ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΛΟΥΡΗΣ - Σπίθα (μυθιστόρημα)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΦΛΟΥΡΗΣ - Σπίθα (μυθιστόρημα) από την Σοφία Στρέζου

Το δεύτερο μυθιστόρημα του Χρήστου Φλουρή «Σπίθα», κυκλοφόρησε το 2013 από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

Πρόκειται για μια αφηγηματική που τοποθετείται χρονικά στο 1922 και μετά. Είναι η περίοδος ανταλλαγής των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Ο συγγραφέας δεν ανοίγει κάποια ιστορικά αρχεία για να αφηγηθεί τη δυνατή φιλία ανάμεσα σ’ ένα ελληνόπουλο και σ’ ένα τουρκόπουλο. Ούτε ανατρέχει σε ιστορικές μνήμες, για να διηγηθεί την μεγάλη και αληθινή αγάπη που φωλιάζει στους ανθρώπους, ανεξάρτητα από θρησκείες και εθνικότητες. Γιατί οι απλές και ταυτόχρονα ουσιαστικές σχέσεις, αναπτύσσονται παράλληλα και όχι ασύμπτωτα, συνθέτοντας το μυθιστορηματικό οικοδόμημα του δημιουργού. Ακροβατεί στο μεταίχμιο του μύθου και της ιστορίας, για να συντάξει τη μυθοπλασία του. Άλλωστε σε πολλούς, είναι ακόμα υγρά και δακρυσμένα τα ίχνη της μνήμης, από το ανθρώπινο δραματικό μωσαϊκό εκείνης της περιόδου.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί μια λυρική λεκτική για να αποτυπώσει με ποιητικό ρυθμό την μυθιστορηματογραφία του. Θραύσματα μύθου και μνήμης, γίνονται λογοτεχνικά υλικά στην κινηματογραφικά σκηνοθετημένη πλοκή της δραματουργίας του. Γιατί το μυθιστόρημα «Σπίθα», εμπεριέχει όλα εκείνα τα στοιχεία, των απρόοπτων εξελίξεων, με συνεχείς δραματικές κορυφώσεις. Ανατροπές, εναλλαγές σε συναισθήματα και τόπους, υφαίνονται εκπληκτικά στο στημόνι του χρόνου. Οι ήρωες ζωντανεύουν, μιλούν, αφηγούνται, πονούν, δονούνται, εξακτινώνονται, καθώς διατρέχουν και διατρέχεται ο αιώνας που έζησαν.

Ο αναγνώστης δεν χάνεται σε κάποια δαιδαλώδη μυθοπλασία, αντίθετα, συμπάσχοντας συμπορεύεται στον μυθιστορηματικό χρόνο. Η σκόνη του μύθου, είναι η προσωπική αναπόληση σε όλους εκείνους που άκουγαν σαν παραμύθια, για την περίοδο της προσφυγιάς. Είναι η νοητή και συναισθηματική γέφυρα που ενώνει την δική τους μνήμη, με τον δημιουργό. Η δυναμική του βιβλίου εισχωρεί, σε μια αναδιηγηματική διάσταση, για να μπορέσουν από κοινού, να ξεκλειδωθούν θύμησες.

Η αφηγητική τεχνική έχει συγκινησιακά και λυγμικά στοιχεία. Οι σκέψεις, οι προθέσεις και τα συναισθήματα των ηρώων είναι εποπτεύσιμα, στη μυθοπλαστική ιστορική δυναμική.
Γιατί το ιστορικό παρελθόν διεκδικεί, μια ισότιμη θέση στο χάρτη της μνήμης, που σταδιακά ξεδιπλώνεται στις σελίδες του βιβλίου.
Γιατί πάντα η μοίρα, ή αν θέλετε ο συμπτωματικός χρονικός συνδυασμός, θα κινεί μεθοδικά νήματα, για να βρεθούν εκείνοι, που επιλεκτικά θα ορισθούν, να την ορίσουν.
Γιατί το παρελθόν πάντα θα αρθρώνεται και θα απαιτεί την υπόστασή του στη χρονική του διάσταση. Επίπονο-εναγώνιο-γοητευτικό, θα γίνει πολλές φορές η μήτρα του λογοτεχνικού υλικού.

Ο Χρήστος Φλουρής είναι ο λογοτέχνης, ο ποιητής, που το σκαλίζει και μέσα εκεί εντάσσει τους μύθους και τις ιστορίες του. Γράφει για τις αλληλοεπιδράσεις των ηρώων του, που συμπορεύονται μέσα σε δυσκολίες και κακουχίες, με μόνη επιδίωξη να μπορέσουν να επιβιώσουν, για συνεχίζουν να ζουν. Τι και αν οι ρίζες βίαια και αθέλητα αποκόπτονται. Κάποιες θα μείνουν για πάντα πίσω, στο πρώτο φύτεμα, ενώ κάποιες άλλες, εκείνες που διασώθηκαν, θα βρουν τον τρόπο να ριζώσουν και να ανθίσουν σε νέο χώμα .

