λιτανείες απουσίας κλειδώνουν χρόνους ανάερης θλίψης, στη  συνοχή αισθήσεων σε ανοιχτούς χώρους.
Ζητά να κρυφτεί πίσω από γράμματα που λείπουν στο χάρτη της αγάπης. Χάνονται στην βαρύτητα ερειπίων που άναρθρα γκρεμίστηκαν στις ανακατατάξεις της αιωνιότητας, στην απροσδιοριστία του απείρου.
Τα τελευταία ενθυμήματα γίνανε ρωγμές στην απόγνωση των ποιημάτων.

Περιγραφικό της απόγνωσης

Τί κρίμα
να διορθώνουμε
τα λάθη της γραφής!

Ανύποπτοι,
γκρεμίζουμε
το τελευταίο καταφύγιο
της αθωότητάς μας.

Είχα κρυφτεί
στο γράμμα που έλειπε!

Στο περιγραφικό Α (Άλφα)
της απόγνωσης…

Χαράζει τα ίχνη της στο χαρτί για να περιγράψει αισθήματα και συγκινήσεις. Συνθέτει νοήματα από όλες τις μεγάλες αρνήσεις του παρελθόντος, αφού προηγουμένως τις μετατρέψει σε καταφάσεις ζωής, με μάτια που στάζουν λατρεία στην αλμύρα της.
Λωτοφάγος της νοσταλγίας, θάλπει αναμνήσεις υποδόρια!
Άγριες νύχτες μεταλλάσσονται σε άγιες, αντέχοντας τους αντιπερισπασμούς της αβεβαιότητας.
Εμμονικά περιγράμματα απουσίας αναπτύσσονται σε αχειροποίητα πρωινά. Γίνονται ένα με τα χέρια, που καταφέρνουν να αγκαλιάσουν κρουνών εμπνεύσεις.
Έτσι μιλά για την αγάπη, ακόμα κι όταν οι εστίες στέκουν λυπημένες από την φθορά της εγκατάλειψης.

Η ποιήτρια νιώθει αυτοεξόριστη σε εκκλησιά αλειτούργητη, διαιωνίζοντας θύμησες που κινδυνεύουν να τις αγγίξει η λήθη. Μετατοπίζει την ανυπαρξία σε οπτασία ακριβής προσμονής, στα ολογράμματα της επιθυμίας.
Κι όσο κι αν το ηφαίστειο επιμένει κοιμισμένο να στέκει στην παροικία της αγάπης, εκείνη εξακολουθεί να αφουγκράζεται ήχους από τα ξυπνήματά του. Η ένταση και η διάρκεια της καυτής ανάσας του είναι το ρευστό μάγμα, που διατυπώνεται ασύμμετρα και υπερβατικά στα μαύρα ιζήματα του έρωτα.

Ακριβέ μου

Καμιά γραφή δεν το έγραψε ακόμα

καμιά μουσική
ούτε ρυθμός
ούτε ο αδυσώπητος
θηριώδης χρόνος
δεν συναντήθηκε μαζί σου…

Ακριβέ μου!

Ούτε οι δρόμοι
σε αντάμωσαν ποτέ αληθινά!
Γλαρό μου κύμα - πάλευκο!

Τριαντάφυλλό μου!

Όσο κι αν έψαξα
στα εωθινά ηλιοστάσια
στις νεκρές φούγκες
στα ακροθαλάσσια
για σένα
ποτέ
κανείς δεν μου τραγούδησε.

Ούτε μια θύελλα
δεν έφερε τον ήχο της φωνής σου.
Αγαπημένε!

Να πεις του χρόνου
πως ατρόμητη αφεντεύω.
Αυτοεξόριστη της προσμονής σου.

Ακριβέ μου!

Οι λέξεις ανήκουν στα θαύματα, κατοικώντας σε βλέφαρα που δίνουν όρκους στον κρουνό του έρωτα και της αγάπης!
Για να αναδυθούν οι νικητές του πόνου με έποικους όρκους στο βυθό των βλεμμάτων. Γίνονται σεισμικά κύματα, που ταράζουν την αδράνεια σε ανερμήνευτες αλήθειες ζωής, με τον ήλιο να καίει δίπλα στις καρδιές χωρίς να τις καίει.

Από δω και πέρα, η ποιήτρια θα φωτίζει μόνον φεγγάρια αφέγγαρα σε δίνες ποιημάτων. Ουραγοί λαμπαδηδρόμοι σε δρόμους ουτοπίας διαβαίνουν αισθήσεις στις αναιρέσεις του αναπόφευκτου, με καταποντισμούς στα ανεξήγητα.
Εκεί που οι άνεμοι ξεγελούν και ξεγελιούνται, ακτιβιστές  διυλίζουν αναπαλαιώσεις θλίψης, στα διακυβεύματα της αγάπης. Προσπαθούν να κρατηθούν από το κόκκινο μελτέμι της, καθώς ο έρωτας καταποντίζεται… στο ανερμήνευτο.

Καταποντισμός στα ανεξήγητα

Τι νόμιζες
πως είναι η αγάπη;

Εισιτήριο να το ακυρώσεις
και να πεις πως ξεμπέρδεψες;

Καταποντισμός
στα ανεξήγητα είναι
ακροβασία των ανέμων
στις βουνοκορφές
και μια στάλα κόκκινο μελτέμι
στα χέρια μας.