Έχε το νου σου στο παιδί + Λόγος (Eliart μουσική σκηνή)



Οι λέξεις συναντούν μουσικές κι μουσικές λέξεις με τους, Πάνο Λαμπρίδη και Δημήτρη Ερατεινό, να τραγουδούν και ν’ απαγγέλουν λόγια ποιητών που εκφράζουν την συμπόρευση στην αναγέννηση της ελπίδας με την σκηνοθετική επιμέλεια της Λίλιαν Δημητρακοπούλου. Παίζουν οι μουσικοί: Αγγέλικα Παπανικολάου/Ακορντεόν – Πιάνο, Γεωργία Μαρίνη/Βιολί, Νίκος Πόγκας/Κρουστά

Ποιητές – Συγγραφείς
Αζίζ Νεσίν
Βρεττάκος Νικηφόρος
Δημουλά Κική
Ελύτης Οδυσσέας
Καβάφης Κωνσταντίνος
Καρούζος Νίκος
Λειβαδίτης Τάσος
Μελεμενίδου Σοφία
F.G. Lorca
Παλαμάς Κωστής
Παπανικολάου Μίνα
Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης
Πετρουλάκης Άγγελος
Σταυρακέλης Τάσος
Στρέζου Σοφία
Τζωάννου Έμυ
Τσαμπάζης Χρήστος
Φιλιππίδης Γιάννης
Κιχμέτ Ναζίμ
Χριστιανόπουλος Ντίνος

Το παιδί επαναπροσδιορίζεται ως μέλλον, ως ελπίδα, ως ανανέωση γνώσης, ως όραμα που γίνεται στόχος που πρέπει να κατακτηθεί.Ακολουθεί μια εσωτερική αναζήτηση, καλλιεργώντας αισθήσεις.

Το ταξίδι αρχινά σε γαλάζιες θάλασσες, σε στίχους, σε ύμνους, σε αδιάβατα μονοπάτια, σε καρδιές και σώματα. Μελωδίες στρώνουν το δρόμο, για ν’ ακουμπήσει γεύσεις παλιές, λησμονημένες, αλλά και καινούργιες, πρωτόγνωρες. Είναι το τσιγάρο που καίει σε χείλη καυτά κι η γνώση για το αύριο, γίνεται ο φάρος που λιγοστεύει την απόσταση, για μια ζωή ελεύθερη, απαλλαγμένη από ενοχικά κατάλοιπα του παρελθόντος. Σπαρταράει η ζωή την ώρα που σκοτάδια διώχνει, φέρνοντας φως στους κρυστάλλους της αυτογνωσίας, επιτρέποντας να ανατέλλει ο ήλιος στους μαύρους τείχους της ψυχής. Άλλωστε η ζωή εμπεριέχει όλα εκείνα που πρέπει να ανακαλυφθούν κι ύστερα να αποκαλυφθούν, δίνοντας λύσεις σε αδιέξοδα. Εμπειρίες, λάθη και πάθη, εξαγνίζονται στο φως. Λούζονται χαρές και λύπες, κεντώντας μαντήλια που ανεμίζουν και χαιρετούν τον άνεμο, που φυσά αισιοδοξία.

Η φωνή καταφέρνει να αποδράσει, να γίνει ο ήχος που θέλει ν’ ακουστεί, να εκφράσει την απορία, την άρνηση, ως να φθάσει η κατάφαση της απέλπιδης εκδοχής. Γίνεται φυγάς του παράλογου, του ανέφικτου μιας σιωπής που ψιθυρίζει το εφικτό, εξοφλώντας ανεξόφλητους λογαριασμούς στο απίθανο. Μοιράζεται την παιδική άγνοια στους ανοιχτούς ορίζοντες, σκοτώνοντας παλιές αυταπάτες, με οδηγό για το αύριο, την αστραπή και τ’ όνειρο. Μια εκδρομή που μοιάζει παραμυθένια με τραγούδια αστείρευτα από χείλη που τραγουδούν την χίμαιρα, συντρίβοντας είδωλα.

Πάντα θα υπάρχουν ανίατες επιστροφές και γυρισμοί στο πριν και το μετά, με της νοσταλγίας το χάδι να χαϊδεύει γλυκά αναμνήσεις. Αθόρυβα θα περιπλανηθεί σε εκτάσεις που καλλιεργείται με επιμέλεια η αγάπη. Καιόμενες επιθυμίες θ’ ανοίξουν φτερά για να πετάξουν ως τα όμορφα πεδία του έρωτα, χωρίς υποζύγια και ψεύτικα βλέμματα, ψηλαφώντας ανάσες. Συλλαβιστά, τραγουδιστά θα κάνουν στάση στη σκηνή του Elιart, φανερώνοντας τον ουρανό, που στάζει συγκίνηση ανθρώπων καθώς σμίγουν κι ενώνουν μοναξιές ανελέητες. Γιατί εκλεκτικοί φίλοι αναγνωρίζονται, σιγοτραγουδώντας και ψελλίζοντας λόγια καρδιάς στα τραγούδια που μεσίστια αρμενίζουν.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - Νίκη Παπουλάκου στο "Φλοίσβο"

Μικρή σχεδόν έφηβη άρχισε να γράφει, ν’ ακούει την άνοιξη και να χαμογελά στο καλοκαίρι. Της έμεινε το χαμόγελο για τη ζωή, τη γραφή, τη μουσική. Από τότε δεν σταμάτησε ποτέ της να γράφει. Πότε στίχους για τραγούδια, πότε ποίηση αλλά και άρθρα δημοσιογραφικά, καταθέτοντας την προσωπική της αλήθεια σε όλα εκείνα που την απασχολούν.

Η Νίκη Παπουλάκου είναι ο άνθρωπος που ξέρει να ενδίδει στις προκλήσεις. Μαχητική αλλά και ήρεμη δύναμη, μεταδίδει με την αισιοδοξία της, τη χαρά της ζωής. Είναι εκείνη, που πολλοί από εμάς, έχουμε ακουμπήσει την ανάγκη και την στήριξη, από μια φίλη που ξέρει να τιμά την φιλία. Γι’ αυτό και σήμερα την τιμούμε, για όσα απλόχερα κι ανιδιοτελώς μας έδωσε.

Οι λέξεις της, παλιό κρασί στις αποστάξεις του λόγου. Κατρακυλούν γλυκά, σταγόνα-σταγόνα στις ποιητικές συλλογές ή στα άρθρα των εφημερίδων «Νίκη» και «Φωνή Πειραιωτών», όπου είναι μόνιμος συνεργάτης. Οι τιμές και τα έπαθλα δεν την αφορούν, αν και κουβαλά πολλούς επαίνους και βραβεία στις αποσκευές της. Αθόρυβα συνεχίζει τους προσωπικούς βηματισμούς στα μονοπάτια του λόγου. Άλλωστε η σιωπή εμπεριέχει την φλυαρία, παρακάμπτοντας πικρές βεβαιότητες, με την αισιόδοξη δυναμική της γραφής της. Έτσι αποφάσισε να ονομάσει την υπό έκδοση τελευταία της ποιητική συλλογή «ΦΛΥΑΡΗ ΣΙΩΠΗ», μεταφέροντας στο χαρτί το άρωμα της σκέψης, του προβληματισμού, της αγωνίας αλλά και της ομορφιάς των προσωπικών της αναζητήσεων με κοινωνικές προεκτάσεις.


ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Το κτήνος βρυχάται…
κάθε ώρα, κάθε στιγμή,
κάθε λεπτό!
Ρουφά το αίμα σου,
την ψυχή σου,
την ανάγκη σου
και… χαίρεται!
Φουσκώνει από αγαλλίαση!
Δηλώνει άνθρωπος,
μα είναι τέρας…
Κι εσύ στωϊκά εκεί!
Είναι στιγμές
που θες να το λιώσεις!
Μα, περιμένεις τη στιγμή
που θα το δεις κατάμαχα
να πέφτει
να σωριάζεται
πάνω στη δική του οργή…
Μόνο που η στιγμή αργεί…
Σιγοτραγουδάς
κόντρα στο βρυχηθμό του.
Γυρνάς την πλάτη.
Προχωράς, τ’ αφήνεις πίσω!
Το κτήνος οργίζεται.
«Αποκτηνώνεται»…
ώσπου καταγής σέρνεται,
ουρλιάζοντας σφαδάζει…
Θύμα του δικού του ευτελισμού!
Κι εσύ, συνεχίζεις τον βηματισμό,
χωρίς να κοιτάς πίσω.
Έτσι κι αλλιώς
χάμω σερνόταν πάντα…
άραξε στη σωστή του θέση.


ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΡΙΔΑΣ (απαγγελία Σοφία Στρέζου)

Το ουράνιο τόξο,
έχει χρόνια να φανεί.
Κι αυτό το γκρίζο της βροχής
σαν πέπλο θολό
πέφτει στη γειτονιά των ονείρων.
Ψάχνεις για χρώματα,
μα χρώμα άχρωμο
διάσπαρτο παντού,
ομίχλη που τα πάντα σκεπάζει.
Ανόητα λόγια.
Ακαθόριστες εικόνες.
Ασύνδετες παραστάσεις, σκόρπιες
στα συντρίμμια της συνείδησης,
που τις σάρκες της έφαγαν ανελέητα, αγρίμια
με το στερέωμα ν’ αστράφτει, να βροντά
μπροστά στο άδικο.
Μαρμάρωσε η καρδιά.

Ακατέργαστη πέτρα
στα σημεία των καιρών.
Σκαλωσιά για την ελπίδα
που τεντώνεται κι αγναντεύει
πέρα από το χάος
στην απεραντοσύνη του σύμπαντος
πέρα στον ορίζοντα
τα χρώματα της ίριδας
αναστηλώνουν την ελπίδα.
Ξαναγεννιέται φως
και μες το φως εσύ… υπάρχεις!
Ζεις… Προχώρα!!!


Κάτω από αμίλητους ουρανούς η Νίκη Παπουλάκου μιλάει ερωτικά. Υμνεί την αγάπη στην υπό έκδοση ποιητική συλλογή «ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΨΥΧΗΣ», που όμως μεταφράστηκε, εκδόθηκε, βραβεύτηκε και παρουσιάστηκε στη Ρώμη τον Ιούλιο του 2001.

Δύσκολος ο δρόμος του έρωτα κι ακόμα πιο δύσκολα να τον καταγράψεις. Ανυπεράσπιστοι εραστές, μπρος σε ηττημένα πεδία, θριαμβολογούν ανυπότακτες νίκες, επιδιώκοντας μια νίκη στη νίκη του άλλου ,μήπως και ξεντυθούν την μοναξιά που φέρνει ο χρόνος. Επιθυμούν να χορτάσουν το απέραντο της αγάπης, κάτω από τ’ αστέρια, γκρεμίζοντας όλους τους τοίχους από ένα μοναχικό παρελθόν.


ΠΩΣ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΠΩΣ Σ’ ΑΓΑΠΩ (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Πώς να σου πω, πως «σ’ αγαπώ»...
Το ξέρω, θα γελάσεις.
Σαν αγέρας έρχεσαι και φεύγεις.
Δίχως λόγια...
Υποσχέσεις…
Παραμύθια..
Δεν στέκεσαι ν’ ακούσεις.
Δεν βλέπεις τι λένε τα μάτια.
Δεν νιώθεις το κορμί τι φωνάζει,
την ανατριχίλα στο Είναι μου!
και να σου πω, πως «σ’ αγαπώ»,
Εσύ θα προσπεράσεις
σα φοβισμένο ελάφι
θα κρυφτείς σε άλλες αγκαλιές
για να… ξεχάσεις!


ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (απαγγελία Δημήτρης Σαμαρτζής)

Στα μάτια σου κοιτάζω τα γαλάζια ακρογιάλια.
Η θωριά σου με καλεί να ξεχαστώ
στη γαλήνη της απέραντης θάλασσας
γεμάτης ελπίδα και φως.
Πνίγει στην αγκαλιά της το χθες,
ταξιδεύοντας στην απεραντοσύνη το σήμερα.
Σ’ ένα γαλάζιο όνειρο με τυλίγει
σ’ ένα ταξίδι δίχως σύνορα
χωρίς στεναγμούς κι απρόοπτα.
Σαν ψάρι σπαρταρά η ψυχή
λαχταρά να μείνει στο όνειρο
στην ατέλειωτη γαλήνη
στο πλέριο φως
στη Θεία λύτρωση!

Στα μάτια σου κοιτάζω τ’ απάνεμα λιμάνια
και ριγώ στη θωριά τους
στις υποσχέσεις…
στο κάλεσμα…


Η Νίκη Παπουλάκου, είναι η αγνή παρουσία στο χώρο των γραμμάτων και της τέχνης. Στα λαμπερά της μάτια κρατά εικόνες και ψήγματα στοχαστικής ευαισθησίας. Η πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή για να κρυφτεί πίσω από ωραιοποιημένες αυταπάτες. Αγωνίστρια της ζωής από τα μικρά της χρόνια, έμαθε πολύ καλά πως είναι ν’ αγωνίζεσαι και να κατακτάς το πολυπόθητο δώρο της. Έτσι αφήνει τα δάκρυα να προσπερνούν τους χειμώνες κι αφήνει τη χαρά να κατοικεί τα καλοκαίρια της.

Χρησιμοποιεί τους στίχους, τα ποιήματα και τα άρθρα της, για να ευαισθητοποιήσει όλους εκείνους, που αναζητούν το γνήσιο της ευαισθησίας. Άλλωστε το σφραγισμένο στόμα δεν της ταίριαζε ποτέ. Η φωνή και ο λόγος ήταν και είναι το όπλο και η άμυνα σε ότι την πόναγε και την πονά. Το δέντρο κι όχι το δάσος έχει στο νου της, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματά του, ταράζοντας εφησυχασμούς συνειδήσεων που τείνουν ν’ αποκοιμηθούν.