Ο δημιουργός θα διυλίσει αιώνια ερωτήματα, μέσα από διαλόγους μεταξύ των ηρώων του, για να φέρει απλές και όχι απλοϊκές απαντήσεις. Θα καθιερωθούν στην συνείδησή τους, ως αιώνιες αλήθειες. Οι λιτές αποτυπώσεις των εσωτερικών συγκρούσεων του πρωταγωνιστή Ομέρ και οι βασανιστικές εμμονές του, θα βρουν χώρο, για να  διασωθούν απαντήσεις, σε μικρά, καθημερινά και γήινα ερωτήματα, που δίνουν γνώση από την εμπειρία της βαθιάς σκέψης και της ουσιαστικής παρατήρησης.

Το εύθραυστο και κομματιασμένο σύμπαν του Ομέρ, γίνεται η καθολική απόδειξη του ιδεατού, του άπιαστου, του ουτοπικού, εφ’ όσον μπορεί ο ίδιος να πιστεύει ειλικρινά και απόλυτα. Εκεί που οι αισθήσεις μπορούν ακόμα να ταξιδεύουν, αν και όλα φαίνεται πως είναι εναντίον, ο Θεός και η ελπίδα, η αγάπη και ο έρωτας συμπορεύονται. Το επιθυμητό και η αναστολή του, που φαντάζει απραγματοποίητο, κομματιάζει συναισθήματα, για να μην παρασυρθεί, να μην παραιτηθεί, από το πολύτιμο «θέλω». Η ανεπιτήδευτη και η ειλικρινής στάση του Ομέρ, θα φέρει την πραγματοποίηση όσων θέλησε, διεκδικώντας την μεθόριο, στο δικό του σύμπαν. Γιατί στάθηκε ορθός και με βαθιά επίγνωση στα ακρωτήρια της αγάπης, αγναντεύοντας το μεγαλόπρεπο τοπίο της. Δεν έχει σημασία ο χρόνος ή ο χώρος. Η αγάπη αιώνες τώρα προστάζει όσοι βαθιά αγαπήθηκαν, αφού την συναντήσουν, να την ακολουθήσουν ως την άκρη του κόσμου. Τα διαιρεμένα μονοπάτια της, θα γίνουν ο μεγάλος δρόμος που θα περπατήσουν οι ευλογημένοι του Θεού, ανεξάρτητα από το όνομα που ο καθένας του δίνει. Ο μουσουλμάνος Ομέρ και η Χριστιανή Μαρία, θα γίνει η Εμινέ που θα τον ακολουθήσει ως εκεί από όπου εκδιώχθηκε, για το μεγαλείο της αγάπης. Γιατί όπως λέει και ο Andre Gide:
«δεν υπάρχει μεγαλύτερο εμπόδιο στην ευτυχία από την ανάμνησή της».

Απόσπασμα:

Η έννοια της ευτυχίας που είχε φυτέψει μέσα στο μυαλό της ο Ομέρ, τότε στις συζητήσεις τους πίσω από την αγία τράπεζα της ερειπωμένης εκκλησίας, ή καθισμένοι στο πέτρινο πεζουλάκι στην προκυμαία της Σμύρνης, ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν που ο Άρης και η οικογένειά της και η κοινωνία ολόκληρη είχαν κατά νου.

«Ευτυχία είναι», της είχε πει μια φορά, «να μην κάνεις μεγάλα όνειρα. Μικρά να είναι τα όνειρά σου, μικρές οι φιλοδοξίες σου, γιατί τις πιο μεγάλες του χαρές ο άνθρωπος τις κερδίζει από το μηδαμινό, από το ελάχιστο. Ευτυχία είναι ν’ ανεβαίνεις μια σκάλα, έχοντας στόχο ένα σκαλί τη φορά. Κι όσο την ανεβαίνεις, να μην κοιτάς πάνω μήτε κάτω, μήτε τ’ ανώτερά της σκαλοπάτια, που φαίνεται να διαπερνούν τα σύννεφα και να ξύνουν τον ουρανό, μήτε και την απόσταση από το έδαφος. Αν την ανεβείς απότομα και φτάσεις στην κορφή, δεν θα υπάρχει πια παραπάνω, δεν θα ’χεις που να πας, παρά μόνον προς τα πίσω, προς το έδαφος. Αν πάλι ανεβαίνεις έχοντας το μυαλό σου στην πτώση, τότε δεν θα ’χεις το κουράγιο να προχωρήσεις.

Σκαλί-σκαλί πρέπει να την ανεβαίνει και σιγά-σιγά, και κάθε φορά που απλώνεις το πόδι σου να πατήσεις στο άλλο σκαλοπάτι, να κοντοστέκεσαι και να χαίρεσαι και να δοξάζεις τον Θεό που σε αξίωσε να το πατήσεις. Και μη σε νοιάζει που πάνω από σένα υπάρχουν άλλοι, που έχουν ήδη φτάσει στ’ ανώτερα σκαλιά, μα να κοιτάς αν έρχεται πίσω σου κανένας ανήμπορος, εξασθενημένος, αχαμνός, να του δώσεις το χέρι και να τον βοηθήσεις.

Γιατί η ευτυχία Εμινέ μου, είναι να κάνεις και τους άλλους ευτυχισμένους».