ΕΛΣΑ Κασάπη - ΑγγΙγματα .... εν Λευκώ

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Έλσας Κασάπη,  «ΑγγΙγματα .... εν Λευκώ», έρχεται διαδικτυακά από την ιστοσελίδα http://texni.org/literature/item/50-elsa

Τα «ΑγγΙγματα .... εν Λευκώ», είναι λέξεις που ακουμπούν στην προσωπική παραμεθόριο της ποιήτριας. Με ακρίβεια αναπτύσσει
μια νέα διαλεκτική, με το ποίημα να ανοίγει ένα νέο κύκλο μέσα στον υπάρχοντα κύκλο του ποιήματος. Και καθώς η Τέχνη της Ποίησης εξελίσσεται, η ποιήτρια εισάγει καινοτόμες φόρμες στο τρόπο δόμησης. Πρωτοτυπεί, διευκολύνοντας την συγκίνηση να απλωθεί σε ανεξάρτητα οικοδομήματα που όμως διατηρούν το γερό θεμέλιο του πρώτου συγκινησιακού ρίγους. Παρεμβαίνει αισθητικά στα γράμματα των στίχων, προσδιορίζοντας το ύφος μιας προσωπικής δόμηση που ταυτοποιεί τον Λόγο, στα ενταγμένα μνημειακά σχήματα.

Τα ποιήματα της Έλσας Κασάπη είναι ακοίμητοι λυγμοί στους όγκους των συναισθημάτων, με ακατάσχετη αιμορραγία αισθήσεων. Ο πόνος σταματάει στη μνήμη, που οπλίζει το χέρι, για να εξημερώνονται στεναγμοί, στραγγίζοντας συναισθήματα, νοτισμένα από τα προστάγματα της αγάπης. Έτσι προχωρούν με αιμάτινους διασκελισμούς στις άκρες, για να πλησιάσουν το νοητικό ιδεώδες του ποιήματος. Οδυνηρές ρήξεις παραδίνονται στην αμνησία του φόβου.

Οι στίχοι είναι σύμβολα που αποκωδικοποιούν το νόημα μιας ελαφρότητας στο βωμό του φωτός, εξαγνίζοντας πάθη. Υπάρχει ένας συγκερασμός λιτότητας και λυρικότητας στους στίχους. που όμως διαποτίζονται συγκινησιακά, για να μεταδώσουν εικόνες που αγγίζουν την ψυχή και τον νου. Ποιητικά ντύνονται μύθοι που ταξιδεύουν σε μυθικές ιστορίες, αποδίδοντας με εμμονή την εμπρεσιονιστική εικόνα του μύθου.


το λιγότερο … Μέδουσα

Πέφτουν τα λέπια
απ’ τα μάτια,
σαν μικρά δάκρυα
που στραγγίζονται
για εξαγνισμό.
Βλέπω μέσα απ’ τα μάτια
της Μέδουσας,
για να τρομάξω
τη ματωμένη έπαρση
της αναΤολής.

Ένα γιασεμί ευωδιάζει
τον υπνοβάτη ουρανό
και μεθά
απ’ το λίκνισμα του φΩτός.

Παίρνω την ανάσα του ήλιου
και σκεπάζω τ’ όνειρο.
Στο μέτωπο λάμπουν
μερικές σταγόνες αγωνίας,
απ’ το άγγιγμα της αυγής
με τ’ αξημέρωτα βράδια,
ενώ παραδίΝομαι στην
αμνησία του φόβου.

Οι σκέψεις αρμΕνίζουν
στα νερά του υγρού βλέμματος.
τσαλακώνουν τα τσίνορα,
απ’ το βάρος της ψυχής.
Θυμούνται με εικόνες.

Δεν θέλεις να ξέρεις
πώς λειτουργεί η μνήμη
μιας ξεχασμένης σελήνης …

Δεν τιθασεύεται το δίκιο.
Καλπάζει ωσάν κεραυνός.
Κρουνοί ουράνιοι ξεδιψούν
τους πολεμιστές.

Κι εγώ … εκεί.
Μια διψασμένη, στεγνή
Άνοιξη
που μετρά τις επΑναλήψεις της.


Η Έλσα Κασάπη αιχμαλωτίζει στα ποιήματά της την αιώνια αλήθεια του έρωτα και τον σπαραγμό των τραυμάτων της αγάπης. Δαιμονισμένες σιωπές καταγράφουν κραυγές και σπασμούς στα σεντόνια μιας εκλεκτικής απουσίας, στο ποτάμι του χρόνου. Κι όσες φωτιές άναψαν φλόγες, ατύλιχτα άφησαν τα σώματα στην αθανασία της αιωνιότητας. Ακραίες αισθήσεις ομολογούν την ανυπαρξία εραστών στα σύνορα του φόβου, στην καμένη στάχτη μιας πολιορκίας που άδοξα έληξε.

Η νύχτα φανερώνει το δράμα μιας πολεμικής πόθων στα άδεια σεντόνια με μεταγγίσεις πάθους στο ανεξιχνίαστο της ερωτικής συνύπαρξης. Και τότε ποιητικοί διάλογοι γίνονται βάραθρα που καταπίνουν και θυσιάζονται σ’ αυτά εραστές που αγαπήθηκαν πολύ, στην έσχατη νύχτα του έρωτα. Ανεξιχνίαστο παραμένει το μυστήριο, ψηλαφώντας στα τυφλά την υποψία γυμνού κορμιού στο σκοτάδι. Συντριβή στην αποδημία δακρύων που λέκιασαν την τοιχογραφία στο δωμάτιο της λύπης.


στο ποΤάμι του χΡόνου …

Όλο το βράδυ
κυλιόσουν στα σεντόνια μου.

Η ματιά σου με λίγωνε,
η φωνή σου με στηΛίτευε.
Με ζητιάνευες
μ’ άναρθρες κραυγές,
μ’ έψαχνες
μΕς στους στίχους,
μ’ έβρισκες
κρεμΑσμένη στις νότες.

Όλο το βράδυ
με ζωγράφιζες
με τα επιδέξια δάκτυλά σου,
βουτυγμένα στο χρώμα σου,
που μόνο άΛικο ήταν …

Όλο το βράδυ
έσερνες πάνω μου
ένα πέπλο αιδημοσύνης,
δεν άντεχες να βλέπεις
την άδεια μαΤιά μου,
καθώς την τύΦλωνε
η θεϊκή σου ρώμη.
Όλο το βράδυ
η νύχτα βοΟύσε
τρομαγμένα ρήΜατα,
σταύρωνε τις αδυΝαμίες,
λιγούσε τις αντισΤάσεις.

Όλο το βράδυ,
σε σφράγιζα στη σάρκα μου,
σημάδι μιας τραγικής ένωσης,
από δύο άλλοθι που αλληλοΣπαράζονται …


Κι αυτό το βράδυ όμως
ήταν όπως όλα τ’ άλλα,
γιατί εσύ … δεν ήΣουν εδώ !

 

Η ποιήτρια δεν έχει τίποτε άλλο παρά μόνον τις ανάσες της, που διασχίζουν το χάος, για να συναντηθούν στον άωρο χρόνο. Επιχωματώνει επιμύθια θητεύοντας στον ουρανό του απείρου, τεμαχίζοντας τη φωνή του πόνου. Μεγενθυμένη ψευδαίσθηση στα ταξίδια της απώλειας αλλά και του φόβου της απώλειας.

Ποιήματα ενδύονται αιμορραγικές φιγούρες, με ακαριαίες μολύνσεις θλιμμένων εμμονών, στις δερματικές απολήξεις τραυμάτων, που ακόμα ματώνουν την πηγή των συναισθημάτων, στις απόκρημνες ακτές του έρωτα. Άλλωστε, τα ρήγματα πάντα μετακινούνται, ανοίγοντας νέα,  στις κατακόμβες του ονείρου, εκεί όπου προσεύχονται τα ακατάληπτα αδιέξοδα της μνήμης. Είναι το αναρίθμητο της μοναξιάς που θυσιάστηκε βουβά, στον βωμό της λατρείας. Έτσι απλά, μετατοπίζει το βάρος του θανάτου στον θνησιγενή θάνατο της αγάπης, συλλαβίζοντας αισθήσεις.


  … αιμΟρραγίες

Ολες οι ακατάσχετες αιμΟρραγίες μου
καταλήγουν στην πηγή σου.

Βροντερή η φωνή του πόνου,
αποστρέφεται τον οίκτο.
Στεναγμοί,
πάνω στα φτερωτά μου χέρια δεμένοι,
ταξιδεύουν με φόβο.

Άλλαξα σεντόνια στο κρεβάτι μου,
που μολύνθηκε ακαριαία ...
Μόλις που πρόλαβα
να συλλαβίσω ευχή στο άπλετο φΩς.

Πείνα ανυπόφορης ονείρωξης
μαστιγώνει τα σπλάχνα
της ευάλωτης ψυχής.

Μιλώ για σένα

σε καταιγίδα δακρύων,
θλιμμένων εμμονών,
με πτώσεις ακαΤάλλειπτων συλλΑβών.

Κλείδωσα το ουράνιο τόξο
στη σκοτεινή σου ύπαρξη,
μόνο για να σε δω
ν' αλητεύεις στο φΩς.


 
Στην άνιση μάχη της ποίησης η Έλσα Κασάπη νικάει στην ανυποταξία της ήττας, ναρκοθετώντας όρια αντοχής στον γαλαξία του πάθους. Με εύθραυστη βεβαιότητα, θα πει η ποιήτρια:

Φεύγω … μόνο και μόνο για να γυρίσω.
Πέφτω … απλά για να σηκωθώ.

Για να επιστρέψει ανίκητη, στη σχηματισμένη γεωμετρία του έρωτα, του ασχημάτιστου όγκου σωμάτων, στη βαρύτητα της αγάπης, στην ακίνητη εσοχή του χρόνου, που τυραννά τα ανέγγιχτα. Είναι που αγαπά τα ανέφικτα στα συμπλέγματα του εφικτού μιας έκρηξης σε χρονικά εκκρεμοτήτων, στη βραχυπρόθεσμη ισορροπία του απείρου.


