Ρίτσος: Ερωτας και Επανάσταση (από τον Δημήτρη Τσιπούρα)


Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη
την είπαν ο έρωτας και η Επανάσταση.
Ολη σου την σιωπή την είπε η ποίηση"

Ετσι,μ' αυτά τα λόγια, αποκρυπτογράφησε προς το τέλος του βίου τη μεγάλη του πορεία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος,αφήνοντας την τελευταία του πνοή μια νύχτα Κυριακής «πολύ αργά μέσα στη νύχτα», λίγες ώρες διαφορά από τον Αλέξη Μινωτή, στις 11 Νοεμβρίου 1990.
Να με θυμόσαστε είπε. "Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/χωρίς ψωμί,χωρίς νερό,πάνω σε πέτρες και αγκάθια,/για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα"
Είκοσι τεράστια χρόνια μετά το μεγάλο ταξίδι ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Με τον επιβλητικό λόγο του και τη σεβάσμια μορφή να μας οδηγεί στα μονοπάτια του Ερωτα και της Επανάστασης. Πολυγραφότατος και ακόμα αστείρευτος, αφού απο το ογκώδες έργο που πρόλαβε να γράψει, δεκάδες τόμοι δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Εργο που είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το ογκώδες ποιητικό έργο του Παλαμά, το οποίο με τη σειρά του,είναι σχεδόν διπλάσιο σε έκταση από το ποιητικό έργο του Σικελιανού, που θα μπορούσε κι αυτός να χαρακτηρισθεί πολυγραφότατος, μας πληροφορεί ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς.

Μεταφρασμενος σχεδόν στα πέρατα της Oικουμένης ο Γιάννης Ρίτσος ήταν ένας ζωντανός μύθος, αφού το κόμμα στο οποίο έντάχθηκε απο τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέσα από το οποιο πάλεψε, εξορίστηκε, βασανίστηκε, είχε φροντίσει να του στήσει ένα "ζωντανό άγαλμα". Και αυτός συνέχιζε να μεταλλάσσει τον δικό του πόνο,τους μύχιους καημούς και σκέψες , σε πόνο της Ρωμιοσύνης, εξασφαλίζοντας έτσι την αθανασία του. Πιστεύω στον Ερωτα και την Επανασταση/γι΄αυτό ακριβώς πιστεύω στην Αθανασία" 'εγραψε κάποια στιγμή. Ισως γιατί ήξερε πως μέσα από τον προσωπικό αγώνα καθε άνθρωπος και μέσα από τις μαζικές διαδικασίες -όπως έλεγε το κόμμα- βαδίζει προς την τελική ανεξαρτησία.

"Ξέρω/καθενας μονάχος πορεύεται στον έρωτα.Μονάχος/στη δόξα και στο θάνατο/Το ξέρω .Το δοκίμασα.Δεν ωφελεί
Δειλιάζει όποιος στέκεται μπροστά στο επιβλητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου, γιατί καταπιάστηκε με το καθετί και έβαλε την μοναδική προσωπική του σφραγίδα. Στην ποίηση,όπου χαρακτηρίστηκε ως "ο μεγαλύτερος ζων ποιητής", στην πεζογραφία γιατί στο "Ισως νά 'ναι κι έτσι" και στα «Προκυνητάρια» του, προκάλεσε το κόμμα και έστρεψε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, έστω χωρίς να το θέλει, στη ζωγραφική, επειδή κανένας άλλος δεν μίλησε μ΄αυτό τον απαράμιλλο τρόπο στον χρωστήρα, κανένας άλλος δεν σμίλεψε τόσο ανθρώπινα, πέτρες και ρίζες δεντρων, με τόση επάρκεια και τόση εμπύρετη μνήμη χεριών και μυαλού.

"Πόση γνώση -σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας- χρειάζεται γιά να φτάσει ο ποιητής, ο πολυγραφότατος ποιητής, αυτός που κατ' επανάληψη απέσπασε από τη γλώσσα ισχυρότατους ρυθμούς και νοήματα ατίμητης παραμυθητικής τρυφερότητας, αυτός που τίμησε και ύψωσε τις πιό ταπεινές λέξεις,που στέγασε στη γενναιοδωρία του τα πιό ταπεινά πράγματα και συντρόφεψε και με το βίο του, προπαντός μ΄αυτόν και με την ποίησή του τους ταπεινούς των ανθρώπων, πόση γνώση,λοιπον, και πόση απόγνωση χρειάζεται γιά να γράψει "με το δάκτυλό του/ένα ΜΗΔΕΝ". Γιατί όπως ο ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου γράφει τον Αύγουστο του 1987 "εκεινα που δεν έλεγες ποτέ,ακριβώς εκείνα/έδιναν αίμα στα λόγια που ελεγες και έμεναν στον αέρα/μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/νυχτερινής μελλοντικής μουσικής". Και ακόμα γιατί "Ισως και νά'χουν κάποια αξία/αυτά που αφήσαμε πίσω μας/...Μα τώρα και τούτο το "ίσως" πάνω στα χείλη σου/έχει χλωμιάσει και γεράσει".

Αν ζούσε σήμερα αυτός ο γίγαντας της ποίησης δεν θα ήξερε που να γείρει τη μνήμη του με τόσα γεγονότα που συμβαίνουν. Γεγονότα που είναι βέβαιο πως θα τον πήγαιναν πίσω στα χρόνια της εφηβείας, της άντρωσης και της πάλης γιά ένα καλύτερο Αύριο. Πόσα από τα καλλιγραφικά του γράμματα δεν θα ξεδίπλωνε στο άγραφο χαρτί για να τραγουδήσει και να κλάψει συνάμα, για τα τόσα που εκτυλίχθηκαν σαν σκοτεινα γεφύρια στη Σρεμπένιτσα, το Πάλε, την Κράϊνα, τόπους δηλαδή που είχε γνωρίσει παλιά, κάτω από άλλες συνθήκες. Τότε που κλείνανε ερμητικά οι γέφυρες της Επανάστασης και οι σύντροφοι του ξεκληρίζονταν στις πέντε ηπείρους, ενώ όσοι έμειναν στην Πατρίδα τη γνώριζαν μέσα απο το πιό άγριο προσωπό της. Βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, βιασμούς του κορμιού και της συνείδησης.

Τι να γράψεις όμως μέσα σε ένα σύντομο σημείωμα γιά τον μεγάλο αυτό Ανθρωπο. "Τώρα/δεν έχεις τίποτε να πεις ,αφού δεν έχεις τίποτε να κρύψεις" έγραφε στο Καρλόβασι, καθισμένος σ' εκείνη την πέτρα που ο ίδιος είχε σμιλέψει στ' ακρογιάλι και αναπολώντας όλα αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν προλάβαινε, γιατί "τι να πρωτοδιορθώσεις" μέσα στα ανελέητα ξερά καλοκαίρια και τους βομβαρδισμένους χειμώνες.


Πέτρες, κόκκαλα, ρίζες


Αν όμως ο Γιάννης Ρίτσος έμεινε στη μνήμη μας ως ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Οικουμένης, λίγοι είναι αυτοί που γνώρισαν την αγάπη και την πνοή που έδινε στα ταπεινά αραβουργήματα της Φύσης.
Κατ΄εξοχήν "οπτικός τύπος" οπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος για τον εαυτό του,αναζητούσε την έκφραση μέσα στις πολύωρες, θανατερές μοναξιές του, όταν ούτε οι σύντροφοι μπορούσαν να ανταλλάξουν ένα ζεστό λόγο, στις πέτρες, τα κόκκαλα, τις ρίζες, που βρίσκονταν άφθονα γύρω του. "Οι ρίζες υποβάλλουν μιάν αγριότητα.Τα κόκκαλα και οι πέτρες, το κάλλος ή την ελεγειακότητα. Και η ευτυχία στην τέχνη περιέχει πολύ συχνά ένα στοιχείο ελεγειακό" έγραφε σε ένα σημείωμα του στο περιοδικό "Η Λέξη" τον Οκτώβριο του 1981.

Σε ένα άλλο κείμενό του στο περιοδικό "ΑΝΤΙ", τον Ιούλιο του 1975, ο ιδιος ο ποιητής δίνει την προσωπική του μαρτυρία, για την ενασχόλησή του με τις ρίζες, τις πέτρες, τη ζωγραφική ,τα κόκκαλα. "Περα όμως από τις αυθαίρετες ίσως συσχετίσεις, γενικεύσεις και τους απλοϊκους συμβολισμούς (που κολακεύουν τη σπουδαιοφάνειά μας και ευκολύνουν τάχα τη συνεννόησή μας με τη μεταφορά ακαθόριστων αισθησεων και συλλογισμών στο "ευανάγνωστο" και προσιτό επίπεδο των εικόνων και των σχημάτων), εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε στις ρίζες κάτι βαθύτατο και τολμηρότατα ανθρώπινο, κάτι πολύ πιό δικό μας, κάτι το "ανείπωτο", ειπωμένο με αποστομωτική ειλικρίνεια. Γι΄αυτό μπορεί να συνεχίσει κανείς να δουλεύει τις ρίζες, παρ΄όλο το φόβο της επανάληψης. Κι οι ρίζες επαναλαμβάνονται,όπως επαναλαμβάνονται τα ένστικτα κι όπως επαναλαμβάνονται οι βασικές αλήθειες: γέννηση, έρωτας, θάνατος ή ,καλύτερα, όπως επαναλαμβάνονται τα τρία βασικά άγνωστα: ζωή, έρωτας, θάνατος".


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΠΟΥΡΑΣ


Ευχαριστώ θερμά τον Δημήτρη Τσιπούρα!!! Σ.Σ.

Παρουσίαση Μελίτας Αδάμ από την Σοφία Στρέζου


Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΕΛΗ

"Γιαγιά Μέλη, όραμα επιβλητικό η φιγούρα της. Η γιαγιά ήταν το σύμβολο, η αρχηγός του Οίκου"
Η ιστορία ενός τόπου και πως αυτή μπορεί να αναπλαθεί, στα μάτια ενός μικρού κοριτσιού, σαν παραμύθι ν' ακουστεί, που την ανέμη του χρόνου γυρίζει και υφαίνει τον ιστό της.
Είναι η κρυφή, η πονεμένη δίψα της γιαγιάς, να ξεδιψάσει η ίδια πρώτα από τις μνήμες, που στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες, για όλα εκείνα που έζησε και τώρα θέλει να μοιραστεί. Να μην χαθεί η σκιά τ' ουρανού, που κάτω βίωσε την δική της παιδικότητα ως την ενηλικίωση, μέχρι να φθάσει πρόσφυγας μεταξύ των προσφύγων στη Νέα Φιλαδέλφεια, όνομα του παλιού τόπου και τώρα αναδοσμένο στο νέο, που φιλοξενεί το καινούργιο της σπιτικό.
Η θάλασσα της μνήμης πάντα καθρεφτιζόταν στο ανήσυχο κι επιβλητικό βλέμμα της. Ταξίδια στο παρελθόν, στις παλιές πατρίδες Αϊβαλί, Εσκί Σεχίρ, Αϊδίνι,Πόλη, Σμύρνη, Σαμψούντα, Τραπεζούντα κι άλλα πολλά ονόματα στον κατάλογο που η λήθη δεν διέγραψε.
Ο πόλεμος έσβησε τα όνειρα, εκείνα που δεν υλοποιήθηκαν ποτέ. Σταγόνες ονείρων όμως κουβαλήθηκαν και ξαναστήθηκαν, με αισθήσεις τυλιγμένες στο άρωμα που τα έλουσε.
Η αφηγηματική της Μελίτας Αδάμ δεν περιορίζεται στις διηγήσεις της γιαγιάς. Ξεκινά η ίδια ένα πικρό ταξίδι στις προσωπικές μνήμες του πολέμου, των καταφυγίων, της κατοχής, της πείνας, του εμφυλίου. Είναι το δικό της στοίχημα να περισώσει ότι συντάραξε τον παιδικό της κόσμο και να καταγραφεί στις σελίδες της ώριμης περιόδου.
Πολύ μετά την πρώτη νιότη θα ξεκινήσει να γράφει. Να πλέκει χρώματα φωτιάς, με το θυμικό να στάζει γεγονότα και περιστατικά, σε μια περίεργη εποχή. Τότε που τρύπια όνειρα έπαιρναν σάρκα, όταν κυριολεκτικά η λαλιά δεν μπορούσε ν' αρθρώσει.
Διέξοδος και καταφύγιο ταυτόχρονα, όχι για να στεγασθούν γεννήματα, αλλά μνήμες, μνήμες που αλυχτούν σε ώρες που ο ιδρώτας χτυπά την πόρτα της καρδιάς. Ότι μεσολάβησε στα δίχτυα της σκέψης θα πιαστούν, καθώς εκείνες σπαρταρούν ακόμα στη μέθη της νοσταλγίας.
Δεν διεκδικεί τίτλους συγγραφικής αποδοχής, διεκδικεί την αλήθεια της. Τα για καιρό φυλαγμένα θυμητάρια γυαλίζονται χωρίς φόβο, χωρίς την ωραιοποίηση, αλλά με τον ρεαλισμό, που η απόσταση του χρόνου απόσταξε, το ακριβό του απόσταγμα στο δρύινο βαρέλι, που πρέπει και οφείλει ν' ανοιχθεί
Πιο ανομολόγητο χρέος, ποια τιμή είναι εκείνη που οδηγεί το χέρι της στην συναρμολόγηση των απολιθωμάτων, καθώς λέξη-λέξη ξετυλίγουν το κουβάρι, για να πλέξει από την αρχή την αρχινημένη πριν χρόνια από την γιαγιά Μέλη ιστορία. Κανένα βιβλίο δεν θα διδάξει σε κανένα σχολείο την ιστορία που η ίδια βίωσε.
Θα αποθανατίσει στην φανταστική φωτογραφική μηχανή, όλες τις εικόνες της ματιάς, του χαμόγελου, των δακρύων, που με αγάπη συνάντησε και συναντήθηκε μαζί τους. Ο παλιός πόνος στο σώμα, στο αίμα, έχει υποχωρήσει και στη θέση του τώρα κυριαρχεί η δύναμη της αναγκαιότητας, για την ειλικρινή περιπλάνηση στο μακρινό χθες.
Στριφογυρίζουν όλα στο μυαλό, ζητώντας επιτακτικά να μη ξεχαστούν στους κύκλους που έκλεισαν. Θα τους ανοίξει μαζί με τους κρουνούς που ανοίγουν όλες οι μνήμες, όλα τα σημεία που πρέπει να φωτιστούν από πυρσούς αναβίωσης, στις σβησμένες πια στάχτες των γεγονότων, πριν
δρομολογηθούν τα ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΟΒΟΥ των μικρών ιστοριών της που θ' ακολουθήσουν.


ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΟΒΟΥ

Θα μπορέσει να κρατήσει τις ισορροπίες σ' ένα κόσμο που αλλάζει και μαζί του αλλάζει κι αυτή στις διαστάσεις του χρόνου;
Μήπως γυρεύουμε, ψάχνουμε , αναζητούμε τους φόβους στις φωτιές που ανάβουν, η μήπως στην αγάπη που έρχεται, φεύγει ή δεν έρχεται ποτέ;
Εκείνο που δεν ξέρουμε, είναι το κόκκινο σαν το αίμα κυλά, αν προκαλεί το μυστήριο του φόβου, μιας καταναγκαστικής θεμελίωσης στην καρδιά, που αναβλύζει και φιλτράρει το υγρό πυρ της ψυχής μας.
Ποιοι λόγοι παρελθοντολογικοί ή μελλοντικοί δίνουν το σήμα, για να σηκωθεί η σκόνη του φόβου, να εξαπλωθεί σε σώματα, να διαρκεί, να μετρά το σκόρπισμα σ' ότι έμεινε, σε ότι μένει κολλημένο στα μύχια της ψυχής και του νου, κομματιάζοντας τις αισθήσεις, τις αναστολές, για να παραδοθεί σε κείνο που καθηλώνει.
Η Μελίτα Αδάμ με τις μικρές ιστορίες, μας εισάγει στις αφετηρίες του φόβου και πως αυτές εκτυλίσσονται, μέσα από τις αφηγήσεις διαφορετικών ανθρώπων.
Έρωτας και πόνος, πόνος και έρωτας διατηρούν μεγαλόπρεπα το άγγιγμα του φόβου. Γνωρίζει πως για να τον ξορκίσει κανείς, το μοίρασμα είναι η ασφαλής μέθοδος για να απαλλαγείς, να σωθείς.
Κάποτε κι εκείνοι που δεν φοβούνται, θα φοβηθούν, θα διαταραχθούν, θα παίξουν κρυφτό στο παιχνίδι των σκιών. Με καρδιές κομματιασμένες θα αφεθούν στο μακελειό του τρόμου, που κατασπαράσσει τα θεμέλια της γαλήνης τους.
Εκεί που σε μια στιγμή ο χρόνος χάνεται, δεν υπάρχει, υποχωρεί, καθώς τρέχει ν' αποφύγει την σύγκριση από το πριν στο τώρα. Γιατί ο φόβος ξέρει καλά να ουρλιάζει, στο περιθώριο συγκομιδής άγνωστων μέχρι χθες συναισθημάτων.
Στη δραματική έξοδο από το καθορισμένο ή ακαθόριστο του φόβου, η ρίζα θα εξακολουθεί να υπάρχει στις μεγάλες προσπάθειες ξεριζώματος.
Είναι στην φύση του ανθρώπου να τον λιώνει σαν κερί σιγά-σιγά, ξέροντας πως πάντα θα υπάρχει, μια άκρη από το φιτίλι μέσα του. Αφορμή θα ψάχνει, για να αγγίξει εκείνη την σπίθα, που θα λαμπαδιάσει εκ νέου, θα ξεράνει τα χείλη, από την συνειδητότητα της απόγνωσης. Κι όταν καταλαγιασμένος πια στα ερμητάρια της λήθης, εκείνος πάντα θα πληγώνει, στις επεξηγηματικές ανασκαφές της γέννησης του φόβου, στις χαμένες διαδρομές του. Πάντα πικρό, παγωμένο το χάδι του θα περιρρέει στους εναγκαλισμούς του ρίγους.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ - Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου (μυθιστόρημα) από Σοφία Στρέζου


