ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ - Το παραμύθι της βροχής

Το "Παραμύθι της βροχής" είναι το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ το 2011.

Τούτο το παραμύθι το διάβασα πριν ακόμα ξεκινήσει άλλη μια περιπέτεια έκδοσης και αγωνίας για την συγγραφέα. Τυπωμένο πια, το ξαναδιαβάζω με την ίδια και μεγαλύτερη ίσως συγκίνηση από πριν. Ίσως γιατί το τυπωμένο κείμενο ασκεί την γοητεία ενός φίλου που είναι πάντα εκεί, περιμένοντας την όμορφη συνάντησή του με τον αναγνώστη. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο με υπέροχη γραφή. Είναι πλεύσεις σε συναισθήματα που ξυπνά η βροχή σαν χτυπά στο παραθύρι της ψυχής κι οι στάλες ίσως να είναι οι λυγμοί της απώλειας που επιστρέφουν, κάθε φορά που οι χτύποι στο τζάμι ταυτίζονται με αυτούς τους χτύπους της καρδιάς. Ίσως γιατί πάλι, όταν επανέρχεται ο πόνος, επαναπροσδιορίζεται με αφετηρίες παλαιότερου πόνου.

Οι ανασκαφές της αρχαιολόγου, η επαγγελματική ταυτότητα της ηρωίδας, δεν έχουν να κάνουν μόνον με τα ευρήματα, που ανακαλύπτει σε χώρους, που η λήθη του χρόνου σκέπασε με την σκόνη του. Έχει να κάνει με τις εσωτερικές ανασκαφές. Την ανάπλαση των δικών της αναμνήσεων, προσπαθώντας να τις τοποθετήσει ευλαβικά σε τρέχοντα χρόνο, μη τύχει και χαθεί η παραμικρή λεπτομέρεια εκείνων που έχει ζήσει, μέσα στην αφοσίωση της αγάπης. Μα όταν η λύπη βρει το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθεί, καρποφορεί καρπούς πολλών ειδών και αποχρώσεων. Γιατί σκοτεινοί λαβύρινθοι καιροφυλακτούν, ώστε να κατοικηθούν από τα θύματα της θλίψης.

Στο «Παραμύθι της βροχής», η ανάγνωση έχει την ροή ρυακιού που μελαγχολικά κελαρύζει, με τους ήχους να διαπερνούν και να εισχωρούν στις αισθήσεις. Το προσδιορισμένο γίνεται απροσδιόριστο στις εκβολές του πόνου, καθώς οι καταβάσεις του νερού γίνονται μελετημένες αναρριχήσεις στις δύσκολες αναβάσεις στην ψυχή των αναγνωστών. Το έχει αυτό η γραφή της Τέσυ Μπάιλα, εκεί δηλαδή που νομίζεις πως αναγνωρίζεις την έκβαση της μυθοπλασίας, εκεί ακριβώς γίνεται η ανατροπή. Με περιέργεια, με αγωνία, προσπερνά μια-μια τις σελίδες ώστε η εξέλιξη να φανεί στα μάτια μας. Έτσι η συγγραφέας προσπαθεί να εισχωρήσει στο μεγάλο πρόβλημα της εποχής, την κατάθλιψη. Την αναδεικνύει στο πρόσωπο της Χριστίνας και πως εκείνη προσπαθεί να την διαχειρισθεί. Γιατί όταν οι εφιάλτες επιστρέφουν, πρέπει να τους κοιτάξεις κατάματα, για να τους αντιμετωπίσεις κι ύστερα να τους νικήσεις, βιώνοντας τον πόνο από την αρχή, πηγαίνοντας βήμα-βήμα ως την τελευταία ρίζα, ως το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής φύτρας του πόνου. Η ηρωίδα θα καταδυθεί μέχρι το τελευταίο βάραθρο της θλίψης, μετά από μια σειρά θλιβερών γεγονότων, που συντάραξαν την ήσυχη και ήρεμη μέχρι χθες ζωή της. Όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει για να απεγκλωβιστεί ζητώντας ακόμα και την βοήθεια ειδικού, δεν καταφέρνει να απελευθερωθεί από εκείνο που την ψυχής της κατατρώει. Θα προχωρήσουμε μαζί της, ακολουθώντας τα βήματά της μέχρι την οριστική κάθαρση της τραγωδίας. Σιωπηλοί θεατές σε δραματοποιημένα κείμενα ψυχής που περιγράφουν, συγκινούν, φέρνουν δάκρυα στα μάτια ως την τελευταία σελίδα.

Η αληθινή φιλία είναι άλλο ένα θέμα που ανακαλύπτουμε στις σελίδες του μυθιστορήματος. Μ’ έναν απλό και ταυτόχρονα μαγικό τρόπο, θα ξεδιπλωθεί η φιλική σχέση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ξεχωριστών, που έχουν πιάσει τα δύο άκρα της γης. Αν και ζουν μακριά κι ο καθένας στον δικό του τόπο, με διαφορετικά βιώματα, άλλη ψυχοσύνθεση, κι εντελώς άλλη κουλτούρα θα συναντηθούν, για ν’ αποστάξουν την σοφία της διαφορετικότητας και να μεταγγισθεί νοοποιημένη πια, αναγνωρίζοντας πως η αλήθεια είναι μία, που προσεγγίζεται από διαφορετική διαδρομή κάθε φορά.