το χρονικό μιας έκΡηξης …

Κουρνιάζω στο άπειρο.
Κατοικώ στον γαλαξία του πάθους.
Του ανένταχτου λογισμού.
Του πυρφόρου λόγου.

Κι εσύ μαζεύεις σκιές και τακτοποιείς εκκρεμότητες …

Τέμνομαι σε μια κλωστή,

ισορροπώ στο απύΘμενο.
Μπερδεύω το πλεκτό της αράχνης.
Εκείνη παλεύει να με τυλίξει,

με μαεστρία παλιάς υφάντρας.

Αόρατη απειλή με καταπίνεις.
Φορώ της αοριστίας το πέπλο
καμώνομαι μια άλλη, ξεΓελώ σε …
Νύμφη του Αχέροντα, Ψυχές χαμένες ζευγαρώνω …

Ακυρώνω το σκήπτρο σου Μαέστρο,
σφαλίζω τις προεκτάσεις της έμπνευσής σου.

Υπενθύμιση: να μην ξεχνώ να επιστρέφω
πάντα εκεί που πηγάζει το ύδωρ της ζωής,
όταν τα κρίνα βάφονται άλικα
απ’ τις θυσίες της αγάπης.

Βασική προϋπόθεση το ανέΦικτο …
στοιχηματίζω πάντα κατά του.

Κερδίζω μάχες λογισμών
στης αστείρευτης σποράς τη δράση.

Όταν οι λέξεις υποκλίνονται στο δημιουργό
ζητώντας το Αγιο Βάπτισμα,
ντύνομαι άμφια ιερά,
κοινωνώ στ’ άχραντα μυσΤήρια της γνώσης…

Διαμελίζω τους ανένταχτους στίχους.
Εξορίζω τους ικέτες στεναγμούς.
Δαμάζω τους παθιασμένους λόγιους.
Ανοίγω φλέβες στη σπονδή
της αταλάντευτης ανΥπαρξίας.
Ζωοποιώ νεκρά κύτταρα τέχνης,
ανέραστη έμπνευση εξεγείρω.
…. Ζήτα απ’ τα μάτια μου
ν’ αποθηκεύσουν το σκοτάδι όλο της αβύσσου …

Ένας στίχος στο περβάζι μου κρεμιέται,
παρασπονδίες μιας αναρχικής σκέψης ψελλίζει …

Μπορεί κανείς να διασύρει την ταραγμένη μνήμη των γερόντων ;
Μήπως της νιότης τα μπουρλότα ν’ αναθεματίσει ;

Ελεούνται οι αυτόνομοι ιππείς …
Γέννες ατσαλωμένων πόθων δεδικαίονται
στων ερΩτων τ’ ακούρσευτα μέλη.

Στην παρΟυσία και στην απΟυσία,
ανακατεύεσαι
με άρωμα κανέλας και βανίλιας,
καταΓράφοντας την έκρηξή μου …

Η συνειδητότητά μου πάλι βύθισε βαθειά τη λάμα …

Κόψη συρτή και σίγουρη …

Πόσο στενάζει ο στεναγμός, όταν κουρσεύει σκέψεις …

ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΣΜΥΡΛΗΣ - Κονσέρτο για Σιωπή

Μελαγχολικές αναγνώσεις από τη θλίψη της γραφής του «Κονσέρτο για Σιωπή», της πρώτης ποιητικής συλλογής του Γιάννη Σμυρλή, που κυκλοφόρησε το 2013 από τις εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ. Με τους πρώτους στίχους να οδηγούν τον αναγνώστη
 από το λίγο στο πολύ της αισθητικής συγκίνησης.

η ποίηση έρχεται μιαν ώρα
που δεν περιμένεις πια κανέναν άλλον

Γιατί… έτσι είναι η ποίηση… φοράει τα καλά της και σπεύδει  να συναντήσει τον ποιητή, που θα τιμήσει τον προορισμό της.

Ελκυστική γραφή από την πρώτη ανάγνωση στους ιδιότυπους στίχους του Γιάννη Σμυρλή. Τα ποιήματά του εκπέμπουν την αισθητική συγκίνηση μιας λύπης, που αναδύεται από τον κρυπτικό λόγο, αποκαλύπτοντας το μέγεθος του συμπυκνωμένου λόγου. Αυτόνομες στροφές, ενδύονται ποιητικές αποφθεγματικές ρήσεις και προτάσεις, στο ιδεατό ενός ποιήματος, που περιφέρεται ορθά ταξινομημένο στην ταξική ηγετική φυσιογνωμία της ποίησης.

Η γραφή είναι επιβλητική, αν και με αφοπλιστικά σπαράγματα υμνεί την λύπη στην παραισθητική επικράτεια της θλίψης. Ίσως είναι βιώματα που διαλύονται στις ομίχλες καταλυτικών αναμνήσεων, φορεμένα κατάσαρκα στην αύρα του κειμένου στην άυλη γεωγραφική του περίμετρο. Με ευανάγνωστη γλωσσική επιμέλεια, διατηρεί την λυπημένη ιθαγένεια του ποιήματος, στην εκκρεμότητα του θανάτου. Διατηρεί την συνειδησιακή αγωνία με λυρικά εκχυλίσματα, ενσωματώνοντας την ανυπακοή στον τρόπο που θα δομηθούν τα ποιήματα, στον γεωγραφικό άτλαντα της ποίησης.

Ο ποιητής δια μέσου της νοσταλγίας των «Νηπενθή» του Κώστα Καρυωτάκη, επανέρχεται συντετριμμένος, γονιμοποιώντας εκ νέου το πένθος. Το ενδόμυχο ποιητικό δράμα, διατηρεί τα σκούρα χρώματα της σκουριάς και της τέφρας, εξασφαλίζοντας έτσι επιφανείς τύμβους για τις λέξεις του. Τα ποιήματά του πονούν, εξ αιτίας μοιραίων τραυμάτων με τυραννικές  φλεγμονές στις υποδόριες πληγές της ανταριασμένης του ψυχής. Γι’ αυτό και διαιρούνται με ανεξάρτητες τομές, επιδιώκοντας την ίαση στο λίγο του πολύ των ποιημάτων..΄


Απολογία (Απόσπασμα)

0.

Θα μιλήσω
για τη σιωπή

Είναι
σελήνη,
χιλιάδων λυσσασμένων ημερών


Η υπαρξιακή και συνειδησιακή αγρυπνία, οδηγούν τον ποιητή στην οριστική μορφή της σύνθεσης, θεμελιώνοντας το όραμα της πιο βαθιάς οδύνης του ποιητή. Ο ποιητικός πυρήνας, είναι η εμπειρική συνείδηση μιας νοσταλγίας πένθιμης και αναστοχαστικής διάστασης του θρήνου, δια της θεάσεως της θλίψης. Γιατί η θλίψη είναι η αισθητή έκφραση του ιδεατού στην γραφή του. Επικρατεί στο χώρο και τον χρόνο, μετασχηματισμένη πια στους κατακερματισμούς της λύπης. Συγκινησιακά ερμηνεύονται τα νοήματα με λυρικές εξάρσεις μιας φιλοσοφημένης γλώσσας, διαλύοντας την όποια υλική υπόσταση, για να μείνουν πνευματικές οντότητες που συνθέτουν την υπαρξιακή αγωνία του ποιητή. Τι κι αν αινιγματικά περιφέρονται οι νοηματικοί στοχασμοί, ο Γιάννης Σμυρλής δίνει τις δικές του απαντήσεις στις κυρίαρχες ερωτήσεις που βασανίζουν τον ποιητή, επιδιώκοντας να κατακτήσει και να κατακτηθεί στη συλλογιστική οδό που οδηγεί στην αφύπνιση της σκέψης.

Τα ποιήματα είναι λέξεις που εικονοποιούν το όνειρο, το όραμα, την ιδέα, καθρεφτίζοντας την σκληρή αλήθεια του πόνου. Στους προβληματισμούς της απελπισίας, προσπαθεί να δώσει την δική του ερμηνευτική απόχρωση της απόγνωσης, μέχρι να έρθει η λύτρωση. Σκιαγραφείται ο ασίγαστος κόσμος, που παλεύει με την ονειρική διάταξη ενός αδρανοποιημένου και αδικαίωτου κόσμου, για να εδραιωθεί η ταυτότητα της εν επιγνώσει αλήθειας. Η πεσιμιστική διάθεση, του επιτρέπει να επικοινωνεί με το υπερβατικό και νοητό σύμπαν αθόρυβα και μυστικά, στις σιωπηλές συνομιλίες με την αιωνιότητα. Έχει επίγνωση της άγνοιας και της παρακμής που επικρατεί στο στερέωμα, παρ’ όλα αυτά δεν συμβιβάζεται με τη συμβατότητα ενός επίκαιρου γίγνεσθαι.

Διερευνά περιοχές που άλλοι πριν από τον ίδιο περπάτησαν, ανιχνεύοντας σιωπές. Στρατευμένος της θλίψης καταθέτει την δική του αμυντική πολιτική, για να υπηρετήσει την κρυμμένη από πολλούς αλήθεια. Εποπτεύει ότι μέχρι τώρα έχει ειπωθεί, αρθρώνοντας δίπλα σε κείνους που έσυραν τα βήματά του, τη δική του φωνή. Οι μυστηριακές έννοιες και ιδέες γίνονται αφετηρία για μια άλλη πρόταση, προσδοκώντας την λυτρωτική δικαίωση της ψυχής, που ανειρήνευτη προχωρά στους δαιδάλους της λύπης. Εκφράζει την εσωστρέφεια στην τοιχογραφία των ποιητικών αναζητήσεων, την μοναξιά αλλά και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που αναζητά λύσεις, στα βασανιστικά ερωτήματα που τον απασχολούν.

Η ποίησή του Γιάννη Σμυρλή είναι μεστή και ουσιαστική και ταυτόχρονα δραματική σχεδόν τραγική. Φρεσκάρει την παλιά θλίψη, μεταλλάσσοντας την ατομική εμπειρία σε πανανθρώπινη, για να εκφράσει ποιητικά την εποχή του, θεωρώντας πως αυτή είναι η κληρονομιά που οι άλλοι άφησαν, για να διαβούν οι νεώτεροι.


