ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΛΕΝΗΣ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΥ - Το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων από την Σοφία Στρέζου


Σαν θέλουν τα ποιήματα να βγουν, να σεργιανίσουν με άλλοθι το φεγγάρι, τ' άστρα συνωμοτούν, μυστικά οδεύουν σε σύραγγες, για να αποσταχθούν, ως να φθάσουν να αναγνωστούν, να κατακτηθούν και ν' αφομοιωθούν από τους αναγνώστες.
Πόσες σκέψεις, πόσα συναισθήματα κατέγραψαν ελπίδες τυφλές, στο ετερόκλιτο της παράδοσης άνευ όρων, τότε που οι λέξεις πήραν τις συλλαβές αγκαλιά, για να τις ντύσουν με φύλλα καρδιάς, πέφτοντας στη φωτιά, ώστε να μοιραστούν την θέρμη που τα όμορφα προκαλούν.
Κι είναι η Ελένη Μαυρογονάτου, που γράφει στην ερωτική κλίμακα νύχτες κι απογεύματα, ξημερώματα που αλυχτούν οι συνενοχές με τα γράμματα, για να πει εκείνα τα λόγια, που γίνονται αισθητικές συγκινήσεις, στο διατηρητέο της μνήμης.
Αποδημούν, πότε επιγραμματικά και πότε με σχήματα περίτεχνα, δένουν τις άκρες των νοημάτων στη γεωγραφία της ποίησης.
Τι κι αν πονάει εκείνο το στερητικό άλφα στις μουτζουρωμένες σελίδες, καθώς σαρκώνεται και γίνεται άλικο τριαντάφυλλο στο σώμα, που ματώνει αισθήσεις σε διάττοντες έρωτες.


ΑΛΦΑ ΣΤΕΡΗΤΙΚΟ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Είμαι
το άλφα
το στερητικό
στις ονειρώξεις
των τελευταίων
εραστών μου.

ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ (απαγγελία από τον Γιώργο Λιάκο)
Το σώμα σου
τριαντάφυλλο.
Το αγγίζω
και με
ματ(αι)ώνει.

ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ ΕΡΩΤΕΣ (απαγγελία από την Ρούλα Παπαδημητρίου)
Κουρασμένη
κι απόψε;
Πάλι ξενυχτούσες
κυνηγώντας
διάττοντες έρωτες


Τα ποιήματα εισχωρούν στον χρόνο, γραμμένα κατά την περίοδο1985 έως 2010, καταγράφουν τις ρωγμές από τα χείλη, που δαγκώνουν το φως, παραμερίζοντας τα είδωλα στην άτακτη υποχώρηση των σκιών. Τα περιγράμματα, γίνονται σύμβολα καρδιάς σε ενισχυμένους έρωτες.
Με αναδομημένα τα συναισθήματα, ακουμπά την ψυχή της στο όνειρο, που δεν κατεδαφίζεται, αλλά προχωρά μακρόσυρτο τρένο σε ράγες, κουβαλώντας σελίδες ποτισμένες, στους εκτροχιασμούς των πόθων.
Οι μεγάλες αγάπες δεν ξεχνιούνται. Κρατούν την γιορτή της έμπνευσης, εκεί που οι συναισθηματικά άστεγοι, κερνιούνται γλυκό του κουταλιού στις ασώματες συνερευρέσεις, στους αστερισμούς των λυγμών.
Αφήνεται σε απουσίες διακριτές, που νοσταλγούν παρουσίες. Σε μαύρο φόντο κατακτά το εισιτήριο, για τις προσωπικές αναχωρήσεις στην ποίηση.


ΛΕΞΕΙΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Λέξεις συνετά
ακουμπισμένες
πάνω στις γραμμές
της σελίδας
όπως
τα τρένα
που δίχως ράγες
πεθαίνουν
όπως
τα όνειρα που δίχως
ελπίδα
εκτροχιάζονται

ΓΙΟΡΤΗ (απαγγελία από την Άννα Δαρδάλη)
Εκείνη δεν κάλεσε πολλούς,
φόρεσε την ομορφότερη
έμπνευσή της
και άφησε στο τραπέζι
της σάλας,
γλυκό - της αγάπης - κουταλιού
να κεράσει τους άστεγους
συναισθημάτων.

ΑΝΤΟΧΕΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Σκέφτομαι
τις κουρασμένες πλάτες
των άστρων,
πως ν' αντέξουν
που τις νύχτες
πάνω τους ακουμπούν
τα ξενύχτια
και τους λυγμούς τους
τόσα μάτια.


Η γραφή της Ελένης Μαυρογονάτου, ψάχνει τα κρυμμένα βαθιά, στου χαμένου καιροσκοπισμού των αφορισμών. Το ηθικό ή ανήθικο, κατ' άλλους κοίταγμα στο άγνωστο, που γίνεται γνώριμο στις διακλαδώσεις μερωμένων λυτρωμών.
Στη χαρτογραφία της ποίησης λαξεύει, υλοτομεί στοιχεία του αθέατου και τα κάνει κτήση, αφουγκραζόμενη τα σημάδια ανέμων, που βγάζουν από την παγωνιά. Φέρνουν φωτιές άσβεστες, τραγουδώντας τες με πληγές ανοιχτές, που αργούν να κλείσουν στο εφήμερο, που πότε ενώνει και πότε χωρίζει στο τελείωμα του χρόνου, στον κύκλο που άλλη μια φορά κλείνει οριστικά και αμετάκλητα.
Τίποτε δεν περισσεύει και τίποτα δεν είναι για πέταμα. Οι άνεμοι της ψυχής πάντα θα σμιλεύουν το φως, φωτίζοντας όλες τις πτυχές, φέρνοντας άλλη μια φορά τον ήλιο στην καρδιά, που τόσες φορές έσβησε τα πεπραγμένα που έγιναν πεπρωμένα, στις αποτεφρώσεις του τέλους.
Στις ερημιές οι εραστές δεν θερίζουν, γεύονται τις κατανυκτικές σιωπές τους.


ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Θέλω να σου δείξω
όλους τους χάρτες
που από χρόνια
έχω χαράξει
στο κορμί μου,
αθέατους στο εφήμερο.
Θέλω να σου μάθω
όλα τα παραμύθια
που αποστήθιζα
τις νύχτες της σιωπής
αντιγράφοντας το αλφάβητο
των αστερισμών.
Θέλω να σε φορέσω
κατάσαρκα
και ν' αφορίσεις
όλο μου το χτες
υποψιασμένο κι ανήθικο.

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
Σμιλεύω πάντα με φως
υποσυνείδητα όνειρα
και ουτοπίες.
Θέλω να γιατρέψω
μ' ένα νεύμα,
μ' ένα ναι,
σημάδια του σώματος
και ρωγμές της μνήμης.
Υποτάσσομαι άραγε;
Ή στωικά περιμένω
να πέσουν επιτέλους
οι άνεμοι στο πέλαγος
της ψυχής μου;

ΠΕΠΡΑΓΜΕΝΑ (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Τόσο γυμνή
κι αφέγγαρη
τούτη η νύχτα,
που αν δαγκώσω
το κατακόκκινο
μήλο σου,
θ' ανοίξει διάπλατα
η πόρτα του παράδεισου
αντιστρέφοντας
τα πεπραγμένα
- πεπρωμένα.


Στα ερωτρόπια ανθούν οι έρωτες, όσες φορές οι ίδιοι αναζητούν σώμα γυμνό και χάδι. Μετρούν φτερά απλωμένα κι άλλοτε σπασμένα, εκεί που σιγά-σιγά οι αισθήσεις ξεθωριάζουν, ξεφτίζουν κι η αγάπη δεν προλαβαίνει να φτάσει το κατοικημένο, το αναμενόμενο από καιρό.
Εκεί ακριβώς που οι ηγέτες καταντούν ικέτες, από την ασημαντότητα ενός απλού συμφώνου της αλφαβήτου, γίνονται επαίτες ονείρων, για να ξημερωθούν στην ορθότητα συμβολικής αποστολής, με πανί ανοιχτό ν' αρμενίσουν, στην ωραιότητα των σχέσεων.


ΓΥΜΝΟ ΣΩΜΑ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Τι μου λένε
Τα μάτια σου,
όταν σωπαίνεις.
Μετά τον έρωτα,
τι μου γράφει
στο γυμνό σώμα,
το χάδι σου.