Δανεικές και ξεχασμένες μνήμες πίσω από τις γραμμές, στο μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη "Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου", γραμμένες από την δεκαετία του '30 και μετά, φθάνουν αχνές, ασπρόμαυρες, σαν τα χρόνια που έρχονται, ως να χρωματιστούν στις μετέπειτα δεκαετίες, με τις πρώτες έγχρωμες στιγμιαίες αναθυμήσεις, αποτυπωμένες για πάντα στο φωτογραφικό χαρτί.
Είναι οι μυρωδιές και τ' αρώματα μιας άλλης Ελλάδας, ακουμπισμένης στην ακρώρεια του χρόνου με αναμνήσεις, που οι γιαγιάδες, οι θειάδες κι οι γονείς αφηγούνται. Έτσι όλα αυτά τα λησμονημένα,τα αόρατα, γίνονται ορατά στις συνειδήσεις των αναγνωστών, καθώς ο δημιουργός επιδιώκει να μας εισάγει, με εύγλωττο και κατανοητό τρόπο στις ανάδρομες διανύσεις.
Για μένα προσωπικά που μεγάλωσα στον κάμπο της Θεσσαλονίκης και τα γύρω χωριά, οι μνήμες είναι εντονότερες, για όσα λείπουν ή εκλείψανε στη μαρμαρυγή του χρόνου.
Έτσι ξεκίνησα να κλέβω μια-μια τις εικόνες, που με μαεστρία ο συγγραφέας τις επιστρέφει στην ανοιχτή δίοδο του μυαλού για να ταξιδεύω μαζί του στα κανάλια του χρόνου.
Έτσι απλά, λες και γνώριζα την Βασιλική από πάντα. Περπάταγα δίπλα της στα χωράφια, σκαρφάλωνα στα δέντρα, στα ρυάκια, που οι ζωοδότες ποταμοί τροφοδοτούσαν, ποτίζοντας την εύφορη Γη. Γιατί η ηρωίδα, η Βασιλική, που γεννήθηκε λίγο πριν τον πόλεμο, καταθέτει τις μέρες της, σαν χοντρές ψιχάλες στα άνυδρα που πέφτουν και λασπώνουν το λιακωτό της ψυχής μας.
Τώρα που η απόσταση του χρόνου δεν μπορεί να πονέσει ή να πληγώσει, θα πορευτούμε στην μοίρα, που δένεται μαζί της το μπαστούνι της δικής μας μοίρα, για να αποκαλύψουμε μέσα μας, τις κοινές συναρτήσεις ζωής. Η συναισθηματική πειρατεία άλλη μια φορά αλητεύει, ψάχνοντας να κουρσέψει τους σατανάδες που στροβιλίζονται παρωχημένοι στην δίνη μιας άλλης εποχής.
Παρόντες κι απόντες θα παρελάσουν, πότε με διανύσματα και πότε με δρασκελισμούς, ξύνοντας απαλά παλιές πληγές.
Οι πύλες ανοίγουν με τα οπλοπολυβόλα να τρυπούν, να ξεδιπλώνουν τα μυστικά της Βασιλικής, για να κοινωνήσουμε όχι μόνον την αφετηρία, αλλά κι όλη την διαδρομή του κοριτσιού, της γυναίκας αργότερα, που έμελλε να αιχμαλωτίσει τις φωτιές των σκοταδιών και να τις καταθέσει.
Το γκροτέσκο του δικού της μονόπρακτου, γράφεται άριστα και με θεατρικούς όρους από τον Γιάννη Φιλιππίδη. Η περιγραφή αγγίζεται μ' ευαισθησία και χάρη. Κατορθώνει η ηρωίδα,την εξαθλίωση που την περιρρέι να την ωραιοποιεί στα μάτια της υπερβαίνοντας, ώστε να μην κατοικηθεί μέσα της η μοιρολατρία. Επειδή ακριβώς η Βασιλική μπορεί να τιθασεύει αν και δεν πειθαρχεί εύκολα σε κανόνες και συμπεριφορές. Αρνείται βασανιστικά την υποτέλεια σε όρους και ρόλους. Είναι ο αυθεντικός βηματισμός σε κείνα που η ίδια νιώθει πως πρέπει να βαδίσει στους μοναχικούς δρόμους της ψυχής της.
Πλάσμα γήινο στέκεται πιο ψηλά από εκείνα που η μοίρα ορίζει. Καταργεί αθέλητους συμβιβασμούς,πιάνοντας τη ζωή με τα χέρια, σε ναυαγισμένα τοπία. Ξαναβάφει την θάλασσα που ποτέ της δεν είχε δει, με χρώματα από το μεγαλείο της καρδιάς.
Ο κάμπος των παιδικών χρόνων, ο πρώτος έρωτας, το παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ, το γράμμα στον αγαπημένο που ποτέ δεν έφθασε στα χέρια του κι ύστερα η Θεσσαλονίκη, η ζωή στο πορνείο με την ίδια απούσα από τις ερωτικές δραστηριότητες του χώρου κι ο Μανώλης που έμελλε να ανθίσει σαν ρόδο στη ζωή της. Ο Μανώλης που έφυγε, χάθηκε κι έπρεπε άλλη μια φορά να υπηρετήσει την φυγή και να εγκατασταθεί εκ νέου στην Αθήνα πια, ανάμεσα σ' έναν κόσμο που φλέγεται από την άνθηση ή την συντριβή του ονείρου.
Ο κινηματογράφος στην γένεσή του, με την ίδια πρωταγωνίστρια να παραιτείται από τον κανιβαλισμό του θεάματος και να απομονώνεται στα Βίλια. Η αναζήτησή της από τον Μανώλη, ο γυρισμός του δικού της Μανώλη, του Μανώλη του τέλους που μαζί του έζησε την τελειότητα της αγάπης.
Η Βασιλική παρέμεινε ένα μεγάλο παιδί, με βουτιές στα βάθη της ζωής και των συναισθημάτων, του τεντωμένου σχοινιού. Πάντα από την αρχή άρχιζε τους δρόμους που μόνη της άνοιγε.
Σε ποιους κύκλους γράφονται με κιμωλία οι σκιαγραφήσεις της ζωής, με το φως της αλήθειας να λάμπει και ταυτόχρονα να θαμπώνει το λίγο, το αναπόφευκτο, το μοιραίο για άπειρα σχέδια που παραμένουν συχνά μόνον σχέδια. Μπορεί κάποιος να ψάχνει στ' αστέρια για να τους βρει, μα είναι εδώ στη Γη, ακουμπούν τη "μυρωδιά στα σεντόνια", στη γειτονιά, στην διπλανή πόρτα. Περιφέρονται στην αύρα τ' ουρανού της διεισδυτικής μυθοπλασίας αναδυόμενου ονείρου.
Ο Γιάννης Φιλιππίδης θα μας παρασύρει στην αύρα της Βασιλικής, ενός πλάσματος τόσο ανθρώπινου, τόσο χαρισματικού, που κατοικεί σε ανάκτορο δύο δωματίων κάπου στην Πατησίων. Αναζητήστε την ακολουθώντας τον δικό της Γολγοθά εξαγνίζοντας φόβους...είμαι βέβαιη πως θα την αναγνωρίσετε σε πανσέληνα όνειρα, την ώρα που σκοτεινιάζει κι οι μνήμες ξεθάβονται από το άχραντο φως του μυστηρίου μια άλλης ζωής, της ζωής μας..

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ -ΒΕΝΕΤΟΥΛΗ - Το πορτρέτο της Σιωπής (από Σοφία Στρέζου)


"Το Πορτρέτο της Σιωπής" είναι το μυθιστόρημα της Τέσσυ Μπάιλα που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ένα χρόνο πριν τον Σεπτέμβριο του 2009.

Η σιωπή είναι από εκείνες τις αρετές, που χαρακτηρίζουν το ήθος ενός ανθρώπου. Ταξιδεύει η σιωπή, αφουγκράζεται, ψηλαφεί ουράνιους ήχους μ' ανοιχτά πανιά. Μια μακρινή πατρίδα, που αναζητά ν' ακουμπήσει, τους παφλασμούς της ψυχής. Είναι το φως σαν αγγίζει και φωτίζει τα λιμάνια του αγνωστικισμού και με χάδι πυρωμένο ζητά, να ζεστάνει την κρύα καρδιά.

Ποια στεριά, ποιο αστέρι, θα μπορέσει να φιλοξενήσει όλα εκείνα που απομακρύνουν κι απομακρύνονται από το βάρος ενός ρεαλισμού ασήκωτου; Ενοραματικές αναζητήσεις προσδοκούν αποδέκτες, στις δυνητικές καταδύσεις ενός απέραντου βυθού ακατέργαστων νοημάτων, για να αστράψει πορφυρογέννητος στην ταύτιση με την γνώση.

Είναι οι πυρήνες των συναισθημάτων που ρευματοδοτούν την έναρξη "σκληρών" αποφάσεων, ως να φθάσει η λύτρωση σε άγνωστο χρόνο. Είναι ο εξοστρακισμός του ασύνηθους συμπλέγματος από την αρχέγονη καταγωγή που με καταιγίδες ανατρέφεται. Είναι το πετρωμένο αμάλγαμα που σπινθηρίζει σε κάθε χτύπο ακόμα και στην πιο μικρή σμίλη, καθώς σμιλεύεται στον χρόνο.

"Το Πορτρέτο της Σιωπής" είναι το ταξίδι των λυγμών στις εκτάσεις της λύπης. Είναι η επιμονή για να υπηρετηθεί η εμμονή ενός πόθου αδιαπραγμάτευτου σε ξέφωτα θλίψης. Κι όσο κι αν η λογική προβάλλει τα δικά της επιχειρήματα, η συνειδητή επιλογή θα αποψιλώνει την νοσταλγία εκείνων που βίωσε, για χάρη εκείνων που θα βιώσει. Οι λογισμοί ήρεμα θα βαδίζουν σε ψιθύρους που κανείς ή ελάχιστοι άκουσαν.

Τα τόξα της ίριδας πρέπει να αποκαλυφθούν για να ζωγραφίσουν το ΝΑΙ της αναχωρητικής σιωπηλής διαλεκτικής στην τροχιά του χρόνου. Τα θαύματα θα ανακαλυφθούν εκεί που χωρούν οι προσεγγίσεις με το Θεϊκό της υπόστασης.

Από πια πέρατα θ' ακούσει ό ηρωικός Γιάννης το κάλεσμα που θα σπάσει τα σίδερα της μέρας και της νύχτας του, για να το ακολουθήσει ως την συμπαντική συνεύρεση μαζί του; Όλοι εμείς, οι αναγνώστες της δραματικής του πορείας, θα πορευτούμε μαζί στους βηματισμούς, ανακαλύπτοντας τον παράλληλο βηματισμό της δικής μας διαδρομής.

Άρρηκτο πεπρωμένο τον παρασέρνει σε μυστικιστικές αναζητήσεις, σε κείνο που δύσκολα φτάνεται, ανοίγοντας τα φτερά σ' ένα πέταγμα διαφορετικό, πέρα από τα συνηθισμένα. Σκληρό και δύσκολο ταξίδι στη νοτισμένη ξενιτιά της ψυχής του. Θα διανύσει υπερβαίνοντας σιωπές απόρθητες, κατηφορίζοντας έναστρες ενορχηστρώσεις σε άβατους χρόνους.

Θα υπερασπισθεί την αβεβαιότητα που θα γίνει επίγνωση στη βεβαιότητα του χρέους προς την αυτογνωσία. Τούτος ο ομιχλώδης πόθος πρέπει να διαλυθεί για να λάμψει ο ήλιος στην ακεραιότητα του προσωπικού του οράματος. Πίσω από τα υψώματα θνητών παραδείσων, αχνοφαίνονται οι παράδεισοι εκείνων, που πεθαίνουν αθάνατοι.

Αναζητείστε το στα βιβλιοπωλεία με ανοιχτά τα μάτια της ψυχής....

ΜΑΡΙΑ ΠΙΣΙΩΤΗ – Ηδύλη-ακα τοπἰα;


Το 2008 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ θα κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή της Μαρίας Πισιώτη, Ηδύλη-ακα τοπία, κάνοντας λογοπαίγνιο με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Ηδύλη που κατά καιρούς η ποιήτρια χρησιμοποιεί.
Στην ποίησή της , η αναπνοή σμίγει με τα ρόδα, με τ’ αγέρι, με τ’ όνειρο, στα δακρυγόνα που στάζουν την δική της μυθολογία, από την δική της αλήθεια.
Η γραφή διανθίζεται από άκλιτους δισταγμούς συναισθημάτων που μιλούν, παραπαίουν πίσω από λέξεις που ομολογούν και κρυφά παραδίνονται, για να μην κατονομάσουν, να μην προσωποποιήσουν την πηγή του συναισθήματος. Στα τετριμμένα και τις συμβάσεις θυσία σ’ εκείνο που έχει αισθανθεί και δεν πρέπει να ειπωθεί., λέγεται πίσω από στίχους κρυφούς, αλληγορικά με δανεισμένα πρόσωπα.
Μια ιδιότυπη συνομιλία με την ποίηση που αγαπά να την προσεγγίζει μιλώντας με την απλότητα των λέξεων στις χρονικές αιώρες με πετάγματα τις ιδιωτικές και όχι μόνον στιγμές.
Θρέφεται με σκιές αγαπημένες, που δεν έφυγαν αλλά παραμένουν σε φυλαγμένα θηκάρια, για να μπαινοβγαίνουν όποτε εκείνη επιθυμεί την ανάκληση του παρελθόντος, για να δημιουργεί τα δικά της ποιητικά σχήματα. Το αόρατο μελάνι της ψυχής γράφει το ορατό απολίθωμα των στίχων, λέξη τη λέξη, στροφή τη στροφή για να μεταδώσει την δική της συγκίνηση στους αναγνώστες.
Οι ανησυχίες της σκέψης, υπαγορεύουν να καταγραφεί, το πριν και το μετά της ουσίας γεγονότων που υπήρξαν και ακόμα υπάρχουν στο συνειδητό μιας καρδιάς που πάλλεται, αναζητώντας τους θησαυρούς των αισθημάτων που μετουσιώθηκαν και σχηματοποιήθηκαν σε αισθητικές συγκινήσεις.
Υπάρχει μια συνωμοτική σχέση του ποιητή με τις λέξεις, που αναπτύσσεται ερωτικά σε γυάλινα διαζώματα. Δεν ξεριζώνεται η μνήμη. Την ώρα που η ποίηση της χαμογελά, εκείνη ανταποδίδει τα χαμόγελα με στίχους που τρέφονται από την ανάμνηση. Οι σκιές είναι το πρόσχημα για να αναπτυχθούν, να αιωρηθούν ελεύθερα οι πτήσεις, στις μετωπικές συναντήσεις με τον Λόγο.
Όνειρα και στιγμές, ζουνε στον αέρα, ώστε να κατέβουν απαλά στη γη, καρποφορώντας το ατελεύτητο της γραφής.


«Οι σκιές

Τα όνειρα τροφή
Στο τετριμμένο παρόν
Με μια σχισμή στην άκρη τους
Όχι για το δικό μας πέταγμα τελικά
Αλλά για να μπαινοβγαίνουν
Ελεύθερα οι σκιές
Αγαπημένες
Αδιάφορες
Υπαρκτές
Ανύπαρκτες
Μισητές
όλες ένας εφιάλτης
με λέξεις χάρτινες στο στόμα τους
ορθώνουν ταφόπλακες
και συρματοπλέγματα
εμποδίζοντας το πέταγμα
του λευκού φωτός.»



Η ποιήτρια αναζητά τις λεκτικές ίνες, για να υφάνει την αναπόφευκτη συνάντηση με την δομή του ποιήματος, κατοχυρώνοντας έτσι το προσωπικό αίσθημα ισορροπίας και εσωτερικής γαλήνης.
Αναγνωρίζει, παλινδρομεί, αφήνεται, στην αρχή και το τέλος της ευθραυστικότητας όλων εκείνων που ένιωσε, για να ξαναστήσει σιωπηλά θραύσματα, στον χάρτη της ποίησης.
Οι φόβοι θα καταποντισθούν σε υποψιασμένα βάραθρα ως να ελευθερωθούν οι αγωνίες, ακυρώνοντας συνειδητά την οδύνη, που μετατρέπεται αυτόματα σε προνόμιο σταθερού βηματισμού, σε ποιητικά αναχώματα.