Κληρονομιά

Η άλλη εποχή φαίνεται πως μας άφησε κληρονομιά
το θάνατο μιας ολόκληρης γενιάς ποιητών.
Τη μυρωδιά του θανάτου·
την υποψία του.

Από τότε γεννιούνται δολοφόνοι,
απ’ αυτούς που ακονίζουν κάθε μέρα τη λόγχη,
σημαδεύοντας ακαθόριστα το φεγγάρι.


Ο ποιητής προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα της ανθρώπινης σιωπής. Γράφει στίχους που γεννούν τη συμπόνια από μια καθολική ταπείνωση, υψώνοντας σπαραχτικά την πνευματικότητα. Διδάσκεται από την συνομωσία των σοφών, πως η ευτυχία δεν είναι πραγματοποίηση των επιθυμιών, αλλά η απουσία τους. Βιώνει την αυτοεξορία σε ανεξερεύνητους βυθούς, με την ψυχή να συλλαβίζει την άγνωστη λέξη της αφής. Χαρτογραφεί πρόσωπα που αγγίχτηκαν τυχαία, ακολουθώντας πιστά την κατεύθυνση εκείνων που εκτελούνται στα όνειρα.

Κι όσο ο ποιητής θα σωπαίνει, τόσο θα παριστάνει το άγαλμα στην άδεια πλατεία, ζώντας την αμεσότητα του θανάτου. Γίνεται σκοτάδι στους αιώνες. Στο άχρονο μιας διαλεκτικής που αρθρώνεται η επιθυμία να γίνει κατανοητό το αίτημα δικαίωσης μιας ψυχής με το αληθινό της όνομα σε εποχές κρίσης.


Επιτύμβιο

Επιζήτησα να ταπεινωθώ,
για να δώσω στη σταύρωσή μου κάποιο νόημα.

Ερημικό τοπίο
Μου ανήκει η παράξενη μοναξιά των άστρων
κι έτσι ό,τι αγγίζω
με καταστρέφω


Στους ενοχικούς μονόλογους, η μοναχικότητα ακολουθεί τον ποιητή στα νοσταλγικά μονοπάτια της απελπισίας. Αφόρητη θλίψη γεννά το αμάλγαμα του πόνου, ζώντας επιγραμματικά τη λύπη. Δοξολογεί την προσωπική μυθολογία που τον ανάθρεψε, εισχωρώντας στα έσχατα μνημεία της σιωπής. Καταγράφει την ενοχική πλέον αίσθηση σε στίχους, αξιώνοντας την αποστασιοποιημένη θέαση ουτοπικών αναζητήσεων, που ερμηνεύουν το ανερμήνευτο, με οριζόντιους συνδυασμούς λεξικών νοημάτων. Έτσι τα ποιήματα, παρέχουν μυστήριες εξόδους μεταφυσικής και υπερβατικής ανάτασης σε υπαρκτά, αλλά σχεδόν αγνοημένα αδιέξοδα.


Ενοχή Ι

Γέρασα, προσπαθώντας να κρατήσω τους τοίχους του σπιτιού
μην πέσουν και αποκαλυφθεί πως έζησα μόνος.

Ενοχή ΙΙ

Και έβρισκα πάντα το δρόμο μου να επιστρέψω απ' το όνειρο,
ακολουθώντας τα άστρα που μου έπεφταν αδέξια από τα χέρια.

Ενοχή ΙΙΙ

Και όταν βρέχει ξεσκίζω τα ημερολόγιά μου,
σαν ό,τι υπήρξα δεν ήταν τίποτε, παρά σιωπή.


Η ποίησή του προσεγγίζει αναγνωριστικά πολιορκίες, εκεί που ο λόγος γίνεται γλύπτης, σμιλεύοντας καταστροφικές τάσεις και εντάσεις. Συμφιλιώνεται με της ελπίδας το φως, στις τρικυμισμένες από καιρό πικρές γεύσεις της θλίψης. Από την προσωπική ενδοχώρα φεύγουν ψιθυριστά πνοές, που τακτοποιούν φθόγγους και λέξεις, για να ντυθούν δοξαστικά λίγο πριν δραπετεύσουν τα ποιήματα στην αιωνιότητα. Για να επανέλθει η ισορροπία της τάξης, μιας άτακτης ματαιότητας θλιβερών ημερών, υψωμένης στον ιστό της αθωότητας.

Για πολλούς, ο παράδεισος μπορεί να είναι η νοσταλγία μιας λύπης, που μπόρεσε να ανυψώσει την ηθική υπόσταση του ανθρώπου. Δεν είναι λατρεία, αλλά εκπαίδευση και ασκητική άσκηση η πορεία προς το ιδανικό και το δίκαιο του κόσμου. Πόσο όμοια η όψη του αιώνιου με το τώρα «αφού η θλίψη είναι ένας τρόπος για να υπάρχεις», θα πει ο ποιητής.


Αιωνιότητα

Οι ναυαγοί των πιο υπέροχων ονείρων
έχουν κιόλας κερδίσει την αιωνιότητα.
Γιατί τι άλλο μπορεί να υποσχεθεί η λύπη.

Επιμέλεια

Τακτοποιώ τα ποιήματά μου,
όπως τακτοποιούν τους νεκρούς
μετά τον πόλεμο.


Στους ατλαντικούς της γραφής πάντα κάποιος αναζητά ένα πρόσωπο για ν’ αγαπήσει κι έναν ουρανό να σκεπάσει το όνειρό του. Ο Γιάννης Σμυρλής κατορθώνει μέσα από την ποιητική του συλλογή «κονσέρτο για σιωπή» να κατακτήσει μιαν ανώτερη αυτογνωσία, διασώζοντας την ηθική του ελευθερία, υπερβαίνοντας εαυτόν.

Η ενδοκοσμική αθανασία, ισοδύναμη στέκει με την μεταθανάτια αφθαρσία της ψυχής, στον ενιαίο και αράγιστο προορισμό της, τροφοδοτώντας μια κοινή και αποδεκτή από πολλούς συνείδηση . Η «ένρηξη», η εσωτερική κατάρρευση δηλαδή,  του ποιητή έχει αποτραπεί, ατενίζοντας περήφανα την ποίηση.

«Γιατί η ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο Θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολύ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν' ανιχνεύσει η ψυχή στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται». Οδυσσέας Ελύτης


Ένρηξη

Δεν έμειναν πολλά να πούμε.

Κάποιος ψάχνει το πρόσωπό του,
κάποιος άλλος κοιτάζει τους ουρανούς.

Λυπήσου μόνο για τον άνθρωπο που οπλίζεται
με την οργή του ονείρου.__

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΜΕΛΙΤΑ ΑΔΑΜ -" Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα" Κυψέλη 1919-1959.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΜΕΛΙΤΑ ΑΔΑΜ -" Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα" Κυψέλη 1919-1959.

Η αγωνία του δημιουργού!!

Πόσο απέχει το όνειρο, από το να απλωθεί στις σελίδες ενός χρονολογίου, που με μεγάλη αγάπη και αφοσίωση έστησε η Μελίτα Αδάμ; Μετά από πολλών χρόνων δημοσιογραφικής και δημογραφικής έρευνας, επιτέλους η αγωνία της δημιουργού έγινε βιβλίο με τίτλο, «Ιστορίες από τη γειτονιά μου και λίγο παραπέρα, Κυψέλη 1919-1959», που εκδόθηκε τον Ιανουάριο του 2013, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ.

Παιδιά από σχολικές φωτογραφίες, μιας εποχής που πέρασε αλλά δεν ξεχάστηκε. Παιδιά που παίζουν στο γρασίδι της Φωκίωνος Νέγρη. Ανδροπαρέες στις ταβέρνες της γειτονιάς. Γλέντια στις αυλές της Φαιδριάδων και σε άλλες της παλιάς Κυψέλης. Ναι, γιατί τότε υπήρχαν μικρές και μεγάλες αυλές σε όμορφα σπίτια, που μοσχοβολούσαν μυρωδιές και φωνές παιδικές ηχολογούσαν, ανακατεμένες με τα τιτιβίσματα των πουλιών. Νεαρές κοπέλες αναζητούσαν τον έρωτα στα μάτια των αγοριών, που μυστακοφόροι σεργιανούσαν στην Φωκίωνος Νέγρη και στην πλατεία Κυψέλης. Εικόνες βγαλμένες από μια άλλη εποχή, άλλους καιρούς, που η αθωότητα περίσσευε… Άλλωστε η ίδια η δημιουργός αυτής της μεγάλης έρευνας, θα πει: «Αυτή, την παλιά Κυψέλη θέλω να ξαναζωντανέψω και να την προσφέρω δώρο σε όσους από τους νεότερους ψάχνουν να βρουν λίγο καλό χώμα στις ρίζες τους. Θέλω ν’ ανάψω τα «σβησμένα κεριά» ενός κόσμου που βολόδερνε ανάμεσα σε φτώχεια, πόνο, χαρά, γλέντια, πολέμους, ήττες, νίκες, γιατί αυτό το παρελθόν είναι οι ρίζες της σημερινής πορείας μας».

Η Μελίτα Αδάμ είναι η ποιήτρια, η μυθιστοριογράφος, που αγάπησε την Κυψέλη και της αφοσιώθηκε. Το 1955 παντρεύτηκε τον Κυψελιώτη νομικό Γιάννη Αδάμ, για να εγκατασταθεί οριστικά στην Κυψέλη, εγκαταλείποντας την γενέτειρά της Νέα Φιλαδέλφεια. Μαζί απέκτησαν δυο υπέροχες κόρες. Από τότε η Μελίτα δεν έφυγε ποτέ από την γειτονιά, που τόσο αγάπησε. Κοινωνική και δραστήρια με έντονη και ασύχαστη προσωπικότητα, διεύρυνε τον κύκλο των επαφών της και με την παρότρυνση του λατρεμένου συζύγου της, αποφασίζει να γράψει το πρώτο της έργο «Γιαγιά Μέλη». Σιγά-σιγά υφαίνει όλες τις μνήμες που της μεταφέρει δια στόματος η γιαγιά της και οι άλλες θείες, από τα αλησμόνητα χώματα της Μικράς Ασίας, τόπος καταγωγής της προσφυγικής της οικογένειας.