ΙΚΕΤΗΣ (απαγγελία από τον Γιώργο Λιάκο)
Θα 'ρθω
ηγέτης ή
ικέτης σου:
Πόσα πράγματα
αλλάζουν,
μ'ένα κάπα
ασήμαντο.

ΕΠΑΙΤΗΣ (απαγγελία από τον Δημήτρη Σαμαρτζή)
Εγώ που ανήκω
στους εκ γενετής επαίτες
των ονείρων,
θ' αντέξω τη χλιδή
της καρδιάς σου;


Τα απρόσωπα αποκτούν πρόσωπα βατά, προσπελάσιμα. Χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή, διεκδικούν το απροσάρμοστο, να προσαρμοστεί στην αρχική ανιδιοτελή ερωτική φύση.
Οι λύσεις εφευρίσκονται, γεννιούνται, καθώς όλα την ίδια θάλασσα ακολουθούν. Παγιδευμένοι θεατές σε εμπρηστικές αναφλέξεις ποίησης, ανταλλάσσουν εισιτήρια με τόνους υποσχέσεων κι αισθημάτων, εκεί που τα ανομολόγητα ομολογούνται, στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν την ουτοπία, κάθε φορά που οι λέξεις σκαλώνουν σε παλιά συναισθήματα.


ONE NIGHT STAND (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Κι όλο φθινοπωριάζει,
σε μια πόλη
γεμάτη φιγούρες,
που όσο κι αν πασχίζω
δεν κατανοώ.
Δως μου το δικό σου
απόκομμα εισιτηρίου,
one night stand
αναγράφει.
Το ανταλλάσσω
με τόνους υποσχέσεων
κι αισθημάτων.

ΓΚΑΖΙ (απαγγελία από την Ρούλα Παπαδημητρίου)
Μην ερμηνεύεις την ουτοπία,
σου είπα, παιδί θλιμμένο είναι.
Έχει ένα χρησιμοποιημένο εισιτήριο
στην τσέπη του τζην
και κατεβαίνει απόγευμα στο Γκάζι,
φορώντας το άλλοθι της ψυχής του
κατάσαρκα.

T-SHIRT (απαγγελία από την Μαρία Ροδοπούλου)
Ενίοτε η Νοσταλγία
φοράει λευκό φανελάκι,
έχει τατουάζ στο χέρι
αγαπημένο όνομα
και κοντά ιδρωμένα μαλλιά.
Γράφει στίχους
με τα χαρτιά της απλωμένα
στο πάτωμα
και δαγκώνει το μολύβι
δυνατά,
κάθε φορά που μια λέξη
σκαλώνει σ' ένα παλιό,
ξεχασμένο συναίσθημα.


Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα, υπάρχει μια ονειρική κατάσταση, με τα ίδια τα όνειρα, να μην μπορούν να γυρίζουν πίσω κι ας έγιναν όρκοι επιστροφής στα σβησμένα σύννεφα.
Παρ' όλα αυτά εκείνα σκορπούν την ανάμνηση, με την μνήμη να πονά, να δίνει τις δικές της μαχαιριές, για να ματώνουν τα ποιήματα, με τις λέξεις που προσεκτικά επιλέγει η ποιήτρια, για να στάξουν το δικό της ακριβό συναίσθημα.
Ένα ηφαίστειο ο λόγος της, που απρόσμενα ξυπνά, μεταλαμβάνοντας εκείνο, που την καρδιά της οδηγεί. Η Λάβα που ρέει στο στήθος, ξεχύνεται κι απλώνεται αίμα ζεστό στις οροσειρές του αισθήματος.
Γιατί η Ελένη Μαυρογονάτου γράφει με αίσθημα, απενοχοποιώντας έτσι τον χρόνο που φεύγει, για όλα εκείνα που της έδωσε, όμορφα κι άσχημα, χαρούμενα ή θλιμμένα.
Οι θερμικές παράμετροι των παθών, επιζούν των κατακλυσμών στην κιβωτό των συναισθημάτων, στα φροντιστήρια των αισθημάτων.
Οι νύχτες σκοτώνονται από ένα χαμόγελο, καθώς πόθοι ξεπηδούν από τα μάτια, για να κατακτηθούν στην πλημμυρίδα του φεγγαριού με φως.
Οι ζωές αλλάζουν κατευθύνσεις, με την λήθη να παρασύρεται στην τελευταία άμπωτη, σε σκοτάδια βαθιά.