Σκόρπιες σκέψεις… (ανάγνωση Σοφία Στρέζου)
(ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΙΑΝΔΡΟΣ 80 επιφανείς προσωπικότητες 2011)

Τελικά σε τι κόσμο ζούμε; Που πάμε όλοι μαζί κι ο καθένας χώρια; Η διαφθορά έχει φθάσει στη διπλανή πόρτα αν όχι στη δική μας και εμείς τι κάνουμε άραγε;… Τελικά τι και ποιος προστατεύει τον πολίτη σήμερα;.. Οι νόμοι άραγε για ποιους φτιάχτηκαν; Πως ερμηνεύονται, πως εφαρμόζονται και πως λειτουργούν;… Μήπως η έννοια του δικαίου έχει διαβρωθεί γενικά και ειδικά στην κοινωνία, με συνέπεια τη διαβρωμένη εφαρμογή τους ή ερμηνεία τους; Και κοινωνία είμαστε όλοι εμείς και καθένας εξ ημών! Όλοι έχουμε ποσοστό ευθύνης σε ότι δεν πάει καλά σήμερα…
Δώσαμε προτεραιότητα στην ύλη, το χρήμα και αφήσαμε κατά μέρος τις αξίες και την ηθική. Αντί για χρήση εξουσίας κάνουμε κατάχρηση εξουσίας σε όποιο κομμάτι της κοινωνίας κι αν ανήκουμε ή λειτουργούμε… Κι όμως υπάρχουν έντιμοι πολίτες, έντιμοι άνθρωποι, σε όλες τις βαθμίδες και κλίμακες της κοινωνίας, όμως… τι μπορεί να κάνουν σε ένα ευρύτερα διαβρωμένο σύστημα; Κινδυνεύουν… να περιθωριοποιηθούν…
Όμως πιστεύω πως υπάρχει ελπίδα. Ας αρχίσει ο καθένας μας να ψάξει μέσα του και να βρει τις αξίες που έχει χάσει… Ας βρούμε τη δύναμη να ζωντανέψουμε τα όνειρα και τα ιδανικά που μας μάθανε… Και όλα αυτά πιστέψτε με δεν τα χαρίζει το χρήμα… η ύλη. Αυτά και άλλα πολλά εξασφαλίζονται και διασφαλίζονται από άλλες παραμέτρους που κάνουν τον κάθε άνθρωπο να νιώθει ασφαλής, ήρεμος και ευτυχής στο περιβάλλον του και στην κοινωνία γενικότερα.


Η δημιουργός Νίκη Παπουλάκου θα συνεχίζει να γράφει στις αναδρομές του μέλλοντος απλώνοντας το χέρι στη ζωή σε καιρούς αναπόδραστους κι όπως λέει η ίδια… «η προσμονή κάποτε τελειώνει και το παίρνεις απόφαση να βγεις στο ξέφωτο ελεύθερος πια από φαντάσματα του χθες»…

ΘΕΑΤΡΟ - «Στο Καπνοπωλείο του Φερνάντο Πεσσόα, ο Κωνσταντίνος Καβάφης σκηνοθετεί την οριστική μορφή του


Cabaret Voltaire, Μαραθώνος 30, Μεταξουργείο

Κείμενο: Πόλυ Χατζημανωλάκη
Σκηνοθεσία: Μαίη Σεβαστοπούλου
Παραγωγή: Ομάδα «Θεώρηση»

Παίζουν: Ανδρέας Ζάκας, Δημήτρης Σαμαρτζής, Δημήτρης Μαγγίνας, Σωτηρία Κολόζου
Μουσική – Πιάνο: Σωτηρία Κολόζου

Σε μια λιτή αλλά καθ’ όλα ατμοσφαιρική σκηνή στο Cabaret Voltaire, η Μαίη Σεβαστοπούλου σκηνοθετεί κείμενα της Πόλυς Χατζημανωλάκη, με τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη και του Φερνάντο Πεσσόα να εισχωρούν και να διεισδύουν στα υποκριτικά κύτταρα των ηθοποιών, αποδίδοντας την αληθοφανή διάσταση των ρόλων. Ένα ερμηνευτικό παιχνίδι που μοιραία παρασύρει τον θεατή στην αλήθεια της μυθοπλασίας. Οι ηθοποιοί κινούνται ευέλικτα εκεί που τα δυο μεγάλα πνεύματα συναντώνται, σε μετασχηματοποιημένες φανταστικές συναντήσεις. Κυριαρχούν τα ίχνη της ελληνιστικής σκέψης, αλλά κι η ανθρώπινη διάσταση του Καβάφη διαιρεμένη ανάμεσα σε κείνο που δεν έπρεπε να φανερωθεί. Η κρυφή κι ανήλιαγη ζωή του, δίπλα στη λάμπα των πόθων του.

Θα μπορούσαν ίσως… να συναντηθούν στον θεατρικό χωροχρόνο και μ’ αυτή την προοπτική, η συγγραφέας στήνει την αφηγηματική της, εικονογραφώντας δύο ποιητές που έζησαν την ίδια περίπου χρονική περίοδο. Σαγηνεύουν οι παράλληλες διαδρομές, την ώρα που οι θεατές παρακολουθούν την πλατωνική σκέψη των δύο ποιητών. Τούτη η πλατωνική σκέψη είναι το κοινό σημείο εκκίνησης, τόσο της δημιουργού όσο και της σκηνοθέτης, που η σχέση της με την Αλεξάνδρεια, όσο και με την οικογένεια του Καβάφη, είναι γνωστή από παλαιότερη εξιστόρηση της προσωπικής ιστορικής μνήμης της, που είχα την χαρά και την τύχη να γευτώ σε κάποια άλλη συνάντηση, τιμώντας στον ίδιο χώρο τον ποιητή.

Ανάμεσα σε πραγματικά στοιχεία, τοποθετείται υπαινικτικά η μυθοπλασία διατηρώντας το αίνιγμα, αν ήταν στ’ αλήθεια ο υποδυόμενος Πορτογάλος ναυτικός, ο καπνοπώλης Φερνάντο, ο αληθινός Πεσσόα που παρατηρεί τη ζωή της πόλης και τα μυστικά της. Με τον δημοσιογράφο να προσπαθεί να εξορύξει την αλήθεια που κρύβει.

Ιστορία και μνήμη, αλήθεια και ψέμα, την ώρα που ο νεαρός σύντροφος του Καβάφη θρηνεί την απόσταση που επιβάλλεται από την κοινωνία της εποχής, στη μη συμμετοχή στο θρήνο του χαμού εκείνου που κρυφά και μυστικά αγάπησε.Θρηνητικές ματαιωμένες στιγμές που ανεπιστρεπτί πέρασαν.

Όταν η Δραματοποιημένη λογοτεχνία συναντάται επί σκηνής, το θέατρο δεν έχει παρά να επιτελέσει το έργο του και να οπτικοποιήσει το νοητικό απόσταγμα, είτε με τους χαρακτήρες είτε με τις απαγγελίες που δένουν αρμονικά με την μουσική ενός πιάνου στις ακρώρειες της Τέχνης, μετατοπίζοντας το ιστορικό κέντρο, σε κέντρο ανάπλασης των χαρακτήρων για να βαδίζουν οι ηθοποιοί τις απρόσταχτες πορείες της αφηγηματικής. Μεταπλάθουν την αλήθεια της, σε αληθοφανή αλήθεια, αναδύοντας προσεχτικά μέσα από τον προσωπικό χαρακτήρα, τον ερμηνευτικό χαρακτήρα του ρόλου που καλούνται να παίξουν. Και τον παίζουν άριστα, τόσο που οι θεατές φεύγοντας έχουν την γεύση μιας υποτιθέμενης πραγματικής όσο και ιστορικής συνάντησης στο χρόνο.

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ - Το παραμύθι της βροχής

Το "Παραμύθι της βροχής" είναι το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ το 2011.

Τούτο το παραμύθι το διάβασα πριν ακόμα ξεκινήσει άλλη μια περιπέτεια έκδοσης και αγωνίας για την συγγραφέα. Τυπωμένο πια, το ξαναδιαβάζω με την ίδια και μεγαλύτερη ίσως συγκίνηση από πριν. Ίσως γιατί το τυπωμένο κείμενο ασκεί την γοητεία ενός φίλου που είναι πάντα εκεί, περιμένοντας την όμορφη συνάντησή του με τον αναγνώστη. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο με υπέροχη γραφή. Είναι πλεύσεις σε συναισθήματα που ξυπνά η βροχή σαν χτυπά στο παραθύρι της ψυχής κι οι στάλες ίσως να είναι οι λυγμοί της απώλειας που επιστρέφουν, κάθε φορά που οι χτύποι στο τζάμι ταυτίζονται με αυτούς τους χτύπους της καρδιάς. Ίσως γιατί πάλι, όταν επανέρχεται ο πόνος, επαναπροσδιορίζεται με αφετηρίες παλαιότερου πόνου.

Οι ανασκαφές της αρχαιολόγου, η επαγγελματική ταυτότητα της ηρωίδας, δεν έχουν να κάνουν μόνον με τα ευρήματα, που ανακαλύπτει σε χώρους, που η λήθη του χρόνου σκέπασε με την σκόνη του. Έχει να κάνει με τις εσωτερικές ανασκαφές. Την ανάπλαση των δικών της αναμνήσεων, προσπαθώντας να τις τοποθετήσει ευλαβικά σε τρέχοντα χρόνο, μη τύχει και χαθεί η παραμικρή λεπτομέρεια εκείνων που έχει ζήσει, μέσα στην αφοσίωση της αγάπης. Μα όταν η λύπη βρει το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθεί, καρποφορεί καρπούς πολλών ειδών και αποχρώσεων. Γιατί σκοτεινοί λαβύρινθοι καιροφυλακτούν, ώστε να κατοικηθούν από τα θύματα της θλίψης.

Στο «Παραμύθι της βροχής», η ανάγνωση έχει την ροή ρυακιού που μελαγχολικά κελαρύζει, με τους ήχους να διαπερνούν και να εισχωρούν στις αισθήσεις. Το προσδιορισμένο γίνεται απροσδιόριστο στις εκβολές του πόνου, καθώς οι καταβάσεις του νερού γίνονται μελετημένες αναρριχήσεις στις δύσκολες αναβάσεις στην ψυχή των αναγνωστών. Το έχει αυτό η γραφή της Τέσυ Μπάιλα, εκεί δηλαδή που νομίζεις πως αναγνωρίζεις την έκβαση της μυθοπλασίας, εκεί ακριβώς γίνεται η ανατροπή. Με περιέργεια, με αγωνία, προσπερνά μια-μια τις σελίδες ώστε η εξέλιξη να φανεί στα μάτια μας. Έτσι η συγγραφέας προσπαθεί να εισχωρήσει στο μεγάλο πρόβλημα της εποχής, την κατάθλιψη. Την αναδεικνύει στο πρόσωπο της Χριστίνας και πως εκείνη προσπαθεί να την διαχειρισθεί. Γιατί όταν οι εφιάλτες επιστρέφουν, πρέπει να τους κοιτάξεις κατάματα, για να τους αντιμετωπίσεις κι ύστερα να τους νικήσεις, βιώνοντας τον πόνο από την αρχή, πηγαίνοντας βήμα-βήμα ως την τελευταία ρίζα, ως το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής φύτρας του πόνου. Η ηρωίδα θα καταδυθεί μέχρι το τελευταίο βάραθρο της θλίψης, μετά από μια σειρά θλιβερών γεγονότων, που συντάραξαν την ήσυχη και ήρεμη μέχρι χθες ζωή της. Όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει για να απεγκλωβιστεί ζητώντας ακόμα και την βοήθεια ειδικού, δεν καταφέρνει να απελευθερωθεί από εκείνο που την ψυχής της κατατρώει. Θα προχωρήσουμε μαζί της, ακολουθώντας τα βήματά της μέχρι την οριστική κάθαρση της τραγωδίας. Σιωπηλοί θεατές σε δραματοποιημένα κείμενα ψυχής που περιγράφουν, συγκινούν, φέρνουν δάκρυα στα μάτια ως την τελευταία σελίδα.

Η αληθινή φιλία είναι άλλο ένα θέμα που ανακαλύπτουμε στις σελίδες του μυθιστορήματος. Μ’ έναν απλό και ταυτόχρονα μαγικό τρόπο, θα ξεδιπλωθεί η φιλική σχέση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ξεχωριστών, που έχουν πιάσει τα δύο άκρα της γης. Αν και ζουν μακριά κι ο καθένας στον δικό του τόπο, με διαφορετικά βιώματα, άλλη ψυχοσύνθεση, κι εντελώς άλλη κουλτούρα θα συναντηθούν, για ν’ αποστάξουν την σοφία της διαφορετικότητας και να μεταγγισθεί νοοποιημένη πια, αναγνωρίζοντας πως η αλήθεια είναι μία, που προσεγγίζεται από διαφορετική διαδρομή κάθε φορά.