Η αφηγηματική της Μελίτας Αδάμ δεν περιορίζεται στις διηγήσεις της γιαγιάς. Ξεκινά η ίδια ένα πικρό ταξίδι στις προσωπικές μνήμες του πολέμου, των καταφυγίων, της κατοχής, της πείνας, του εμφυλίου. Είναι το δικό της στοίχημα να περισώσει ότι συντάραξε τον παιδικό της κόσμο για να καταγραφεί στις σελίδες της ώριμης περιόδου. Γιατί πολύ μετά την πρώτη νιότη θα ξεκινήσει να γράφει. Να πλέκει χρώματα φωτιάς, με το θυμικό να στάζει γεγονότα και περιστατικά, σε μια περίεργη εποχή. Τότε που τρύπια όνειρα έπαιρναν σάρκα, όταν κυριολεκτικά η λαλιά δεν μπορούσε ν' αρθρώσει. Διέξοδος και καταφύγιο ταυτόχρονα, όχι για να στεγασθούν γεννήματα, αλλά μνήμες, μνήμες που αλυχτούν σε ώρες, που ο ιδρώτας χτυπά την πόρτα της καρδιάς. Ότι μεσολάβησε στα δίχτυα της σκέψης θα πιαστούν, καθώς εκείνες σπαρταρούν ακόμα στη μέθη της νοσταλγίας.

Η Μελίτα Αδάμ δεν διεκδικεί τίτλους συγγραφικής αποδοχής, διεκδικεί την αλήθεια της. Τα για καιρό φυλαγμένα θυμητάρια γυαλίζονται χωρίς φόβο, χωρίς την ωραιοποίηση, αλλά με τον ρεαλισμό, που η απόσταση του χρόνου απόσταξε, το ακριβό του απόσταγμα στο δρύινο βαρέλι, που πρέπει και οφείλει ν' ανοιχθεί.

Πιο ανομολόγητο χρέος, ποια τιμή είναι εκείνη που οδηγεί το χέρι της στην συναρμολόγηση των απολιθωμάτων, καθώς λέξη-λέξη εικόνα την εικόνα, ξετυλίγει το κουβάρι, για να πλέξει από την αρχή την αρχινημένη ιστορία της πόλης που υλοποίησε τα νεανικά της όνειρα; Θα αποθανατίσει στην φανταστική φωτογραφική μηχανή, όλες τις εικόνες της ματιάς, του χαμόγελου, των δακρύων, που με αγάπη συνάντησε και συναντήθηκε μαζί τους. Ο παλιός πόνος στο σώμα, στο αίμα, έχει υποχωρήσει και στη θέση του τώρα κυριαρχεί η δύναμη της αναγκαιότητας, για την ειλικρινή περιπλάνηση στο μακρινό χθες.

Καθώς στριφογυρίζουν όλα στο μυαλό, ζητώντας επιτακτικά να μη ξεχαστούν στους κύκλους που έκλεισαν, εκείνη θα τους ανοίξει μαζί με τους κρουνούς που ανοίγουν όλες οι μνήμες, όλα τα σημεία που πρέπει να φωτιστούν από πυρσούς αναβίωσης, στις σβησμένες πια στάχτες των γεγονότων, πριν δρομολογηθούν οι ρίζες που φύτρωσαν στα χώματα της Κυψέλης.

Ψάχνοντας στην πλούσια βιβλιοθήκη της, πουθενά δεν βρήκε, έστω ένα μικρό αφιέρωμα στη γειτονιά, που φιλοξένησε τόσους πολλούς αλλά και σημαντικούς σπουδαίους ανθρώπους, που συνέβαλαν στην πνευματική ανάπτυξη του τόπου. Γιατί η Δημιουργός, η ποιήτρια, η πεζογράφος δεν θέλει να βιώσει την προδοσία της μνήμης ακόμα κι αν χρειασθεί να πληρώσει το τίμημα της μοναξιάς και της βουβής μοναχικότητας, για να εισπράξει το τίποτα που πληγώνει σε μακάριους ύπνους και το αρπακτικό ελάχιστο που συνθλίβει και τεμαχίζει βιωμένες αναμνήσεις.

Είναι η αγωνία της δημιουργού να προλάβει, ν' αντέξει να μαζέψει όλες τις λέξεις αλλά και τις εικόνες που πλέκουν αυτό που η ίδια βίωσε και αισθάνθηκε, να το σχηματοποιήσει σε σώμα ανάγνωσης για να φανεί χωρίς δισταγμούς σε ανοιχτά φώτα, σε σελίδες που τρέχουν οι ζωές στα σπίτια και τους δρόμους. Να θυμηθεί το ακαριαίο, το ανεπανάληπτο, το ταυτισμένο με την δική της ύπαρξη αλλά και την ύπαρξη των άλλων.

Ακολουθεί ακούγοντας τις φωνές από ένα χθες, που δεν λησμονήθηκε στα παράξενα παιχνίδια της καρδιάς και του νου. Γιατί η μνήμη διαθέτει πολλά διαμερίσματα ανάμνησης που χωρούν τις εικόνες μιας άλλης ζωής, ξεχασμένης αλλά όχι λησμονημένης. Άλλωστε όπως λέει η ίδια το βιβλίο της, "Ιστορίες από τη γειτονιά μου και... λίγο παραπέρα" Κυψέλη 1919-1959 είναι, «Ένα νοσταλγικό ταξίδι στο παρελθόν της δικής μας Κυψέλης που τόσο αγαπήσαμε και αγαπάμε. Αφηγήσεις και γεγονότα με κοινό τους στοιχείο τον χωροχρόνο της Κυψέλης, του χθες. Πρωταγωνιστές Κυψελιώτες και Κυψελιώτισσες, μέσα από τη δική τους αλήθεια, μια αλήθεια βίαιη, πικρή, σκληρή, χαριτωμένη, άλλοτε ερωτική, άλλοτε κωμική, μα πάντα αληθινή. Όλοι είχαν κάτι να θυμηθούν: άπειρες συζητήσεις του καφενείου, καντάδες, φάρσες, ζωή και ξενύχτια στη Φωκίωνος Νέγρη. Δεν ήθελα να χαθούν τα αχνάρια από τις πατημασιές μας, τα όνειρά μας τα υφασμένα στον πόλεμο με πείνα, με θάρρος, με τρέλα, με κέφι για ζωή...»

Η Μελίτα Αδάμ με τούτο το πόνημα, που πίσω από τις σελίδες του, κρύβεται η δουλειά εφτά τουλάχιστον ετών, καταφέρνει να διασώσει ένα μεγάλο κομμάτι από τις ζωές ανθρώπων-τις ζωές μας- γεγονότων και περιστατικών, που αποτελούν την ιστορική διαδρομή αυτού του τόπου… Κυψέλη 1919-1959

Στάθης Κομνηνός - Τριάς εξαπατήσεων

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ, κυκλοφόρησε το 2009 η ποιητική συλλογή του Στάθη Κομνηνού «Τριάς εξαπατήσεων».

Κι όταν αλλού βαραίνει η λάμψη των φώτων, ο ποιητής ξεκινά την επίκληση στη μούσα της ποίησης, για να γράψει τα άηχα της έμπνευσης και του ονείρου. Γιατί ο Στάθης Κομνηνός είναι ο ποιητής που ζει κι ανασαίνει μέσα από την ποίηση, από την γραφή και τον λόγο. Πνοές του τα ναυάγια, οι πληγές από αγιάτρευτα τραύματα και οι αναστηλώσεις του έρωτα.

Στα ιερογλυφικά της γραφής του ανακαλύπτουμε τον σκεπτικιστή μιας οντολογικής ποιητικής, με επαρκή γλωσσική ανάλυση του περιεχομένου. Ασκείται στην ακροαματική δύναμη των λέξεων, αποτυπώνοντας αδιόρατους στίχους, με την γλώσσα να εισχωρεί, ως το τελευταίο κατάλοιπο του ψυχικού και νοητικού συναισθήματος. Για τούτο και δεν προσπερνάται, αλλά η ίδια η γραφή, αναζητά προπάντων μελετητές που υπερβαίνουν όρια, στοχεύοντας νέα. Επειδή ακριβώς οι θεάσεις του ποιητή έχουν να κάνουν με την γεωμετρία του χώρου και του χρόνου, ονοματίζοντας το απροσδιόριστο και εκείνο που επινοείται. Αναβιώνει την επάρκεια της γλωσσικής δυνατότητας που αντλείται από την γνώση και την απύθμενη δεξαμενή της συνδυαστικής επιστημονικής οντότητας, φθάνοντας με επίγνωση ως το άρρητο.

Αλλού βάραινε η λάμψη των φώτων
Εδώ μονάχο του ήλιου το κρύψιμο
Αλλού βήματα έγνεφαν στέρεης σοφίας
Άγνοιας ταπεινό σέλας εδώ καρδιοχτυπούσε
Αλλού συμμετρία ορθογώνιας αναπνοής παρήλαυνε
Κι εδώ Άρραφη - Ω, υπέροχη λοξή Ομορφιά ! - Άρραφη
- Ω, διαγώνια κρυάδα Ωραιότητας !
- Φτώχια ενική σε ξύλου τραχύτητα απλωμένη ουρανοδιφούσε

Ω, άστατε κόσμε ποιός αστρολάβος την ερωτική περπατησιά τού κάβουρα (κατ’ άλλους τού καρκίνου…)
χαμογελαστά σού υπαγόρευσε;

Τώρα μόνον Εσύ

Ακατάστατες χαρακιές ομορφιάς
Λάμψεων ρόδινα ρήγματα
Συσπάσεις τού ελάχιστου ρουφήχτρες μέγιστης λατρείας
Στο ετοιμόρροπο μιας καλύβης ιερατικά στοιβαγμένα
Ενορία Αγίων Τόπων μου
Που μόνο εγώ να λατρεύω λαβώθηκα

Το ψέμα σας στις επάλξεις τής αλήθειας μπήξτε.