«Ψάχνω…

Ψάχνω να βρω τις κατάλληλες λέξεις
ν’ ανοίξουν τα πορτόφυλλα,
ν’ αναπνεύσει ο βασιλικός κι ο δυόσμος.
Ψάχνω εκείνες τις λέξεις
που θρυμματίζεις τα βράδια στο μαξιλάρι σου.
Αυτές που ματώνουν στο χαρτί της απελευθέρωσης.
Ψάχνω… ψάχνω… ψάχνω…
κι όλο σκοντάφτω στον κρότο της σιωπής σου.
« Έλα» μου φωνάζει.
« Έλα και δως μου ένα χέρι ν’ αφεθώ.
Ένα βλέμμα να πιστέψω.
Μια λέξη να κρατηθώ.
Δως μου λίγο φως να ταξιδέψω. Έλα!
Δεν θέλω να μετρώ στιγμές
Εγκλωβισμένες σε σύννεφα καπνού.
Θέλω το ρήμα ‘φοβάμαι’ να μείνει εκτός.
Χρόνια τώρα το ίδιο τσιγάρο σιγοκαίει
κι αναρωτιέμαι: Ετούτο το αργό μα οδυνηρό κάψιμο
στα χείλη, στα δάχτυλα, στην ψυχή
ποια Ανάσταση έχει να προσμένει;»



Οι περιπλανήσεις της Μαρίας Πισιώτη σε μονοπάτια σιωπής, σε κενά συμπαντικού απείρου, έχουν να κάνουν με την προσωπική ανάγκη για συνομιλίες πέρα από όρια , για αγγίγματα νερού που χαϊδεύουν αισθήσεις πάνω στην ύλη.
Αναζητήσεις στο υπαρκτό ή μη της ψευδαίσθησης, σε σβησμένες στάχτες, που παλεύουν ν' αναζωπυρώσουν την φλόγα για νέες κατακτήσεις, στο όριο της πραγμάτωσης, της ταύτισης με το απατηλό, ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, φιλτράροντας όλα εκείνα τα περιττά, που περικλείουν την τραγικότητα, για να φανεί επιτέλους το φως στις δημευμένες στιγμές.
Να ανασταλούν επιτέλους οι παγιδευμένες ενστάσεις στα χαρακώματα των χρωμάτων στις συνταγογραφήσεις εικόνων στα περιθώρια που ο Λόγος ταξιδεύει.


«Αναφαίρετη ανάγκη

Αναδυόμενοι περιηγητές της Πανσελήνου
απ’ τα μικρά σας βρόχινα χέρια γλιστράνε
υλοτομημένα τα τριαντάφυλλα του κήπου.
Ακούω το άπειρο να στενάζει για τις δημευμένες σας
στιγμές, αυτές που πρόβαλλαν στον κόκκινο ορίζοντα
μα … η άμμος βιάστηκε να σκεπάσει.
Αναδυόμενοι περιηγητές της Πανσελήνου
η βαθυγάλανη ματιά σας αποχρωματίζεται στις
αμφίρροπες διαστάσεις της ύλης.
Αφήνετε την σκουριά της να γεύεται τις στάχτες σας
ενώ χαμογελάτε μακάρια από τη θέση Μηδέν,
του τέλειου κύκλου όπου καταγράφονται οι
χρωματικές λειτουργίες της Ύπαρξης,
ανάγκη αναφαίρετη και πέρασμα
στην Αλήθεια…
εκείνη της Μη Ύπαρξης…
Ασώματη Συμπαντική Ενέργεια.»



Η ποιήτρια θα βρει τις ισορροπίες ανάμεσα σε όλες τις ανάσες, στις φωνές, στις μυρωδιές που ο πόνος διάχυτος χωράει και καθοδηγεί βήματα με υποψία θανάτου, πάνω σε σκοινί τεντωμένο, ψιθυρίζοντας εκείνα που ομολογούνται σε ώρες μικρές, στις εκσφενδονίσεις του τέλους.
Ρόδο ανθισμένο η καρδιά της και πρέπει η ή ίδια με επιμέλεια ν' ακούει τον ανεπαίσθητο ήχο, που κάνουν τα πέταλα σαν ανοίγουν, για να φθάνει ως τα απροσπέλαστα και να τα προσπερνά με την νηφαλιότητα του νου.


«Λεμονανθός

Δεν ξέρω γιατί ήρθα εδώ.
Ίσως γιατί ο λεμονανθός διέγειρε την αναπνοή μου.
Μετά ήρθε η μέντα, η κανέλα, ο βασιλικός,
ο δυόσμος, το πικραμύγδαλο και πάλι ο λεμονανθός.
Κι αυτός ο ψίθυρος διάχυτος στ’ αρώματα, με τρελαίνει.
«Χόρευε», μου ψιθυρίζει. «Μη νοιάζεσαι για τα βήματα.
Μη νοιάζεσαι για το σκοινί που τεντώνει.
Το μυστικό είναι η ισορροπία των όλων.
Ο λεμονανθός δεν έκλεισε ακόμα τα πέταλά του.
Χόρευε. Μονάχα χόρευε»
Κι όμως, τώρα που βάραινε η ανάσα,
μια υποψία γλυκού θανάτου
κάθεται πάνω στα χείλη.»



Στη γραμμή της ζωής, οι έρωτες δεν αποξενώνονται, θεμελιώνονται στα κτερίσματα της μνήμης, στα ναυπηγημένα μνημόνια, που έτοιμα πια, ετοιμάζονται για ταξίδια σε χαρτιά κρυμμένα, φυλαγμένα με την ευθύνη του ποιητή, που ελευθερώνεται από τα δεσμά του. Γιατί οι λέξεις πρέπει να καταγραφούν να προχωρήσουν την σκέψη, την νοοποιημένη συγκίνηση και να την αποτυπώσουν.
Η επικινδυνότητα του ταξιδιού της ήδη έχει αρχίσει στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, στα μάτια των πρόθυμων αναγνωστών, που θα αναζητήσουν την εμπειρία, την γνώση της για το ταξίδι.


«Μνήμες Έρωτα

Η νύχτα ήρθε πιο σκοτεινή από κάθε άλλη φορά.
Το φως της ποίησης λιγοστό
στις μνήμες του Έρωτα.

Σκοτεινά τα παραπετάσματα του Έρωτα.
Άγουρος και αζύμωτος ξεδιπλώνεται
σε μονοπάτια αβαθή, ανήλιαγα
κι εσύ τρέμεις καθώς αναδύονται
μνήμες φωτιάς και σιδήρου
ενός προαναγγελθέντος θανάτου.
Πέτρινα μάτια, χαμόγελα ανεπαρκή
συν-διαλέγονται με λέξεις διττές
κι ο Έρωτας παρακμάζει στις τσέπες
και στα αφερέγγυα παιχνιδίσματα
των δήθεν αισθημάτων.»


Ηδύλη-ακα τοπἰα στη χαρτογραφία της ποίησης...αναζητείστε τα...

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Μαρίας Νικολάου - ΟΣΤΡΙΑ (από την Σοφία Στρέζου)


Το να παρουσιάσω την Μαρία Νικολάου, με αφορμή τη νέα ποιητική της συλλογή "ΟΣΤΡΙΑ", ομολογώ πως δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο για μένα. Και τούτο γιατί η Μαρία εκτός από εξαιρετική ποιήτρια, είναι προ πάντων μια αγαπημένη και πιστή φίλη.
Πως να διαχωρίσω τις ιδιότητες, να περάσω δηλαδή την θάλασσα, που ενώνει την προσωπική σχέση μας και ν' ανέβω το βουνό της γραφής της. Να το ξεδιπλώσω, μέσα από τις κατολισθήσεις που φέρνουνε πτήσεις, καθώς χάνονται στη φωτιά παγιδευμένου ονείρου. Να αναδειχθεί εκείνο, που ζει στα προάστια των στεναγμών, με σιωπές πέτρινες, που σφυροκοπούν αλύπητα κύματα μοναξιάς, όταν σπάνε σε ακατοίκητα μικρά νησιά.
Πως να αναλύσω, τα παραμιλητά από τις προσευχές, που καταθέτει με σιωπηλά πετάγματα, στις σκοτεινές αναβάσεις.
Γατί τι άλλο είναι η ποίηση της Μαρίας Νικολάου, παρά μια ανάβαση στις κατακόμβες της ψυχής, της μνήμης, στις αντιστάσεις του νου της.
Είναι οι διασκελισμοί άμαχων λέξεων, που κατεβαίνουν από την οροσειρά της αλφαβήτου, για να καταγράψουν το βαθύ του συναισθήματος, σε εξορισμένο χρόνο.
Είναι το κόκκινο του λόγου, που ξεχωρίζει στο αίμα της, μαυροντύνοντάς το συνειδητά, για να ξορκίσει απώλειες, λάθη και πάθη.
Φωτίζονται με τα γαλανά μάτια της, αγκαλιές απρόσιτες, στις πρεμιέρες του τέλους.
Μέσα από την γραφή, ξαναζεί όλα εκείνα, που κάποια στιγμή εν δυνάμει, θα μπορούσε να ζήσει. Με αυθεντικές αναπλάσεις, αναβιώνει στου μυαλού της τα σφηνωμένα για καιρό, πρόσωπα και γεγονότα.
Εφευρίσκει τρόπους, να αντικαθιστά εκείνο που λείπει, με την δύναμη δέντρου, που πολύ βαθιά ριζώνει, στου παράδεισου τον κήπο, καθώς η ίδια ρίζα γίνεται, αποτρέποντας έτσι τις κατολισθήσεις του τέλους.
Γιατί ο ποιητής, πολλές φορές δανείζεται μορφές, στιγμές, που ανεπίγνωτα έχει ζήσει, στην ονειρική διάσταση λυτρωμών αλύτρωτων.
Η αλήθεια της, πετάγματα που φέρνουν μυρωδιές κανέλας και πορτοκαλιού, για να ζηλεύει η νύχτα, όταν στέλνει τα δικά της αρώματα, τις σιωπές και τις πληγές της.
Η αγάπη αργεί, σαν λάθος που κάποιες φορές ζητάς να επαναλάβεις κι ας ξέρεις πως είναι χαμένος ο χρόνος κι ο κόπος, τότε που ο κόσμος μικραίνει στους θυμούς του πόνου.
Η ποιήτρια προσπερνά με τις λέξεις της τείχη θανάτου, μνημονεύοντας πάντα το ξεριζωμένο της όνειρο.
Με ματωμένα χέρια, πάντα θα χτίζει " πάνω στην τέφρα, απ' των ματιών σου, το δάκρυ" όπως η ίδια λέει στο ποίημά της " άτιτλη πορεία" στην "παράλληλη οδύσσεια" της ζωής του ποιητικού βίου της.


«άτιτλη πορεία (απαγγελία Νίκη Παπουλάκου)

Μάτωσαν τα χέρια μου
καθώς χτίστηκε
πάνω της τέφρα
απ’ των ματιών σου
το δάκρυ.

Κόκκινο, ρευστό.
Ρετσίνι που ‘χασε
Το διάφανο στόλισμα
Γαντζωμένο στο φλοιό
του σώματός σου.

Η μοίρα
γυρτή καμπούρα
που κουβαλά
δυο μέτωπα ιδρωμένα
κι ένα παιδί, μωρό,
που μεγαλώνει άδικα
δίπλα σε πέτρες
αιχμηρές.

Γιοφύρια που ‘χουνε
σχισμένα μάτια
κι έχουνε δει ανθρώπους
και εγκλήματα.»



Γιατί οι ζωές δεν χωρίζουν, όταν βαθύ συναίσθημα τις συνδέει, ακόμα κι όταν η συγνώμη δεν έρθει ποτέ.
Ο πόνος παντού, στο σώμα, στο βλέμμα, στο αίμα, με τους λυγμούς έφεδρους. "Τι να πενθήσω", θα πει, όταν οι μέρες μικραίνουν και οι νύχτες μεγαλώνουν, στις επαναλαμβανόμενες συλλογιστικές, τότε που καρποφορούν και σχηματοποιούνται σε λόγο ποιητικών αναφλέξεων.


"έφεδρος λυγμός (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Νομίζω πια
πως
ξεκουρδίστηκαν
τα μάτια.

Στράγγιξαν
με τα χρόνια.
Τι να πενθήσω πια...

Τους γκρίζους
ουρανούς,
ή τα σπαρτά
που καίγονται
καθώς τα σφίγγει
ο άνεμος στη χούφτα του.

Τίποτα
δεν με κάνει
να δακρύζω πια.

Άφησα μόνο
ένα λυγμό
κρυμμένο
στης ψυχής
το τόξο,

μήπως και χρειασθεί,
την ώρα που θα θάβουν
την ερχόμενη
ζωή μου".



Για την Μαρία Νικολάου, η ποίηση είναι η προέκταση του εγώ, που αφουγκράζεται χρησμούς παλιάς πληγής.
Φυσάει καπνούς, μασώντας με τα δόντια της φύλλα Πυθίας άγνωστης, σ' εκείνο τον διφορούμενο χρησμό του σκορπιού, στις υποψήφιες πληγές που μετρώνται μια-μια, στα σημάδια που άφησαν, τις ουλές και τις ρυτίδες του αναπόφευκτου τέλους.
Έρχονται στιγμές, που η μοναξιά πνίγει εκείνο που την μελαγχολεί, το απροσδιόριστο, που προσδιορίζεται μέσα από την κατάθεση της ψυχής της.
Σε θλίψεις διαρκείας, απαντά με πυροτεχνήματα, στην μοναχική γιορτή των εκστασιασμών του πόθου, σε ώρες που ο έρωτας κι η αγάπη, συρρικνώνονται στα περιθώρια σελίδων λευκών, για να γίνουν εκφρασμένος λόγος με σαρκωμένο αίσθημα.


Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


"χρησμός (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Δεν ξέρω
πως βρέθηκα
θαμμένη στην άμμο,

μα είπαν
σαν γεννήθηκα ξανά
πως είχα ρίζες
μες τα μάτια
και τρόμαξε
ο ουρανός
σαν μ' είδε.

Μ' έκοψαν
και με πέταξαν
σε βάρκα
που 'χε
στην πλώρη
ένα ξύλινο φτερό αετού
κι ένα κουπί
σπασμένο
για κατάρτι.

Δεν ξέρω πως...

Μα να,
το όνομά μου

δεν το θεώρησα
ποτέ τυχαίο".



Με χέρια καθηλωμένα στα πληκτρολόγια των ύμνων, ξεκινά για τα σκοτεινά φεγγάρια της ποίησης. Με δίψα, με φωτιά, ακολουθεί το ταξίδι της, για ν’ αποτρέψει την αναπότρεπτη μοίρα, εκλιπαρώντας την φλόγα ν' ανάψει πυρκαγιές, να φθάσουν ως το αστέρι, που γίνεται φωτεινός οδηγός σε περιπολίες τέλους, μη τύχει και χαθεί η προδοσία χεριού, που κράτησε άλλο χέρι, σε στιγμές ονείρου και φόβου στο μελλούμενο.
Οι στάχτες θα βάψουν για άλλη μια φορά γκρίζα τα ποιήματα, στις αποτεφρώσεις ουράνιων τόξων, στους δακτυλίους των χρωμάτων.


Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


"γκρίζα ποιήματα (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Απίστευτο..
Τόσα ποιήματα
έχω γράψει.
τόσες πολλές λέξεις
μέρα νύχτα με συντρόφευαν

και ξέχασα η τρελή
να υπογράψω
στο τελείωμα
με ένα ουράνιο τόξο.

Τώρα που
τα κοιτάζω
φαντάζουν
όλα γκρίζα.

Τα σύμφωνα
στους κύκλους τους
κρύβουνε βροχή
και τα φωνήεντα
δυο χούφτες χιόνι.

Ποιος να μου
χρωματίσει
τόσες λευκές σελίδες,
ξέχασα τ' όνομά μου
αν έχει κόκκινο.

Μια πινελιά θ' αρκούσε.
Ίσως, να κλέψω λίγο
απ' την ντροπή"...



Οι πόνοι κρεμιούνται σε καρφιά σφηνωμένα στα μάτια, χωρίς ονόματα, με ξεχασμένες μορφές, φωνές, Αγαπιούνται χωρίς σώμα. Με σημάδια παλιά αποχαιρετούν, αναπολούν την μεθυσμένη ανάμνηση στις σημαδεμένες ξηρασίες των εραστών.
Άλλωστε εκείνη, για αλλού τράβηξε κι αλλού πήγε, μη αντέχοντας ένα παρόν που λάμψεις παγώνει. Τι κι αν στις διαδρομές τα ζήτησε όλα, τα πλήρωσε όλα με χτύπους καρδιάς, χωρίς την παρέα από κείνο το λάγνο ψέμα, που όλα φάνταζαν όμορφα κι ωραία.
Κάποια στιγμή η αλήθεια έπαψε να θυμώνει, καταλαγιάζοντας στους δικούς της χρόνους, παγίδες ασέληνες, στις ερημιές της θλίψης.
Οι απουσίες έχουν την φωνή της ερήμου που ζει, αναπνέει, ακόμα κι όταν κανείς δεν την περπατά, εκείνη αφήνεται στα τερτίπια του χρόνου να αφηγείται την εξελικτική πορεία της, στην ειρωνεία συνεδριών που δεν έγιναν, σε αμμοβολές κρυσταλλώσεων.


"απουσία (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Γεμίζει η αγκαλιά
μ' ένα βουνό
θεριό
και πάνω εκεί
που λες πως
έκλεισες σφιχτά
τον κόσμο όλο,
μια πεταλούδα
δίνει μια, και
τα γκρεμίζει όλα τούτα
τα αποφθέγματα.