Ενδεχομένως κάποιες μεταφυσικές ή άλλες αναζητήσεις, ώθησαν την Τέσυ Μπάιλα, ώστε να μεταφέρει την πλοκή του έργου της στην μακρινή Ιαπωνία. Να μεταφέρει στις σελίδες του πονήματός της, όλες της αποχρώσεις μιας χώρας όμορφης που αναδύει γαλήνη, σύμφωνα με τις περιγραφές της.
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αρκετές φορές το βιβλίο, για να μπορέσω ν’ αφουγκραστώ τις λέξεις τις, μου αποκαλύπτονταν σε κάθε ανάγνωση και μια άλλη πτυχή. Θέλω να πω, πως, πίσω από τους διαλόγους και μονολόγους των ηρώων της, μου ξεδιπλωνόταν το ψηφιδωτό μιας φιλοσοφικής αναζήτησης, γραμμένη με ποιητικό τρόπο. Γιατί πίσω από την φιλοσοφία υπάρχει η Ποίηση. Τα φιλοσοφικά ψήγματα χρωματίζουν τις ψηφίδες με την ωραιότητα της γραφής της. Θεωρώ πως δεν είναι εύκολο να αιχμαλωτίσεις μια πορεία που μέσα της κλείνει πολλές διαδρομές, ως να έρθει το τέλος της μυθοπλασίας. Γιατί πίσω από την ιστορία, υπάρχει η μοναχική και σχεδόν ασκητική συνομιλία της δημιουργού με τους ήρωές της. Οδυνηρή τις περισσότερες φορές. Δεν είναι δηλαδή μόνον η κινηματογραφική εξέλιξη που διαδραματίζεται μπρος τα μάτια των αναγνωστών, είναι η όλη συγγραφική συμπεριφορά που αναδεικνύει το ήθος του ανθρώπου που κρύβεται επιμελώς μέσα στον καλλιτέχνη.

Η συγγραφέας θέλησε να περπατήσει στην πολιτισμική διάσταση των ηρώων της. Να περάσει με ανάγλυφο τρόπο την αφετηρία της κοσμογονικής αλήθειας, που ενώ φαίνεται διαιρετή είναι μοναδική και αδιαίρετη.
Είναι ο κόσμος των ιδεών της πλατωνικής φιλοσοφίας που ενώνεται με την ανατολική θρησκευτική φιλοσοφία για να βρει την ουσία του κόσμου. Όλη αυτή τη διαδρομή θα την διανύσει δίνοντας τον λόγο στους πρωταγωνιστές της αφηγηματικής της. Ακολουθείται ένα πεπρωμένο, μια μοίρα που ενώνει, αποκαλύπτοντας όχι μόνον την πνευματική συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων, αλλά κυρίως τον δρόμο που ακολούθησαν μέχρι ν’ ανακαλύψουν και να φτάσουν στην πληρότητα της καρδιάς και του νου.

Έχω την αίσθηση πως στο συγκεκριμένο ανάγνωσμα η ίδια η μυθιστοριαγράφος και κατ’ επέκταση οι ήρωές της υπερβαίνουν τα προσωπικά όρια, για να φτάσουν σε άλλα ξέφωτα. Επιμηκύνουν τις ζωές τους ανυποψίαστα, μη γνωρίζοντας, αναζητώντας όμως βασανιστικά άλλες αποχρώσεις, για να ντύσουν το γκρίζο που περιρρέει τη συνειδητότητα της ύπαρξής τους. Θέλει γνώση κι απόθεμα ψυχής, για να δοθεί η χάρη της γενναιοδωρίας στους ανθρώπους. Για να υπάρξεις όμως γενναιόδωρος πρέπει πρώτα να υπάρξεις ελεύθερος. Να απαλλαγείς δηλαδή από όλα τα μικρά και τα ψεύτικα που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα και να ζεις την κάθε μέρα με ευαισθησία και σύνεση. Άλλωστε τα πάντα ανήκουν σε όλους κι όλοι διαθέτουν την πολυτέλεια της επιλογής.

Πάντα θαύμαζα τους συγγραφείς για εκείνη την ικανότητα να διεισδύουν στις πιο ευαίσθητες γωνιές του ψυχισμού των ηρώων τους. Προνόμιο των Μεγάλων που διαφεντεύοντας τον χρόνο, τοποθετούν και τοποθετούνται όχι για χάρη του λόγου, αλλά για χάρη της αναζήτησης νέων μορφών επικοινωνίας, μεταλαμπαδεύοντας γνώση.
Τούτο ακριβώς κάνει και η Τέσυ Μπάιλα. Μεταλαμπαδεύει σε όλους μας την εμπειρία και την γνώση με εύγλωττο, γλαφυρό και κατανοητό τρόπο. Με λυρική διάθεση προσκαλεί να την ακολουθήσουμε σε τούτο το μακρινό ταξίδι στα έγκατα της ψυχής. Οι λέξεις μιλούν κι έχουν να πουν ακόμα περισσότερα σε κείνους που τις αναζητούν σε κάθε γόνιμη γραφή. Έτσι σα φθάνει η ώρα να μυρίσουμε με λαχτάρα που φέρνει το άρωμα φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, ασύνειδα αναζητούμε στις ραγισματιές των ηρώων τις δικές μας ραγισματιές, που επιθυμούν να επουλωθούν στο επέκεινα του χρόνου. Κι όσοι πολύ έχουν πονέσει ίσως να βρουν τις φυλακισμένες αλήθειες στις άγριες επιφάνειες του πόνου.

«Το παραμύθι της βροχής» είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει σκέψεις και συναισθήματα για να ταξιδέψουν από το Αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας ως το δικό μας Αιγαίο, διαπιστώνοντας πως στο βάθος εκείνο που μετράει είναι ο άνθρωπος και πως δύο διαφορετικοί λαοί μπορούν να μοιάζουν τόσο πολύ. Καλοτάξιδες πλεύσεις στις όμορφες στάλες της γραφής σου Τέσυ…


Απόσπασμα:

«Η φιλοσοφία είναι ένα μεγάλο ταξίδι!» της είπε εκείνος. «Όλα όσα σε εντυπωσιάζουν, βρίσκονται εκεί. Είναι μια θάλασσα για να ταξιδέψεις, και πάντα σε περιμένει μια διάφανη ακρογιαλιά στο τέλος του ταξιδιού. Χρειάζεσαι δυνατό σκαρί όμως, για τον πηγαιμό στην καινούργια ακτή. Στην Ελλάδα το είπατε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σωκράτη ή Πυθαγόρα. Εμείς εδώ το λέμε Βούδα. Στην Κίνα Κομφούκιο, κάθε λαός κάπως το ονομάζει. Και η ακτή που θα φτάσουμε μπορεί να λέγεται τελείωση, αυτογνωσία ή νιρβάνα, δεν έχει καμιά σημασία. Παντού έχει ένα διαφορετικό όνομα, το σκαρί όμως ακολουθεί τα ίδια κύματα για να φτάσει στον προορισμό του. Δεν υπάρχουν διαχωρισμοί. Το θέμα είναι να αφεθείς στο ταξίδι που σε καλεί. Να ακούσεις την άγκυρα όταν σηκώνεται από το νερό και να προλάβεις να επιβιβαστείς στο πλοίο που φεύγει».

Η Χριστίνα δεν μιλούσε. Άκουγε μόνο τα λόγια αυτού του ανθρώπου και σκεφτόταν πόση μοναξιά προϋποθέτει αυτό το ταξίδι. Όλα ένας δρόμος λοιπόν. Ένας δρόμος μακρινός, μοναχικός και δύσκολος. Ένα μακρινό μονοπάτι προς την αυτογνωσία που θα οδηγήσει τελικά στην προσωπική ολοκλήρωση. Είναι ένα μεγάλο ταξίδι.

«Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον». Η Χριστίνα έφερε στο νου της τα λόγια του Θουκυδίδη από τον Επιτάφιο του Περικλή, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Αιώνες πριν ο Θουκυδίδης είχε μιλήσει γι’ αυτά. Για να φτάσει κανείς την τελειότητα είναι ανάγκη να κατακτήσει πρώτα την ελευθερία, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να έχει βαθύνει στην ψυχή του, πρέπει να έχει φτάσει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τελείωσης και πληρότητας. «Είμαστε μόνοι σ’ αυτό το ταξίδι;» τον ρώτησε.

«Πάντα μόνοι είμαστε, ας μη γελιόμαστε. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή πάντα μόνοι, κι ας διαλέγουμε εμείς αυτούς που θα αγγίξουν ή έστω θα δουν τις ρωγμές της ψυχής μας. Στο ταξίδι της ζωής και της αυτογνωσίας, είτε έχουμε συνεπιβάτες είτε όχι στο καράβι μας, τελικά είμαστε μόνοι μας. Εμείς ανοίγουμε τα πανιά του πλεούμενου κατά κει που μας καλεί ο άνεμος. Κανένας άλλος! Ορίζουμε τα προσωπικά μας όρια και προχωρούμε, με την ελπίδα να φτάσουμε. Και καμιά φορά είναι το ίδιο το ταξίδι που διώχνει τους συνεπιβάτες μας. Η μοίρα του ανθρώπου αλλάζει και συχνά οι άλλοι δεν μπορούν να αποδεχτούν την αλλαγή αυτή. Φεύγουν από κοντά, απομακρύνονται. Σαν να μην μπορούν να αντέξουν το δρόμο που εμείς διαλέξαμε να ακολουθούμε. Επειδή δεν βλέπουν το λιμάνι που θέλουμε να φτάσουμε ή το δικό τους είναι αλλού. Και τότε νιώθουμε τη μοναξιά που πάντα υπάρχει γύρω μας αλλά δεν μπορούμε να δούμε. Η ζωή, σαν προβολέας, περνά και φωτίζει τελικά όλα τα αθέατα γύρω μας».

ΤΑΚΗΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑΣ – Της ροής και της τέφρας.


«Πάνω απ’ το σκοτάδι είναι ο λόγος
Τα άνθη της ροής και της τέφρας
Η αγάπη που δεν χάθηκε
Η διαύγεια των φωτισμένων δακρύων»


Μ’ αυτές τις λέξεις, καλωσορίζει ο ποιητής το 2011, τους φίλους και αναγνώστες στο καινούργιο του ταξίδι, που έχει τίτλο, «Της ροής και της τέφρας». Ο Αίολος που γνωρίζουμε, επιλέγει την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ για ν’ ανοίξουν μαζί τα πανιά της γραφής και να πλεύσουν στα όμορφα πελάγη της ποίησης.

Αθωότητα και μνήμη, φαντασία και πλάνη, όνειρα και χάδια «στ’ ανοιχτά των καιρών». Μυρωδιά στο δέρμα κι αποτυπώματα αφής στους σταθμούς του κορμιού, αναπόδεικτα συναντούν συναισθήματα που κρατήθηκαν νύχτες ντυμένες θαύματα. Δίχως αρνήσεις, ελεύθερα κόβουν εισιτήρια οι καταφάσεις στο ταξίδι για τον παράδεισο. Ερωτικά σκιρτήματα και παραμιλητά συνοδεύουν αποσκευές του ενός και μοναδικού μύθου που ονομάζεται: «α γ ά π η ».

Αμίλητα διψούν εξηγήσεις ανεξήγητου χωρισμού κακιάς στιγμής, με τα βλέμματα να υποχωρούν υπερβατικά, παύοντας ταυτόχρονα συγνώμη άφατη σε χείλη που δεν μιλούν. Φιλούν το στόμα της αντάμωσης. Αγγίγματα φέρνουν λυτρωμούς σε βυθούς ανεξερεύνητων γαλάζιων ονείρων, σαν το κορμί λυγάει και καταργεί το χρόνο που άδοξα πέρασε.


ΑΦΕΥΓΑΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κι έρχεται αίφνης η άγια στιγμή
η αθέατη ώρα
που σμίγεις - ξανά- με τ’ απρόσμενο

Όπως σμίγει η βροχή με το δάκρυ
Όπως το πάθος με την ανεξιχνίαστη σιωπή
Όπως η μνήμη με την αφεύγατη νοσταλγία


Ο Τάκης Ταντήλας είναι ο ποιητής που ανασκάπτει το παρελθόν της γλώσσας κι αναδεικνύει λέξεις ξεχασμένες. Τις αποσπά από τον πρακτικό τους προορισμό, που αφού τις μετουσιώσει τις χρησιμοποιεί, για να εκφράσει την πνευματική υπόσταση στα ποιήματά του. Ο ίδιος σε μια έκρηξη αυτογνωσίας θα πει: «Τους εχθρούς μου τους ξέρω/Από τους στίχους μου φυλάγομαι».
Γιατί η ποίηση είναι για τον ποιητή τρόπος ζωής. Καίγεται αθόρυβα από το φως της που εισέρχεται στις φλέβες, αιμορραγώντας λέξεις στους ναυαγισμούς των στίχων. Στις αναφλέξεις της έμπνευσης θα τον βρει η νύχτα ν’ αγρυπνά, αντιμαχόμενος το σκοτάδι, για να την καταγράψει. Είναι η ύστατη στιγμή του εξαγνισμού μιας λυτρωτικής εξομολόγησης του λόγου που πια σαρκώνεται στο χαρτί, εξαγιάζοντας τον προσωπικό στεναγμό.

Ζει την διαρκή αναζήτηση με αισθητική εγρήγορση, για να μπορεί να αποδίδει με την γραφή του το βαθύτερο νόημα, από τη σύλληψη ως το τελικό αποτέλεσμα της έμπνευσής του. Το υλικό των αισθήσεων το κάνει Τέχνη. Τα σπαράγματα της ψυχής τα κάνει ποίηση, κρύβοντας επιμελώς την ικεσία στις λέξεις, που τρομάζει από την απουσία εκείνης που αγαπά.


ΑΝΑΡΧΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Άναρχος ο χρόνος
μας χαιρετά
μας προσπερνά
μας βλαστημά
και χάνεται
μες στα κενά αθέατων σιωπών
ενώ το φως συλλέγει μνήμες
απ’ τις κρήνες των ονείρων

Άνθισε έρωτας κάποτε εδώ
αφήνοντας τα ίχνη του τσαλακωμένα
στα κορμιά μας


Κι όταν οι σιωπές συνωστίζονται στους τριγμούς του πάθους, ξεκινά ο περίπλους στην αθωότητα, στο αιώνιο αίνιγμα του έρωτα.
Προσκυνημένο λείψανο η πεθυμιά του πόθου, αναζητά συχνές χαρακιές σε μιλημένα σώματα, για να ανθοφορούν συνευρέσεις στην αυλή των θαυμάτων, με αμίλητους φόνους. Ρουφούν το παρελθόν ενός ασυμβίβαστου χωρισμού, για να φυλάξουν το μέλλον στο δέρμα, που ανατριχιάζει με το παρών, τα γλυπτά μιας αγάπης ανιδιοτελής και συμβιβασμένης με την μια και μοναδική σταγόνα τ’ ουρανού που βρέχει μόνο για κείνους. Κι όσα άσχημα μεσολάβησαν σκορπίστηκαν με άηχους ανέμους στη λήθη μιας εύφλεκτης νύχτας.