Μυσταγωγικά οικοδομεί την ποίηση που ο ίδιος θα υπηρετήσει, αφυπνίζοντας νέες τάσεις και ροπές στον τρόπο οικοδόμησης. Μορφοποιεί δηλαδή εξελικτικά, το δικό του ποιητικό σύμπαν παράλληλα με το συμπαντικό γίγνεσθαι της ποίησης. Αναπτύσσει την διαλεκτική του ανέφικτου με εκφραστικές προσεγγίσεις στο εφικτό. Μετουσιώνει στην προσωπική μυθολογία, την μυθολογία ουσιαστικών οραμάτων, καλλιεργώντας την συλληπτική μέθοδο διερευνητικά και μελετημένα, για να φθάσει στο υψηλότερο σημείο αγνάντευσης του μύθου. Καταγράφει ανθεκτικά συναισθήματα και σύμβολα, υπερασπίζοντας νοητικά τον Λόγο. Έτσι, ιδεαλιστικά και συλλογικά βιώματα, γίνονται το προσωπικό καταφύγιο, που θα εντάξει την ανασυγκροτημένη του σκέψη, ως ποιητική ενέργεια πια, στην ιδεολογική πραγματικότητα που συνθλίβει. Με ξεχωριστή και ιδιαίτερη υφολογική φόρμα διαμορφώνει τον άτακτο λόγο σε τακτικό, γονιμοποιώντας την ανυπακοή του ονείρου.

Σίγουρα η γραφή του είναι αιρετική σε σχέση πάντα με τα σημερινά πρότυπα που κυκλοφορούν στον ποιητικό χάρτη. Επιδιώκει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης, αρχετυπικό, θα έλεγα, που άμεσα ταυτοποιεί τη μοναδικότητα των λέξεών του, κάνοντάς τες ανθεκτικές στο χρόνο.

ΑΝΥΠΟΦΟΡΗ ΕΓΓΥΤΗΤΑ

Όσο απουσιάζεις
τόσο αληθεύω
Μυρίζεις ολάχνιστος ανυπαρξία
Όπως σ'ένα πολικό Φλεβάρη από τη γέννα του κουτσό
Μια μεθυστική πνοή οπώρας καλοκαιριού

Όσο απουσιάζεις
τόσο παλμογραφείς διασταυρωμένες ρίζες δίψας και λιμού
να σε κοιμηθώ
να σε πλαγιάσω

Αληθινά μαεστρική μπαγκέτα απονεύρωσης
Που όταν υψώνεται βουβαίνει εγκάρδιες εκστρατείες μεσημεριών
Και χαμηλώνοντας σπιθίζει ήχο γιασεμιών και κυκλάμινων
Στην αόρατη κυκλική γιορτή τού κρυφτού σου

Οργιαστικά λαμπροφορώντας σαβανωμένη νηνεμία
Σαν θάλασσα που ακκίζεται ψευδομαρτυρώντας γαλήνη
Με συνδαιτυμόνες Όλους τούς αλλόφρονες κακόφωνους
Που μεταβάλλονται σε Κανέναν φαιόχρωμης δικαιολογίας
Μα ναί. Αφού δεν ανασαίνεις, ζεις !
Αφόντας σφήνωσες στην απουσία πυρετό προικίζεις τον ύπνο !
Αίμα τις νύχτες εκσπερματίζεις !
Γιορτές θυελλοδοτείς ακατανόητες !

Πάντα θ' απουσιάζεις.
Προσφιλές τού φιλιού σου ενδιαίτημα
Ωρολογιακό κενό που αγκαλιάζει

Έξω πάντα θα είσαι.
Μια στεναχώρια δροσιστική
Να κρέμεται πανσέληνος
Στην έρημο αφυδατωμένου λάρυγγα

Αφού δεν ανασαίνεις, ζεις !
Τσαμπί σταφύλι αετονύχι
Το πάντα τού αλλού σου
Μια γεύση πρόκας το γλείψιμο τής γλώσσας
Σε λιμενοβραχίονες λαχτάρας τρικυμισμένης

Είναι τα χείλη σου δωρίζοντας ρίγος στο λαιμό μου
Ή η ανυπαρξία τους που με κάνει να καίω ;

Πόσο ορθά απουσιάζεις !
Μεθυστικά !
Ευφρόσυνο ποτάμι σιωπής στα ουρλιαχτά
Άφθαστη γεωμετρία κενού ! Ασύγκριτη δροσιά μου !
Ρυμοτομεί καταπατημένους φράχτες προσμονής
Πολεοδομεί πολυόροφα σεισμόπληκτα όνειρα

Απροσάρμοστε εραστή, κλεψίγαμε
Ασυντόνιστε
Ασυνάρτητε
Μαθηματικά νυχοπατείς φανέρωση
Κλασματικές ζαλάδες καβαλικεύοντας
Έτσι που να παρθενεύω για να σε κυνηγώ ξανά
Ε λοιπόν, τ' ομολογώ : άφαντος ομορφότερος λάμπεις !

Ωστόσο, κάνε μας τη χάρη
Αγάπα με
Λι
γό
τε
ρο
Όχι με τόσες άδειες νύχτες
Όχι με τόσο εγκαυματικό κενό

Ο Στάθης Κομνηνός διαθέτει έναν διανοητικό προσανατολισμό με εξελικτικά άλματα στην αυτοπραγματοποίηση του ποιητικού του ονείρου, ανυψώνοντας λυτρωτικά την σύνδεσή του με την εξελικτική πορεία της γλωσσικής του επάρκειας. Εισάγει καινοτόμους σχηματισμούς, ανταποκρινόμενος σε μελλοντικά καλέσματα με παρελθοντολογικές προσμίξεις ισάξιες να συνεχιστούν. Γιατί, πάντα κάτι μένει μέσα μας, από τις αναγνώσεις άλλων δημιουργών. Φανερές επιρροές ή αφανέρωτες, που καταδύονται στα ενδότερα της ψυχής και σε μεγάλα βάθη, ανεξιχνίαστα τις περισσότερες φορές. Οι ρίζες που απλώνονται, δίνουν χυμούς και τρέφουν το νέο χώμα, γονιμοποιώντας εκ νέου την έμπνευση, που τολμά να ονειρεύεται σε άλλα πεδία, επεκτείνοντας όρια στα ήδη υπάρχοντα.

στ.

Μυστήριον μέγα
Με φανό θυέλλης
Κι όλα τα λαγωνικά των σπλάγχνων ξαμολημένα Αχ Αχ
Στις σάρκινες οροσειρές
Και στούς απρόσμενους κολπίσκους
Εξ επαφής εκπυρσοκρότησης
Που το πουκάμισο (άλλοι το λεν ταχύρυθμο τού κενού σφυγμό)
Υποσχετικά τυλίγει
Η αναρρίχηση
ή η ελεύθερη κατάδυση
Στήθους ψιθυρισμό στ’αυτί
Κοιλιάς υδατολαμπή κυματισμό
Χειροπιαστό μεθύσι δέρματος

Ουδέν ανεύρε.
(Τούτο το νυφικό δωμάτιο κρύβει πολλές εκπλήξεις)
Ήτανε λέει κενό !
Κενόν ιμάτιον !

Το ντυνόταν

- από καταβολής ραφής, καθώς
το νεφελοραφείον πρωθύστερα ανακοίνωσε -
Όλοι ή κανείς, είδος Φαντάσματος,
Να βρίσκει άλλοθι ο καιρός

(Οφείλουμε το βάρος της ευθύνης να επωμισθούμε
και χάρη γονατιστοί χρωστάμε
Που σ’ αποτρόπαιο τέτοιο σφάλμα κατά συρροήν
Κολάσιμο σε βαθμό κακουργήματος
Δεν εξαντλεί την αυστηρότητά του όλη
Αμείλικτα ξεσκεπάζοντας την άσαρκη του φύση
Εξαρχής.
Ασφαλτόστρωση ταξιδιού παραχωρείται.)

Πού ξανακούστηκε σώμα μες στο πουκάμισο ;
Μα κι αν υπήρχε
εδώ δεν σού χαρίζεται
Κι αν μια φορά τ’ αγγίξεις
Αιώνες τρικυμίας θα το αναζητάς
Κραυγάζοντας στο θήλαστρο

Κι αν μες σε παραζάλη δίγνωμος το κοιμήθηκες
Ανάμεσα γάμο και διαζύγιο
Τη ζωή θα κυκλοφέρνεις ίδιος λάστιχο

Σύνελθε
Πού ξανακούστηκε σώμα μες στο πουκάμισο ;

Μυστήριον μέγα !

Εγώ δε λέγω εις Κενόν και εις την Παρουσία.

Ελάφι ελάφι
Τη φλογισμένη δίψα σου
Πηγή δεν έσωσε να πυροσβέσει
Το δέρμα τού νερού
Το σώμα τής σταγόνας
Ο στρόβιλος τής ηδονής μες στις νεροσυρμές
Κελάρυσμα συνάντησης τής γλώσσας με τον πόθο
Ο οργασμός τού κλύδωνα
Σώμα υδατογραφίας
Ρίγη βλεμμάτων παφλασμού
Καθρέφτισμα σε έρωτα υδάτινο
Μεταβολή Εσύ ! πηγή, νερό, δροσιά
Και η πηγή ελάφι
Να σε διψά ακατάληπτα
Πουκάμισο ήταν σύννεφο
Δίχως σταγόνα υδρατμούς
Παρά λευκή υπόκριση
Γαλάζιου ηθοποιού
Ταύτιση ρόλου εκστατικού
Μ’ ανίδωτης αλήθειας φλέβες

Ποιός το φοβισμένο καρδιοχτύπι σου ρυθμοδοτεί ;
Ποιός το λαχάνιασμά σου θεατρίζει ;
Ποιός την καρδιά σου έχτισε για να διψά

Αφηγηματική ροή στα μακροσκελή ποιήματα με έντονες επιρροές από εκκλησιαστικά κείμενα και λέξεις, για να επικοινωνήσει με την τέχνη της ποίησης, σταχυολογώντας στίχους. Πολλές φορές ο ποιητής τρέφεται από την ασύνειδη σκέψη, παρά από την νόηση. Η νόηση απλά χαλιναγωγεί τα εκφραστικά του μέσα. Αναπτύσσει δηλαδή, έναν εσωτερικό μονόλογο με έντονο νοηματικό πυρήνα, που εγείρει την εφήμερη ιδέα σε διαχρονική και αιώνια, σπάζοντας τα όρια του χρόνου. Προγενέστερες ενθυμήσεις γίνονται ακόλουθοι στίχοι, με φιλοσοφικές αποφθεγματικές προεκτάσεις. Μέσα από την ποίηση αναζητά την Επικούρεια Λύση, που διακηρύσσει την ηθική της ωφέλειας δια μέσου της τέχνης, ως άλλος αλχημιστής, ελπίζοντας στην ανακάλυψη και αποκάλυψη που του προσφέρει η ποίηση.
 