Μικρό φτερούγισμα
να σου θυμίζει
μια κρυστάλλινη
απουσία"
«


άδειο δωμάτιο (απαγγελία Έμυ Τζωάννου)

Το δωμάτιο άδειο.
Τέσσερις τοίχοι,
λευκά πανιά,
τεντωμένες υποσχέσεις.
Έξω ακούγονται
Ουρλιαχτά.
Είναι απ’ το
Λιθοβολισμό
Της βροχής
Στα κουφώματα.

Υγρασία
περονιάζει το τζάμι.
Θαμπώνει.
Δείχνει να κλαίει.
Δακρύζει.
Θυμάται τότε
που έπιανε κουβέντα
με το τζάκι.
Τότε που ήταν
Ζωντανό
κι η ζέστη όργωνε
τις χαραμάδες.
Θυμάται τότε…
κι ύστερα σπάει
το μάνταλο στην πόρτα
και πετάγεται έξω.

Μέσα,
το κρύο είναι βαρύ…»



Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


Σε δειλινά πανσέληνα, κάποιοι κήποι θα νεκρώσουν. Οι αύρες θα ταξιδέψουν δίπλα σε ρόδα που κλαίνε βουβά, για να μοιραστούν θλιμμένες αισθήσεις που αντέχουν σημάδια φθοράς, από εκείνο το καλοκαίρι που για πάντα έδυσε πίσω από τα απολιθώματα της αγάπης στα λατομεία του πάθους.


«κήπος (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Νέκρωσ’ ο κήπος.

Ζουμπούλια χίλια
άψυχα,
και ένα ρόδο κόκκινο
να κλαίει βουβά
σκυμμένο
σε γλάστρα
νοτισμένη.

Σε πέτρα
απάνεμη,
μια λεμονιά
να σου θυμίζει
περασμένα
καλοκαίρια,
και να σκαλίζει
την ψυχή
με νύχια
πετρωμένα.

Σβήσανε τα χρώματα
Από το πεπρωμένο.
Κι ούτε ουράνιο τόξο
δεν υπάρχει
φυλαγμένο
στο συρτάρι,
έτσι…για ν’ αλλάξεις
παραστάσεις.

Απόκαμε κι ο άνεμος.
Του ‘παν πως
είναι Ιούλης,
κι έκαψα όλα
τα φύλλα
απ’ τις ροδιές.

Πότισε
Κόκκινο
το χώμα.

Έβαψες με αυτό
τα μάτια σου,
και βγήκες
σε δειλινό πανσέληνο.

Ίσα για να ζηλέψει
Το βασίλεμα…»



Στον χάρτη των έρημων τόπων υπάρχει ένα ραβδί παρατημένο, αφημένο. Είναι το μονόξυλο της ποίησης που πάνω του απλώνονται εμβατήρια σιωπής. Χαρτογραφούν στίχους πάνω σε καινούργιους ποταμούς που τρέχουν κι αφήνουν στις εκβολές, στεναγμούς παιδικότητας, μεγεθύνοντας το ανεκτίμητο κάτι, που χτίζεται πάνω στην άμμο της γλώσσας.


«κορμός (απαγγελία Έμυ Τζωάννου)

Η ζωή
κορμός υπάκουος
μ’ ένα ρολόι
στο χέρι
φθαρμένο.

Διατάζει,
Απαιτεί
κρατώντας
μια βίτσα
στο χέρι,

σαν εκείνη που
στόλιζε
το μαυροπίνακα
μ’ αίμα
σε χρόνια παιδικά.

Εγώ,
με μπλε ποδιά
κι άσπρο γιακά
να τραγουδώ
εμβατήρια
σιωπής,

κι αυτή να με
μαλώνει
που έμαθα να ‘χω
αυθάδεια
στη γλώσσα.»



Τα σφυρίγματα τ’ αγέρα γυρεύουν τόπο αγγιγμάτων να αποθέσουν άρωμα ιστορίας, εκείνης που σταυρώθηκε και τώρα με τρεμάμενη ψυχή προσκυνά εκείνο που σκόρπισε.
Γκρεμίστηκε, πνίγηκε στη σιωπή, στη δροσιά που αποκοιμίζει αναπνοές, ανασαίνοντας την τελεία ενός τέλους που άδοξα ήρθε.


«αποθέτω (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Λευκό μαντήλι
Κεντημένο μ’ ένα
σίγμα τελικό
μια ιστορία
απ’ τα παλιά
κιτρινισμένη,
σαν το γδάρσιμο
στον τοίχο.

Δεν αναπνέουν
πια τα μάτια
στην κορνίζα.

Δεν…δεν…

Πνίγομαι μέσα
στο σπασμένο τζάμι
και αποθέτω
μια, δυο, τρεις
αναπνοές
κι αίμα που
στράγγιξε η ψυχή,
απάνω στο λευκό μαντήλι.

«Εις μνήμην»
γράψανε,
κι ύστερα κλείσανε
το μάνταλο
με μια αρμαθιά
κλειδιά.»



Αίμα παλιάς πληγής που εξακολουθεί να αιμορραγεί στις ενθυμήσεις γιορτής που έληξε. Κι όσο θυμάται τόσο αγαπά, κι άλλο τόσο πρέπει τον πόνο να ξεχνά, το δηλητήριο χαράς που γέννησε λύπη σε καιρό κρυμμένου ονείρου. Θάνατος λευκός σε πίστα σιωπής με την πίκρα να απογειώνεται με φευγάτες λέξεις μαρτυρίου.


«θάνατος λευκός (απαγγελία Νίκη Παπουλάκου)

Δάγκωσα
τα χείλη σου
Άνθρωπε,
κι ένιωσα
πρώτη μου φορά
το δηλητήριο
να στάζει
μες στις
φλέβες μου.

Τόσο πικρό
και άγουρο
σαν σάλιο οχιάς
που μόλις σύρθηκε
στο χώμα.

Μείναν’ λευκά
τα όνειρα,
τα μάτια μου
τα χέρια κλείστηκαν
σε φυλακή
κι αγρίεψε
το πρόσωπο.

Ολόκληρη έμεινα
λευκή,
σα θάνατος
που ‘χει ντροπή του
να πενθήσει.»



Τραγούδι από την Μαρία Μπλάνα


Τις συναντήσεις μας με την Μαρία Νικολάου, συνήθως τις επιλέγουν οι λέξεις. Στην κορυφή του κόσμου, οι σχέσεις σφυρηλατούνται στην καθημερινή τριβή, τότε που με χέρια απλωμένα μαζεύονται τ' αστέρια, για να χαρισθούν.
Σε δρόμους φωτιάς είμαστε εκεί, δοσμένες στην συντροφικότητα μιας φιλίας ειλικρινής κι αταλάντευτης από τις προκλήσεις.
Στις παραισθήσεις των χαμένων ωρών, η δική της ποίηση γίνεται τραγούδι, με τα φωνήεντα και τα σύμφωνα να πλέκουν τον ιστό των ποιημάτων, για να χαρίζει σε όλους μας, την απόλαυση της γραφής της. Οι λαμπυρισμοί των μεταλλικών αποχρώσεων του λόγου της, ενώνονται με τα φτερουγίσματα για νέες πτήσεις.
Καλοτάξιδες...

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ - Ιχνηλάτες του Τέλους


Σε άδειες, μοναχικές στιγμές οι ποιητές γράφουν, μη επιτρέποντας κενά στο συναίσθημα που τους κατακλύζει. Ιχνηλατούν συλλαβές κι αποχρώσεις λέξεων, για να οδηγηθούν στην ολοκλήρωση πονημάτων, που μπορεί να είχε αφετηρία τους ίδιους, τώρα συγκαταλέγονται στη γεωγραφία της ποίησης.
Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, κυκλοφορεί τον Μάιο του 2010, η πρώτη ποιητική συλλογή του Νικόλαου Λυκομήτρου. Ποιήματα γραμμένα κατά την περίοδο της νεότητας του δημιουργού, τότε που η καρδιά ναυαγούσε. ανάμεσα σε κείνο που ήθελε και σε κείνο που αντιλαμβανόταν. Είναι μια πορεία διαμαρτυρίας και πως αυτή καταγράφτηκε με φωνή που έσταζε στο χαρτί, την προσωπική του ενσυναίσθηση.
Να μείνει, να φύγει ή να χαθεί στις ενορχηστρώσεις ενός επιλεκτικού τέλους, αποκοιμίζοντας τον θάνατο, στη βασανιστική ματαιότητα που τον περιρρέει. Κι όσες άκρες κι αν πολεμά, πάντα θα τίθεται το ερώτημα της αυτοεκτίμησης και πως αυτή προσδιορίζεται στο πίσω μέρος του μυαλού. Καταργώντας επιθυμίες και νοσταλγίες, κατασκευάζοντας και ανασκευάζοντας κάθε φορά την άρνηση, μετατρέποντας το είναι του σε πεδίο βολής, καθώς παραιτείται ή απορρίπτεται από εκείνο που παράνομα βίωσε, αγαπώντας το σε άχρονο χρόνο.
Υπάρχει στις λέξεις του μια αίσθηση απογοητεύεως απ' όλα, από εκείνο το τίποτα που δεν συνέβη, που δεν έγινε η ανατροπή, ματώνοντας κάθε φορά τα χείλη με συλλαβές και προτάσεις, σε αφοριστικές περιπλανήσεις.
Σκύβει, παραδίνεται, πληγώνεται, χωρίς να μπορεί να δυναμώνει αντιστάσεις, την συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Εξαντλείται σε δρομολόγια έκφρασης, τότε που η θλίψη μεγιστοποιείται, υπερχειλίζοντας την έμπνευση.
Στα περισσότερα δημιουργήματα, διακρίνεται μια φυλακισμένη υπόσχεση ποίησης, που ζητά να ελευθερωθεί. Νιώθει τις λέξεις να αιμορραγούν κι αυτός τις ακολουθεί στη φθορά των ημερών, επιμηκύνοντας στίχους, ξεπερνώντας όρια, υπηρετώντας έτσι μια αυτόματη γραφή, που σε προκαλεί να την ακολουθήσεις. Σκηνοθετεί την φαντασία ξεπερνώντας τις αποστάσεις του όποιου ποιητικού μέτρου. Μια καταδίκη είναι η μοναξιά, με την αγάπη να φεύγει, χωρίς να μπορεί να ανατρέψει το παρελθόν, για να συμφιλιωθεί με το παρόν και το μέλλον


"ΚΑΤΑΔΙΚΗ

Λιγοστό το φως σε μια γωνιά του δωματίου.
Ατέλειωτες διαδοχικές εικόνες στην οθόνη.
Ο ήχος ενός αυτοκινήτου που απομακρύνεται.
Βιβλία, σημειώσεις, γράμματα, ευχετήριες κάρτες.
Απομεινάρια ενός μακρινού παρελθόντος.
Μακάβριος ο ύπνος των ανθρώπων.
Σέρνεις το κουρασμένο σου κορμί μέχρι το κρεβάτι.
Αναπνέεις αργά και σταθερά μα κυρίως αθόρυβα.
Προσπαθείς να ουρλιάξεις αλλά σωπαίνεις.
Σου πήρε καιρό να καταλάβεις ότι
η δική σου καταδίκη είναι η μοναξιά."


Ταξιδεύει στην ηττοπάθεια με όνειρα βαριά, κοινόχρηστα εκείνα που θάπρεπε να είναι τόσο προσωπικά. Βλέπει τις αλλαγές στο κορμί που λαχτάρησε ν' αγαπήσει και να αγαπηθεί, με το χαμόγελο πάντα εξόριστο, κρεμασμένο στις προεκτάσεις των προσωπικών κιγκλιδωμάτων.
Νιώθει από τις λέξεις του να στάζει αίμα, να ψιχαλίζει η βροχή από σύμφωνα και φωνήεντα και να παγώνει την ψυχή του στο παράξενο παιχνίδι της έκφρασης. Θέλει να μιλήσει, να ουρλιάξει μέσα από το χαρτί.
Στου χρόνου την πύλη, η μνήμη δεν έχει περιθώρια για αναμνήσεις. Κι είναι ο αφόρητος πόνος που σπρώχνει με διανυκτερεύοντες μικρούς ήλιους πάνω σε γραφεία, η έμπνευση να ξεδιπλωθεί..


" Α 16
στη μνήμη της Sarah Kane

Ουρλιάζω μέσα απ' το χαρτί.
Οι σκέψεις βγαίνουν σωρηδόν από μέσα μου
προκαλώντας έναν αφόρητο πόνο.
Οι λέξεις δεν αρκούν για να αποδώσουν
αυτό το ύπουλο παιχνίδι που παίζει το μυαλό μου.
Γράφω σε στιγμές διαύγειας αυτά που σκέφτομαι
όταν παραληρώ
κι ύστερα τα σκίζω για να μην τα δει κανείς.
Σκοτάδι παντού.
Δεν ξέρω αν κοιμάμαι ή αν είμαι ξύπνια.
Συνέχεια βλέπω να με τριγυρίζουν γιατροί.
Καταπίνω δεκάδες διαφορετικά χάπια.
Ατελείωτα milligrams αποτυχημένης θεραπείας.
Είμαι μόνη. Γι' αυτούς είμαι άλλη μια ψυχωτική.
Ένα ολίγον έκτακτο περιστατικό.
Με επιτηρούν διαρκώς αλλά κάποια στιγμή
θα βρω την ευκαιρία να τους ξεφύγω.
Η παραμονή μου εδώ σύντομα θα ολοκληρωθεί.


Στη ποίηση του Νικόλαου Λυκομήτρου, μπορεί κανείς ν' αναγνωρίσει μια συγγένεια με τους καταραμένους ποιητές. Οι θεάσεις τρέφονται από τα απομεινάρια μετεωρισμών, όταν οι ώρες σωπαίνουν στις απαλλακτικές εγκληματικές ενέργειες των λέξεων.Τα φυλακισμένα, τα καταδιωκόμενα για καιρό νοήματα, απενοχοποιημένα πια, προσπαθούν να νικήσουν την σκληρή πραγματικότητα.
Αφήνεται στις πτώσεις. Ερωτοτροπεί με τον θάνατο. Στην οριστική περίπτυξη γίνεται εραστής του θανάτου κι ηδονίζεται με το άρωμά του. Άλλος ένας οπαδός θλίψης, που ψιθυρίζει λησμονημένα και κλεμμένα χάδια της μοναχικής ασκητικής ζωής του. Καταγράφει το εσχατολογικό μανιφέστο "ΔΕΚΑ ΕΚΔΟΧΕΣ ΜΙΑΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑΣ" του "άθεου", του "επαναστάτη", του "ερωτευμένου", του "αποτυχημένου εραστή", του "οικογενειάρχη", του "καθηγητή", του "νέου", του "ηλικιωμένου", της "τελικής εκδοχής".


Σημείωμα 5ο
( η εκδοχή του νέου )

Μπορεί να μην έχω ζήσει και πολλά χρόνια,
αλλά έχω καταλάβει προς τα που πηγαίνουν τα
πράγματα. Εδώ και αρκετό καιρό προσπαθώ
να εκμεταλλευτώ το χρόνο μου όσο το δυνατόν
καλύτερα, μα δεν βρίσκω κάτι αξιόλογο να κάνω.
Ίσως ήρθε η ώρα να βιάσουμε την ιστορία
και να επιταχύνουμε τις εξελίξεις. Έτσι κι αλλιώς,
ποτέ δεν υπήρξα νέος."


Νιώθει πως αργεί, πως δεν είναι ἐτοιμος να εκθέσει τις σκέψεις. Το αστέρι που δεν μπόρεσε να κατοικηθεί, νομίζοντας πως είναι αργά για επαναπροσδιορισμούς αισθημάτων.
Προσπαθεί να κλείσει όλες τις πόρτες στα παραμιλητά που συνοδεύουν τις σκέψεις του. Φοβάται μα πάλι αναζητά, παραιτείται αν και διεκδικεί, αναμετράται με την μούσα του στις κατακόμβες της ποίησης.
Όλα τα κομμάτια θα γίνουνε λόγια, τυλίγοντας στιγμές, στην ωραιότητα αποτυπωμένης κυριαρχίας στο χαρτί με λέξεις, που στην αρχή διστάζουν να ξεχυθούν, απλώνονται τώρα τισαθευμένοι στίχοι εμπρός του.


"ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΗΜΑ

Αν πάρεις ένα μαχαίρι και μου το καρφώσεις
στην καρδιά
θα βγει αίμα, πίκρα, θλίψη,
ηττοπάθεια, συμβιβασμός,
απογοήτευση, ατολμία,
ο φόβος της απόρριψης,
απωθημένες επιθυμίες,
έρωτες που γεννήθηκαν νεκροί,
τσακισμένα όνειρα,
ελπίδες που διαψεύστηκαν,
μερικές αναμνήσεις
και ορισμένα πρόσωπα.
Ακόνισα το μαχαίρι σου, μπορεί να μου χρειαστεί.
Και ίσως τότε να κάνω μια νέα αρχή.


Η πρώτη ποιητική συλλογή είναι μια αρχή, μια πραγματικότητα που ήδη ταξιδεύει σε βιβλιοπωλεία, εφημερίδες, περιοδικά, και στον χώρο του διαδικτύου. Αναζητήστε τις ιδιαίτερες και ξεχωριστές αποχρώσεις του ποιητή που επιμελώς κρύβεται πίσω από μια έμφυτη συστολή για όσους τον γνωρίζουν.
Καλοτάξιδοι "Ιχνηλάτες του Τέλους" που γίνονται έναρξη νέων εμπνεύσεων...

ΜΑΓΔΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ-ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ - Το ταξίδι του Έρωτα από τον Όλυμπο στου Αιγαίου τα κύματα


Στην Κατερίνη κι από την ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΟΛΥΜΠΟΣ, κυκλοφορεί το 2008 το βιβλίο της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, "Το ταξίδι του Έρωτα από τον Όλυμπο στου Αιγαίου τα κύματα"
Είναι βέβαιο, πως η ποιήτρια είναι βαθιά επηρεασμένη από τον τόπο καταγωγής και το περιρρέοντα χώρο που την περιβάλλει.
Η ενέργεια που ξεχειλίζει από τις βουνοκορφές του Ολύμπου, κυλά σε βαθιά ρέματα, για να φθάσει να ενωθεί με τα κύματα. Την αγγίζει,λούζεται με τις εναλλαγές της πατρογονικής γης. Προσδοκά τούτη η ενέργεια να την παρασύρει, ως τα πιο απομακρυσμένα νησιά του Αιγαίου, βιώνοντας το μεταβλητό με όλες τις αισθήσεις, στις εκχερσώσεις του πόθου.
Το παράδοξο θα ήταν να αποφύγει όλη τούτη τη μυστηριακή μυσταγωγία των μύθων, καθώς παρελαύνει μπρος στα μάτια της, από τότε που ήταν μικρό παιδί.
Ξετυλίγονται ιστορίες και παραμύθια στην αρχή, γνώση και διδαχή αργότερα, στα μάτια του κοριτσιού, που ονειρεύεται να ζήσει τον έρωτα. Επιζητεί να τον γευθεί στους αρχαίους βηματισμούς των θεών, των ημίθεων, με τις νεράιδες που ξελογιάζονται στις ράχες και τις πηγές από τον Όλυμπο ως τα Πιέρια.
Ανακυκλώνει κι αναβιώνει τα ανείπωτα, επιθυμώντας να ειπωθούν με δικές της λέξεις και συναισθήματα, ώστε τα περασμένα να μην καούν στης λησμονιάς το πηγάδι.
Στα μάτια του κοριτσιού, της γυναίκας αργότερα, ο έρωτας δεν είναι μια συνήθεια που επαναλαμβάνεται. Είναι απόλυτα ιερός και δένει με την ιερότητα της Γης της.


"Απόσπασμα

Προχώρησαν
να ζήσουν τον έρωτα
μέσα στη φύση,
στο καθρέπτη της θάλασσας του αιγαίου,
και δρασκελίζοντας τα Πιέρια και
περνώντας από τις κορφές του Ολύμπου"



Αποφασίζει να καταγράψει όλη τούτη την διαδρομή, πίνοντας γουλιά-γουλιά λέξεις, ώσπου να μεθύσει, φορώντας προτάσεις και στίχους στη διαφορετικότητα της γραφής της. Γιατί η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη δεν γράφει αμιγώς ποιητικά. Θα έλεγα πως είναι μια αφηγηματική στα όρια της ποίησης. Ακροβατεί δηλαδή ανάμεσα στην αφήγηση και την ποίηση, με μοναδικό σκοπό να συμπεριλάβει όλα εκείνα τα ιστορικά ή μυθολογικά στοιχεία. Για εκείνη είναι η αφετηρία που πλάι και σχεδόν δίπλα τους ακολουθεί, ώστε να πει κάτι παραπάνω για την τύχη του έρωτα και πως αυτή εξελίσσεται, σαν δεν χωρά, δεν πατά σε γη, αλλά πετά με φτερά, καθώς παραδίνεται σε τροχιές πτήσης γύρω από το θαύμα της αγάπης.


"Απόσπασμα

Σε ποιες λέξεις άραγε μπορείς να σκλαβώσεις την Ποίηση όταν
ζεις το ίδιο της το μεγαλείο;
Όταν σκαρφαλώνεις στα μουσικά μονοπάτια του ονείρου
που λέγεται Όλυμπος;

Αν μ' αγαπάς θα βάλω φτερά
αγαπημένε μου
να φτάσω εκεί -
να δω το χαμόγελό σου
πιο φωτεινό από του ήλιου,
το δέρμα του κορμιού σου
πιο όμορφο από τα στήθη
που περιμένουν να τ' αγγίξεις
και να ερωτευθείς! "



Κρατάει η νύχτα παραμύθια κι ιστορίες έρωτα, εκεί που ξενυχτούν σιωπηλά οι εραστές, σε βυθούς νύχτας, σε πυροτεχνήματα που αστραποβολούν την ανάμνηση.
Δεν είναι η συνήθεια, είναι η ζωή που προχωρά πέρα από την ταύτιση, διαβάζει και διαβάζεται στις αναζητήσεις του ωραίου Παράδεισου σαν οι άνθρωποι αγαπιούνται.
Θάλασσες ψυχής που κοιμίζουν χτύπους καρδιάς και σώματα καράβια, πότε πλέουν και πότε αναρριχώνται σε βουνοπλαγιές ως την υψηλότερη κορυφή τον Μύτικα.
Ανασαίνουν βηματισμούς στα ανεκπλήρωτα που εκπληρώνονται με ανοιχτά χέρια. Κρατούν μέρες σαρκωμένες, για να μπορούν να τιθασεύουν ώρες στεναγμών στα σύνορα που μετέωροι εραστές αγναντεύουν, εκείνο που θα τους φέρει κοντά σε κείνα που επιστρέφουν, άλλοτε ανομολόγητα κι άλλοτε ομολογημένα, σαν περιμένουν να φανούν οι φάροι, για να φωτίσουν το συναίσθημα, που παγιδευμένο στις αισθήσεις ελευθερώνεται, στις προερωτικές συνευρεύσεις, στα ερωτρόπια του ονείρου, στους άμβωνες του πόθου, για να βρεθούν, να σμίξουν.
Το λίγο που τελειώνει ξεγελά τον χρόνο, τον επιμηκύνει ως τις διαστάσεις μιας φωνής άφωνης, νιώθοντας με την ψυχή και ζώντας το πολύ της ζωής, καθώς τολμά να χωρά στο ατελεύτητο μιας ζήσης μικρής.
Είναι η προσπάθεια να μείνουν δεμένοι στα πανιά, που φυσούν τον αέρα της συνενοχής με βλέμματα αθώων. Έτσι γλυτώνουν από λάθη και χτίζουν την αλήθεια στο μεταίχμιο του μυστηρίου.
Με την πραγματικότητα διάχυτη να περιπολεί στην ελπίδα, να βγουν να συναντήσουν τον ήλιο χωρίς αναβολές, με φτερά ανοιγμένα, με δρασκελισμούς αναμονής ως την συνάντηση με το φως.
Μικροί ταξιδευτες, εραστές της λάμψης, στις στάλες τ' ουρανού εναποθέτουν την φλόγα. Πιασμένοι χέρι-χέρι σε γιορτή αναγέννησης, αυτοδιοικούμενοι σε πανσέληνες χώρες, αρμενίζουν να βρουν λιμάνι, χωρίς οι σιωπές να πληγώνουν ότι αργεί να φανεί.
Αμνήμωνες, μετουσιώνονται και γίνονται δρόμος, οδοιπορικά που ανακυκλώνονται ανάλογα με τις εποχές, σε περιπατητικές διαδρομές, μονοπάτια καταγεγραμμένα σε χάρτες κρυφούς, που μόνον οι ερωτευμένοι γνωρίζουν.
Περπατούν κι ανεβαίνοντας σπάζουν ρόδι τυχερό, για να ευτυχίσουν το σμίξιμο της στιγμής που ενώνεται κάτω από το μάτι των θεών.


"Απόσπασμα

Έζησα τον έρωτα και την επιθυμία για εκείνον, σαν σε παιχνίδι "κρυφτού" στη δασωμένη πλαγιά,
στα γκρεμισμένα σπίτια και στο ποτάμι που το γάργαρο νερό του, καθώς κυλούσε,
παράσερνε στο δρόμο του τα όνειρα.

Θεά του έρωτα,
εσένα ζητώ Αφροδίτη
να μου δωρίσεις λίγο από το φίλτρο σου
εκείνο που μάγεψε θεούς και θνητούς
του μυθικού σου κόσμου,
να το ποτίσω στα σπλάχνα,
ν' αρωματίσω την καρδιά μου
και να στείλω τον Έρωτα
στο Σώμα που λατρεύω!"



Η ποιήτρια θα ξυπνήσει τα όνειρα και τις μοίρες θα καλέσει, να ξεπηδήσουν από τους μύθους και τις παραδόσεις, για να φυλάξουν τον Έρωτα και την οδύσσεια του σταλαγμίτη που ενώνεται με εκείνη του σταλακτίτη, στα κρυσταλλωμένα κάστρα της αγάπης.
Σύννεφα αρματώνουν για ταξίδια μακρινά στο απέραντο τ' ουρανού. Δίνουν τις δικές τους ευχές, για ατελείωτους συνδυασμούς συναισθημάτων σε αποχρώσεις χαράς.
Τα νέφη σκεπάζουν τάματα φυλαγμένα. Προσφέρουν θυσία στις μούσες που τραγουδούν τούτο τον έρωτα στις υγροποιημένες στάλες. Γεμίζουν πηγές, φουσκώνουν ποτάμια για να ξεχυθούν ορμητικά από τις βουνοκορφές των ορεινών όγκων και να γλίστρήσουν ως τα κύματα. Ξεφεύγουν και τρέχουν τα νερά. Ακουμπούν μελωδικά τις ακτές, σμιλεύοντας τα απολιθώματα της αγάπης που πλέον είναι εδώ. Ανοίγουν με κλειδί πόρτα καρδιάς κλειστής μέχρι χτες, με την λαχτάρα κοριτσιού στα πρώτα σκιρτήματα.


"Απόσπασμα

Υγρό το κορμί
στην ηδονή της νύχτας,
σφύριγμα του Αιγαίου ανέμου
που μου χάρισες!

Συνυπάρχουμε στις εποχές των εκρήξεων
όταν οι λάβες φλογερές και πύρινες,
θαρρείς
δόντια δράκαινας
αθώα,
σκορπούν πάνω στα κορμιά
για λίγη ζεστασιά
στο κάθε δείλι."


Κι είναι τότε που η Μάγδα Παπαδημητρίου ανακαλύπτει την τέχνη μέσα από την ποιητική του Έρωτα. Γράφει γι αυτόν, τον υμνεί, τον τραγουδά. Ονειρικά σπουδάζει τα δρώμενα σαν σε σκηνή θεάτρου με σκηνικό την ωραιότητα της φύσης που διαρκώς το βλέμμα της συναντά.
Στα ιερατεία της Αφροδίτης αφοσιώνεται, ιερουργεί τον αχό στιγμών που την συγκλόνισαν.
Έκρηξη ηφαιστειακή ημίθεων και μουσών που γίνεται ποίηση ψυχής, όνειρο γλυκό, με τα μελτέμια του Αιγαίου να ταξιδεύουν ήρεμα ως το τελευταίο νησί του πελάγους τον απόηχο της δικής της θεότητας.
Τι κι αν ζηλεύει η νύχτα, εκείνη της παραδίνεται, πετά ψηλά με φτερουγίσματα ζάλης. Μεθυσμένη, σε κόσμο αταξίδευτο ταξιδεύει αισθήσεις.
Με ψυχή, με σώμα συλλέγει ανάσες, μη τύχει και χαθούν οι μυρωδιές ανθοστόλιστων εικόνων παράδεισου, τότε που ακόμα και οι καιροί συμφωνούν, τα μιλημένα σώματα, να ζήσουν το ξεχωριστό κι ακριβό αντάμωμα.


"Απόσπασμα

Και ήρθε η ώρα του σούρουπου που, το πορτοκαλί πήρε τη θέση του στον ήλιο
και το γλυπτό αναγεννήθηκε μέσα από την πνοή του Δημιουργού! Να μη τελειώσει τούτη η νύχτα!

Τη νύχτα αυτή οι βάρκες
απ' το αγέρι τον έρωτα φυλούν.
Είσαι δίπλα μου,
οι ανάσες μας σμίγουν,
τα δέρματά μας βρεγμένα
ενδοφλέβια μυρίζω το άρωμα
και παραδίνομαι.

Θέλημα ονείρου
ήταν να βρεθούμε τη νύκτα
καθώς ο ήλιος φώτιζε το πρόσωπο
μέσα από τον καθρέφτη του χρόνου!"



Η ποιήτρια θα τα ζήσει όλα αυτά. Θα βιώσει τις ποιητικές διαδρομές στις ανταύγειες του έρωτα, φτάνοντας το άπειρο της ψυχής που χωρά λάμψεις ηφαιστειακές κι εκρήξεις δυνατές στους κόκκινους κρατήρες μιας πανάρχαιας Γης που την γέννησε, την ανάθρεψε. Τώρα η αγάπη την ταξιδεύει στην ωραιότητα της στέγης τ' ουρανού, της θάλασσας και του βουνού, στην αθωότητα του μπλε και του πράσινου, σε ξυπνήματα πρωινού που μέθυσαν δειλινά κι απογεύματα, ως τις μικρές ώρες της νύχτας, για να μας δώσει την κατάθεσή της, αφήνοντας το άρωμα της γραφής της, παρακαταθήκη στον χρόνο. Καλοτάξιδη...

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΥ - Το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων από την Σοφία Στρέζου


Σαν θέλουν τα ποιήματα να βγουν, να σεργιανίσουν με άλλοθι το φεγγάρι, τ' άστρα συνωμοτούν, μυστικά οδεύουν σε σύραγγες, για να αποσταχθούν, ως να φθάσουν να αναγνωστούν, να κατακτηθούν και ν' αφομοιωθούν από τους αναγνώστες.
Πόσες σκέψεις, πόσα συναισθήματα κατέγραψαν ελπίδες τυφλές, στο ετερόκλιτο της παράδοσης άνευ όρων, τότε που οι λέξεις πήραν τις συλλαβές αγκαλιά, για να τις ντύσουν με φύλλα καρδιάς, πέφτοντας στη φωτιά, ώστε να μοιραστούν την θέρμη που τα όμορφα προκαλούν.
Κι είναι η Ελένη Μαυρογονάτου, που γράφει στην ερωτική κλίμακα νύχτες κι απογεύματα, ξημερώματα που αλυχτούν οι συνενοχές με τα γράμματα, για να πει εκείνα τα λόγια, που γίνονται αισθητικές συγκινήσεις, στο διατηρητέο της μνήμης.
Αποδημούν, πότε επιγραμματικά και πότε με σχήματα περίτεχνα, δένουν τις άκρες των νοημάτων στη γεωγραφία της ποίησης.
Τι κι αν πονάει εκείνο το στερητικό άλφα στις μουτζουρωμένες σελίδες, καθώς σαρκώνεται και γίνεται άλικο τριαντάφυλλο στο σώμα, που ματώνει αισθήσεις σε διάττοντες έρωτες.


ΑΛΦΑ ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Είμαι
το άλφα
το στερητικό
στις ονειρώξεις
των τελευταίων
εραστών μου.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ (απαγγελία από τον Γιώργο Λιάκο)
Το σώμα σου
τριαντάφυλλο.
Το αγγίζω
και με
ματ(αι)ώνει.

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΕΡΩΤΕΣ (απαγγελία από την Ρούλα Παπαδημητρίου)
Κουρασμένη
κι απόψε;
Πάλι ξενυχτούσες
κυνηγώντας
διάττοντες έρωτες


Τα ποιήματα εισχωρούν στον χρόνο, γραμμένα κατά την περίοδο1985 έως 2010, καταγράφουν τις ρωγμές από τα χείλη, που δαγκώνουν το φως, παραμερίζοντας τα είδωλα στην άτακτη υποχώρηση των σκιών. Τα περιγράμματα, γίνονται σύμβολα καρδιάς σε ενισχυμένους έρωτες.
Με αναδομημένα τα συναισθήματα, ακουμπά την ψυχή της στο όνειρο, που δεν κατεδαφίζεται, αλλά προχωρά μακρόσυρτο τρένο σε ράγες, κουβαλώντας σελίδες ποτισμένες, στους εκτροχιασμούς των πόθων.
Οι μεγάλες αγάπες δεν ξεχνιούνται. Κρατούν την γιορτή της έμπνευσης, εκεί που οι συναισθηματικά άστεγοι, κερνιούνται γλυκό του κουταλιού στις ασώματες συνερευρέσεις, στους αστερισμούς των λυγμών.
Αφήνεται σε απουσίες διακριτές, που νοσταλγούν παρουσίες. Σε μαύρο φόντο κατακτά το εισιτήριο, για τις προσωπικές αναχωρήσεις στην ποίηση.


ΛΕΞΕΙΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Λέξεις συνετά
ακουμπισμένες
πάνω στις γραμμές
της σελίδας
όπως
τα τρένα
που δίχως ράγες
πεθαίνουν
όπως
τα όνειρα που δίχως
ελπίδα
εκτροχιάζονται

ΓΙΟΡΤΗ (απαγγελία από την Άννα Δαρδάλη)
Εκείνη δεν κάλεσε πολλούς,
φόρεσε την ομορφότερη
έμπνευσή της
και άφησε στο τραπέζι
της σάλας,
γλυκό - της αγάπης - κουταλιού
να κεράσει τους άστεγους
συναισθημάτων.

ΑΝΤΟΧΕΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Σκέφτομαι
τις κουρασμένες πλάτες
των άστρων,
πως ν' αντέξουν
που τις νύχτες
πάνω τους ακουμπούν
τα ξενύχτια
και τους λυγμούς τους
τόσα μάτια.