ΝΥΧΤΑ ΠΑΘΟΥΣ

Όλη τη νύχτα ανάσαινα
τι φλεγόμενο σώμα σου
που γυμνό έσμιγε πάνω μου
και χάραζε πορφυρές πινελιές
με το κοφτερό λεπίδι του πάθους

Υ.Γ: Να με χαράζεις πιο συχνά
για να μπορώ μαζί σου να θάλλω


Ο Τάκης Τσαντήλας επιδιώκει ανιχνεύσεις στην «κρυφή τ’ ουρανού αταξία», ανακαλύπτοντας την ελπίδα στο τραγούδι της ζωής. Βυθίζεται σε λυπημένους βυθούς ανασύροντας στο φως αθροισμένα ναυάγια ονείρων.


Τ’ ΟΥΡΑΝΟΥ ΑΤΑΞΙΑ

Έτσι σε ανιχνεύω μικρή μου
σαν κρυφή τ’ ουρανού αταξία
σαν βροχή που αλώνει τη σύμπασα μνήμη
σαν σιωπή που ποθεί τον ανήμερο λόγο
σαν ροή της ανάστατης θάλασσας
και βυθίζομαι
βυθίζομαι
βυθίζομαι στα απύθμενα μάτια σου
εκεί που μονάχα
ναυάγια και όνειρα αθροίζονται

Έτσι σε ανιχνεύω σου λέω
ρίχνοντας φως
στις αδιάβατες νύχτες σου


Ο ποιητής πάντα θ’ ανταμώνει με στίχους, αφού οι δρόμοι της μνήμης παραμένουν ανοιχτοί σε φευγάτους καιρούς, εκεί που η μοίρα ορίζει συναντήσεις με το πεπρωμένο της γραφής του. Νεκροί ίσκιοι θ’ ανασταίνονται από όνειρα που σε ψυχές ακούμπησαν, θρυμματίζοντας παγωμένα δάκρυα από λάμψεις αστεριών που φέγγουν αιώνια το παραμιλητό του έρωτα και της αγάπης.


ΣΤ’ ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Θ’ ανταμωθούμε ξανά στ’ ανοιχτά των καιρών
στον ουρανό με τις μνήμες
εκεί που τα άστρα φέγγουν αιώνια
κι αποστεγνώνουν το δάκρυ στο βλέμμα μας
έτσι που να μας βρει η αυγή
σφριγηλούς κι ακμαίους

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ – Χαμένα κορμιά (μυθιστόρημα)

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011, το πρώτο μυθιστόρημα του Διονύση Μαρίνου ΧΑΜΕΝΑ ΚΟΡΜΙΑ.

Ο συγγραφέας με τούτο το πόνημα επιχειρεί, μια αλληγορική προσέγγιση στο παράδοξο του σύγχρονου ανθρώπου και της κοινωνίας του. Όταν τα γεγονότα τρέχουν, μεταβάλλουν και επηρεάζουν την ευαισθησία ως προς την αντίληψη της αλήθειας. Τούτη την αέναη μεταβολή στο χώρο και τον χρόνο, ο δημιουργός την καταγράφει με εποπτικούς έως και διανοητικούς λακωνισμούς ώστε να μην εξαρθρωθεί η συνείδηση σ’ ένα σύνολο που συλλογικά αντιλαμβάνεται, τις περισσότερες φορές, τα σερβιρισμένα από τον τύπο γεγονότα. Άλλωστε παιδί της δημοσιογραφίας είναι κι ο ίδιος. Είναι όμως και ποιητής. Δεν θα μπορούσε επομένως η συγγραφή να μην εμπεριέχει και τις δύο ιδιότητες. Ο λόγος του ρέει σε ποιητικές διαδρομές, ενώ ταυτόχρονα απεικονίζει κατά το δημοσιογραφείν τα περιστατικά που ρέουν.

Το βιβλίο ΧΑΜΕΝΑ ΚΟΡΜΙΑ είναι ένα ανθρωποκεντρικό έργο χωρίς να μπορούμε να διακρίνουμε τους συγκεκριμένους ήρωες που αποτελούν συνήθως την βάση για την δομή ενός μυθιστορήματος. Υπάρχει κίνηση, ένταση αλλά και μια πυκνότητα στο λόγο που συνεπαίρνει ακόμα και τον πιο δύσπιστο αναγνώστη στην παρακολούθηση όσων συμβαίνουν μέσα στις σελίδες. Ρευστή παλλόμενη αισθητική συγκίνηση αλλά κι αγωνία. Άλγος για το αν τελικά μπορεί να να επέλθει λύτρωση στην στατική και καθόλου αναλυτική δομή της εποχής. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία, ο Διονύσης Μαρίνος την εποχή και όσα συμβαίνουν γύρω του περιγράφει.
Μεταχειρίζεται την ελαστικότητα που του δίνει η οπτικοποιημένη τεχνική αποτύπωσης εικόνων σε μια περίεργη αλληλοδιείσδυση στοιχείων, συλλαμβάνοντας την κάθε σκηνή χωριστά, για να αποδοθεί η κίνηση και η αλλεπάλληλη συνύπαρξη των πιο παράταιρων εικόνων μέσα σ’ έναν ανάστατο χώρο. Έτσι δημιουργείται στον αναγνώστη ο ίλιγγος μιας τρελής ψευδαίσθησης από το καυστικό και αιρετικό περιεχόμενο του έργου.

Αντιφατικοί μαγνητισμοί με πολλαπλές κι ανακόλουθες συνειδήσεις, επιχειρούν μετά τον φόβο να ομολογήσουν την ανεπάρκεια ώστε να μπορούν να ενταχθούν σε μια κοινή συλλογική συνείδηση με κοινή αφετηρία τον τρόμο της εξαφάνισης. Η συναισθηματική αντίδραση του κόσμου μπρος την κρίση και τις αφοριστικές κατεδαφίσεις όλων των εννοιών που ως τότε γνώριζε, φέρνει την ολοκληρωτική και αναπόφευκτη αποκοπή μέρους του συνόλου ηθελημένα ή αθέλητα μη μπορώντας να αντέξουν την φρίκη του Σοκ και Δέος στη ζωή τους.
Κι όσο η ίδια η ζωή θα εξαφανίζεται, τόσο οι άνθρωποι θα εξαφανίζονται, θα εξαϋλώνονται στα μεταφορικά και μη διαπραγματεύσιμα απωθητικά διανοητικά κομματικά προγράμματα της πολιτικής νομενκλατούρας. Η ασύμμετρη απειλή εγκληματικών έργων και ημερών τυχοδιωκτικών κυβερνόντων, πάντα θα διαφεντεύει λαούς που επαναπαύονται στην απραξία μιας τακτής αταξίας. Οι παράπλευρες απώλειες σε αόρατες μάχες ίσως να είναι η αρχή μιας ελάχιστης ελπίδας για αφύπνιση των πνευματικών ικανοτήτων που αδρανούν στη σήψη της όλης αδράνειας. ΄

Ο Διονύσης Μαρίνος στα «χαμένα κορμιά», μας εισάγει σ’ ένα είδος γραφής που καλεί τον αναγνώστη να γίνει μέρος της σκέψης για ένα αύριο γεμάτο ελπίδα, γιατί όπως λέει κι ο Αϊνστάιν, «ο Θεός δεν παίζει ζάρια με το Σύμπαν». Ας προβληματιστούμε…

ΕΛΕΝΗ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΥ – Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες

Άλλη μια ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 2011, με την γνωστή καλαίσθητη επιμέλεια, της ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Πρόκειται για τα νέα ποιήματα της Ελένης Μαυρογονάτου με τίτλο, «φυσάει απόψε περασμένους έρωτες».

Μακροχρόνιοι καταιγισμοί συναισθημάτων στους καθρέφτες του χρόνου, που πάνω τους πέφτουν καρδιές και ραγίζουν παιγνίδια αισθημάτων. Μεταγγίσεις σε ψηφίδες που αντανακλούν το αμετάκλητο αιμοφόρων αγγείων σε κρύσταλλα, καθώς φιλούν εμπνεύσεις. Στάζουν ερωτική ποίηση οι στίχοι. Ξεπλένονται από το βάρος των ενοχών, ενταφιάζοντας με επιμέλεια τις μνήμες.

Στη Συχνότητα της ποίησης, η Ελένη Μαυρογονάτου δίκαια έχει αποκτήσει τον δικό της σταθμό μετάδοσης, που εκπέμπει λέξεις φορεμένες από τον μανδύα της προσωπικής ταυτότητας. Η γραφή παραμένει πιστή στο ύφος που δικαιώνει την λεκτική της εξέλιξη.
Γνώριμοι παραμένουν οι προσανατολισμοί στις βραδείς αναφλέξεις που πυροδοτούν τον λόγο. Πύρινες εντάσεις αποκαλύπτονται εκεί που «φυσάει απόψε περασμένους έρωτες».

Η αλήθεια είναι πως με την Ελένη Μαυρογονάτου, πάντοτε υπάρχει μια δυσκολία στην επιλογή. Γιατί σχεδόν όλα τα ποιήματα, κρατούν ανέγγιχτη την απουσία, κρύβοντας επιμελώς τους ναυαγισμούς της ψυχής, που προκαλούν οι συναισθηματικές εξαρτήσεις. Η τρυφερότητα που εμπεριέχεται στους στίχους , η σωστή δόμηση, η νοηματολογία, το βαθύ συναίσθημα, κάνουν την ανάγνωση γοητευτική και όμορφη.

Το χαμένο πάθος, βρίσκει κι απόψε το ιδανικό κατάλυμα, για να διανυκτερεύσει στο μέχρι πριν κρύο σώμα, αποκοιμίζοντας γλυκά το παραδομένο όνειρο. Να ξυπνάει στο φως αφού πρώτα εξουσιαστούν πόθοι κρυφοί στο σκοτάδι. Κλίσεις του έρωτα σ’ όλους τους χρόνους, «δίχως υποτακτικές υπεκφυγές». Ερωτικοί επιτύμβιοι σε επικηρυγμένα τοπία ρημάζουν και ρημάζονται, σπαρταρώντας ηδονισμούς σ’ ένα ακόμα αιμάτινο θάνατο. Με αυτιστικές λέξεις γράφονται συνταγολόγια αισθημάτων που από καιρό έχουν λήξει.


ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΕΝΕΣΤΩΤΑ

Θέλω τον έρωτά σου
στο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.


Βουλιάζει η αγάπη σε πέλαγα τρικυμισμένα. Χωρίς κουπιά αφήνεται η βάρκα να δέρνεται στα κύματα, αναλώνοντας ζωές που έζησαν το μισό απ’ όσο άξιζαν. Πορεύτηκαν σε γραμμές τυφλών, ψηλαφώντας ένα-ένα τα σημάδια σε σώματα που σπαρταρούσαν δαιμονισμένα το « Σε Θέλω».
Διάφανες καταδύσεις γυρεύουν χαμόγελα, για να καταδυθούν αισθήσεις αήττητες με καθαρτήριες λέξεις, στους βωμούς της ματαιότητας. Βουβές μένουν, για ν’ αφουγκράζονται ψιθύρους που σκηνοθετούν ερήμην τους όνειρα.


ΝΑ ΛΥΓΙΣΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

Να λυγίσει ο χρόνος
να γίνει το σώμα μου
και πάλι
αιμοφόρο αγγείο
και να εκλιπαρεί
μια μικρή μετάγγιση
απ’ τα φιλιά σου.


Η ποιήτρια επιλέγει προσεκτικά λέξεις, για να αποδημεί εντέχνως στους τιτανικούς της ψυχής, πριν τη μεγάλη βύθιση στα μάτια του άλλου. Νεφελώματα αγάπης που αθωώνουν σύννεφα, καθώς στάζουν την αλήθεια των συναισθημάτων. Μεταναστεύουν δένοντας την πληγή που αιμορραγεί στα πετρώματα της ποίησης, κάτω από το «λιγοστό φως ενός κεριού».

Όμως πέρα από τις προσωπικές λέξεις που αποτυπώνουν κάθε τι δικό της, η Ελένη Μαυρογονάτου θα γράψει και τις «λέξεις του Μάριου». Μη προσπεράσετε! Διαβάστε προσεκτικά! Αφουγκραστείτε τη φωνή ενός παιδιού με «ιδιαίτερες ικανότητες» ! Ποιητικά θα μεταφέρει την δική του φωνή σ’ όλους εμάς που δεν ακούμε, δεν βλέπουμε, δεν μπορούμε να αισθανθούμε την μεγάλη ανάγκη στο επικοινωνείν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η δασκάλα θα γίνει ο διάμεσος, ο διαμετακομιστής των ευπαθών συναισθημάτων ενός άλλου κόσμου, που επιτακτικά επιθυμεί να συμμετέχει ενεργά στην ζωή των απλών ανθρώπων ή κατ’ επίφαση, των κανονικών ανθρώπων..


ΛΕΞΕΙΣ

Υπάρχουν λέξεις
που δεν μπορούν
να μιλήσουν
παρά κάτω από
το λιγοστό
φως ενός κεριού.
Θέλουν να νιώθουν
χέρια ιδρωμένα
και σώματα που
μπλέκουν σε ξέστρωτα
σεντόνια.
Υπάρχουν λέξεις
που μόνο αν τις
κοιτάξεις κατάματα
θα σου πουν
την αλήθεια τους.