Ο Στάθης Κομνηνός δεν είναι ο αμέτoχος του Θείου. Πλοηγεί τις ποιητικές λέξεις με την φρόνηση που του δίνει η γνώση από τις θρησκευτικές αναγνώσεις. Παρ’ όλα αυτά, διατηρεί την ανεξαρτησία του στην πολυπλοκότητα της γραφής των συναισθημάτων του. Για τον ίδιο είναι φυσική όσο και πιεστικά αναγκαία που εξανεμίζεται στην συνέχεια της ποίησης. Γίνεται το σημείο εκκίνησης πραγματοποίησης του οράματός του.

Η ΝΙΚΗ ΤΗΣ ΗΤΤΑΣ
α.
Alles ist wahr und ein Warten auf Wahres

Αμάδες είμαστε σε χέρια παιδικά
Που σκορπούν νεροποντή το παιχνίδι
Στη νύχτα ζεσταμένες απ’ την ανάσα του
Πλαγιασμένες δίπλα του σα νόημα αγαθό
Ανίδεο από εγκατάλειψη
Στα πανάσπιλα παιδικά χέρια ;

Ποιός θα πεί ; Ποιός μπορεί;

Αλήθεια Αλήθεια με πικραλίδες δεξιώνεις τούς δρομείς σου
Κάθε είδους οικουμενικό μαρ ή συνοικιακά μαρόρ
Ώστε απολελυμένοι
Εξοδούχοι ονειροπόλοι
να περιπλανιώμαστε αθίγγανοι στην έρημό σου;

Όν παίδες ευλογείτε
Μια πρόταση άραγε η αλήθεια ή μια επίσκεψη ;

Του τριαντάφυλλου το ερυθρό πότ’ είναι ερυθρότερο
Όταν την πόρτα μας χτυπά να γίνει αγκάλη
Ή όταν μπογιατζήδες σφυρίζοντας το εξαργυρώνουν στους τοίχους;
Πειθήνια αν και ηρωικά σκύβει μια κεφαλή
Ή εξουσιαστικά προς αγαλλίαση όλων των κήπων;
Της μέρας το φώς γλώσσα βγάζει στο όνειρο
ή ν’ αντρωθεί στάζει στα χείλη του γάλα;

Όν παίδες ευλογείτε

Αλήθεια, είν’ η αλήθεια ζυγαριά φιλιού και αγκαλιάς ;
Διαιτητής πόθων ηφαιστειογενών;
Ταμιούχος πλαγκτογενούς ολονυχτίας
Στο λυγμικό Δέος της μορφής του;

Έφεξε τόσο που δειλιάζω
Μη, μη, ρουφηγμένη κυκλοφορεί που σύγκορμος τρέμω
Σ ’όλες τις ομόκεντρες δίνες λιγνεύει η τελεία της
Λεωφόρος το ερωτηματικό της.

Αδιάφορον.

Επιούσια τόλμη
Α-παραίτητο Δωρικό Δείπνο για άοπλους δύο
Στρώνεται τραπεζομάντηλο θαλασσινός αγέρας

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ- ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ- Από Πέτρα και Σάρκα

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
ΗΛΙΑΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ- Από Πέτρα και Σάρκα

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου με την πρώτη του ποιητική συλλογή, μας συστήνει τα ποιήματά του, που κυκλοφόρησαν το 2012 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΓΙΝΑ, γραμμένα από «Πέτρα και Σάρκα».

Τα σχήματα είναι αστερισμοί στα πνεύματα, σαρκωμένα στο δικό του στερέωμα, ενός προσωπικού συμπαντικού σχηματισμού.

Ως πρωτόλειος ποιητής ντύνεται προσεγγίσεις και επιρροές φανερές αλλά και κρυφές, ανεξιχνίαστες κάποιες φορές, για να οικοδομήσει με καθαρό πνεύμα τις ποιητικές κατασκευές του. Διανοήματα διαυγή σεργιανούν στις μετώπες των στίχων, με γλωσσικές καινοτόμες διεργασίες αλλά και πειραματισμούς. Ανατρέπει τις επιστρατευμένες τάσεις και ροπές προηγούμενων ποιητών που υπήρξαν οι πρώτοι του δάσκαλοι, στην ανάγνωση ποιητικών διαδρομών. Αναπόφευκτα τούτες οι διαδρομές δρουν καταλυτικά σ’ έναν νέο ποιητή, που αναζητά τον ιδιωτικό δρόμο αλλά και την ταυτότητα της γραφής του, για να μπορεί ευέλικτα πλέον να την αποτυπώσει.

Έτσι τα ποιήματα γράφονται με διασταλμένα τοιχώματα για να διατηρούν την επάρκεια των στίχων στην αντισεισμική ελαστικότητα των λέξεων. Λιτές, δωρικές οι λέξεις, χωρίς ίχνος μοιρολατρικής ροπής, ασκούνται σε μια διάθεση λύπης στην εκδοχή των εν σπέρματι, όσο και των εν ανθίσει κορμούς των ποιημάτων. Κωδικοποιεί την ακατέργαστη ύλη με όρους ποιητικούς στη ρητορική του ψυχισμού του.

Δυσνόητο το κάλος το απλόν
όπου με ρίγος μας κεντά,
ανάθεμα των όποιων ευγενών
όπου με πλούτη μας μετράν

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου ενεργοποιεί τα νοήματά του με τη λάβα που φθάνει στα ακροδάχτυλα, για να γράψει εκείνο που συγκλονίζει τα αδιαπέραστα μυστικά, καθώς φανερώνονται στα μάτια των αναγνωστών. Ηλιοστάσια αποκρυπτογραφούνται στους χάρτες της αγάπης, στις τελετουργίες της λύπης, όπου μια σταγόνα γλιστράει στις διαφάνειες των δακρύων. Με τη νοσταλγία αβάσταχτη να κατοικεί στο προσδόκιμο δύσκολων περασμάτων. Κι όσο τα ποιήματα θα στραγγίζουν μελάνι στα μάτια, τόσο θα επουλώνονται αιώνιες πληγές στο ραμμένο δέρμα του έρωτα.

Ανασυγκροτεί την προσωπική μυθολογία στις επάλξεις του λυρικού και υπερρεαλιστικού λόγου με νατουραλιστικές αποχρώσεις. Ισόποσες διαιρέσεις συναισθήματος αλλά και πραγματικότητας στους βολβούς που η ψυχή φυτεύει. Είναι που τα ποιήματα ανακαλούν μνήμες παλαιότερων στίχων, αναπαριστώντας εκλάμψεις. Με τον χρόνο να εισδύει τρυφερά στις εποχές και τις κλιματολογικές συντεταγμένες του, διασώζοντας τον έρωτα της αγάπης. Απολογητικά τα λόγια που ερμηνεύουν τη γέννηση του. Συναισθηματικά αμετέωρος  θα μείνει, στους μετεωρισμούς του ορίζοντα, εκεί που ο ήλιος γεννά ηλιογέννητους έρωτες στους πλημυρισμούς του φωτός.


ΣΤΗ ΦΥΛΛΩΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΜΑΣ
απαγγελία: Κόνι Κρυσταλλίδου

Τα ποιήματα της ψυχής μου στραγγίζουν μελάνι στα μάτια σου.
Στα ποιήματα της ψυχής μου κάψαμε τη λάβα στα δάχτυλα μας.
Βυθίζομαι στην καταπράσινη φυλλωσιά σου.
Κολλάω σαν την λιωμένη σταφυλόρωγα στα χείλη σου.
Επουλώθηκαν αιώνιες πληγές στην απύθμενη αγκαλιά σου.
Ετούτη η αγάπη λευκή οροσειρά.
Τα μαλλιά σου φύκια πλέουν,
βουτούν τρελαμένα τ' ακροδάκτυλά μου να τ' αγγίξουν.
Είσαι ο βολβός που φύτεψαν οι ψυχές στην άνθιση μας.
Γειτνιάζει δίπλα μου το σκίρτημα
με την καυτή πέτρα γειτνιάζω
και όμως γειτνιάζω.
Τα δάχτυλα δεν άπλωσαν ποτέ σε χρυσάφι,
το φορούσα ραμμένο στο δέρμα μου.
Ετούτη η αγάπη, αυτός ο έρωτας, γεννήθηκε στον ήλιο!!

ΗΛΙΟΘΑΛΑΣΣΑ
απαγγελία: Θεανώ Βασιλείου

Το πνεύμα μου εσύ, ηλιοθάλασσα μου,
πλεγμένα στάχυα παν’ απ’ τα μάτια σου.
Δρόμοι ανοιχτόκαιροι κινούν
κι ανοίγουν τους ορίζοντές μου.
Ακτίνες ανασαίνεις στο αυτί μου
και ρίγος και έκρηξη και πλάσιμο
της σάρκας και του νου.
Αργά-αργά ανοίγουνε τα δάχτυλα
να πλέξουν στο λιθόχρυσο κορμί σου
και μυρωδιά στάζεις στη σκέψη μου.
Έχτισα λιθόκτιστο σταλιό
στων ματιών την ζητησιά,
στην αέρινη κορφογραμμή σου.
Της χούφτας ηλιοθάλασσά μου,
υφαίνει ο έρωτας επάνω σου.