ΚΙΒΩΤΟΣ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
Σ' αυτή την κιβωτό
των αισθημάτων
λησμόνησα να
κλείσω αντοχές.
Κι όταν επέζησα
από κατακλυσμούς,
λειψά τα βρήκα
τα κομμάτια μου.

ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ (απαγγελία από την Άννα Δαρδάλη)
Τους είπα πως
έμεινα μεταξεταστέα,
γιατί δεν ήξερα
την σωστή σημασία
των λέξεων.
Και μου χρέωσαν
εκατοντάδες ώρες
καταναγκαστικής
αγάπης
στο φροντιστήριο
των αισθημάτων.

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (απαγγελία από την Νίκη Παπουλάκου)
'Ο,τι πόθησα,
το βρήκα μέσα στα μάτια σου.
Νύχτες ασέληνες χειμώνα
ή πλημμυρισμένες στου γεμάτου
φεγγαριού το φως
θάλασσες ταξιδεμένες
κι ωκεανούς απροσπέλαστους
απ' τα ταπεινά μου καράβια.
Όσα αναζήτησα στα βιβλία
ή στις λέξεις των στιγμών,
το μεγάλο σχολείο των ματιών σου
μου τα 'μαθε.


Κι είναι τότε που η ποίηση ξεκινά το ταξίδι στην διαλεκτική, να οδηγηθεί ως το τέρμα, για να διηγηθεί μια μικρή μοβ ιστορία, με διάχυτα τα αρώματα της απουσίας.
Γυρεύει λύσεις, για να φτάσει στην ακρογραμμή, μετασχηματίζοντας την φυγή σε επιστροφή, στραγγίζοντας και την τελευταία σταγόνα ελπίδας, ώστε να μπορέσουν να κρατηθούν ακέραια, τα απολιθώματα των πόθων.
Γιατί οι λύπες πρέπει να κλειδωθούν και το κλειδί να πεταχθεί στον καιάδα της ματαιότητας.
Άλλωστε πάντα ο αέρας περνά από εκείνες τις εξαιρέσεις, για να χαϊδέψει τα ανέφικτα, να δώσει χρώμα στα ακαθόριστα μελλοντικών συναντήσεων, τότε που κι ναυαγισμένοι γιορτάζουν μέσα σε θύελλες, την υπερβατικότητα ενοχικής άρνησης.
Όσα έγιναν κι όσα ειπώθηκαν θ' αντισταθούν στην ανυπαρξία, θωρακίζοντας τις αισθήσεις, με κατακτημένη αγάπη σε καιρούς απουσίας.
Ίσως γιατί, πάντα οι μύθοι καταφέρνουν να μένουν αλώβητοι, των εξοστρακισμών του ψεύδους.
Η αναζήτηση, κάθε φορά θα ξεκινά από το λίγο, από το διαιρεμένο του θανάτου, που κρύβει συμφορά και την κάνει χαρά σε γλέντι στο αντάμωμα των ψυχών.
Η αναγκαιότητα του παραμυθιού, είναι το άλλοθι για την αποκατάσταση των σχέσεων.


ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΜΟΒ ΙΣΤΟΡΙΑ (απαγγελία από την Μαρία ροδοπούλου και τον Ματθαίο)

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
Θα ΄σαι το φως
στα πολικά μου απογεύματα,
θα ‘σαι η σιγαλιά
μιας απρόσμενης
φυγής.
Κι είπα,
θα ΄σαι ο έρωτας
των αποδημητικών,
η ζέστα του καλοκαιριού.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
μόλις ψυχράνει ο καιρός,
θα φύγω.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
θα κρύψω τα σύννεφα,
θα φυλακίσω τα χελιδόνια,
θα κρατήσω χλωρά
τα φύλλα στις λεύκες.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
εναποθέτεις στα χέρια μου
το βάρος των νυχτερινών
αστερισμών,
μια τυχαία επιστροφή
των μάταια ερωτευμένων
που αυτοκτόνησαν,
εναποθέτεις το βραδινό γράμμα
κρυφά κάτω απ΄ την εξώπορτα
και φεύγεις.
Τι δε μαντεύεις πια;
Τι δεν ακούς;