Η γραφή της Ελένης Μαυρογονάτου, ψάχνει τα κρυμμένα βαθιά, στου χαμένου καιροσκοπισμού των αφορισμών. Το ηθικό ή ανήθικο, κατ' άλλους κοίταγμα στο άγνωστο, που γίνεται γνώριμο στις διακλαδώσεις μερωμένων λυτρωμών.
Στη χαρτογραφία της ποίησης λαξεύει, υλοτομεί στοιχεία του αθέατου και τα κάνει κτήση, αφουγκραζόμενη τα σημάδια ανέμων, που βγάζουν από την παγωνιά. Φέρνουν φωτιές άσβεστες, τραγουδώντας τες με πληγές ανοιχτές, που αργούν να κλείσουν στο εφήμερο, που πότε ενώνει και πότε χωρίζει στο τελείωμα του χρόνου, στον κύκλο που άλλη μια φορά κλείνει οριστικά και αμετάκλητα.
Τίποτε δεν περισσεύει και τίποτα δεν είναι για πέταμα. Οι άνεμοι της ψυχής πάντα θα σμιλεύουν το φως, φωτίζοντας όλες τις πτυχές, φέρνοντας άλλη μια φορά τον ήλιο στην καρδιά, που τόσες φορές έσβησε τα πεπραγμένα που έγιναν πεπρωμένα, στις αποτεφρώσεις του τέλους.
Στις ερημιές οι εραστές δεν θερίζουν, γεύονται τις κατανυκτικές σιωπές τους.


ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Θέλω να σου δείξω
όλους τους χάρτες
που από χρόνια
έχω χαράξει
στο κορμί μου,
αθέατους στο εφήμερο.
Θέλω να σου μάθω
όλα τα παραμύθια
που αποστήθιζα
τις νύχτες της σιωπής
αντιγράφοντας το αλφάβητο
των αστερισμών.
Θέλω να σε φορέσω
κατάσαρκα
και ν' αφορίσεις
όλο μου το χτες
υποψιασμένο κι ανήθικο.

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
Σμιλεύω πάντα με φως
υποσυνείδητα όνειρα
και ουτοπίες.
Θέλω να γιατρέψω
μ' ένα νεύμα,
μ' ένα ναι,
σημάδια του σώματος
και ρωγμές της μνήμης.
Υποτάσσομαι άραγε;
Ή στωικά περιμένω
να πέσουν επιτέλους
οι άνεμοι στο πέλαγος
της ψυχής μου;

ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Τόσο γυμνή
κι αφέγγαρη
τούτη η νύχτα,
που αν δαγκώσω
το κατακόκκινο
μήλο σου,
θ' ανοίξει διάπλατα
η πόρτα του παράδεισου
αντιστρέφοντας
τα πεπραγμένα
- πεπρωμένα.


Στα ερωτρόπια ανθούν οι έρωτες, όσες φορές οι ίδιοι αναζητούν σώμα γυμνό και χάδι. Μετρούν φτερά απλωμένα κι άλλοτε σπασμένα, εκεί που σιγά-σιγά οι αισθήσεις ξεθωριάζουν, ξεφτίζουν κι η αγάπη δεν προλαβαίνει να φτάσει το κατοικημένο, το αναμενόμενο από καιρό.
Εκεί ακριβώς που οι ηγέτες καταντούν ικέτες, από την ασημαντότητα ενός απλού συμφώνου της αλφαβήτου, γίνονται επαίτες ονείρων, για να ξημερωθούν στην ορθότητα συμβολικής αποστολής, με πανί ανοιχτό ν' αρμενίσουν, στην ωραιότητα των σχέσεων.


ΓΥΜΝΟ ΣΩΜΑ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Τι μου λένε
Τα μάτια σου,
όταν σωπαίνεις.
Μετά τον έρωτα,
τι μου γράφει
στο γυμνό σώμα,
το χάδι σου.

ΙΚΕΤΗΣ (απαγγελία από τον Γιώργο Λιάκο)
Θα 'ρθω
ηγέτης ή
ικέτης σου:
Πόσα πράγματα
αλλάζουν,
μ'ένα κάπα
ασήμαντο.

ΕΠΑΙΤΗΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Εγώ που ανήκω
στους εκ γενετής επαίτες
των ονείρων,
θ' αντέξω τη χλιδή
της καρδιάς σου;


Τα απρόσωπα αποκτούν πρόσωπα βατά, προσπελάσιμα. Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή, διεκδικούν το απροσάρμοστο, να προσαρμοστεί στην αρχική ανιδιοτελή ερωτική φύση.
Οι λύσεις εφευρίσκονται, γεννιούνται, καθώς όλα την ίδια θάλασσα ακολουθούν. Παγιδευμένοι θεατές σε εμπρηστικές αναφλέξεις ποίησης, ανταλλάσσουν εισιτήρια με τόνους υποσχέσεων κι αισθημάτων, εκεί που τα ανομολόγητα ομολογούνται, στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν την ουτοπία, κάθε φορά που οι λέξεις σκαλώνουν σε παλιά συναισθήματα.


ONE NIGHT STAND (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Κι όλο φθινοπωριάζει,
σε μια πόλη
γεμάτη φιγούρες,
που όσο κι αν πασχίζω
δεν κατανοώ.
Δως μου το δικό σου
απόκομμα εισιτηρίου,
one night stand
αναγράφει.
Το ανταλλάσσω
με τόνους υποσχέσεων
κι αισθημάτων.

ΓΚΑΖΙ (απαγγελία από την Ρούλα Παπαδημητρίου)
Μην ερμηνεύεις την ουτοπία,
σου είπα, παιδί θλιμμένο είναι.
Έχει ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο
στην τσέπη του τζην
και κατεβαίνει απόγευμα στο Γκάζι,
φορώντας το άλλοθι της ψυχής του
κατάσαρκα.

T-SHIRT (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Ενίοτε η Νοσταλγία
φοράει λευκό φανελάκι,
έχει τατουάζ στο χέρι
αγαπημένο όνομα
και κοντά ιδρωμένα μαλλιά.
Γράφει στίχους
με τα χαρτιά της απλωμένα
στο πάτωμα
και δαγκώνει το μολύβι
δυνατά,
κάθε φορά που μια λέξη
σκαλώνει σ' ένα παλιό,
ξεχασμένο συναίσθημα.


Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα, υπάρχει μια ονειρική κατάσταση, με τα ίδια τα όνειρα, να μην μπορούν να γυρίζουν πίσω κι ας έγιναν όρκοι επιστροφής στα σβησμένα σύννεφα.
Παρ' όλα αυτά εκείνα σκορπούν την ανάμνηση, με την μνήμη να πονά, να δίνει τις δικές της μαχαιριές, για να ματώνουν τα ποιήματα, με τις λέξεις που προσεκτικά επιλέγει η ποιήτρια, για να στάξουν το δικό της ακριβό συναίσθημα.
Ένα ηφαίστειο ο λόγος της, που απρόσμενα ξυπνά, μεταλαμβάνοντας εκείνο, που την καρδιά της οδηγεί. Η Λάβα που ρέει στο στήθος, ξεχύνεται κι απλώνεται αίμα ζεστό στις οροσειρές του αισθήματος.
Γιατί η Ελένη Μαυρογονάτου γράφει με αίσθημα, απενοχοποιώντας έτσι τον χρόνο που φεύγει, για όλα εκείνα που της έδωσε, όμορφα κι άσχημα, χαρούμενα ή θλιμμένα.
Οι θερμικές παράμετροι των παθών, επιζούν των κατακλυσμών στην κιβωτό των συναισθημάτων, στα φροντιστήρια των αισθημάτων.
Οι νύχτες σκοτώνονται από ένα χαμόγελο, καθώς πόθοι ξεπηδούν από τα μάτια, για να κατακτηθούν στην πλημμυρίδα του φεγγαριού με φως.
Οι ζωές αλλάζουν κατευθύνσεις, με την λήθη να παρασύρεται στην τελευταία άμπωτη, σε σκοτάδια βαθιά.


ΚΙΒΩΤΟΣ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
Σ' αυτή την κιβωτό
των αισθημάτων
λησμόνησα να
κλείσω αντοχές.
Κι όταν επέζησα
από κατακλυσμούς,
λειψά τα βρήκα
τα κομμάτια μου.

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ (απαγγελία από την Άννα Δαρδάλη)
Τους είπα πως
έμεινα μεταξεταστέα,
γιατί δεν ήξερα
την σωστή σημασία
των λέξεων.
Και μου χρέωσαν
εκατοντάδες ώρες
καταναγκαστικής
αγάπης
στο φροντιστήριο
των αισθημάτων.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
'Ο,τι πόθησα,
το βρήκα μέσα στα μάτια σου.
Νύχτες ασέληνες χειμώνα
ή πλημμυρισμένες στου γεμάτου
φεγγαριού το φως
θάλασσες ταξιδεμένες
κι ωκεανούς απροσπέλαστους
απ' τα ταπεινά μου καράβια.
Όσα αναζήτησα στα βιβλία
ή στις λέξεις των στιγμών,
το μεγάλο σχολείο των ματιών σου
μου τα 'μαθε.


Κι είναι τότε που η ποίηση ξεκινά το ταξίδι στην διαλεκτική, να οδηγηθεί ως το τέρμα, για να διηγηθεί μια μικρή μοβ ιστορία, με διάχυτα τα αρώματα της απουσίας.
Γυρεύει λύσεις, για να φτάσει στην ακρογραμμή, μετασχηματίζοντας την φυγή σε επιστροφή, στραγγίζοντας και την τελευταία σταγόνα ελπίδας, ώστε να μπορέσουν να κρατηθούν ακέραια, τα απολιθώματα των πόθων.
Γιατί οι λύπες πρέπει να κλειδωθούν και το κλειδί να πεταχθεί στον καιάδα της ματαιότητας.
Άλλωστε πάντα ο αέρας περνά από εκείνες τις εξαιρέσεις, για να χαϊδέψει τα ανέφικτα, να δώσει χρώμα στα ακαθόριστα μελλοντικών συναντήσεων, τότε που κι ναυαγισμένοι γιορτάζουν μέσα σε θύελλες, την υπερβατικότητα ενοχικής άρνησης.
Όσα έγιναν κι όσα ειπώθηκαν θ' αντισταθούν στην ανυπαρξία, θωρακίζοντας τις αισθήσεις, με κατακτημένη αγάπη σε καιρούς απουσίας.
Ίσως γιατί, πάντα οι μύθοι καταφέρνουν να μένουν αλώβητοι, των εξοστρακισμών του ψεύδους.
Η αναζήτηση, κάθε φορά θα ξεκινά από το λίγο, από το διαιρεμένο του θανάτου, που κρύβει συμφορά και την κάνει χαρά σε γλέντι στο αντάμωμα των ψυχών.
Η αναγκαιότητα του παραμυθιού, είναι το άλλοθι για την αποκατάσταση των σχέσεων.


ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΜΟΒ ΙΣΤΟΡΙΑ (απαγγελία από την Μαρία ροδοπούλου και τον Ματθαίο)

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
Θα ΄σαι το φως
στα πολικά μου απογεύματα,
θα ‘σαι η σιγαλιά
μιας απρόσμενης
φυγής.
Κι είπα,
θα ΄σαι ο έρωτας
των αποδημητικών,
η ζέστα του καλοκαιριού.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
μόλις ψυχράνει ο καιρός,
θα φύγω.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
θα κρύψω τα σύννεφα,
θα φυλακίσω τα χελιδόνια,
θα κρατήσω χλωρά
τα φύλλα στις λεύκες.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
εναποθέτεις στα χέρια μου
το βάρος των νυχτερινών
αστερισμών,
μια τυχαία επιστροφή
των μάταια ερωτευμένων
που αυτοκτόνησαν,
εναποθέτεις το βραδινό γράμμα
κρυφά κάτω απ΄ την εξώπορτα
και φεύγεις.
Τι δε μαντεύεις πια;
Τι δεν ακούς;

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
ενσαρκώνεις
την άγουρη ικεσία μου.
Φοβισμένη αποζητάς
μιαν απόδειξη
παράκαιρης ενοχής.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα, μη νοσταλγείς,
Η επιστροφή σβήνει,
όπως στο χειρουργικό
κρεβάτι
η προχωρημένη
σήψη
του εφήμερου.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
φυλάσσω πόθους μακρινούς
στο κοιμητήρι των χεριών μου.
Να ΄ρθεις κάποτε
κρυφά και αν τους
ερμηνεύσεις.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
ποθείς την άρνηση
της αβέβαιης ενσωμάτωσης.
Τα λόγια ειπώθηκαν
και δε μένει παρά
ν΄ απολησμονηθούν.
Μη με ψάξεις.
Θα πνέω στους αιώνες,
πάνω από θάλασσες βουβές.
Δίχως τη μνήμη σου,
δίχως σημάδια των χεριών σου
στη σάρκα μου.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
κατατάσσω το συναίσθημα
στ΄ αειθαλή,
βαδίζοντας ανάμεσα από
λέξεις φυλλοβόλες.
Τα λόγια μου αέναα.
Θα σου διδάξω
Την αυτοτέλειά τους.

ΜΑΡΙΑ:
Θα φύγω αθόρυβα,
τόσο που
θα νομίζεις πως
αέρας είναι
που έκλεισε την πόρτα.


Η ποίηση της Ελένης Μαυρογονάτου, έχει αμεσότητα με τον αναγνώστη. Ο λόγος της γρήγορα κυριαρχεί, για να κατακτηθεί εύκολα, με τις λέξεις της να χρησιμοποιούνται ως όχημα, στις περιπλανήσεις και τις μεγάλες βουτιές. στον κόσμο των συναισθημάτων.
Ο έρωτας, η ελπίδα, τα όνειρα είναι απλά οι διαδρομές, για να φωτιστούν οι σκιές και να μιλήσουν.
Θέλουν να βγουν από ωκεάνιες σιωπές, τότε που βλέμματα σφραγίστηκαν, τώρα ταξιδεύουν με πιρόγες, αρμενίζοντας κήπους κρεμαστούς, στη μυθολογία των πεθυμιών.
Δραπετεύουν για να έρθουν κοντά στο κοινό, να το αγγίξουν με την χρυσόσκονη λεκτικών προσδιορισμών, αστραποβολώντας σε ουρανούς θλίψης.
Οι νυχτωδίες θα κλέψουν λάμψεις, για να φωτίσουν την αισθητική και συγκινησιακή ζωή της, που έγινε κατάθεση ψυχής στην ποιητική συλλογή "το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων".
Άλλωστε ότι αξίζει, πάντα θα ζει μέσα από το βιβλίο και μέσα μας.
Η φωνή της ποιήτριας εμφυσά την δυνατότητα της παράλληλης βιωματικής, με όλους εκείνους που θα επιλέξουν, ν' αγκαλιάσουν τις λέξεις της.
Είναι στη φύση μας, ο πόνος να συνοδεύει όλα εκείνα τα φεγγάρια, που για λίγο άναψαν κι ύστερα έσβησαν στου καιρού τις προσχώσεις.
Με τις πυξίδες στραμμένες στην αναχωρητική πορεία προς την Ποίηση, η ποιήτρια δεν θα επιτρέψει να χαθούν οι μνήμες.
Ήδη φύλλα που σκορπούν στον άνεμο οι λέξεις της, περιμένουν συλλέκτες πρώιμου φθινόπωρου, που αρέσκονται στην ανάγνωση...


ΕΠΙΘΥΜΙΑ (απαγγελία από την Σοφία Στρέζου)
Γιατί σε φωτογραφίζω
κρυφά από την ματαιότητά μου,
κάθε που δραπετεύεις
στον ουρανό της θλίψης σου
γι' αυτό σε θέλω.

Λογοκλοπή από ένα "παλιάτσο" που ξαναχτύπησε

Λογοκλοπή από ένα "παλιάτσο" που ξαναχτύπησε


Παρακαλώ όλους σας να το κοινοποιήσετε όπου μπορείτε!!


Καλημέρα!

Πρόσφατα ανακάλυψα ίσως την πιο "θαρραλέα" λογοκλοπή στο blogspot,

για την οποία νιώθω υποχρεωμένη να σας ενημερώσω.



Μερικά παραδείγματα, που σας αφορούν - ------------------------------------------------------------------



1. στο http://enaspaliatsos.blogspot.com/2009/12/blog-post_18.html



1.a. "με πνεύμονες υποταγμένους

σε οχτώ μιλιγκράμ πίσσας

και μονοξείδιο του άνθρακα" είναι κλεμμένο από εδώ

- http://drapetisblogspotcom.blogspot.com/2007/10/blog-post.html



1.b. "κι ύστερα.. στο πληκτρολόγιο

της έναστρης αφής μου

γράφω ξανά λαθραία αποσπάσματα,

κι αιμορραγώντας αναδύομαι

μέσα από αναμνήσεις.. "



είναι κλεμμένο από εδώ - http://poiontas.blogspot.com/2008/11/blog-post.html"

όπως πάντα όπως παλιά

στα πληκτρολόγια της έναστρης αφής σου

να γράφω αποσπάσματα του μέλλοντος εντός σου"



1.c. "με τα φτερά κάποιου αλήτη γλάρου

ψηφιδωτό σκαλίζω στη χαρά μου.."



έχει για πρωτότυπο "και με φτερά ενός αλήτη γλάρου ψηφιδωτό σκαλίζω σε βράχο

σιωπής."που αναρτήθηκε από την κα. Γ.

