ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ​ΟΥ - Σελήνης Αντικατοπτ​ρισμοί

Βραδιές που η σελήνη αντιφεγγίζει στα πιο απόκρυφα μυστικά τις ενδότερες ενδοσκοπήσεις, αποφασίζουν οι λέξεις να αποκαλυφθούν και να χαράξουν σελίδες στάζοντας το αίμα του ποιητή.
"Σελήνης Αντικατοπτρισμοί" η νέα ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ με το εξώφυλλο να κοσμεί η φωτογραφική σύνθεση της Βασιλικής Πελτέκη.
Επιχειρώντας την ανάγνωση στην δεύτερη ολοκληρωμένη έκδοση της Μίνας Παπανικολάου, πάντα βρίσκομαι γύρω από τον δημιουργό και τι έχει να δώσει, τι τον οδήγησε σ' αυτή την καταγραφή; Κι όμως τα χέρια δεν ξεχνούν να γράφουν ότι το σώμα θυμάται, ότι ο νους αναπολεί σε βράδια παρηγοριάς. Η ίδια αντί προλόγου ερμηνεύει τις δικές της προθέσεις εν αναμονή μιας άνοιξης που έρχεται, φθάνει..

"Ακόμα ξαφνιάζομαι κάθε ξημέρωμα κι ακόμα αμφιβάλλω κάθε απόβραδο" θα πει, δείχνοντας έτσι την μυστική αναχώρηση που καλείται να κάνει, κάθε φορά που ένα ποίημα γράφεται. Εδώ δεν αναζητείται το ύψος. Άλλωστε τα μεγάλα λόγια κι οι υπερβολές δεν είναι χαρακτηριστικό της ποιήτριας. Απλά δαιμονίζεται, ανεμίζεται, σκορπίζεται, γίνεται σκόνη στο ελάχιστο μόριο που κάποιος θα συναντήσει και θ' αναγνωρίσει τον κόπο, τον πόνο, την μετάγγιση των αισθήσεων στο χαρτί, για ν' αποκαλύψει στους άλλους και να αποκαλυφθεί το ματωμένο συναίσθημα που φεύγει και πάει για το άγνωστο, αφού μέχρι τώρα έτσι κι αλλιώς, τα άγνωστα μέσα της ανακαλύπτονται. Η εσωτερική συνομιλία είναι η υπέρβαση του συνειδητού, που πλέον αποκόπτεται από τα τετριμμένα και καθημερινά , από τα πρέπει και δήθεν, ως να φτάσουν να γίνουν "είναι" που είναι η προσωπική αλήθεια κι η κατάθεσή της που γίνεται Τέχνη. Είναι η ανάμιξη μ' ένα παρελθόν που πέρασε σε διαλεκτική με την μνήμη μπροστά στον καθρέφτη της ομηρίας.
Ανάρμοστη, απροσάρμοστη στα ραγίσματά του, αντανακλάται στα σπασμένα κομμάτια, στις φωνές που έρχονται και ξαναφεύγουν, στις συγκρούσεις που ματαιοπονούν κομματισμένες ψυχές.

Η Μίνα Παπανικολάου δεν είναι η Μίνα που ξέρουμε, είναι η ποιήτρια που σχηματοποιεί τα μορφώματα και γίνονται ποίηση στις χαρτογραφήσεις των ορίων, στα ορόσημα υπερβατικής συμπεριφοράς, που πια δεν πληγώνει, αντίθετα λυτρώνει τον ποιητή. Κοιτάζει κατάματα το αναγνωστικό κοινό και στέκεται όχι απέναντι, αλλά δίπλα στις λέξεις της, υπερασπιζόμενη τα «θέλω» της για να πει ακριβώς εκείνα που θέλει να πει.
Δεν θα βρούμε στην γραφή της σκηνικά άγνωστα, καθώς βρίσκουμε στα λόγια της χαραυγές που μαζί τους ξυπνήσαμε κι εμείς. Κι όσα το σφουγγάρι μάζεψε τώρα το στραγγίζει στην αρχή του νέου της ταξιδιού. Τινάζεται από πάνω της όλο εκείνο το δέρμα που γδάρθηκε στις αναπόφευκτες διαδρομές. Δεν λησμονά, πως άλλωστε να λησμονηθεί ο φόβος κι η θλίψη άρνησης του ονείρου, νύχτες που η σελήνη αντικατοπτρίζει σκέψεις επουλωμένες πια, γιατρεμένες από τα όμορφα που στήθηκαν στο οικοδόμημα της ποίησης.

"Συνομιλία με τον έσω εαυτό...συνέχεια

Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω
αν τη συναντήσω
θα τη χαρίσω"

Η ποιήτρια μας χαρίζει τον δικό της παράδεισο, τον χτισμένο, πότε με απαλά σύννεφα και πότε μ' αντάρες και καταιγίδες, στήνει το δικό της δίχτυ στην ανάμνηση από ένα παρελθόν που έφυγε, αλλά κι από ένα μέλλον που ακόμα δεν ήρθε. Κατοικεί στην στεριά, αλλά και στον ουρανό, έχει χτίσει ένα άλλο σπίτι με αρχιτεκτονικούς γοτθικούς ρυθμούς, για ν’ αγγίζει αισθήσεις ξάγρυπνες. Κάνει το αδύνατο δυνατό, εφευρίσκοντας τρόπους, με τραβηγμένες κουρτίνες, για να μπαίνει το φως κι οι άγγελοι που το μεταφέρουν. Της μοίρας τα κύματα προκαλεί, να ηχήσουν το βουητό, να χτυπήσουν το βράχο, να τον σπάσουν για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό μιας καρδιάς, που υπομονετικά περιμένει να την ανακαλύψουν. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι, ήρωες και ηττημένοι. Η νίκη είναι απώλεια κι απώλεια απόγνωση στα σκοτεινά θέρετρα της θλίψης.

"Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος

Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα - βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν."

Το ταξίδι στις άκρες του ουρανού δεν έχει τέλος. Με νέες φόρμες αντικαθιστά τους τίτλους με αποστάγματα, στα ικριώματα των στίχων. Εισάγει μια νέα ακολουθία στην ολοκλήρωση της θεματολογίας, καθοδηγούμενη από την δυνατότερη δυνατή ανάγκη να κρυσταλλώσει τον λόγο σε μια γραμμή μόνο, για την ποιητική παραπομπή, μετρώντας ένα - ένα τ' αστέρια που φωτίζουν τον δρόμο της. Στα τοπία της δεν υπάρχουν τελείες, αλλά αποσιωπητικά, που συνοψίζουν την συνέχεια των μεθυσμένων ιστοριών, που δεν έληξαν, αλλά κατ' εξακολούθηση διαπράττονται, απενοχοποιημένες από στεγανά και πρότυπα, που άλλοι εμφύσησαν κι έντυσαν κυτταρικούς ιστούς, τίκτοντας την εξελικτική αναζήτηση στον αέρα. Μόνον που εκεί όλα πληρώνουν ακριβά το τίμημα ανεξάρτητης και προσωπικής ενδελέχειας για ένα και μοναδικό άγγιγμα. Να χωρέσουν οι στίχοι σ' ανατολή και δύση καταργώντας ερινύες ή μεταπλάσσοντας την παλιά σκουριά σε ανοξείδωτο κράμα ώστε να παραμείνει αλώβητο στις οξειδώσεις του χρόνου.

"Και - άκου - σώπασαν οι Ερινύες
σαν άκουσαν τα βήματά σου στα σοκάκια του μυαλού.

Μεγαλοβδόμαδο.
Γυρνάω μου μήνυσες.
Τι τρέλα!
Πως έχασες το δρόμο σου καρδιά μου;
Στα κύματα να ταξιδεύεις γνώριζες
και μόνο εκεί δεν χάθηκες ποτέ.
Κι όμως
σαν στα ακρογιάλια τριγυρνώ
μονολογώ:
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει
θα ξανάρθεις.
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει θα ξανάρθεις."

Μπλέκουν κάποια στιγμή οι ανάσες και γίνονται "ανάσα", μία και μοναδική διαδρομή έκφρασης της ζωής. Χωρίς πολλαπλές εκπνοές, αναγεννούν την αγάπη, με αυτοθυσία τα δάκρυα που πέφτουν και μαραίνουν πληγές. Γητεύουν με επιθέματα συναισθημάτων την αξία της ζωής, που ακροβατεί στο ωραίο, στο υψηλό, στον ενατενισμό του ιδεατού, καθώς υπηρετείται και υποτάσσεται γλυκά αυτοθυσιάζοντας τα εύκολα για τα δύσκολα. Εναρμόνιση και αποδοχή ληγμένης μελάνης, που θα γράψει αρμονικές πτήσεις ζωής, για τα πεπραγμένα που ξημερώνουν σε σταθμούς καημού και λύπης. Δραπέτες απόκληροι μιας άλλης εποχής, καρφώνουν τα δικά τους καρφιά σε ανοιγμένες καρδιές, λάμποντας σαν φωτοβολίδα που σκάει το αίμα καθώς εκτινάσσεται σε κανονικούς ανθρώπους, υψώνοντας ρομφαία στο απρόοπτο.


"Είναι η αυτοθυσία που ορίζει την βαθύτερη αξία της αγάπης

Σπιναλόγκα

Δραπετεύουμε απόψε;
Από τον σταυρό που μας κρέμασαν και μας
ξέχασαν,
αμπελιού καρποί νόησης ώριμης.
Έλα σου λέω.
Ας δραπετεύσουμε απόψε.
Θα βγάλουμε τα καρφιά μας,
θα τ' ακουμπήσουμε στα ριξά του σταυρού για λίγο.
Πάμε σου λέω.
Σαν παιδιά να περιδιαβούμε την πλάση,
ξέγνοιαστα.
Εδώ θάναι ο σταυρός μας
Δικός μας.
Έκρυψα καλά τα καρφιά στη γη.
Μη φοβάσαι, κανείς δεν θα τάβρει.
Και κανείς δεν τα θέλει.
Γι' αυτό σου λέω, ας δραπετεύσουμε απόψε.
Μόνο για απόψε."


Η ποιήτρια ψάχνει στην κόλαση τον δικό της παράδεισο, με τον "Μονόλογο από το Α ως το Ω του ΑγαπΩ", όλα εκείνα που αναδύονται με αίσθημα ελευθερίας, με Φως, με Αγάπη, τιμώντας αξίες κι αρετές που αν κι εμφυτεύθηκαν στην συνείδησή της, εντούτοις η ίδια καλλιέργησε, αξιοποίησε και ανάδειξε με τον τρόπο που ζει, που ονειρεύεται, που υπάρχει. Με επιλογές που τίμησε και την τίμησαν προχωρά στα δύσκολα μιας ζωής μικρής, γευόμενη την χαρά της δημιουργίας, με μια ευχή στην καρδιά, στο μυαλό, στο χέρι που απλώνει για νἀ αγγίξει το μικρό κομμάτι ουρανό που της αναλογεί, με την βεβαιότητα, πως το όνειρο είναι ένας ποταμός, που κυλάει σε όμορφες όχθες. Καλοτάξιδο...