ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ – Εγκάρσια πτήση

«Εγκάρσια πτήση», ονόμασε ο Κώστας Ευαγγελάτος, τη νέα ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ, το 2011.

Ποιος μιλάει, ποιος ακούει, ποιος βλέπει εκείνον που κοιμάται με τ’ αγάλματα, ζωγραφίζοντας πίνακες και νανουρίζοντας στίχους; Στα σκοτεινά αμύνεται ο ποιητής, ο ζωγράφος, τρώγοντας τις σάρκες του, σε τρομαγμένους ξύπνιους. Κι είναι τα οράματα ορατά, στο εικαστικό και ποιητικό σύμπαν του Κώστα Ευαγγελάτου.

Άφατες πτώσεις, σε «εγκάρσιες πτήσεις». Ισόβια τυλίγουν σώματα άγνωστα που τύλιξαν την αιωνιότητα. Αμετανόητοι εραστές, φίλησαν χώματα, με πόδια γυμνά. Κόμποι της αγρύπνιας κράτησαν δεμένο το χέρι της δημιουργίας, σε αξημέρωτα βράδια, φτερουγίζοντας την ακινησία, για να δοθεί η χάρη της κίνησης σε χρώματα και λέξεις. Άλλα είναι τα βράδια, που ενδίδει στους ανένδοτους έρωτες της νύχτας, σαγηνεύοντας αισθήσεις, στις εγκεφαλικές κατακόμβες της μνήμης, στη στοργική απομόνωση της σαγήνης.

Στις γυμνές μετώπες των σωμάτων, καταπίνεται το μελάνι στο χαρτί και στον καμβά της υπομονής. Σκόρπια φύλλα που ευλαβικά ταξινομούνται στις γραμματοσειρές της ελπίδας. Για ν’ ανατείλουν τα όνειρα στου ουρανού το απέραντο, με ξάστερα συναισθήματα. Τόσες και τόσες αϋπνίες χρόνων ξεκούρδιστων, συνέλλεξαν ψιθυρισμούς άστρων, με χαρακιές πικρές, για να μπαινοβγαίνουν οι λάμψεις στους πίνακες και τα ποιήματα, στα περιγράμματα της νύχτας.

Ο Κώστας Ευαγγελάτος ζωγραφίζει με λέξεις και γράφει, ζωγραφίζοντας τις αισθητικές εμπειρίες, με ψυχικό καθαρμό, τις εγκεφαλικές ιδεογραφίες του. Με συγκεκριμένη εξπρεσιονιστική διάθεση εξαγνίζεται η συγκινησιακή ζωή του, τόσο στα ποιητικά όσο και στα ζωγραφικά έργα του. Πίσω από τα νοήματα κρύβεται ο δραματικός λόγος του ποιητή. Διδάσκεται, κατά τον Αριστοτέλη, από πάθη και ηδονές, που είναι χρήσιμες, για την πραγματοποίηση της αρετής και της ευδαιμονίας, πειθαρχώντας, για να επέλθει η ψυχική ισορροπία με την αρμονία της αλήθειας. Ο ποιητής δημιουργεί στην ποίηση, εκείνο που δημιουργεί και με την ζωγραφική, αντιμετωπίζοντας τα ποιήματα ως ακέφαλα σώματα, που όμως αποτελούν μία ξεχωριστή οντότητα στο ποιητικό γίγνεσθαι.
Η εποπτική αναγκαιότητα της μορφής, τον οδηγεί σε αφαιρετικές αποφάσεις στον τρόπο παρουσίασης των λέξεων, που όμως εμπεριέχουν την τεκτονική κατασκευή ενός ολοκληρωμένου έργου. Τι κι αν είναι σπαράγματα μικρού μήκους, στο μήκος του χρόνου, αποτελούν μηνυματικά επιγράμματα στις ορατές τοιχογραφίες με μορφή, σχήμα, εικόνα. Με αυτονομία και προσωπική νομοτέλεια, συμβολίζει το ψυχικό περιεχόμενο, για να συγκινήσει αισθήσεις .

Με την αιχμή του δόρατος φυτεύει όνειρα για να αναδυθεί στο μέλλον, σε κατοικημένα φλεγόμενα νερά ως να λάμψουν οι λειμώνες της αγάπης. Γιατί ακόμα κι η αγάπη στο λόγο του ερμηνεύεται με εικαστικούς όρους.


*
Νύχτα φυτεύεις όνειρα.
Πρωί βλασταίνουν δόρατα.
Κόκκινος αναδύεσαι στο μέλλον.

*
Παλιοί νεκροί σου γνέφουν
και σ’ αγκαλιάζουν στοργικά.
Δεν θέλεις να ξυπνήσεις.

*
Όραση αχτίνα της αλήθειας
υφαίνει βάτα σε φλεγόμενα νερά
ανάβει πίδακες σε υψίπεδα χιονιού
σκάβει στις τέφρες της ψυχής σου
φωτίζει τους λειμώνες της αγάπης.

*
Όλα πενθούν
στον κήπο της Αγάπης.
Φέτος δεν ήρθαν τα πουλιά.


Ο ποιητής ακολουθεί το υποσυνείδητο με παύσεις στα τεκταινόμενα, συλλαβίζοντας αφές και γεύσεις. Δεν επιδιώκει εύπεπτες γραφές και αναγνώσεις. Το σύμπαν που τόσο λάτρεψε μετασχηματίζεται σε προσωπικό σύμπαν ανάλγητου πόνου, που κρύβει στις ρωγμές του χρόνου. Πάνω από τάφους νεκρών εκπλήξεων, δακρύζει το δάκρυ των ψυχικών καιάδων, απενοχοποιώντας στιγμές που κατακτήθηκαν στα αιμάτινα πεδία των αγγιγμάτων.