Με κλειστά παραθυρόφυλλα η λήθη, αρνείται ν’ απορρίψει καταπατημένους όρκους περασμένων ερώτων. Δεν είναι η λησμονιά που αγρυπνά ώρες φονικές, ρίχνοντας στη φωτιά α-μνήμονη μνήμη. Είναι η ανάμνηση που πονά, συνάζοντας πρόσωπα στην τροχιά των συναισθημάτων. Κι αν αγριεύει ο αέρας, θα φυλαχτούν καλά οι επιστροφές των αισθήσεων. Λαχταρούν να υποταχτούν τυφλά σε σελίδες που γράφουν τ’ απομνημονεύματα της καρδιάς, με τον χρόνο να συμφιλιώνει τις αποστάσεις.


ΛΗΘΗ

Ρίξε πάνω σου,
πρόχειρη εσάρπα,
τη λήθη.
Φυσάει απόψε
περασμένους έρωτες.


Αλύτρωτοι έρωτες καταχωρούνται σε μητρώα άστρων που κατοικήθηκαν σε ασύνορα περιγράμματα. Στρατιές ποιημάτων κατέφθαναν να καταλάβουν ψυχές και σώματα στη αυλή των θαυμάτων. Μοιρασμένα αποθέματα, έγιναν λόγος λίγο πριν ξημερώσει. Φθαρτά σώματα ντυμένα με στίχους μετασχηματίστηκαν σε άφθαρτα ποιητικά σώματα στη ροή του χρόνου. Δικαιωμένοι κι αδικαίωτοι πόθοι στις γραμματοσειρές ενός απαγορευμένου ονείρου.


ΤΟ ΜΗΤΡΩΟ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Να βιαστώ να ξεκουμπώσω
το πουκάμισό σου,
να φιλήσω το πρόσωπό σου
ν’ αγγίξω το σώμα σου.
Να βιαστώ να σ’ αγαπήσω
καταχωρώντας σε
στο μητρώο των άστρων.
Κι αύριο,
σαν ξημερώσει,
να σε κάνω ποίημα.


Χωρισμένοι εαυτοί εκτίουν ποινές ισόβιας θλίψης αλαφροπατώντας στον παράδεισο. Σε καμιά κόλαση δεν χωρούν εραστές που ερωτοτροπούν αμίλητοι, ψηλαφώντας αισθήσεις. Τα απολιθωμένα ίχνη μαρτυρούν στο στρώμα την ανάμνηση αποχαιρετισμών στα ικριώματα της αγάπης .


ΙΣΟΒΙΑ ΘΛΙΨΗ

Από τότε
που έφυγες
εκτίω ποινή
σε ισόβια θλίψη.


Είναι βέβαιο πως άσωτα συναισθήματα θα περιφέρονται σε κανονιστικούς και ορθογραφικούς κανόνες, σπασμών ανορθόγραφων. Απομεινάρια μνήμης ερμητικά κλεισμένα στην τεφροδόχο της ποίησης περιμένουν επαρκείς αναγνώστες να σκορπίσουν τη στάχτη στον άνεμο.
Η ποιήτρια αφού έγδαρε ανορθόγραφες αιωρήσεις, αφού χάραξε με τα νύχια την μετανάστευση του πόνου, χειρονομώντας άσεμνα στην απόγνωση, άφησε τον ψίθυρο να τρυπώσει στην έμπνευση των συντεταγμένων ονείρων που μιλούν με… σώματα ποιητικά.


ΑΣΩΤΟ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Θέλω να πλύνω το σώμα σου
απ’ όλα τα χτεσινά φιλιά,
να πλύνω με τ’ αναφιλητά μου
όλα τα χάδια που έγερναν
πάνω σου
πολύ πριν με γνωρίσεις.

ΘΑΝΟΣ ΚΟΣΥΒΑΣ – Σ’ ελλειπτική τροχιά

Τον Φεβρουάριο του 2011, κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΑΤΙ η πρώτη ποιητική συλλογή του Θάνου Κόσυβα, «Σ’ ΕΛΛΕΙΠΤΙΚΗ ΤΡΟΧΙΑ».

Είναι οι μεταμορφώσεις του ποιητή που εναγωνίως επιθυμεί, να καταθέσει την δική του φωνή στον ποιητικό χάρτη. Ακροβατεί ανάμεσα στον ελεύθερο στίχο και στην έμμετρη ρίμα.

Πειραματίζεται να βρει το είδος και το ύφος που ανταποκρίνεται στην προσωπική του έκφραση. Πρωτόλεια ατοπήματα που όμως αναδεικνύουν μια ποιητική σύλληψη. Εγκλωβίζεται στην άναρχη έμπνευση, επιδιώκοντας να χειραγωγήσει και να τιθασεύσει, όσο του είναι μπορετό, εκείνο που θέλει να ειπωθεί.

Την άφατη σχέση του με την ποίηση, την κοινοποιεί, την δημοσιοποιεί. Θεάται εκείνο που για καιρό έκρυβε στους μετεωρισμούς της ψυχής. Ανασύρει λέξεις από την χίμαιρα που ντύνει ανυπεράσπιστα όνειρα και στίχους σε μπλοκάκια και σημειώματα από τα μοναχικά ταξίδια σε σελίδες που γέμισαν στίγματα και φράσεις καρδιάς. Αναγνωρίζει, πως για να πολιτογραφηθείς ποιητής χρειάζεται σοφία και σύνεση, σεβασμός και βαθιά μελέτη σε κείνα που ως τώρα έχουν γραφτεί. Τα πρώτα διαβάσματα γίνονται εμπνεύσεις στη ροή του χρόνου. Το ασήμαντο αστέρι που παίρνει σχήμα, μορφή και όνομα λάμποντας τη γνώση, σ’ ελλειπτική τροχιά.


Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

Δεν είναι τρέλα ν’ απορείς
πόση σοφία χρειάζεται να γράψεις πέντε λέξεις.

Η πρώτη φορά είναι αρκετή να σε τρελάνει.

Είναι σαν μεταμόρφωση…
κάποιο ασήμαντο αστέρι μέσα στο πλήθος των γαλαξιών
να παίρνει όνομα, να λάμπει από σοφία.

Πάνω σ’ ελλειπτική τροχιά
περνούμε τις ώρες μας, τις στιγμές μας
μια στη Σελήνη και μια στην Αφροδίτη
μας σαγηνεύουν κι ερωτοτροπούμε.

Και κλαις γιατί θέλεις να ξεφύγεις.
Κι αντιδράς γιατί στον κόσμο σου δεν θέλεις δορυφόρους,
παρά μονάχα ανθρώπους με φορτισμένη φαντασία.

Η πρώτη φορά είναι αρκετή να σε τρελάνει.


Μια κρυφή δίψα, σπρώχνει τον δημιουργό ν’ ανακαλύψει περάσματα στη μυθολογία, να τα περπατήσει, πίνοντας τη σοφία των μαρμάρων, που οι πρόγονοι οικοδόμησαν. Άλλωστε η γνώση δρα περίεργα στη ψυχοσύνθεση ενός δημιουργού. Ανατινάζει ότι μέχρι χθες ήταν γνωστό, για να ανακαθίσει μετά, διεισδύοντας παράπλευρα σε εμπνεύσεις.

Η ύλη, είναι οι λέξεις, που θα μαρτυρούν την πρόοδο στους βωμούς της γραφής, με συμβατές αναγνώσεις. Μετασχηματισμένη ενεργειακή μεταβίβαση από τον πλούτο των αναγνωσμάτων, στην προσωπική κατάθεση του δημιουργού. Αντανακλάται η πορεία του σε κείμενα, με αφετηρία το νέκταρ της γνώσης.


ΒΩΜΟΣ

Πάνω απ’ το βράχο δεν πετάξανε πουλιά
κοιτούν από μακριά τα μάρμαρα τα λευκά
κι αν ζει το πνεύμα το άφθαρτο μες στον αιώνα
οικοδομεί με μαρμαρόσκονη τον κάλπικο Παρθενώνα.

Με νέκταρ μεθούν σοφοί θεοί,
οίνο Σταγίρων στο σοφό να πιει.
Το αίνιγμα της Σφίγγας είναι δύσκολο
και το ταξίδι με πλοίο χωρίς άνεμο δύσκολο,
δύσκολο επίσης και στον κώδικα του Αριστοτέλη να βρεις λύση.
Κάποιος βωμός θα γίνει μάρτυρας
για κάποια Ιφιγένεια στην τελική κρίση.


Η βουβή ευαισθησία που γεννά τη σιωπή, γίνεται κάλεσμα στο φως, για να ορειβατεί η φωνή στις πλαγιές του λόγου. Κουρασμένες νύχτες, θα γράψει με χρώματα ανατολής ενατενισμούς, που αρμενίζουν σε ψυχοτρόπια πέλαγα. Χρωματισμένοι άνεμοι θα ανοίξουν ασκιά για να διευκολύνουν πλεύσεις σε ταξίδια που συλλαβίζουν την αφθαρσία στο χρόνο.
Τι κι αν οι καιροί είναι δύσκολοι, εξακολουθούν «ακάθεκτες οι πέτρες ν’ ατενίζουν το δρόμο προς τη θάλασσα», καταργώντας αδιέξοδα.


Η ΚΡΕΜΑΛΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Κάποιος με ρώτησε γιατί σιωπώ
κι εγώ τον άφησα να διαβάσει την αλήθεια
μέσα απ’ τη σιωπή μου.
Να δει πως απ’ τα χείλη κρέμεται
μια πέτρινη καρδιά, η βουβή ευαισθησία.

Κι εγώ άφησα το θερινό τον κήπο
και κίνησα για το βουνό
με τη θηλιά πιασμένη στις χορδές μου.
Πνίγομαι σ’ αυτόν τον κήπο
γίνανε τ’ αγριόχορτα μεγάλα και με πνίγουν.

Κει κάνω παρέα με τα πουλιά
σπάσανε οι χορδές μου
και δραπέτευσε η πρώτη μου στριγκλιά
μα κι η στερνή μου.


Ο Θάνος Κόσυβας επιχειρεί πετάγματα στην αλήθεια, στις θαμμένες μνήμες, επιχειρώντας με τις λέξεις του δραπετεύσεις προς την γαλήνη και την ελπίδα. Ξέρει καλά πως η ποίηση, όπως κι ο έρωτας, μπορούν να του προσφέρουν την λάμψη, στα σκοτεινά πεδία της λύπης. Ψηλά θα σηκώσει τα μάτια για ν’ αντικρύσει ήλιους μεσημβρινούς με θέα σε φωτεινά όνειρα.


Η ΑΝΩΝΥΜΗ

Από τον ύπνο σου ξυπνάς τρομαγμένη
κοιτάζεις απέναντι στον τοίχο την φωτογραφία μου.
Ψάχνεις στις στάχτες πάπυρους, χαμένες μνήμες
τ’ όνομά σου στ’ αραχνιασμένα συρτάρια.
Στις φλέβες σου κυλάει άφθονο νερό της λήθης
όταν μαζί ξεδιψούσαμε στην όαση του χρόνου
και το κεφάλι σηκώναμε ψηλά στον ήλιο τον μεσημβρινό,
όρκους που δίναμε παντοτινούς όταν σ’ έπιανα απ’ τη μέση
κι εσύ με τύλιγες με κισσούς και φύκια.
Την πέτρα που μου χάρισες απ’ την αμμουδιά
κι εγώ εκείνη τη φωτογραφία
στον τοίχο απέναντι να την κοιτάς
όταν απ’ τον ύπνο θα ξυπνάς τρομαγμένη.


Είναι βέβαιο, πως ο Θάνος Κόσυβας με την πρώτη του ποιητική συλλογή «σ’ ελλειπτική τροχιά», δίνει μια υπόσχεση ποίησης κι αυτή θα τη δούμε σίγουρα στο μέλλον. Άλλωστε μακρύ το ταξίδι της ποίησης και χαρά σ’ αυτούς που το διασχίζουν κι ας πονούν οι βηματισμοί σε εξαντλητικές πορείες στα κατάβαθα της ψυχής.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ – Έμυ Τζωάννου (Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ… ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ - μυθιστόρημα)

Από τις Εκδόσεις ΑλΔε, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2011, το πρώτο μυθιστόρημα της Έμυς Τζωάννου, «Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ… ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ»

Κάθε καινούργιο βιβλίο, είναι η αρχή του τέλους ενός μεγάλου ταξιδιού. Μια περιπέτεια που ξεκίνησε ως σκέψη, για να καταλήξει ένα ημερολόγιο συγγραφικής αγωνίας, ως να ολοκληρωθεί και να τυπωθεί σε σελίδες ανοιχτές που κοινωνήθηκαν πάθη.

Είχα την ευτυχία να συναντήσω πριν δυο χρόνια την Έμυ Τζωάννου ή για να ακριβολογώ, να με συναντήσει εκείνη διαδικτυακά και η ίδια να επιδιώξει να γνωριστούμε. Με τα βιβλία μου αγκαλιά πήγα να την ανταμώσω. Στα χέρια της κρατούσε τα δικά της ποιητικά έργα. Μέσα από τις λέξεις της γνώρισα την ποιήτρια Έμυ Τζωάννου που με ταξίδεψε σε ερωτικά πέλαγα κι αγάπης θάλασσες.

Από τότε μας συνδέει μια φιλία με πολλές - πολλές συναντήσεις ποιητικές και όχι μόνον. Γιατί η Έμυ έγινε η αγαπημένη φίλη, ο άνθρωπος που μαζί του μοιράζομαι προσωπικές στιγμές, σε ώρες εξομολογήσεων και δημιουργίας. Μαζί πορευόμαστε στον δύσκολο δρόμο της αναδημιουργίας των συναισθημάτων. Γιατί η Έμυ Τζωάννου είναι προπάντων βαθιά συναισθηματικό άτομο. Έτσι όλα όσα βιώνει, της επιτρέπουν να αναπλάθει το βιωμένο συναίσθημα, με λέξεις καρδιάς. Για την ίδια, δεν παίζουν πρωταρχικό ρόλο οι κανόνες της απόδοσης, αλλά το σημαντικό που πρέπει να αποδοθεί. Πάντα χαμογελαστή και αισιόδοξη, ακολουθεί τη ροή του χρόνου με θετική ενέργεια, απολαμβάνοντας την έκπληξη, που εκείνος της προσφέρει.