Σταύρος Παπασταύρου - Τι περιμένεις να σου πω
Στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Σταύρος Παπασταύρου
Από το άλμπουμ: "Το Πίσω Δωμάτιο" (1982)


http://www.youtube.com/watch?v=1im8XXNqrLE

Ο «Έρωτας Παν» είναι για τον ποιητή το άπαν, το όλον. Στη θνητή αθανασία του περικλείει ο δημιουργός όλα τα συναισθήματα που επαναπροσδιοριζόμενα αιχμαλωτίζουν τον ίμερο και αιχμαλωτίζονται οι αισθήσεις. Η κόρη γίνεται λατρευτικό είδωλο στον καθρέφτη της ψυχής, καθώς αναζητά να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Έτσι μετουσιώνει ερωτοαπαντήσεις σε στίχους που επιθυμούν να δώσουν λύση στο αίνιγμα. Γίνεται ο ουτοπιστής αγνών προθέσεων, για να συγκλίνουν όλα στην αμοιβεβαιότητα δύο διαφορετικών ανθρώπων. Οραματίζονται κοινούς βίους για να κονιορτοποιηθεί εκείνο που αθέατο θεάται. Να εισχωρήσει ως δράση πια, στις εμβόλιμες αναφλέξεις του πάθους, πασχίζοντας να συγκρατήσει χρονικά φράγματα που εξαντλούν εξομολογήσεις στην αντιφώνηση των στίχων, με δοκιμαζόμενους συνδυασμούς αποκρίσεων.
Είναι η αναγκαιότητα της γραφής να αποτυπωθεί ερμητική και ταυτόχρονα δυαδική,  χρησιμοποιώντας λυρικές εικόνες που μεταφράζουν αισθήματα στον μικρόκοσμο του ποιητή. Κοινός τόπος, οι νίκες και οι ήττες από τα ερείπια της προσωπικής ενδοχώρας του πόνου, που επιδιώκουν να λάμψουν στο φως.

ΕΡΩΤΑΣ ΠΑΝ 
απαγγελία : Κόνι Κρυσταλλίδου – Ηλίας Παπακωνσταντίνου


Σε ποια πορεία κρατούσες χαλινάρια;
Στους δρόμους τους πετρόστρωτους που πέταλα σπίθες βγάζαν
Ποια κόρη σου χάραξε ηλιαχτίδες στα σκοτάδια;
Η κόρη που απ’ το κλάμα τα μάτια της άλλο δεν στάζαν.
Ποιος ύπνος πήρε τον χρυσό σου χρόνο;
Ο ύπνος που με χάιδευε πισώπλατα (στη θέα).
Σε ποιους πίνακες έσβησες τον πόνο;
Στους πίνακες μεστών κορμιών που λίκνιζαν μοιραία.
Σε ποια νότα ξόδεψες ρούχα φορεμένα;
Στου μυαλού της λύρας νότα που έσω μόνο εκοίτα.
Πότε λερώθηκες σε λιθάρια ασβεστωμένα;
Εχθές λερώθηκα, σε λιθάρια ασβεστώπηκτα
που δεν δέχθηκαν την ήττα.
Ποια χώματα σου πήραν τον ιδρώτα;
Σκούρα χώματα - ξερά - που ζωές γένναγαν.
Σε ποιες αρνήσεις στα μάτια σου φανήκανε τα φώτα;
Στις αρνήσεις που φύτευαν ρίζες βαθιές
και όρθωναν κορμούς ολάκερες γενιές.
Σε ποιο γλυκό νερό ξέπλενες την αρμύρα;
Στη γούρνα που απ’ το γλυκό νερό
πίνανε μέλισσες του κόσμου.
Γιατί ποτέ δεν πίστεψες την μοίρα μάγισσα;
Γιατί μοίρες μάγισσες έμειναν έξω από το φως μου
Σε ποια σταγόνα πνίγηκες καιρούς ξερικούς;
Τα μάτια σου τα χάριζες πάντα σε μοναχούς.
Σε σταγόνα που ’τρεχε σε μάγουλο γενναίο
σε τεχνητούς καιρούς.
Υπήρξε λάμψη και πηγή ριζά στους μοναχούς.
Με ποιο κύμα ανέμελο την μυρωδιά σου στέλνεις;
Σε νότιο κύμα και γλυκό που μακρύ δρόμο έχει.
Σε ποια σκέψη ανένταχτη τα μυστικά σου γέρνεις;
Στη σκέψη που μακριά λυγά, κρατά, διψά,
κι απ’ τα ευτελή απέχει μα τελειωμό δεν έχει.
Σε ποια άγρια διαδρομή μαγεύτηκες την άτακτη φυγή σου;
Στην άγρια διαδρομή που κόσμους θα αλλάξει.
Σε ποια χείλη σκίρτησε η ψυχή σου;
Στα χείλη που είναι βορινά μ’ ανατολή στην λάμψη.
Αυτά τα χείλη τα πικρά πόσο πολύ θέλω να λάμψουν.

Σταύρος Παπασταύρου - Απ’ την αρχή
Στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Σταύρος Παπασταύρου

http://www.youtube.com/watch?v=hwE62LzNCR8

«Ποίηση από Πέτρα και Σάρκα» με τον ποιητή να βρίσκει εκείνη την πέτρα, την κομμένη από τα λατομεία του ήλιου, για να γίνουνε ένα.  Πανάρχαιος συμβολισμός, λαξευμένος, απρόβλεπτα εντοιχίζεται στο σώμα του. Με τούτη την πέτρα θα χτίσει το περίβλημα της αθωότητας, γδέρνοντας την εξομολογημένη συνείδηση των ακριβών του συναισθημάτων. Γίνονται υποσχέσεις ταξιδιού που ψιθυρίζουν πλεύσεις. Σκίζει το πέλαγος με την στοργή του ανέμου. Στις αϋπνίες γαλάζιου βλέμματος φορά φτερά αετού, με την αλήθεια να ξεντύνεται το ραγισμένο από καιρό ψέμα. Λοξοδρομεί σε θάλασσες φωτός, καθώς ολομόναχη φέγγει η νοσταλγία σε αφρούρητες νύχτες με ανύσταχτα βλέφαρα, για να καίγονται πόνοι στα αναφιλητά της μνήμης.

Επινοεί εκμυστηρεύσεις σε άθικτα πρωινά. Λάμπουν οι επιφάνειες του νου με τις πρώτες ακτίδες στην αναμονή της ποίησης. Πολύτιμες πέτρες αναλύουν σιωπές, ταμένες να στηρίξουν το οικοδόμημα της γραφής, που επιθυμεί να πνεύσει προς την αιωνιότητα. Κι όταν σπάσουν οι μύθοι, ο ποιητής θα αναπολεί κόκκινους ουρανούς που στάζουν ελπίδες. Τα μικρά βήματα γίνονται δρασκελισμοί της ψυχής στο φως, που ενστερνίστηκε μιαν ακατανίκητη έλξη για να διασωθεί η σκέψη, δικαιώνοντας στο χρόνο στίχους του μεγάλου μας ποιητή Ελύτη:
«Κι ας παν τα τραύματα της λύπης σ' άλλο μούχρωμα
σ' άλλον λιμναίο καθρέφτη να σωπάσουν»

ΠΕΤΡΑ ΜΟΥ
απαγγελία: Κόνι Κρυσταλλίδου

Με μια πέτρα έγινα ένα,
μια φορά θυμάμαι
όταν ξαγκίστρωσα το πέλαγός μου.
Ιχθύς σε βαρύ και αρμυρό νερό
και πετιμέζι έβρεχε τα χείλη μου.
Θυμάμαι φτερούγες αετού φορούσα
σχίζοντας το γαλάζιο βλέμμα της.
Με μια πέτρα έγινα ένα θυμάμαι,
κόλλησε πάνω μου καθώς σηκώθηκα ν’ αρχίσω το ταξίδι,
ακριβή ήταν μέσα στην γκρι και πορφυρή όψη της.
Ενέργεια γλυκιά σκορπούσε στο πέρασμά της.
Ξόδευε την καθάρια απλότητα στο νου μου
μου ’δωσε τη ζεστασιά που μάζευε χρόνια απ’ τον ήλιο.
Έκρυβε νερό στη σχισμή της μην διψάσω.
Έκοψε απ’ το σώμα της θυμάμαι
και πέτρινο κατώφλι σκάλισε,
σκαλοπάτια και λιθόστρωτο να χρυσοπερπατώ
με ευστάθεια στο ζύγι μου…
Με μάλλινο σκουτί τώρα την τρίβω
και λάμπει στο σκοτάδι,
παντού είναι, μέσα της κατοικώ αιώνες,
στροβιλίζεται, ανάβει η σκέψη μου στο σύμπαν της.

ΘΟΛΟ ΤΟΠΙΟ ΜΑΒΙΑ ΕΙΚΟΝΑ
απαγγελία: Θεανώ Βασιλείου

Κόκκινος ουρανός απλώνεται στη θάλασσα σαν αίμα.
Άτολμος ο άνεμος σαν τα όνειρα που έχασα,
σαν πεταμένο σπέρμα.
Κόκκινος ουρανός στάζει ελπίδες στα κλαδιά του δρυός;
Τρομαγμένα τα μάτια απ’ του αίματος τις κηλίδες
και το μισεμό του φωτός,
ωχρές οι σκέψεις που αφήνει
και ο πόνος κλειδώνει στο γυρτό κουρασμένο κορμί
που μάχη στον ανήφορο δίνει
και βγαίνει η ανάσα σαν μία κραυγή.
Πως κοκκίνισαν όλα σε μια στιγμή!
Απέραντο θολό τοπίο και έρημος περνά στη ψυχή.

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου έλκεται ασύνειδα από ποιήματα άλλων ποιητών που αγάπησε και τούτο διαφαίνεται στη γραφή του. Αγωνίζεται να κατακτήσει τις αλήθειες τους, για να μπορεί να αποδώσει την δική του. Αγαπά εκείνο που αγνοεί κι όμως το καταγράφει με την συνέπεια ενός ασκούμενου στα περιγεγραμμένα της ποίησης. Δοκιμάζει φόρμες παλιές, αλλά και νέες, μέσα στα όρια της δημιουργίας. Αφήνει την λυρική φαντασία να αρμενίσει στις θάλασσες του νου. Και κάθε φορά που μια νέα σκέψη, μια νέα ιδέα, ένα νέο όραμα προσλιμενίζεται στους όρμους της ποίησης, εκείνος κρατά τον νόστο για το ταξίδι, ανεξάρτητα από ποιητικούς κανόνες. Άλλωστε, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να τους καθορίσει; Ο ποιητής ακολουθεί την εσωτερική αρμονία του δικού του ονείρου, στις διαδρομές της έμπνευσης.