Πακτίτη στις 21/10/2008, στο http://poiontas.blogspot.com/



1.d. "βασανιστικά περιδιαβαίνεις τον φαλλό μου

και βλαστημώντας χάνεταιστον προσιτό και στιγμιαίο θάνατο μου.."



από "περιδιαβαίνει τον φαλλό μου

και βλαστημώντας χάνεται

στον προσιτό της στιγμιαίο θάνατο" -

(c) Τάκης Τσαντήλας , http://poiontas.blogspot.com/2008/11/blog-post_17.html



2. στο http://enaspaliatsos.blogspot.com/2010/08/blog-post_25.html



"και κάθε τόσο κόβω ένα δάχτυλο

μόνο και μόνο

για να αιμορραγώ τις στιγμές

που παθιασμένα σ’ ονειρεύτηκα."



ανήκει για αλήθεια στο "Ωστικό κύμα" της Λίας Νικολαιδη,

http://sadnessinhereyes.blogspot.com/2010/08/blog-post_22.htmlη

μόνη διαφορά είναι στο επίθετο "παθιασμένα" <-> "λανθασμένα"



3. http://enaspaliatsos.blogspot.com/2009/01/blog-post_12.html

"Χρόνια τώρα μόνος μου βαδίζω,

γράφω στίχους - σκίζω - ξαναγράφωθυμώνω,

αφήνω να τους πάρει ο αγέρας

κι ύστερα αρχίζω πάλι ν' αγαπώ,να ξαναγράφω"



ανήκει στην κα. Στρέζου -



"Τόσα χρόνια ξυπόλητος δίπλα σε θάλασσες τριγυρνάς

γράφεις - σκίζεις - ξαναγράφεις

θυμώνεις κι ύστερα αρχίζεις πάλι ν' αγαπάς "



http://horseman.pblogs.gr/2008/05/enas-mikros-kokkos-klonizei-t-aperanto.html



περιττό να πω ότι ο στίχος "πίσω από το τελευταίο ουράνιο τόξο,

και σε κείνα τα άσκοπα οδοιπορικά" κλάπηκε από facebook και έχει για

πρωτότυπο "πίσω από το τελευταίο ουράνιο τόξο στα καθορισμένα αόρατα μονοπάτια"...



4. στο http://enaspaliatsos.blogspot.com/2009/01/blog-post_06.html



"Η ομορφιά της ψυχής είναι βιβλίο.

Όσο το ξεφυλλίζεις

ποτέ ο χρόνος δεν θα το κιτρινίσει…"



πιστεύω ανήκει στην κα. Γ. Πακτίτη - http://kardiagp.blogspot.com/2008/12/blog-post_681.html



5. στο http://enaspaliatsos.blogspot.com/2010/08/blog-post_27.html



"λυπάμαι που σκορπίζεσαι

στο διάκενο της νύχτας"



το έχει πάρει σεμνά θαρρείς από "Μια χούφτα χιόνι εσύ που σκορπίζεται

στο διάκενο της νύχτας" - http://darkrain67.blogspot.com/2008/10/blog-post_03.html



6. http://enaspaliatsos.blogspot.com/2010/05/blog-post_19.html



" Είναι κάτι στιγμές που δεν ξέρω αν υπάρχω

που δεν ξέρω αν υπάρχεις κι εσύ..



Σε εισπνέω σαν γυναίκα

πλάσμα από υγρασία και φως

τα χρώματα σου ντύνομαι,

όταν επιθυμώ να σε γευτώ

στάζεις βροχή στα μάτια μου



κι ύστερα σκέφτομαι τις μικρές στιγμές μας

τις μεγάλες χαρές μας

αυτές που πέρασαν

αυτές που θα ΄ρθουν

αυτές που χάνονται σε μια παράδοξη σιωπή

σε μια ανατριχίλα ερωτική τόσο παρούσα,

ζωντανήκι απούσα είναι συνάμα"



ο παλιάτσος VS. κ. Τάκη Τσαντήλα: http://poesy.pblogs.gr/2009/09/o-sofos-eaytos.html



"Είναι στιγμές που δεν ξέρω αν υπάρχω

που δεν ξέρω αν υπάρχεις κι εσύ

κοιτώ τα υγρά, ξάγρυπνα μάτια σου

και σκέφτομαι τις μικρές και μεγάλες στιγμές μας

τις μικρές και μεγάλες χαρές μας

αυτές που πέρασαν

αυτές που θα΄ρθουν

αυτές που περνούν και χάνονται σε μια παράδοξη σιωπή

σε μια προσμονή

σε μια ερωτική πανδαισία

τόσο παρούσα κι απούσα συνάμα "



7. http://enaspaliatsos.blogspot.com/2010/08/blog-post_12.html



"Δώδεκα σκορπίζω επιθυμίες

ναυαγισμένης νοσταλγίας

στα ονειροτάξιδα της θλίψης μου

και σε πλανόδιους ανέμους................

στη ροή της νοσταλγίας τ’ ουρανού σου

στάλες να στάζει στο χαμένο όνειρο μας..



Ποτέ τα σύννεφα δεν ‘μειναν για πολύ

στο ίδιο μέρος τ’ ουρανού σου,

ούτε χορτάσαν μαύρες καταιγίδες."



θα μπορούσε να το ονομάσει Sofia Strezou Tribute...

.

"Ολικές επανοφορές σε σύννεφα που στάξανε,

γίνανε θάλασσες κατακτημένες από λιμάνια απάνεμα με πλανόδιους ανέμους

που επιδιώκουννα χορτάσουν με καταιγίδες.

" από http://sofiastrezou.blogspot.com/2010/06/blog-post_23.html



"....να ξεκλειδώσουμε λησμονημένα αγγίγματα στη ροή της νοσταλγίας. ...

στάζοντας στάλες στο στεγνό όνειρό μας"

από http://sofiastrezou.blogspot.com/2010/07/blog-post_15.html



8. http://enaspaliatsos.blogspot.com/2010/06/blog-post_23.html



"είναι οι θάλασσες που μας ταξίδεψαν τα τρεχαντήρια που χρωματίζαμε μαζί." δεν

είναι δικοί του στίχοι, τα πήρε από τον Ανδρέα Εμπειρίκο, Η μνήμη των αναμνήσεων,

http://greek-translation-wings.blogspot.com/2010/05/blog-post_29.html



όπως και στο "κι ότι μένει από μένα είν’ η ηχώ σε διάσπαρτα φεγγάρια σιωπής."

αναγνωρίζω πάλι κάτι από Σοφία Στρέζου - "Μόνον ηχώ

σε διάσπαρτο φεγγάρι σιωπής" - http://sofiastrezou.blogspot.com/2009/02/blog-post_28.html



κλπ.------------------------------------------------------------------------

Αν από εσάς ο παλιάτσος έχει πάρει σποραδικά στίχους και φράσεις, από δεκάδες blogger έχει κλέψει αναρτήσεις ολόκληρες.



(μπορείτε να βεβαιωθείτε π.χ. παρακολουθώντας τη συζήτηση εδώ - http://kryos-gr.blogspot.com/2010/09/blog-post_16.htmlη εδώ - http://nerenia3.blogspot.com/2009/01/blog-post.html )



Προσωπικά εγώ θα ενημερώσω τα ανυποψίαστα θύματά του. Με ρωτάνε - τι να κάνουμε. Η απάντηση είναι - ο καθένας όπως αποφασίσει. Μπορεί να επικοινωνήσει προσωπικά με το συγκεκριμένο άτομο (alfastamos@yahoo.gr), να του κάνει καταγγελία στο blogspot (εδώ) βάση του Νόμου 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας, της σύμβασης της Βέρνης (Berne Convention) και της Παγκόσμιας Σύμβασης περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Universal Copyright Convention) ή...να μην κάνει τίποτε.

Βέβαια, αν έχετε παραχωρήσει τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας σ' όλα αυτά, ζητώ συγγνώμη για την ενόχληση.



Φιλικά,Αλμπένα



Καλησπέρα Αλμπένα από την Σοφία Στρέζου



Χαίρομαι που γνωρίζω μια έντιμη αναγνώστρια και ταυτόχρονα λυπάμαι για την ανέντιμη Λογοκλοπή του παλιάτσου.

Δυστυχώς το συγκεκριμένο ιστολόγιο μας είναι γνωστό και παρ' όλες τις συστάσεις, το άτομο που το διαχειρίζεται, συνεχίζει το "λαμπρό έργο" του.

Θα παρακαλούσα αν κι εσύ το επιτρέπεις να ποστάρω όλο το mail στα προσωπικά μου ιστολόγια, στο facebook και σε άλλες ιστοσελίδες, ζητώντας να αποκλειστεί το άτομο.

Προσωπικά θα κινηθώ πλέον και νομικά και μέσω της δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος,ώστε να πάψει το συγκεκριμένο άτομο να καπηλεύευται τις λέξεις μας.



Ευχαριστώ πολύ για την πληροφόρηση.

Θα χαρώ να βρεθούμε ξανά σε δημιουργικές συναντήσεις.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΟΛΛΙΑ - Περιπέτεια στο βασίλειο των Θεών (Παραμύθι) / Εντυπώσεις από την ανάγνωση της Σοφίας Στρέζου


Ίσως τα παραμύθια να γεννώνται κάθε που γεννιέται ένα αστέρι, για να κατοικηθεί πρώτα από τους ήρωες και να λάμψει από την ιστορία τους.

Κάπως έτσι ξεκινάει το μαγευτικό ταξίδι των παραμυθιών, που ακροβατεί ανάμεσα στο φανταστικό και στην αληθοφάνεια του μύθου, για να φθάσει στα παιδιά με τρόπο γλυκό, τρυφερό, για να αφηγηθεί την προσωπική κατάθεση του παραμυθά.

Η Χριστίνα Κόλλια είναι μια σύγχρονη παραμυθού, που με ευαισθησία και γνώση, αλλά προ πάντων με αγάπη για τα παιδιά και την διαμόρφωσή τους, αναπτύσσει το παραμύθι της, όχι με την κλασσική έννοια που εγώ τουλάχιστον θυμάμαι τα παραμύθια των παιδικών μου χρόνων, δίνοντας μιαν άλλη διάσταση στην ιστορία της, με τρόπο γνωσιολογικό απαλλαγμένο από παλιές διδακτικές μεθόδους, εστιασμένο στα προβλήματα που θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν οι μικροί αναγνώστες, ώστε να διαμορφωθούν ως υπεύθυνοι ενεργοί πολίτες αργότερα.

Θεωρητικά θα 'πρεπε και οι μεγάλοι να διαβάσουν τον συγκεκριμένο παραμύθι, ώστε να πάψουν να λειτουργούν ανεύθυνα και οι ορθές πράξεις να είναι παράδειγμα προς μίμηση, από τους μικρούς φίλους.

Η "περιπέτεια στο βασίλειο των Θεών" έχει ως κεντρικό άξονα το μεγάλο θέμα της οικολογίας.

Επιχειρεί η συγγραφέας, την αφύπνιση της οικολογικής συνείδησης των παιδιών, μέσα από το περπάτημα στις διαδρομές της ελληνικής μυθολογίας.

Έτσι εκείνα μαθαίνουν, με την ουσιώδη απλότητα κι αμεσότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει ένα παραμύθι, να αξιολογούν τους λόγους που θα πρέπει να προσέχουν και να φροντίζουν το περιβάλλον και ταυτόχρονα να ανακαλύπτουν την πλούσια ελληνική μυθολογία.

Γιατί η Χριστίνα Κόλλια φροντίζει και οικοδομεί περίτεχνα τις περιβαντολλογικές ανησυχίες της δένοντάς τες με τον μύθο.

Είναι γεγονός πως το κλίμα του πλανήτη αλλάζει.

Οι μεγάλοι τούτου του κόσμου αδιαφορούν και μόνον τα παιδιά που ακόμα πλάθονται, μπορούν ν' αλλάξουν συμπεριφορές και να γίνουν τα ίδια φορείς θετικών ενεργειών και να ανατρέψουν την πλεονεξία, όσων επιβουλεύονται την ισορροπία της φύσης.

Η αναζήτηση ενός σπιτιού για τον "καπετάν βοριά", θα είναι η αφετηρία για να αντιληφθούν όλοι, πως όταν κάτι συμβαίνει στο ένα άκρο του πλανήτη, έχει επιπτώσεις και στο άλλο άκρο.

Γιατί η Γη είναι το σπίτι μας και πρέπει όλοι μαζί να την προστατέψουμε. Δεν επιτρέπονται άλλα λάθη.

Ήρθε ο καιρός για δράση, ώστε να αποτραπεί η επερχόμενη μελλοντική οικολογική καταστροφή, σ' ένα ήδη διαταραγμένο περιβάλλον.

Η παραμυθού μας θα ξεσηκώσει "Θεούς και θνητούς στο πόδι" κι από το "αρχηγείο του χειμώνα" , θα φτάσει ως το "ανάκτορο του Ολύμπου" και μέσα από ένα συμπόσιο, θα αποκαλυφθεί η "ανταρσία" του χειμώνα, ενός από τα παιδιά του χρόνου, που η απληστία ήταν η αφορμή, για μια σειρά επικίνδυνων ανατροπών στη ομαλή λειτουργία των εποχών.

Φυσικά όταν τα λάθη αναγνωρίζονται, τότε μπορούν και να διορθωθούν.

Έτσι η Χριστίνα Κόλλια δίνει μέσα από το παραμύθι τις κατευθύνσεις, με ήπιο και αγαπησιάρικο λόγο έτσι όπως αρμόζει να μιλάμε στα παιδιά, την δική της αφυπνιστική εκδοχή που αρνείται τον θεωρητικό διδακτισμό κι επιμένει στην πρακτική του παραδείγματος.

Μικροί και μεγάλοι αναζητείστε την «Περιπέτεια στο βασίλειο των θεών» που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2008, και ήδη εξαντλεί τη δεύτερη έκδοση, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΙΔΕΡΗ, σε μια καλαίσθητη έκδοση, με εικονογράφηση της Μαρίας Πανταζή.

Απολαύστε την πρωτότυπη και ιδιαίτερη πλοκή τις παραινέσεις και τις προτροπές, μέσα από την πρωτότυπη και ιδιαίτερη πλοκή που τις αναπτύσσει η συγγραφέας, δίνοντας μια εξαιρετική αφορμή για σκέψεις των μεγάλων και συζήτηση με τα παιδιά.

Καλοτάξιδο στις καρδιές μας και στις καρδιές των παιδιών μας.

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - Χορός στο Φως


Τον Ιούνιο του 2010 εκδίδεται από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ, η ποιητική συλλογή της Μίνας Παπανικολάου, "Χορός στο Φως".
Η ποιήτρια διαπραγματεύεται τον έρωτα και την αγάπη.
Μέσα από καθαρτήριες λέξεις κυρίως για την ίδια και την λυτρωτική αποφόρτιση των συναισθημάτων, αφήνει τους λυγμούς στο περιθώριο. Σκαλίζει τα ιερογλυφικά των ίσκιων που συντάραξαν τον εσωτερικό κόσμο της επιτρέποντάς τα μεθυσμένα να χορέψουν τον χορό της καρδιάς στο φως.
Πιστοποιεί την μοναχικότητα, όταν η φωτιά της συντροφικότητας έχει ήδη πια σβήσει. Χάνεται στο χώμα, στο νερό και χύνεται στον ποταμό, αποφασισμένη να διεκδικήσει το δικαίωμα στην έκφραση, στην ζωή, στην επιλεκτική επιθυμία για κάτι αληθινό, έτσι όπως από εκείνη ορίζεται.
Αναγνωρίζει πως ο δρόμος, κάθε άλλο παρά εύκολος είναι. Κι όμως, απέχει από εκείνα, που άλλοι ονειρεύτηκαν για λογαριασμό της, ακολουθώντας συνειδητά, το ματωμένο της όνειρο.
Δεν της ταιριάζει η κλεμμένη ζωή μιας συνήθειας βουτηγμένης στο ψέμα, αν κι η αγάπη, υπήρξε αληθινή κι ουσιαστική.
Ήθελε το μοίρασμα κι όταν αυτό έπαψε να υπάρχει στις ραγισματιές της ζωής, αρχίζει μεθοδικά ν' ακολουθεί τον δικό της ουρανό.
Με πετάγματα στην μάθηση, στις διδαχές των προσωπικών της δασκάλων, μαθαίνει ν' αξιολογεί πορείες αυτογνωσίας, που την σώζουν από τις όποιες αρνήσεις, με τις οποίες μοιραία κάποια στιγμή, θα βρεθεί αντιμέτωπη.


"ΑΡΝΗΣΗ

Τι θα κάνω με σένα;
Τι θα κάνω με μένα;
Τι να πω στα κλαμένα τα μάτια μου αύριο;
Που για χρόνια θα ψάχνω να βρω το κουράγιο,
να γυρίσω να δω μες το χτες!

Πως θα πω τη ζωή πως ξεγέλασα;
Που θα σβήσω τα ρίγη που ένιωσα,
να τα κρύψω να μείνουν στο χτες;

Να σκεφτείς πως το μόνο που ζήτησα,
η ψυχή, το κορμί πως λαχτάρισε,
να γυρίσει - να ζήσει στο σήμερα
όλα αυτά που μ' αρνήθηκες χθες."