Είχα διαβάσει το μυθιστόρημα «Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ… ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ» από το περασμένο καλοκαίρι και γνώριζα πολύ καλά την ανάγκη της να το εκδώσει και πόσο προσπαθούσε γι’ αυτό. Ήταν ένα όνειρο, καθώς αυτά που είχε γράψει, αφορούσαν ένα ταξίδι στην ονειροθάλασσα της αγάπης. Για τούτο και σε πρώτο πρόσωπο η αφηγηματική της.


απόσπασμα, στο πιάνο ο Χρίστος Δημάκης

«Η θάλασσα, σαν μάγισσα πλανεύτρα με ξεσηκώνει με το κύμα της, με θεραπεύει με την ηρεμία και την απεραντοσύνη της και με λυτρώνει, παραδίνοντας το κορμί και την ψυχή μου στο δροσερό άγγιγμά της και στη γαλανή αύρα της.»


Θάλασσες που χωρούν μόλις σε μια ψυχή, είναι τα λόγια της. Συναισθήματα που αναδύονται από βυθούς και γίνονται κύματα για να φτάσουν γλυκά στις ακτογραμμές της ανάμνησης. Στιγμές που κλείστηκαν σε λαμπερά κοχύλια, καθώς η παλίρροια έφερε να συντροφεύσουν, να φιλήσουν την έρημη άμμο, σε ώρες μοναχικές. Αγγελούδια που υμνούν πόθους και ζωγραφίζουν τραγούδια, ζωντανεύουν τσακισμένες ελπίδες σε χρόνο διάμεσο στου απείρου την δίνη.

Πως η ίδια κατανοεί; Πως εισπράττει; Πώς αφήνεται; Πως γεύεται ηδονισμούς στα ερωτικά περάσματα, τότε που το φως ενώνεται με σκιές στις αντανακλάσεις της διάνυσης από το χθες ως το σήμερα; Είναι η γυναίκα που ερωτεύεται, αγαπά και προκαλεί την υπέρβαση της προσωπικής αντοχής της σε κείνο, που απρόσμενα ήρθε. Γιατί έτσι είναι ο έρωτας, απρόβλεπτος, ακάλεστος. Ζητά, απαιτεί να χορέψεις στα βήματα του δικού του χορού τον χορό των "γιατί", των "πρέπει" ζυγιάζοντας σιωπές, σε σχήματα που οι πιστοί επιστρέφουν σε παραδεισένιους τόπους, λύνοντας τα χέρια, για ν' αγκαλιάσουν τα όμορφα που απλόχερα δίνονται, για να επιπλεύσουν συναισθήματα από καιρό ξεχασμένα κι ηρωικά να δραπετεύσουν και να βρεθούν ενεργά, μάχιμα, στις πολεμίστρες κάστρων που εκπορθούνται, κουρσεύονται, λεηλατούνται από την αγάπη.


απόσπασμα, στο πιάνο ο Χρίστος Δημάκης

«Από αύριο θα χαϊδεύω τα σημάδια του, ανταλλάσσοντάς τα με χρώματα, αγκαλιάζοντας τη δύση. Θα αναβλύζω απ’ το βυθό της ανάμνησης…, στα απόκρημνα μονοπάτια της σκέψης μου.»


Οι εραστές που κάποτε αγαπήθηκαν πολύ, πάντα θα κουβαλούν, το μεγάλο φορτίο στις ενοχικές κατακόμβες των ματιών, για όλα εκείνα που έδωσαν και δεν πήραν, τους λεηλατισμούς στους δρόμους της καρδιάς, τις αναπόδεικτες ανακρίβειες που στοίχειωσαν στιγμές και καθόρισαν προδοσίες, διαλύοντας χαμόγελα χαράς, φέρνοντας την ανατολή σε θλίψεις.
Η Έμυ Τζωάννου θα τα ζήσει όλα κι ύστερα θα τα καταγράψει. Με την αφή φτιάχνει τα ψηφιδωτά της γραφίδας "απαλλαγμένη από τον εφιάλτη της απουσίας πειθαρχημένη στις "αχαλίνωτες μνήμες", θα αρχίσουν την φυσιολογική ροή, το στάξιμο σταγόνα-σταγόνα που γίνονται λέξεις, οι σταλακτίτες της ποίησής της με στεγνά πια τα μάτια.

Όλα ίδια κι όλα διαφορετικά σε τούτη την κατάθεση ψυχής, ριγμένα σε χρώματα, με το φως να φωτίζει το γνώριμο ύφος της. Η ποιήτρια εξελίσσει την γραφή, καθώς η ίδια εξελίσσεται, μετουσιώνοντας αποστάγματα ζωής, που κατακτήθηκαν στους πυρπολισμούς του έρωτα και της αγάπης. Εκεί που χτίζει, εκεί ακριβώς γκρεμίζει, για να επανέλθει σοφότερη, χτίζοντας από την αρχή την μυθολογία της περιπλάνησης. Οι διαδρομές είναι τα υλικά που δομούν τα οικοδομήματα των συναισθημάτων και γίνονται λόγος.

Κύματα σε άγνωστα νερά, πάθη πλέοντα σε στιγμιαίους χρόνους στους αντικατοπτρισμούς όλων εκείνων που αγαπήθηκαν στα όρια της ψυχής και του νου. Είναι το μήκος του χρόνου που φυλάχθηκε σε ληγμένους χειμώνες και χάρτινα καλοκαίρια. Με την ελπίδα, πως δεν θα φθαρούν από των καιρών τους λειμώνες. Κι όταν οι μέρες πλησιάζουν χρυσαφένια δειλινά, εκείνη επιστρέφει, επαναπροσδιορίζοντας νύχτες ναυάγια, που πια δεν την τρομάζουν. Οι απουσίες περνούν δίπλα της. Αγγίζει τα σπασμένα τους φτερά, επουλώνοντας απαλά τις πληγές που έμειναν ανοιχτές, από την εποχή που οι επιθυμίες κάλπαζαν, σε ασύννεφους ορίζοντες.

Χαρακιές της μνήμης στο γυαλί, στα λαθραία λιμάνια της υπομονής, οι θύμησες διασχίζουν ωκεανούς νοσταλγικών θαυμάτων. Επέζησαν διαρρηγνύοντας ανάσες σε στιγμές τρυφερές στις τρικυμίες των σωμάτων. Τώρα αρμενίζουν σε σελίδες λευκές με γαλαζοπράσινους φθόγγους, βάζοντας αποσιωπητικά στο τέλος της αφήγησης.

Κεντά τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος με σύμμαχο «φλέβες κεραυνών», να φωτίζουν έντεχνα του ελιγμούς στα ταξίδια της μνήμης.

Δεν σκοτώνεται εύκολα η νοσταλγία. Αξιώνεται η αλήθεια της, καθώς γράφεται νύχτες μεθυσμένες από την αγάπη στα χρυσά φεγγάρια της αναμονής, στις φορτισμένες διαδρομές λάθους, που τυραννικά εγκαταστάθηκε στις φαρέτρες της θύμησης

Αήττητα τα πάθη περιμένουν να κατακτηθούν από οράματα που εμπνεύστηκαν και εμπνέουν νέες κατακτήσεις κι ας παγιδεύουν οι μοίρες αισθήσεις στην αοριστία του χρόνου. Η Έμυ Τζωάννου θ’ ακολουθήσει τους στροβιλισμούς απέθαντων αισθημάτων, χαράζοντας προοπτικές σε βεβαιωμένες αναγνώσεις, εκείνων που επιθυμούν να καταδυθούν στις θαλασσινές αύρες της γραφής της.


απόσπασμα, στο πιάνο ο Χρίστος Δημάκης

«Θα επιπλέω στα κύματα της σκέψης σου, στη δροσιά της νοσταλγίας σου, στη φθορά της εμπειρίας σου, στις ξάγρυπνες νύχτες σου, θα κεντάω τη μορφή μου στα μάτια σου, ανασταίνοντας τις αγκαλιές του έρωτά μας…
Πίσω από τους λησμονημένους ήχους των λόγων μας …, θα ξεθωριάζουν οι εικόνες μας …
Ουράνιες αστραπές απ’ τις εικόνες μας, θα καθρεφτίζονται στο βλέμμα σου, παιχνιδίζοντας στον ήλιο τη λάμψη τους…
Θα μείνει ο απόηχος από τα βλέμματά μας, τα σημεία του πάθους, τα χάδια που δεν τέλειωσαν……»


Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω, πως η Έμυ Τζωάννου είναι προ πάντων ποιήτρια και σαν ποιήτρια αντιμετωπίζει την συγγραφική της απόπειρα, γράφοντας λέξεις ποιητικές. Πέρα από την αφηγηματική και τους διαλόγους, κάποια σημεία επιλέγει συνειδητά ή ασύνειδα να τα εντάξει σε μια ποιητική φόρμα, με συγκεκριμένο σχήμα, ενώ κάποια άλλα, ρέουν απλά την ομορφιά του ασχημάτιστου λόγου, με άκρως ποιητική έκφραση.


απόσπασμα, στο πιάνο ο Χρίστος Δημάκης

Στα ακριβά μου αναφιλητά
Ηχεί η σιωπή της απουσίας σου
Στις χώρες της ψυχής μου
Οι αναμνήσεις

Ποια δύναμη μ’ ενώνει με τη Μαρτιάτικη παρουσία σου ;
Οι ανάσες των χθεσινών διάφανων ουρανών
Σημάδια στο κορμί μου και στις μνήμες μου
Που με περιφέρουνε απαλά
Στα πέπλα από τις μέρες και τις νύχτες μας

O Έρωτά μας νησί
Που το χτυπάνε οι άνεμοι
Και το πνίγουνε τα κύματα
Από την τρικυμία της ψυχής σου.

Είχα καταλήξει ότι τελικά, είχα ζήσει ένα όνειρο σε παραμυθένιο σκηνικό, χτισμένο στην άμμο. Στην άμμο, όπου ο Ρόμπυ έκτιζε την κάθε ενθουσιώδη σχέση του. Ο χρόνος κυλούσε σε κλεψύδρα, αλλά εγώ δεν το ήξερα, νομίζοντας ότι η διάρκεια ήταν εξασφαλισμένη από το έντονο πάθος μας και την απίστευτη έλξη.
Έτσι, όταν ο άνεμος έλυσε τα σχοινιά που νομίζαμε ότι μας κρατούσαν δεμένους γερά, παρασύροντας όλα τα παραμυθένια σκηνικά μέσα στα οποία είχαμε ζήσει, ήμουν απροετοίμαστη να το βιώσω.
Τώρα έπρεπε να κτίσω μια νέα πραγματικότητα, που να ρέει και να εξελίσσεται ισορροπημένα, ξαναβρίσκοντας τους αγαπημένους ρυθμούς μου δίπλα στην αληθινή αγάπη, φτιάχνοντας τη λίστα με τις επιθυμίες να ελπίζω και να ονειρεύομαι ότι θάρθουν κι άλλες δυνατές στιγμές στη ζωή μου.

Yπάρχει πάντα ένα καλοκαίρι υπερμεγενθυμένο και μεταφυσικό που μας στιγματίζει, που γράφεται ανεξίτηλα στη μνήμη μας για πάντα και αφήνει το αποτύπωμά του στο χρόνο για πολύ καιρό μετά.
Ένα αθάνατο καλοκαίρι Αγάπης !

Γνώριζα ότι είχα ζήσει στιγμές ευτυχίας κι αυτές ήταν εκεί για πάντα καρφωμένες στη μνήμη μου. Κανένας δεν θα μπορούσε να μου τις πάρει. Θα τις φυλούσα στις σελίδες της καρδιάς μου σαν πολύτιμο μυστικό.

Άλλες φορές πίστευα ότι :
Κάποια πράγματα είναι μοιραία και συμβαίνουν για να καθορίσουν ή να ξεδιαλύνουν κάποιες καταστάσεις. Η μοίρα είναι αυτή που καθορίζει, τις πιο πολλές φορές.

Ένας μεγάλος έρωτας που ήταν καθοριστικός για μας και μας έχει σημαδέψει το πέρασμά του και η παρουσία του στη ζωή μας, για όποιους λόγους κι αν έληξε, είναι ιερός.
Είναι ένα συναίσθημα, μια καταιγίδα ή ένα πυροτέχνημα, που μας έκανε να νιώσουμε την απόλυτη ευτυχία και κάποια στιγμή και τον απόλυτο πόνο. Κάτι που το ζήσαμε στο απόλυτο και θα μείνει πάντα γραμμένο – σφραγισμένο στα φύλλα της καρδιάς. Σαν ένα όνειρο, που έρχεται αναπάντεχα να μας κάνει να ξαναζήσουμε συναισθήματα μέσα από αυτό, λες και μας υποδηλώνει, ότι έχουν παραμείνει ανεξίτηλα, παρόλο που χρονικά θεωρούνται ξεπερασμένα κι όμως ζουν προς μεγάλη έκπληξή μας στο υποσυνείδητο μας.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - Μίνα Παπανικολάου – Τάσος Σταυρακέλης

Μίνα Παπανικολάου - Τάσος Σταυρακέλης ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ. Με διαφορά μηνών κυκλοφόρησαν και οι δύο ποιητικές συλλογές το 2011.Όραμα κοινό η ΠΟΙΗΣΗ.