Ενδεχομένως κάποιες μεταφυσικές ή άλλες αναζητήσεις, ώθησαν την Τέσυ Μπάιλα, ώστε να μεταφέρει την πλοκή του έργου της στην μακρινή Ιαπωνία. Να μεταφέρει στις σελίδες του πονήματός της, όλες της αποχρώσεις μιας χώρας όμορφης που αναδύει γαλήνη, σύμφωνα με τις περιγραφές της.
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αρκετές φορές το βιβλίο, για να μπορέσω ν’ αφουγκραστώ τις λέξεις τις, μου αποκαλύπτονταν σε κάθε ανάγνωση και μια άλλη πτυχή. Θέλω να πω, πως, πίσω από τους διαλόγους και μονολόγους των ηρώων της, μου ξεδιπλωνόταν το ψηφιδωτό μιας φιλοσοφικής αναζήτησης, γραμμένη με ποιητικό τρόπο. Γιατί πίσω από την φιλοσοφία υπάρχει η Ποίηση. Τα φιλοσοφικά ψήγματα χρωματίζουν τις ψηφίδες με την ωραιότητα της γραφής της. Θεωρώ πως δεν είναι εύκολο να αιχμαλωτίσεις μια πορεία που μέσα της κλείνει πολλές διαδρομές, ως να έρθει το τέλος της μυθοπλασίας. Γιατί πίσω από την ιστορία, υπάρχει η μοναχική και σχεδόν ασκητική συνομιλία της δημιουργού με τους ήρωές της. Οδυνηρή τις περισσότερες φορές. Δεν είναι δηλαδή μόνον η κινηματογραφική εξέλιξη που διαδραματίζεται μπρος τα μάτια των αναγνωστών, είναι η όλη συγγραφική συμπεριφορά που αναδεικνύει το ήθος του ανθρώπου που κρύβεται επιμελώς μέσα στον καλλιτέχνη.

Η συγγραφέας θέλησε να περπατήσει στην πολιτισμική διάσταση των ηρώων της. Να περάσει με ανάγλυφο τρόπο την αφετηρία της κοσμογονικής αλήθειας, που ενώ φαίνεται διαιρετή είναι μοναδική και αδιαίρετη.
Είναι ο κόσμος των ιδεών της πλατωνικής φιλοσοφίας που ενώνεται με την ανατολική θρησκευτική φιλοσοφία για να βρει την ουσία του κόσμου. Όλη αυτή τη διαδρομή θα την διανύσει δίνοντας τον λόγο στους πρωταγωνιστές της αφηγηματικής της. Ακολουθείται ένα πεπρωμένο, μια μοίρα που ενώνει, αποκαλύπτοντας όχι μόνον την πνευματική συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων, αλλά κυρίως τον δρόμο που ακολούθησαν μέχρι ν’ ανακαλύψουν και να φτάσουν στην πληρότητα της καρδιάς και του νου.

Έχω την αίσθηση πως στο συγκεκριμένο ανάγνωσμα η ίδια η μυθιστοριαγράφος και κατ’ επέκταση οι ήρωές της υπερβαίνουν τα προσωπικά όρια, για να φτάσουν σε άλλα ξέφωτα. Επιμηκύνουν τις ζωές τους ανυποψίαστα, μη γνωρίζοντας, αναζητώντας όμως βασανιστικά άλλες αποχρώσεις, για να ντύσουν το γκρίζο που περιρρέει τη συνειδητότητα της ύπαρξής τους. Θέλει γνώση κι απόθεμα ψυχής, για να δοθεί η χάρη της γενναιοδωρίας στους ανθρώπους. Για να υπάρξεις όμως γενναιόδωρος πρέπει πρώτα να υπάρξεις ελεύθερος. Να απαλλαγείς δηλαδή από όλα τα μικρά και τα ψεύτικα που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα και να ζεις την κάθε μέρα με ευαισθησία και σύνεση. Άλλωστε τα πάντα ανήκουν σε όλους κι όλοι διαθέτουν την πολυτέλεια της επιλογής.

Πάντα θαύμαζα τους συγγραφείς για εκείνη την ικανότητα να διεισδύουν στις πιο ευαίσθητες γωνιές του ψυχισμού των ηρώων τους. Προνόμιο των Μεγάλων που διαφεντεύοντας τον χρόνο, τοποθετούν και τοποθετούνται όχι για χάρη του λόγου, αλλά για χάρη της αναζήτησης νέων μορφών επικοινωνίας, μεταλαμπαδεύοντας γνώση.
Τούτο ακριβώς κάνει και η Τέσυ Μπάιλα. Μεταλαμπαδεύει σε όλους μας την εμπειρία και την γνώση με εύγλωττο, γλαφυρό και κατανοητό τρόπο. Με λυρική διάθεση προσκαλεί να την ακολουθήσουμε σε τούτο το μακρινό ταξίδι στα έγκατα της ψυχής. Οι λέξεις μιλούν κι έχουν να πουν ακόμα περισσότερα σε κείνους που τις αναζητούν σε κάθε γόνιμη γραφή. Έτσι σα φθάνει η ώρα να μυρίσουμε με λαχτάρα που φέρνει το άρωμα φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, ασύνειδα αναζητούμε στις ραγισματιές των ηρώων τις δικές μας ραγισματιές, που επιθυμούν να επουλωθούν στο επέκεινα του χρόνου. Κι όσοι πολύ έχουν πονέσει ίσως να βρουν τις φυλακισμένες αλήθειες στις άγριες επιφάνειες του πόνου.