*
Νοιώθεις τα πάντα
από τους ήχους της φωνής
απ’ τους απόηχους της συνείδησης
απ’ τους υπέρηχους της θέλησης
από τις παύσεις της αλήθειας.

*
Αφού θρηνώ εγώ
γιατί να κλαις κι Εσύ
που ’χεις πεθάνει;

*
Διψώ ιδρώτα
Μετρώ αστέρια φονικά
Εκλιπαρώ το σκότος
Διαβάζω τους κορμούς
Εξαγνίζω τη λάσπη
Φύομαι ανένδοτος.


ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ Ι

Γράφω στο σώμα σου σινιάλα
γρίφους καρφιά του έρωτά μας
σύμβολα του Εγώ μου που μισείς.


Στο ποίημα «εγκάρσια πτήση», ανιχνεύουμε εκείνα που έντεχνα ο ποιητής αποκρύπτει. Είναι η υπαρξιακή αγωνία του όντος, στα γαλαξιακά οροπέδια της αυτογνωσίας. Με το αίμα του γράφει ιριδισμούς συναισθημάτων, που πλήγωσαν το φθαρτό των άφθαρτων αποτυπωμάτων της μνήμης. Δεν θ’ ανάψει κερί εθελούσιας εξόδου στη λήθη.
Αναπλάθει εκείνο που πέρασε με σφοδρότητα σε φονικές ώρες, παραπαίοντας με βηματισμούς άγονους, στις ωδίνες του πάθους. Κρύπτες μυστικές και απολιθώματα πόθων περιπολούν, για να βυθισθούν μετά στη γη του ιδεατού κόσμου του, ως να ανασύρει μετασχηματισμένες πια δονήσεις, στην ιχνογραφία των νοημάτων.
Εξομολογεί την αυτόματη ροή πόθων και συναισθημάτων που αλιεύτηκαν στο δριμύ του άφατου θανάτου. Ο ποιητής μεταγγίζει ανομολόγητους πόθους. Τους αρματώνει για άγνωστους πόντους στα νερά της προσδοκίας , με ρακένδυτους έρωτες να επιχειρούν ζωγραφικές με λέξεις. Καταλύουν τον χρόνο σημαδεύοντας την ώρα των εγκάρσιων πτήσεων, εξαντλώντας όνειρα σε αποβάθρες που πάτησαν πέλματα γυμνά. Ευάλωτα αποτυπώματα ανθρώπων προσκυνούν πάθη ερώτων, στης αυγής τα χαρακώματα, στις εξερευνήσεις του ενστίκτου, περισφίγγοντας ακέφαλα γλυπτά στης συνουσίας το σμίξιμο.


ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΠΤΗΣΗ

Β

Γράφει με φως.
Φωτογραφίζει ταξίδια ψυχής.
Ο Ζωγράφος
ανάβει
με το αίμα του το σύμπαν.
Ζωγραφίζει
την αυτόματη ροή
των αισθημάτων.
Σκιαγραφεί
τις νοητές ευθείες των σωμάτων.
Χαράζει
την αέναη ανάπλαση της ύλης.
Τρέχει
στο χάσμα
που η γλώσσα τιθασεύει
μ’ αρχέγονη
σφοδρότητα και πάθος
το άφατο
και σκοτεινό της γνώσης.

ΙΙΙ

Τρέχεις κι Εσύ
τραγουδώντας…

Των απολίδων είμαι θυρεός
κι ο τραγικός της νύχτας σκύλος.
Της μέρας είμ’ ο ίσκιος ο χλωμός
και της αρχαίας γυμνότητας ο φίλος.

Μόνος στο ύψος του βουνού
πόνου ωδές με συνειρμούς συνθέτω
κι αν το κορμί μου άναρχα αποθέτω.
Υπάρχει πάντα η ελπίδα του Θεού.

Εγώ που ψάχνω για δροσιά
στις μυστικές κοιλότητες των βράχων
και στα αποτυπώματα ευάλωτων πελμάτων
ανθρώπων που εγκάρσια βυθίζονται στη γη.

VI

Εγκάρσια πτήση
στο απύθμενο του «είναι»
φορτίζει κύτταρα
του σύμπαντος της γνώσης
με καλπασμό αγάπης κυβικής.
Βλέπεις κι Εσύ
κατανοώντας…
Ο κόσμος που ταξίδεψες Υπάρχει.
Κάθε ψυχή που ταξιδεύει Ζει.


Η ποίηση του Κώστα Ευαγγελάτου εμπεριέχει τεκμήρια αθωότητας του λόγου. Ματώνουν οι ευαίσθητοι ονειροπόλοι, βρέχοντας ψιθυριστά λέξεις πάνω σε ακέφαλους κορμούς και ποιητικά σώματα. Μια υποψία ζωγραφισμένης ανταύγειας, εγκληματεί με την αιωνιότητα στα υψίπεδα της ποιητικής και εικαστικής τέχνης.
Ακολουθούμε τις ανάσες σε μυστικούς διαδρόμους της υπαρκτής ανάπλασης των αισθήσεων, στις ταριχευμένες θύμησες των υποσχέσεων, μιας ποίησης ουσιαστικής και εγκεφαλικής απόλαυσης.