Για την Μίνα Παπανικολάου «Σελήνης αντικατοπτρισμοί», για τον Τάσο Σταυρακέλη «Οι κραυγές της σιωπής». Που συναντώνται οι αντικατοπτρισμοί και που τέμνονται οι κραυγές στα παιχνίδια των λέξεων;

"Πάλι ξενύχτησες γράφοντας όνειρα ... σ΄ έναν κόσμο που σου κόλλησαν τη ρετσινιά του ονειροπόλου." θα πει ο Τάσος.

"Ακόμα ξαφνιάζομαι κάθε ξημέρωμα κι ακόμα αμφιβάλλω κάθε απόβραδο.." θα πει η Μίνα.

Κάπως έτσι ξεκινά η εσωτερική διαλεκτική, με τους δύο ποιητές ν’ αναζητούν εκείνες τις λέξεις, που θα απογειωθούν από τα ιδεοδρόμια της ψυχής τους και θα προσγειωθούν στις τυπωμένες σελίδες. Είναι οι αφηγηματικές των καταθέσεων στο ασύνορο του ονείρου. Αδιάβατοι δρόμοι και σκοτεινά αδιέξοδα που θέλουν να περπατηθούν και να φωτισθούν, οι λύπες της μεγάλης τρικυμίας. Έχουν την γεύση της αλήθειας οι στίχοι, στις υφάλμυρες λιμνοθάλασσες της λύπης. Μικροί ήρωες άυλων μαχών, ακολουθούν τυμπανισμούς στα πεδία της ποίησης με σταθερούς βηματισμούς. Αφουγκράζονται ήχους και μνήμες, στα ολοκαυτώματα της αγάπης.

Ένα ταξίδι στο όνειρο, στις τεκτονικές πλάκες της ανάμνησης, εκεί που πάντα επιθυμούν να ανακαλύψουν την ταυτότητα του νερού στα δυο δάκρυα, που από μάτια τρέχουν. Στην άδολη αγάπη που υψιπετεί στα κοιμητήρια της θλίψης, για να προσκυνήσουν πρόσωπα περασμένα και πόνους μυστικούς στης απραξίας το χάδι με άφωνους διαλόγους, που φωνάζουν το πολύ των συναισθημάτων. Νύχτα ρίχνουν τα δίχτυα αλιεύοντας συναισθήματα. Σκάλες κρεμούν στο φεγγάρι για να καταλαγιάσουν οι πόνοι. Με τις θύμησες να φράζουν τα αποστακτήρια ερωτικών αποσταγμάτων. Στάλα τη στάλα θα στάξει το άρωμα της γραφής στα μπουκαλάκια της καρδιάς, ώσπου να συλλεχτούν τ’ ακριβά αιθέρια έλαια της απόσταξης.

Στη Μίνα Παπανικολάου, αναγνωρίζουμε την απόφαση των λέξεων να αποκαλυφθούν και να χαράξουν σελίδες, στάζοντας το αίμα του ποιητή, βραδιές που η σελήνη αντιφεγγίζει στα πιο απόκρυφα μυστικά τις ενδότερες ενδοσκοπήσεις.
Επιχειρώντας την ανάγνωση στο "Σελήνης Αντικατοπτρισμοί" τη νέα ποιητική συλλογή της Μίνας Παπανικολάου, πάντα βρίσκομαι γύρω από τον δημιουργό και τι έχει να δώσει, τι τον οδήγησε σ' αυτή την καταγραφή; Κι όμως τα χέρια δεν ξεχνούν να γράφουν ότι το σώμα θυμάται, ότι ο νους αναπολεί σε βράδια παρηγοριάς. Η ίδια, αντί προλόγου ερμηνεύει τις δικές της προθέσεις, εν αναμονή μιας άνοιξης που έρχεται, φθάνει.."Ακόμα ξαφνιάζομαι κάθε ξημέρωμα κι ακόμα αμφιβάλλω κάθε απόβραδο" θα πει, δείχνοντας έτσι την μυστική αναχώρηση που καλείται να κάνει, κάθε φορά που ένα ποίημα γράφεται. Εδώ δεν αναζητείται το ύψος. Άλλωστε τα μεγάλα λόγια κι οι υπερβολές δεν είναι χαρακτηριστικό της ποιήτριας. Απλά δαιμονίζεται, ανεμίζεται, σκορπίζεται, γίνεται σκόνη στο ελάχιστο μόριο που κάποιος θα συναντήσει και θ' αναγνωρίσει τον κόπο, τον πόνο, την μετάγγιση των αισθήσεων στο χαρτί, για ν' αποκαλύψει στους άλλους και να αποκαλυφθεί το ματωμένο συναίσθημα που φεύγει και πάει για το άγνωστο, αφού μέχρι τώρα έτσι κι αλλιώς, τα άγνωστα μέσα της ανακαλύπτονται.
Η εσωτερική συνομιλία είναι η υπέρβαση του συνειδητού, που πλέον αποκόπτεται από τα τετριμμένα και καθημερινά , από τα πρέπει και δήθεν, ως να φτάσουν να γίνουν "είναι" που είναι η προσωπική αλήθεια κι η κατάθεσή της που γίνεται Τέχνη. Είναι η ανάμιξη μ' ένα παρελθόν, που πέρασε σε διαλεκτική με την μνήμη, μπροστά στον καθρέφτη της ομηρίας. Ανάρμοστη, απροσάρμοστη στα ραγίσματά του, αντανακλάται στα σπασμένα κομμάτια, στις φωνές που έρχονται και ξαναφεύγουν, στις συγκρούσεις που ματαιοπονούν κομματισμένες ψυχές.

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (απαγγελία Φάνυ Πολέμη)

«Για να κατακτήσεις τους ουρανούς και τ’ άστρα τους,
ρίξε άγκυρα πρώτα στις στεριές
δέσε με όρκους ακριβούς
αγαπημένες φυλακές και λεύτερες ανάσες.»

Φθινοπώριασε

Μου αρέσει η αλλαγή των εποχών,
κοιτώ πως γίνεται το κόκκινο – χάλκινο στων δέντρων τα ακροδάχτυλα,
το πράσινο-κίτρινο στις γλάστρες με τον βασιλικό,
το γιασεμί παραμένει πεισματικά ανθισμένο,
το γαλάζιο του ουρανού γκρίζο,
η θάλασσα λίγο ν’ αγριεύει…
χωρίς να σε βαραίνει αυτή η αλλαγή, έτσι, επειδή είναι ώρα ν’ αλλάξουμε τα χρώματα…
Ανοίγω το βλέμμα στο καλημέρισμα της βροχής.
Θα βγω
με το ίδιο χαμόγελο που αντάμωνα τον ήλιο.
Βροχή μου, καλοδεχούμενη!

Η Μίνα Παπανικολάου δεν είναι η Μίνα που ξέρουμε, είναι η ποιήτρια που σχηματοποιεί τα μορφώματα και γίνονται ποίηση στις χαρτογραφήσεις των ορίων, στα ορόσημα υπερβατικής συμπεριφοράς, που πια δεν πληγώνει, αντίθετα λυτρώνει τον ποιητή. Κοιτάζει κατάματα το αναγνωστικό κοινό και στέκεται όχι απέναντι, αλλά δίπλα στις λέξεις της, υπερασπιζόμενη τα «θέλω» της, για να πει ακριβώς εκείνα που θέλει να πει.

Δεν θα βρούμε στην γραφή της σκηνικά άγνωστα, καθώς βρίσκουμε στα λόγια της χαραυγές που μαζί τους ξυπνήσαμε κι εμείς. Κι όσα το σφουγγάρι μάζεψε τώρα το στραγγίζει στην αρχή του νέου της ταξιδιού. Τινάζεται από πάνω της όλο εκείνο το δέρμα που γδάρθηκε στις αναπόφευκτες διαδρομές. Δεν λησμονά, πως άλλωστε να λησμονηθεί ο φόβος κι η θλίψη άρνησης του ονείρου, νύχτες που η σελήνη αντικατοπτρίζει σκέψεις επουλωμένες πια, γιατρεμένες από τα όμορφα που στήθηκαν στο οικοδόμημα της ποίησης.

Για τον Τάσο Σταυρακέλη, ποίηση ερωτική, που αναβλύζει την ασίγαστη επιθυμία για επιβίωση, στις μετωπικές των συναισθημάτων. Εσωτερικά τοπία που αφηγούνται, επαναπροσδιορίζοντας προαιώνιους φόβους και δισταγμούς, σε κρυφούς πόθους. Μικρά ουράνια τόξα, που καταδιώκουν και καταδιώκονται από σιωπηλές βροχές, με ταξίδια στο όνειρο. Αμετάφραστοι στίχοι κρυπτογραφούν χρώματα στα ιδεοδρόμια της λύπης.
Δεν είναι εύκολο για τον ποιητή, να αποκαλύψει τους ναυαγισμούς της ψυχής, στους ωκεανούς των αισθημάτων. Είναι εκείνος, που κοινωνεί στα σκοτάδια, την ελάχιστη ελπίδα για φως, που δίνουν χαμόγελα φωτεινά και χέρια ζεστά. Διαμελίζεται στη λάμψη, επιπλέοντας στο σκοτάδι της μοναξιάς, με αγορασμένα αποτυπώματα σε σεντόνια, κρατώντας το λίγο μιας επαφής.

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ(απαγγελία Φάνυ Πολέμη)

Έβγαλα από το μπαούλο της ψυχής μου
σεργιάνι στους αφιλόξενους δρόμους
της γκρίζας πόλης,
όλα τα θέλω μου,
κάτω απ’ τ’ αστέρια
σκότωσα όλα τα πρέπει και τα μη,
και με το αίμα τους έγραψα
στο τετράδιο της καρδιάς μου την λέξη «ελευθερία».
Έσπασα τα δεσμά μου.
Γιατί η ελευθερία δεν φορά χειροπέδες και φίμωτρα…

Πάντα ο ίδιος κόμπος στον λαιμό, όταν αδέσποτες νύχτες ματώνουν εκείνο που φεύγει νωρίς, χωρίς να προλάβει να το γνωρίσει. Αποκωδικοποιεί υποσχέσεις κομματισμένες με σιωπές που πληγώνουν. (Α)-συνήθη παραγγέλματα ακροβατούν ανάμεσα σε λόγια φτηνά κι αστεία γνωστά. Κι είναι η ψυχή που ζητάει να γαληνέψει στις παγωμένες περιπολίες. Ανταριάζεται με δανεικές χαρές, ρουφώντας αλύπητα τον δροσερό αέρα μιας ψεύτικης και δηλητηριασμένης αγκαλιάς. Αιωρήσεις που δεν αντέχουν σπίθες ματιών σαν φέγγουν σκοτάδια. Σαν Μαύρο πουλί που γλιστρά απαλά, για να πετάξει στην πιο βαθιά νύχτα. Κραυγές που θρέφουν την σάρκα στις αιχμαλωσίες του χρόνου, εγκλωβίζονται στους ιστούς μιας αράχνης αμνήμονης στο παρελθόν της αβύσσου. Προσκυνητές του εφήμερου, με αγοραίους έρωτες να εξαγνίζουν αμαρτωλά κορμιά αθωώνοντας πόθους στις μοναχικές εγκαταλείψεις.

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - Συνομιλία με τον έσω εαυτό (απαγγελία Κατερίνα Καρύδη)

Συνομιλία με τον έσω εαυτό
Μεταξύ μας:
–Σκέψου, σκέψου και πες μου, τί περιμένεις σήμερα;
–Από το σήμερα, από το αύριο, από όλα όσα μας
πληγώνουν ή μας δίνουν χαρά;
Από εκείνα που λένε “είμαι” “έχω” “θέλω” “ελπίζω”
“προσφέρω” “υπάρχω”.
Και πώς τα βάζεις σε σειρά;
–Ποιο είναι πρώτο, ποιο περιμένει τη σειρά του,
καθώς νικά το επείγον;
Οι Σκέψεις γίνονται εικόνες, ήχοι, έργα.
Η δημιουργία ξεκινά από την απορία, την
περιέργεια, την ελπίδα.
Κι η Τέχνη με Τέχνη ας αναδυθεί.
Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω ,αν τη συναντήσω, θα τη χαρίσω"

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - Στη Θάλασσα της ψυχής σου (απαγγελία Γιώργος Βουζουλίδης)

Λαμνοκοπώ στη θάλασσα,
και στο γαλάζιο των ματιών σου
ψάχνω κρυμμένους κώδικες
στα σινιάλα των φάρων
της ψυχής σου.
Με ένα νεύμα σου,
στην καρδιά σου να τρυπώσω
και κάθε πίκρα σου
στον ωκεανό της λήθης να τη ρίξω…

Ο Δημήτρης Ερατεινός τραγουδά:
Τζίλντα
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Νίκος Αντύπας

Για τους ποιητές μας, Μίνα παπανικολάου και Τάσος Σταυρακέλης, η αγάπη είναι λυγμός στο σταυροδρόμι της αναζήτησης. Σε ποιο στόμα, σε ποια χείλη θ’ αρμενίσουν τραγούδια; Μεσίστια ανεμίζουν στα κατάρτια, στάζοντας αιμάτινες στάλες σπαταλημένων λέξεων στα πληκτρολόγια της υπομονής, μεταγγίζοντας αισθήσεις στο χαρτί. Θανατηφόρες προσκρούσεις με τα κύματα, που ταξιδεύουν ζωές στο αλησμόνητο χθες. Εικόνες μοναξιάς σε ώρες που η θλίψη θρυμματίζει και θρυμματίζεται σε κρύσταλλα, αντανακλώντας τα πολλά πρόσωπά της. Μετράει τον χρόνο μόνη, τον δυναστεύει, τον σκοτώνει, για χάρη μιας χίμαιρας ονείρου, στης ζωής το μονοπάτι. Εφησυχασμένη μετά, θα διηγηθεί αήττητες θραύσεις στα ορυχεία της ψευδαίσθησης. Θα την αγαπήσει σε καιρούς που η χειμερία νάρκη των αισθήσεων θα ξυπνήσει, καταγράφοντας όλο το φως της αναβιωμένης ανάμνησης.