«Το παραμύθι της βροχής» είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει σκέψεις και συναισθήματα για να ταξιδέψουν από το Αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας ως το δικό μας Αιγαίο, διαπιστώνοντας πως στο βάθος εκείνο που μετράει είναι ο άνθρωπος και πως δύο διαφορετικοί λαοί μπορούν να μοιάζουν τόσο πολύ. Καλοτάξιδες πλεύσεις στις όμορφες στάλες της γραφής σου Τέσυ…


Απόσπασμα:

«Η φιλοσοφία είναι ένα μεγάλο ταξίδι!» της είπε εκείνος. «Όλα όσα σε εντυπωσιάζουν, βρίσκονται εκεί. Είναι μια θάλασσα για να ταξιδέψεις, και πάντα σε περιμένει μια διάφανη ακρογιαλιά στο τέλος του ταξιδιού. Χρειάζεσαι δυνατό σκαρί όμως, για τον πηγαιμό στην καινούργια ακτή. Στην Ελλάδα το είπατε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σωκράτη ή Πυθαγόρα. Εμείς εδώ το λέμε Βούδα. Στην Κίνα Κομφούκιο, κάθε λαός κάπως το ονομάζει. Και η ακτή που θα φτάσουμε μπορεί να λέγεται τελείωση, αυτογνωσία ή νιρβάνα, δεν έχει καμιά σημασία. Παντού έχει ένα διαφορετικό όνομα, το σκαρί όμως ακολουθεί τα ίδια κύματα για να φτάσει στον προορισμό του. Δεν υπάρχουν διαχωρισμοί. Το θέμα είναι να αφεθείς στο ταξίδι που σε καλεί. Να ακούσεις την άγκυρα όταν σηκώνεται από το νερό και να προλάβεις να επιβιβαστείς στο πλοίο που φεύγει».

Η Χριστίνα δεν μιλούσε. Άκουγε μόνο τα λόγια αυτού του ανθρώπου και σκεφτόταν πόση μοναξιά προϋποθέτει αυτό το ταξίδι. Όλα ένας δρόμος λοιπόν. Ένας δρόμος μακρινός, μοναχικός και δύσκολος. Ένα μακρινό μονοπάτι προς την αυτογνωσία που θα οδηγήσει τελικά στην προσωπική ολοκλήρωση. Είναι ένα μεγάλο ταξίδι.

«Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον». Η Χριστίνα έφερε στο νου της τα λόγια του Θουκυδίδη από τον Επιτάφιο του Περικλή, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Αιώνες πριν ο Θουκυδίδης είχε μιλήσει γι’ αυτά. Για να φτάσει κανείς την τελειότητα είναι ανάγκη να κατακτήσει πρώτα την ελευθερία, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να έχει βαθύνει στην ψυχή του, πρέπει να έχει φτάσει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τελείωσης και πληρότητας. «Είμαστε μόνοι σ’ αυτό το ταξίδι;» τον ρώτησε.

«Πάντα μόνοι είμαστε, ας μη γελιόμαστε. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή πάντα μόνοι, κι ας διαλέγουμε εμείς αυτούς που θα αγγίξουν ή έστω θα δουν τις ρωγμές της ψυχής μας. Στο ταξίδι της ζωής και της αυτογνωσίας, είτε έχουμε συνεπιβάτες είτε όχι στο καράβι μας, τελικά είμαστε μόνοι μας. Εμείς ανοίγουμε τα πανιά του πλεούμενου κατά κει που μας καλεί ο άνεμος. Κανένας άλλος! Ορίζουμε τα προσωπικά μας όρια και προχωρούμε, με την ελπίδα να φτάσουμε. Και καμιά φορά είναι το ίδιο το ταξίδι που διώχνει τους συνεπιβάτες μας. Η μοίρα του ανθρώπου αλλάζει και συχνά οι άλλοι δεν μπορούν να αποδεχτούν την αλλαγή αυτή. Φεύγουν από κοντά, απομακρύνονται. Σαν να μην μπορούν να αντέξουν το δρόμο που εμείς διαλέξαμε να ακολουθούμε. Επειδή δεν βλέπουν το λιμάνι που θέλουμε να φτάσουμε ή το δικό τους είναι αλλού. Και τότε νιώθουμε τη μοναξιά που πάντα υπάρχει γύρω μας αλλά δεν μπορούμε να δούμε. Η ζωή, σαν προβολέας, περνά και φωτίζει τελικά όλα τα αθέατα γύρω μας».