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
ενσαρκώνεις
την άγουρη ικεσία μου.
Φοβισμένη αποζητάς
μιαν απόδειξη
παράκαιρης ενοχής.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα, μη νοσταλγείς,
Η επιστροφή σβήνει,
όπως στο χειρουργικό
κρεβάτι
η προχωρημένη
σήψη
του εφήμερου.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
φυλάσσω πόθους μακρινούς
στο κοιμητήρι των χεριών μου.
Να ΄ρθεις κάποτε
κρυφά και αν τους
ερμηνεύσεις.

ΜΑΡΙΑ:
Κι είπα,
ποθείς την άρνηση
της αβέβαιης ενσωμάτωσης.
Τα λόγια ειπώθηκαν
και δε μένει παρά
ν΄ απολησμονηθούν.
Μη με ψάξεις.
Θα πνέω στους αιώνες,
πάνω από θάλασσες βουβές.
Δίχως τη μνήμη σου,
δίχως σημάδια των χεριών σου
στη σάρκα μου.

ΜΑΤΘΑΙΟΣ:
Κι είπα,
κατατάσσω το συναίσθημα
στ΄ αειθαλή,
βαδίζοντας ανάμεσα από
λέξεις φυλλοβόλες.
Τα λόγια μου αέναα.
Θα σου διδάξω
Την αυτοτέλειά τους.

ΜΑΡΙΑ:
Θα φύγω αθόρυβα,
τόσο που
θα νομίζεις πως
αέρας είναι
που έκλεισε την πόρτα.


Η ποίηση της Ελένης Μαυρογονάτου, έχει αμεσότητα με τον αναγνώστη. Ο λόγος της γρήγορα κυριαρχεί, για να κατακτηθεί εύκολα, με τις λέξεις της να χρησιμοποιούνται ως όχημα, στις περιπλανήσεις και τις μεγάλες βουτιές. στον κόσμο των συναισθημάτων.
Ο έρωτας, η ελπίδα, τα όνειρα είναι απλά οι διαδρομές, για να φωτιστούν οι σκιές και να μιλήσουν.
Θέλουν να βγουν από ωκεάνιες σιωπές, τότε που βλέμματα σφραγίστηκαν, τώρα ταξιδεύουν με πιρόγες, αρμενίζοντας κήπους κρεμαστούς, στη μυθολογία των πεθυμιών.
Δραπετεύουν για να έρθουν κοντά στο κοινό, να το αγγίξουν με την χρυσόσκονη λεκτικών προσδιορισμών, αστραποβολώντας σε ουρανούς θλίψης.
Οι νυχτωδίες θα κλέψουν λάμψεις, για να φωτίσουν την αισθητική και συγκινησιακή ζωή της, που έγινε κατάθεση ψυχής στην ποιητική συλλογή "το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων".
Άλλωστε ότι αξίζει, πάντα θα ζει μέσα από το βιβλίο και μέσα μας.
Η φωνή της ποιήτριας εμφυσά την δυνατότητα της παράλληλης βιωματικής, με όλους εκείνους που θα επιλέξουν, ν' αγκαλιάσουν τις λέξεις της.
Είναι στη φύση μας, ο πόνος να συνοδεύει όλα εκείνα τα φεγγάρια, που για λίγο άναψαν κι ύστερα έσβησαν στου καιρού τις προσχώσεις.
Με τις πυξίδες στραμμένες στην αναχωρητική πορεία προς την Ποίηση, η ποιήτρια δεν θα επιτρέψει να χαθούν οι μνήμες.
Ήδη φύλλα που σκορπούν στον άνεμο οι λέξεις της, περιμένουν συλλέκτες πρώιμου φθινόπωρου, που αρέσκονται στην ανάγνωση...


ΕΠΙΘΥΜΙΑ (απαγγελία από την Σοφία Στρέζου)
Γιατί σε φωτογραφίζω
κρυφά από την ματαιότητά μου,
κάθε που δραπετεύεις
στον ουρανό της θλίψης σου
γι' αυτό σε θέλω.