Σταύρος Παπασταύρου - Ρέκβιεμ
Στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Σταύρος Παπασταύρου

http://www.youtube.com/watch?v=yWSPmQVCek8

«Ανείπωτοι λόγοι» ξεκλειδώνουν τη γλώσσα στα λυπημένα σπήλαια της συνήθειας, σαν χωρίζουν ψυχές και σώματα λαβωμένα. «Οι αλυσίδες πονάνε στα χέρια, /μετά γίνονται ένα με το αίμα,/και αυτό είναι που φοβάμαι,» θα πει ο ποιητής στις στροφές της απόγνωσης. Ακολουθεί τα ίχνη του αίματος ως τις εξώπορτες που η ζωή Ζει, ανασαίνοντας παύσεις. Κι είναι τούτες οι παύσεις που αφυπνίζουν αποσιωπητικά την ώρα που φοριούνται κατάσαρκα λέξεις, στα περισσεύματα ανίατων εκχύσεων πόθων.

Διχοτομημένα τα βράδια επινοούν λάμψεις σε περιγράμματα σκιών που άδοξα σβήνονται στην απόσταση ψυχών που γδάρθηκαν στην ανωνυμία του πλήθους , με την απουσία να διαπερνά παρανοϊκές αποφάσεις. Πλέον κλειστά δόντια τρίζουν ρέκβιεμ τραυμάτων στην απελπισία. Μένει η ελπίδα της αντάμωσης που φέρνει ηλιοφάνεια στις καρδιές, καταργώντας αποστάσεις, για να βιωθούν μελλοντικές αναμνήσεις. Ανασκευάζει λάμψεις σε θερινά ηλιοστάσια , εξαντλώντας την αυταπάτη ονείρου που νομίζει πως χάθηκε… Σκορπίστηκε για να πνιγούν ψυχές στην ευφορία θετικών χρόνων που έρχονται… 

ΑΝΕΙΠΩΤΟΙ ΛΟΓΟΙ
απαγγελία: Θεανώ Βασιλείου

Η γλώσσα κλειδωμένη
μέσα στο σκοτεινό σπήλαιο της λυπημένη.
Απεγνωσμένα ψάχνει να βρει
κάποια σχισμή χαλασμένου δοντιού
ν’ ανασάνει να λάμψει.
Οι αλυσίδες πονάνε στα χέρια,
μετά γίνονται ένα με το αίμα,
και αυτό είναι που φοβάμαι,
η άτονη συνήθεια του κουρασμένου ύπνου.
Μια σκοτεινή ημέρα στην εξώπορτα ενός παλαιοπωλείου
κρέμονταν και έλαμπαν τέσσερα χαμόγελα
ζωγραφισμένα με γλώσσες,
η μια διπλώνονταν αργά,
ερωτικά με τη γνωστή κίνηση των ματιών,
η άλλη πάλλονταν ακατάπαυστα
στον αλαλαγμό μιας μουσουλμάνας,
η άλλη παίζοντας με αφέλεια, και καταχνιά
και η τελευταία περιπαίζει τα πάντα με τέχνη
και αυτοσαρκαζόμενη κερνούσε τη ζωή.
Χάνονται τόσες λαλιές, τόσες βρισιές, τόσες αγάπες,
τόσες ανθρώπινες παρέες και αγκαλιές,
τόσα χαμόγελα ζωής
από ερμητικά κλειστά δόντια που τρίζουν!

ΗΛΙΟΦΑΝΕΙΑ
απαγγελία: Κόνι Κρυσταλλίδου

Χρόνια τώρα μαζεύω θετικό χρόνο,
σαν έρθει ο θεριστής λέω να τον σκορπίσω,
να μεγαλώσουν τα ηλιοβασιλέματα,
να πνιγούν οι ψυχές από ευφορία,
να πληθύνουν οι πατημασιές από άγρια άλογα στα βουνά
και τα φύλλα του δρυός να δίνουν δροσιά στις σκέψεις,
λάμψη και οι πόθοι νέοι ορίζοντες.
Και ηλιοφάνεια.

Σταύρος Παπασταύρου - Η μπαλάντα των χαμένων παιδιών
Στίχοι-μουσική-ερμηνεία: Σταύρος Παπασταύρου

http://www.youtube.com/watch?v=keo-3phs6Hs

Ο ποιητής Ηλίας Παπακωνσταντίνου δεν επεξεργάζεται με κανονιστικούς κανόνες τα ποιήματά του. Είναι νωρίς…  Δεν έφτασε ακόμα σε τέτοιου είδους αναχαιτίσεις του λόγου. Ακόμα ακούει την κραυγή των μετάλλων που στάξουν στο χυτήριο της ποίησης, το δικό του αισθητικό κράμα. Πυροδοτεί εικόνες και στίχους, ακούγοντας χρησμούς για μια υπόσχεση ποίησης στο μέλλον, τελειοποιώντας το όραμά του. Τον κυνηγούν γλωσσικά ιδιώματα και ντοπιολαλιές που τον υποτάσσουν και υποτάσσεται. Έχω την αίσθηση όμως, πως δεν επιδιώκει να απομακρυνθεί από αυτά, αλλά αντίθετα, επιθυμεί να τα επανεντάξει, σφυρηλατώντας την επάρκειά τους, στο ύφος της γραφής του. Άλλωστε είναι λεκτικοί τύποι που συντηρούν την μυθολογία της προσωπικότητάς του.

Τούτη η παράλληλη συνύπαρξη είναι που καθιστά γοητευτικά τα ποιήματα και τις στροφές τους. Μεταθέτει χρονικά την έμπνευσή του, παραπέμποντας ηχητικά σε προγενέστερες μορφές τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα μιλούσε. Έτσι μεταφέρει στους αναγνώστες μια ήπια ηχητική απόλαυση γλώσσας περήφανης που μεσίστια κυματίζει στις παρυφές του λόγου. Εκπλήσσει ευχάριστα εκείνο το άκουσμα που σχεδόν έχουμε ξεχάσει, φέρνοντας μια
αναζωογονητική φρεσκάδα.

Ευπαλύνειο όρυγμα, γη της Πέλλας και Επιδαύρειας γης, γενούν συνειρμούς τεχνογνωσίας και αρχαίου κάλλους μιας εποχής που πάντα συγκινεί την ψυχή των Ελλήνων. Κυτταρικές μνήμες αφυπνίζονται. Ξυπνούν στο άκουσμα της γενετικής συνέχειας μιας αιώνιας γνώσης, προκαλώντας ρίγη. Θα ακολουθήσουμε τον ποιητή στους Δελφικούς χρησμούς, εκτιμώντας την ανάγκη του να διαφυλάξει επιβλητικές αναβιώσεις, που δυστυχώς, συχνά λησμονούμε.

ΠΝΕΥΜΑ ΑΡΧΑΙΟ
απαγγγελία: Θεανώ Βασιλείου

Δίον των θεών,
Ευπαλύνιο όρυγμα και γη της Πέλλας
ακούω τον χρησμό των Δελφών,
θα ζείτε αιώνια στου χρόνου το πέρας.
Οργασμός από γεννήματα ιδεών τεχνών και σκέψη,
έχουν φωλιάσει οι σοφίες
πλημμύρισαν τη γη και τα μυαλά έχουν θρέψει.
Η Επιδαύρεια γη υφαίνει και υψώνει τις ψυχές των θεατών,
σε μια αγκαλιά τους φέρνει απ’ το χθες στο παρόν.
Σαν τους μύες των παναθήναιων αθλητών
πετάγεται η λάμψη των αρχαίων μαρμάρων.
Κινούνται, έρχονται αργά,
μ’ ένα μειδίαμα απλώνονται πάνω μας,
μας λούζουν με αινίγματα, φως και ίαση,
και ακούω το σμίλεμα και την κραυγή των μετάλλων,
ακούω ακόμα το χτύπο του δόρατος στη Σαλαμίνα,
στο χώμα των θερμοπυλών,
απ’ το ιερό αίμα δεν φύτρωσαν κρίνα.
Υποδήματα στα πόδια δεν φορώ,
σαν στης Αττικής τη γη πατώ
μια απαστράπτουσα πόλη θωρώ,
αυτό το μέγιστο κάλλος τρυπώνει στη σκέψη και ονειροπολώ.
Ίδιοι, ένα Έλληνες και πνεύμα
θα κρατούνε πάντα, και θα σκορπίζουν ακτίνες φωτός
με ένα νεύμα.

ΜΑΡΜΑΡΥΓΗ
απαγγελία: Κὀνι Κρυσταλλίδου

Δώσε μορφή
δώσε φωνή στη φονική μαρμαρυγή,
δώσ’ της μια σκέψη θετική
καν’ τη φωτιά της πάγο
και με του νου την αφορμή,
την πονηριά να τη ξεκάνω.
Βράζει η θάλασσα,
τη γεύση τη πικρή ατμό να κάνει
και κείνα τα φανταχτερά
τα τρανταχτά τα γέλια στόχο της να βάνει
Δώσε πνοή και ηδονή
στη φονική μαρμαρυγή,
καν’ τη να πιάσει χώμα.
Να διώξουμε την αρπαγή
από τα μάτια των παιδιών
να σώσουμε το χρώμα.
Στέκεται ο πόνος κι η σιωπή δεν σαλεύουν
μέσα στο χρόνο στο πάθος,
στης ζωής τον οργασμό
τίποτα δεν γυρεύουν.

Δώσε μορφή
δώσε φωνή στη φονική μαρμαρυγή,
δώσ’ της μια λάμψη για να βγει
και του μυαλού της τα ακρόριζα να κάψει.

Τραγούδι
Σταύρος Παπασταύρου – Χίλιες φωτιές

http://www.youtube.com/watch?v=9cwB1fgJiZw

Ο Ηλίας Παπακωνσταντίνου ζωγράφισε στο δικό του χώμα στάλες από τα χρώματα της ψυχής του. Αιμάτινα, φονικά, που όμως διαπερνούν αισθήσεις, διασχίζοντας το όνειρο και το ταξίδι, στους ανιδιοτελείς προορισμούς των λέξεων, με την υπόσχεση μελλοντικών αυτοαναφλέξεων στα πύρινα μέτωπα της Ποίησης. Εν αναμονή λοιπόν των νέων του αποχρώσεων…