Το παρελθόν της ανήκει μέσα στην αφοσίωση που του πρέπει.
Η νύχτα είναι ο δικός της μάρτυρας, για όλα εκείνα που αισθάνθηκε μέσα από μικρούς θανάτους στο οδοιπορικό, μέχρι το ξημέρωμα να φανεί στα ηλιοτρόπια της ψυχής, αναγεννώντας την ελπίδα από την απώλεια, που έτσι κι αλλιώς σημαδεύει και σημαδεύεται στον χρόνο.
Ψάχνει να βρει την αγάπη, που φώτισε στιγμές ανεξίτηλες, σε περιοδείες θλίψης. Ταξιδεύει ώρες μικρές, με το κορμί να συσπάται από την δύση που γίνεται ανατολή νέων εξορμήσεων στα όμορφα.


"ΨΥΧΗ

Ψυχή μου, πως ματώνεις στο σκοτάδι σου.
Πως τρέμεις από φόβο και απώλεια.
Έχεις στραγγίξει, έχεις μείνει από εφόδια,
αυτό που σου 'δινε ζωή και έχει λείψει.

Ψυχή μου, μοιάζει θάνατος ο αποχωρισμός μας
Κι είναι το σώμα μου ρολόι κουρδισμένο.
Αφού, Ψυχή μου δεν αντέχεις την απώλεια,
από τον άνθρωπο τον πιο αγαπημένο.

Είναι η πόλη ζωντανή, γεμάτη όνειρα,
μα τα δικά σου, που στα πέταξαν, ψυχή μου;
Να βγω να ψάξω να μαζέψω τα συντρίμμια σου,
να ξαναγράψω μια και πάλι τη ζωή σου.

Είναι ο θάνατος μικρότερος στον πόνο του,
είναι η λατρεία μου για σένα η ανάσα.
Ό,τι με κράτησε, με φώτισε, με λάμπρυνε,
τώρα Ψυχή μου έχεις πετάξει στα ουράνια."



Πόσες φορές δεν σκέφτηκε, να ξαναβάψει την θάλασσα με χρώματα από το φως της αγάπης, σε ταξίδια παράξενων παιχνιδιών, με άσπρο πανί ένα καβαλέτο ή μια σελίδα λευκή, όπου εκεί θα γράψει, για να σωθεί από καταποντισμούς, υψιπετώντας στα κύματα των άγριων στεναγμών.
Μεθυσμένα θα χορέψει σε αποχρώσεις απουσίας, σε κυκλώνες πόθου, σε συμπλέγματα σιωπής, σε μια Γη που από πάντα ήταν δική της.


"ΜΕΘΥΣΙ

Στην αρχή ήταν ο έρωτας:
τρελός, μεθυσμένος, απρόοπτος.
Έστειλε τις ψυχές μας στο άπειρο,
χωρίς σύνορα, όρια, χρόνο.

Προχώρησα και βήμα-βήμα
έφτασα στην αγάπη:
δυνατή, βαθιά...απόλυτη.

Πότε έμεινες πίσω, δεν κατάλαβα.
Μήπως όταν σε μάλωσα;
Όταν σου ζήτησα να πλησιάσεις κι εσύ;
Να στείλεις το είναι σου
μέχρι το άπειρο, εκεί όπου ήμουν κι εγώ;

Και τώρα τον κύκλο έκανε ο έρωτας
και με πέταξε πάλι στην αρχή
απ' όπου ξεκίνησα, μόνη."



Η ποιήτρια θα διανύσεις όλες τις αποστάσεις, σε φεγγάρια παλιά, πολυπερπατημένα, κρατώντας ακέραιες τις αξίες που συνοδεύουν την ελπίδα για ένα αύριο όμορφο, γαλήνιο, δυνατό, κρατώντας τον χειμώνα ως εποχή ανακατατάξεων, για την επερχόμενη άνοιξη, που η φύση αναγεννάται, παραμερίζοντας πικρίες και θλίψεις, που τα ξεροβόρια βάρυναν την ψυχή της.
Τα χαμόγελα ανθίζουν κι είναι όμορφα όταν λάμπουν σε μάτια αγαπημένα.


"ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Θα σκιτσάρω με λέξεις
έναν χειμώνα απλωμένο σε βουνά.

Είναι στο σύμπαν απλωμένο χιόνι,
το ξεροβόρι πουθενά δεν ακουμπά.

Χάθηκε θαρρείς η δύναμή του
σε μια χαράδρα όπου ενώνονται οι σκιές
κι οι ιαχές του πάνω και του κάτω κόσμου.

Ένα λουλούδι έχει ανθίσει,
λευκό λουλούδι, δυνατό.

Λάμπει το δάκρυ του Θεού μου πάνω του
κι αν σκύψεις απαλά και το κοιτάξεις,
χαμογελά,
μέσα στα ολόδικά μου, ολόγλυκά σου μάτια."



Οι παλιές πληγές, επουλώνονται στις εστίες του πόνου.
Με χαμόγελα οι αναβάσεις αρχίζουν, για κορυφές απάτητες στις αναρριχήσεις των λέξεων, με εκφραστικό όχημα τον ποιητικό της Λόγο...Καλοτάξιδος.

ΒΑΣΩ ΜΠΡΑΤΑΚΗ - Ηνίοχος


Μ' έναν υπέροχο πίνακα της Μαρίας Καζάζη να κοσμεί το εξώφυλλο, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2010 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ, την νέα ποιητική της συλλογή, η Βάσω Μπρατάκη.
Μεγαλώνοντας η ποιήτρια, αποκτά την εμπειρία της γραφής ψηλώνοντας τα ποιήματα, που αρχίζουν να ταξιδεύουν με λέξεις και νοήματα.
Με επιθυμίες φυγής, συναντά τα δικά της οράματα, που σφυρίζουν σαν τρένα, ντύνοντας τα δικά της όνειρα με λέξεις.
Είναι η ζωή που κυλά κι ίδια αφήνεται σε ανταμώματα με ποιητές και ποιήματα, για να φιλτραρισθούν με τις δικές της αισθήσεις, για να γίνουν αισθητικές συγκινήσεις στη γεωγραφία της ποίησης. Γιατί οι λέξεις της έχουν την αγάπη, το μεράκι του τεχνίτη που σμιλεύει την καθημερινότητα και την κάνει γραφή σε σελίδες λευκές.

"Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Σε είδα να περπατάς σιωπηλός
κάτω από το φεγγάρι
κι ήταν η βροχή που συνόδευε
τα κουρασμένα βήματά σου
κι ήταν η καρδιά σου σαν μια κλαίουσα
ριζωμένη στα σκοτεινά ποτάμια,
στις ρίζες της σκοτωμένα περιστέρια
τα όνειρα των ανθρώπων
που δεν πρόλαβαν να δουν το φως της μέρας,
κι είχες στο βλέμμα τη θλίψη των άστρων,
κι εγώ αγάπησα αυτή σου τη θλίψη
σαν το τραγούδι των μικρών αγγέλων
που έπαιζαν φυσαρμόνικα στο φεγγάρι.
Από τότε κάθε νύχτα
σε ψάχνω απεγνωσμένα
εγώ η πιστή ερωμένη των στίχων σου
σε νότες που γλυκά ξυπνούν
το παιδί που χρόνια τώρα κοιμίζω μέσα μου."


Περνάει ο χρόνος πάνω από τα ποιήματα, για να επιστρέψει ξανά, μοναχικά, να χαϊδέψει λέξεις, να χτίσει μια άδεια πόλη, να οικοδομήσει καταγράφοντας τις θύμησες που πίνονται, για να δροσίσουν μνήμες του έρωτα...που απουσιάζει.
Γιατί έτσι είναι ο έρωτας...έρχεται κι εκεί που προλαβαίνουν οι εραστές να γνωριστούν, ν' αγαπηθούν, αγγίζοντας τη φωτιά στις εκρήξεις των ηφαιστείων, να κυλήσουν ασάνδαλοι στην αιμάτινη λάβα του, Εκείνος φεύγει στο μονότονο ταξίδι του αποχωρισμού του.
Μένει στους ποιητές να ιστορήσουν την συνενοχή, σ' ένα μέλλον αβίωτο, σε δρόμους ξενιτιάς.

"Ο ΒΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Πως ακούγεται ο βηματισμός των άστρων
στα καλντερίμια του φεγγαριού!
Κι εγώ γυναίκα γυμνή
με τα φύλλα του φθινοπώρου
στους ώμους και στα χέρια,
καρφωμένη στο κέντρο της νύχτας
σαν τυφλή μάντισσα
να ψάχνω με τα μάτια της αφής
τα σημάδια του ερωτά σου.
Στην άκρη της κάμαρης
το μαύρο τριμμένο παλτό σου
κι εσύ σαν φυλαχτό
με λατρεία να έχεις φυλάξει
στη φθαρμένη του φόδρα
το ανάγλυφο σώμα του έρωτά μου.

Θέλω κάτι από σένα, μου είπες
να μου κρατά συντροφιά
όταν θα ανεβαίνω ένα ένα τα σκαλοπάτια
της νύχτας όπου φυλάκισα τα όνειρά μου.
Κι είναι κι αυτά τα δωμάτια
με τις ανάσες του έρωτα στους τοίχους
και τα παραθυρόφυλλα τα διαβρωμένα
από τις βροχές του φθινοπώρου
και το μεγάλο το ρολόι στον τοίχο
που αρνείται επίμονα
το χρόνο να μας γυρίσει πίσω.

Κι εγώ από τότε κοιμίζω τα όνειρά μου
στα λευκά σεντόνια όπου
απλώσαμε γυμνό τον έρωτά μας
περιστέρια να τα κάνω
να σου συντροφεύουν τις νύχτες."


Όλη η ποιητική συλλογή διανθίζεται από χρώματα ερωτικά με βαθιές αποχρώσεις πόνου, επιθυμώντας η ποιήτρια, να μη στεγνώσουν η σκέψη κι ο νους, η καρδιά κι η ψυχή από τις μνήμες, κρατώντας τις αναμνήσεις ως τρόπαια του έρωτα για τον έρωτα κι όχι για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στο παιχνίδι του.
Τα κενά θα καλυφθούν με λόγια και εικόνες, όπως οι νύχτες που καλύπτονται από τα όνειρα, παρασύροντας τα σώματα σε ονειροπεριπολίες αισθητικών πεδίων, στήνοντας χορό "στον ίσκιο ενός μπλουζ".

"ΣΤΟΝ ΙΣΚΙΟ ΕΝΟΣ ΜΠΛΟΥΖ

Για σένα θα βρω τις πιο όμορφες λέξεις
Άγγελέ μου, άγγελε της νύχτας,
και τον έρωτά μου για σένα θα ντύσω
όταν στα σκαλοπάτια ενός μπλουζ
θα σέρνεται η ψυχή μου.
Κι ας ήρθαν μαύρα πουλιά
που έφεραν στο ράμφος
του πανικού τη μοναξιά.
Κι ας έκλεισαν τα παραθυρόφυλλα
τη νύχτα απέξω
κι ας έγιναν οι ώρες μου σκοτεινά κελιά,
εγώ πάντα έξω από την πόρτα του ονείρου
θα σου αφήνω τα κλειδιά.

Για σένα θα γράψω τα πιο όμορφα μπλουζ.
Άγγελέ μου, άγγελε της νύχτας,
κι ας είναι άδειο βιβλίο οι νύχτες σου,
εγώ με τις νότες μου θα ημερέψω τη σιωπή τους
και το αγρίμι του έρωτα θα ξυπνήσω
κάτω από την ομπρέλα της μουσικής μου
και με αγωνία θα ψάχνω στο μαύρο των ματιών σου
τα σημάδια του έρωτα.
Και πριν το ξημέρωμα μας βρει
εγώ θα είμαι πάντα αυτή που θα τρέχει
ερωτευμένη παιδούλα ξυπόλυτη
στις αυλές τ' ουρανού τ' άστρα να σου φέρω
για να φωτίσω αγάπη μου τα όνειρά σου."


Στιγμές που αιχμαλωτίστηκαν, φυλακίστηκαν σε σελίδες με λέξεις στα ψηλαφίσματα του ερωτικού πόνου, επιζητούν να ταξιδέψουν μέσα από τις αισθήσεις των αναγνωστών...καλοτάξιδες...

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ - Μη με ψάχνετε εδώ


"Μη με ψάχνετε εδώ"...καλεί η ποιήτρια στον τίτλο της νέας ποιητικής συλλογής, που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ τον Δεκέμβριο του 2009, προκαλώντας μ' αυτό τον τρόπο, το ίδιο το αναγνωστικό κοινό, να την αναζητήσει μέσα στις λέξεις της.
Ένα ταξίδι που ακολουθούμε με την περιέργεια της αναζήτησης, με την προσμονή της συνάντησης, στις διαδρομές που εκείνη όρισε, αφήνοντας σημάδια τα λιθαράκια της γραφής της. Κι είναι πράγματι ένα οδοιπορικό στη φωτιά που αγγίζοντας καίει, εκεί που τα σύμφωνα και τα φωνήεντα πλέκονται και αρθρώνουν νοήματα, γεγονότα και περιστατικά, σχεδιάζοντας τα εύρετα των χτύπων της καρδιάς, που μορφοποιούνται και γίνονται αισθητικές αξίες, στρωμένες σε σελίδες, περιμένοντας να διαβαστούν.
Με την αγωνία του δημιουργού χαρτογραφεί στο σκοτάδι και την ανατολή. Mε ανάσες, καταπίνει τον αέρα σε καλέσματα μνήμης, για όλα εκείνα που γίνανε ερωτικά αποστάγματα και τα καταθέτει, για τις ψυχές και τα σώματα που αναγνωρίζουν απουσίες, παραδομένες σ' αυτό που λείπει.

" Όταν κοιμάσαι μόνη
γυρίζεις πάντα
προς την πλευρά
που το άλλο σώμα λείπει "


Τα ποιήματά της είναι σώματα ασάλευτα, στης απουσίας το βάθρο. Συχνά βρίσκεται εκεί, που δεν προλαβαίνει ν' ακούσει, να δει, να γευτεί.
Θέλει, μπορεί, τολμά ν' αναζητά κι όμως είναι φορές που αντιστέκεται να αφεθεί, να δεχθεί. Πληγώνεται και καίγεται στο ταξίδι του χρόνου, με τους προορισμούς να διασκεδάζουν, να μην χωρούν στην προσμονή του ονείρου.

" Θα γυρίσω, είπε, στα ποιήματα
σηκώθηκε μαύρη νύχτα
έσυρε το δωμάτιο κατά τη θάλασσα
μούσκεψε ως το κόκαλο
στ' όνειρο είχε ηλικία μαύρου κοχυλιού

Από μακριά οι τράτες τραβούσανε τη βάρδια τους
προς το ξημέρωμα
αποξεχάστηκε να γράφει με το μάτι
τις οροσειρές
το λευκό στα καμπαναριά
το τρίξιμο της κουκουναριάς τ' απομεσήμερο

Δεν πρόλαβε
γύρισε πλάτη στη ζωή
μα είχε φέξει για καλά
δεν χώραγε άλλο στ' όνειρο "


Υπάρχει μια ανθρωποκεντρική αφετηρία στις λέξεις της κι είναι η ίδια που συνομιλεί , συνδιαλέγεται με το σκοτάδι σε σκόρπιες νύχτες, ακολουθώντας κομμάτια και γραμμές για έναν άλλο κόσμο, άλλο πλανήτη, εκεί που θάθελε να ξαναγεννηθεί χωρίς παρελθόν να στοιχειώνει τις μέρες της.

" Και που ξημέρωσε
σκοτάδι
Παράθυρο στη νύχτα
φωσφορίζει ακόμη κύματα η οθόνη
πλημμυρίζει το δωμάτιο
θαρραλέους ναυτικούς
το βλέμμα τους πυξίδα

Ρούχα πεταμένα στο πάτωμα
Στραγγαλίζει η κάθε μέρα
την επόμενη
Μαλλιοτραβιούνται
φονικό
Ακολουθώ τις γραμμές του αίματος
κρατώντας σημειώσεις

Θα γράψω βιβλίο κάποτε
ένα γράμμα θα στείλω στον επόμενο
πλανήτη που θα ξαναγεννηθώ "


Για την Ηρώ Νικοπούλου, η ευαισθησία είναι καθεστώς μη διαπραγματεύσιμο στην καθημερινότητά της.
Γράφει, ζωγραφίζει, καταλαγιάζοντας την ορμή των συναισθημάτων, παίρνοντας από αυτά την γλύκα που αφήνουν, για να γίνουν στα δάχτυλα λέξεις και χρώματα καρδιάς, στους πίνακες της ζωής της. Όταν πια οι "μνήμες ξεβλαστώνουν", εκείνη αφουγκράζεται την σιωπή τους κι αφήνεται στους ρεμβασμούς του απόηχου, στις λυμένες εξισώσεις μέσα της. Γιατί ξέρει να καθοδηγεί την πένα και το πινέλο πάνω σε νοσταλγικά φύλλα, με τον δισταγμό του ερασιτέχνη, του ανειδίκευτου εργάτη, παραδίνοντας ασφαλή τα έργα της στο κοινό, που αναγνωρίζει το τάλαντο της ψυχής της.
Στην πολυσυνθετικότητα του χαρακτήρα της, οι δυνάμεις της δημιουργίας, της δίνουν δύναμη να συνεχίζει να φτιάχνει χάρτες, αφιερωμένους στην πολυπλοκότητα της τέχνης. Γιατί η ποιήτρια θ' αφήνει πάντα μια "ρωγμή ανοιχτή στην πιθανότητα" για να μας εκπλήσσει, με τις δημιουργίες της...
Η ίδια, θα θέτει ερωτήματα στον εαυτό της που είναι και δικά μας...

" Γιατί πάντα κάνω το λάθος
να ψάχνω το σωστό; "