Η ποιήτρια μας χαρίζει τον δικό της παράδεισο, τον χτισμένο, πότε με απαλά σύννεφα και πότε μ' αντάρες και καταιγίδες, στήνει το δικό της δίχτυ στην ανάμνηση από ένα παρελθόν που έφυγε, αλλά κι από ένα μέλλον που ακόμα δεν ήρθε. Κατοικεί στην στεριά, αλλά και στον ουρανό έχει χτίσει ένα άλλο σπίτι με αρχιτεκτονικούς γοτθικούς ρυθμούς, για ν’ αγγίζει αισθήσεις ξάγρυπνες. Κάνει το αδύνατο δυνατό, εφευρίσκοντας τρόπους, με τραβηγμένες κουρτίνες, για να μπαίνει το φως κι οι άγγελοι που το μεταφέρουν. Της μοίρας τα κύματα προκαλεί, να ηχήσουν το βουητό, να χτυπήσουν το βράχο, να τον σπάσουν για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό μιας καρδιάς, που υπομονετικά περιμένει να την ανακαλύψουν. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι, ήρωες και ηττημένοι. Η νίκη είναι απώλεια κι απώλεια απόγνωση στα σκοτεινά θέρετρα της θλίψης.

Για τον ποιητή, υπάρχουν αποτεφρωμένες μνήμες, ηδονικές, που αγαπούν ένα ψέμα, καίγοντας σκιές στα κρεβάτια της λήθης. Γιατί έξω από το δίκαιο κι από το άδικο ορίζονται τα συναισθήματα. Άλλωστε, οι σκιές δεν ορίζουν φεγγάρια ολόγιομα σε ασέληνες νύχτες. Σε απατηλά βράδια, σώματα λατρεύονται, για μια νύχτα μόνον στις περιπέτειες της αποπλάνησης.


ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (απαγγελία Κατερίνα Καρύδη)

«Αδιανόητο να χαμογελώ, την ώρα της θλίψης σου,
την ώρα της πιο μεγάλης σου τρικυμίας»

Χωρίς αντικατοπτρισμούς

Ποτέ δεν είδες
Ποτέ σου δεν άκουσες.
Μία ήταν πάντα η αλήθεια
πίσω απ’ τα ραγισμένα μάτια,
πως όχι άλλωστε;
Μία απλή αλήθεια, μα δεν την είδες.
Βουτηγμένος σε μεγαλόπνοα σχέδια,
σε μάχες αδηφάγες,
χάραξες πιο βαθιά τον καθρέφτη.
Μα εγώ πίσω από αυτόν
σε βλέπω καθαρά
χωρίς αντικατοπτρισμούς
χωρίς παραμορφώσεις
χωρίς ομορφο-ποιητικούς φακούς.
Όπως είσαι,
ακριβώς όπως είσαι.
Η ραγισμένη συνείδηση της αγάπης.

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - Alma libre (απαγγελία Γιώργος Βουζουλίδης)

Δέξου την αγάπη μου.
Μια αχτίδα φωτός είναι
που σε μια χαραμάδα ζωής
θέλει να φωλιάσει.
Δέξου το φιλί μου.
Δραπέτης της μοναξιάς είναι που ελευθερία ψυχής αναζητά
να ξαποστάσει. Δέξουμε,
Έτσι, όπως είμαι.
Ένα αμαρτωλό κρινάκι
που ο άνεμος συνέχεια παρασύρει σε Δαίμονες,
και που συνέχεια πολεμάει την σκιά του εαυτού του.
Δέξουμε.
Καθρέφτης είμαι,
κοίτα μέσα κι αγάπησε,
νιώσε με, και αν με σπάσεις,
έλα ένωσέ με…

Ο Πάνος Λαμπρίδης τραγουδά:
Κάποτε θα'ρθουν
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης

Αναζητούν υποσχέσεις στους θλιβερούς κύκλους που έκλεισαν. Λυτρωμένοι θ’ αναγνωρίσουν, πως κατακτήθηκαν από άυλα όνειρα, με δριμύ πόνο. Τώρα κυλά απαλά στα προσκυνητάρια, με τα χέρια να γράφουν την αρχή και το τέλος εκείνου που άδοξα έσβησε. Δεν μπορούν να μισήσουν. Ταγμένοι στην αγάπη κυνηγούν τα «θέλω», τα «όχι», τα «πρέπει», τα «μη», πίσω από κλειστά παράθυρα. Μεταξένιες αισθήσεις στα περιθώρια της λύπης, στα ηρωικά χαρακώματα της ποίησης, που φεγγοβολούν φτερουγίσματα. Αερικά που ζουν και δροσίζουν με την ανάσα τους τις έρημες στέπες της γραφής τους.
Φιλντισένια εδώλια στους βωμούς ανειρήνευτων αναζητήσεων. Εκτεθειμένα αφήνονται στο φως. Με τρεμάμενη φωνή καλούν τον άνεμο να ταξιδέψει πνοές σε απάτητα σύμπαντα. Τι κι αν υπήρξαν πτώσεις πολλές. Τι κι αν μάτωσαν ακροβατώντας στην σκηνή του παράλογου; Ξεχασμένες μα όχι λησμονημένες ιστορίες, από ένα παρελθόν που δίκαια τους ανήκει. Καταφύγιο μοναχικών καταδύσεων, στα αποκηρυγμένα βάραθρα της νοσταλγίας.

Στη Μίνα Παπανικολάου το ταξίδι στις άκρες του ουρανού δεν έχει τέλος. Με νέες φόρμες αντικαθιστά τους τίτλους με αποστάγματα, στα ικριώματα των στίχων. Εισάγει μια νέα ακολουθία στην ολοκλήρωση της θεματολογίας, καθοδηγούμενη από την δυνατότερη δυνατή ανάγκη να κρυσταλλώσει τον λόγο σε μια γραμμή μόνο, για την ποιητική παραπομπή, μετρώντας ένα - ένα τ' αστέρια που φωτίζουν τον δρόμο της. Στα τοπία της δεν υπάρχουν τελείες, αλλά αποσιωπητικά, που συνοψίζουν την συνέχεια των μεθυσμένων ιστοριών, που δεν έληξαν, αλλά κατ' εξακολούθηση διαπράττονται, απενοχοποιημένες από στεγανά και πρότυπα, που άλλοι εμφύσησαν κι έντυσαν κυτταρικούς ιστούς, τίκτοντας την εξελικτική αναζήτηση στον αέρα. Μόνον που εκεί όλα πληρώνουν ακριβά το τίμημα ανεξάρτητης και προσωπικής ενδελέχειας για ένα και μοναδικό άγγιγμα. Να χωρέσουν οι στίχοι σ' ανατολή και δύση, καταργώντας ερινύες ή μεταπλάσσοντας την παλιά σκουριά σε ανοξείδωτο κράμα, ώστε να παραμείνει αλώβητο στις οξειδώσεις του χρόνου.

Στον Τάσο Σταυρακέλη λεηλατημένοι σπαραγμοί από αλυσοδεμένα φαντάσματα, κρύβονται σε γιορτές, σε νικητήριους θανάτους πνιγμένους μόλις σε μια σταγόνα ευτυχίας. Κι ούτε λόγος για αγάπη, για φτερά που θέλησαν να υψώσουν το λάβαρο του έρωτα πάνω από τα θραύσματα του πάθους. Τρικυμισμένοι εραστές θα ναυαγήσουν άλλη μια νύχτα στους όρμους της θλίψης.

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ (απαγγελία Κατερίνα Καρύδη)
Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος

Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα - βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν."

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - ΕΚΠΤΩΤΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ (απαγγελία Γιώργος Βουζουλίδης)

Άγγελοι με φτερά τσακισμένα,
σαν μαριονέτες που το νήμα τους
κόπηκε, και μετέωρες έπεσαν
σε μια αφιλόξενη στείρα γη.
Φτερούγες ματωμένες από βέλη φαρμακερά,
Φτερούγες που για λίγο υψώθηκαν και έπεσαν
άδοξα σε μια ουτοπική σκηνή
παίζοντας σε έργο που δεν ήξεραν
χωρίς θεατές, στο θέατρο του παραλόγου.
Κορμιά, έκπτωτοι άγγελοι,
που πλήρωσαν το τίμημα να ζήσουν ελεύθερα,
σαν αετοί,
μα στον πρώτο κεραυνό χτυπήθηκαν.
Κορμιά, Έκπτωτοι Άγγελοι.
Σαν κι αυτά της πλατείας,
που τα κοιτάς φοβισμένα και φεύγεις,
λες και θα μιάνουν την δική σου τη ζωή…

Τις νύχτες μεγαλώνουν οι εφιάλτες που κατασπαράσσουν την αθωότητα. Μια σπίθα απ’ τα μάτια τρυπάει το παρελθόν, προσδοκώντας να σπάσει το βλέμμα τ’ ουρανού στις εξόριστες ιεροτελεστίες της απόγνωσης. Αλύπητα εισχωρεί η μοναξιά στα κορμιά. Σώματα που διψούν να δαμάσουν, να ξεκλειδώσουν άλλα σώματα, υπερασπιζόμενα την ελπίδα σε αδειανούς δρόμους. Φυλακίζονται σε ερείπια σπασμών, σβήνοντας σκέψεις στα επικίνδυνα τοπία αγγιγμάτων.

Στην Μίνα Παπανικολάου, μπλέκουν κάποια στιγμή οι ανάσες και γίνονται "ανάσα", μία και μοναδική διαδρομή έκφρασης της ζωής. Χωρίς πολλαπλές εκπνοές, αναγεννούν την αγάπη, με αυτοθυσία τα δάκρυα που πέφτουν και μαραίνουν πληγές. Γητεύουν με επιθέματα συναισθημάτων την αξία της ζωής, που ακροβατεί στο ωραίο, στο υψηλό, στον ενατενισμό του ιδεατού, καθώς υπηρετείται και υποτάσσεται γλυκά, αυτοθυσιάζοντας τα εύκολα για τα δύσκολα. Εναρμόνιση και αποδοχή ληγμένης μελάνης, που θα γράψει αρμονικές πτήσεις ζωής, για τα πεπραγμένα που ξημερώνουν σε σταθμούς καημού και λύπης. Δραπέτες απόκληροι μιας άλλης εποχής, καρφώνουν τα δικά τους καρφιά σε ανοιγμένες καρδιές, λάμποντας σαν φωτοβολίδα που σκάει το αίμα καθώς εκτινάσσεται σε κανονικούς ανθρώπους, υψώνοντας ρομφαία στο απρόοπτο.

Στον Τάσο Σταυρακέλη, έκπτωτοι άγγελοι πιασμένοι στην απόχη των λυγμών. Με την μοναξιά να λιώνει, να ματώνει τα σπασμένα φτερά τους, στους καθεδρικούς ναούς της θλίψης. Κυλούν αιμάτινες στάλες στα τζάμια, στις εικόνες των κολασμένων άγιων της αγάπης. Στου πυρετού το ψέμα αναζητούν «φυσαλίδες επιβίωσης», βάζοντας ελπίδα στα πόδια, για να σώσουν και να σωθούν από τους λαβύρινθους της αβεβαιότητας, με την βεβαιότητα πως όλα όσα συμβαίνουν οδηγούν στην Εδέμ της ευτυχίας.

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - ΑΤΙΤΛΟ (απαγγελία Γιώργος Βουζουλίδης)

Δάμασε το άτακτο σώμα μου,
αυτό που τις νύχτες
σαν εξόριστος του έρωτα
με τη σκιά του πιάνει
σιγανή κουβέντα.
Σε αξημέρωτα σκοτάδια απόγνωσης.
Σκοτάδια, και η μοναξιά
να με κατασπαράσσει…


ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ (απαγγελία Κατερίνα Καρύδη)

Βήματα αχνά,
σε μια νύχτα σαν την αποψινή,
όλο πιο κοντά στην αλήθεια μας.
Νοιώθω να νυχτώνει πιο γρήγορα.
Μα γιατί τρέχει η νύχτα;
Μα γιατί τρέχεις εσύ;
Δεν υπάρχουν σκιές πια.
Όσο ο έρωτας κυβερνά αυτές τις ώρες
δεν υπάρχει νύχτα.
Λύκνο να ξαποστάσεις η καρδιά μου.
Έλα.
Γείρε,
κλείσε δυο μάτια μελένια
σαν ζαχαρωμένα σύννεφα.
Ποιος θα ταράξει τα όνειρά σου;
Φύλακάς σου θάμαι
γερμένη κλαίουσα.
Φύλακάς σου θάμαι
Αγιόκλημα στα δάχτυλα πλεγμένα τα μαλλιά σου.
Και φως ανέσπερο
για τα σκοτάδια
που καμιά φορά σκιάζουν τις σκέψεις σου.
Γείρε
κι άκου της νύχτας μας το μέρωμα.
Μα ποια νύχτα αντέχει να προβάλει
σαν είμαι εδώ, φύλακάς σου;

Πάνος Λαμπρίδης & Δημήτρης Ερατεινός (τραγούδι)

Η ποιήτρια ψάχνει στην κόλαση τον δικό της παράδεισο, με τον "Μονόλογο από το Α ως το Ω του ΑγαπΩ", όλα εκείνα που αναδύονται με αίσθημα ελευθερίας, με Φως, με Αγάπη, τιμώντας αξίες κι αρετές που αν κι εμφυτεύθηκαν στην συνείδησή της, εντούτοις η ίδια καλλιέργησε, αξιοποίησε και ανάδειξε με τον τρόπο που ζει, που ονειρεύεται, που υπάρχει. Με επιλογές που τίμησε και την τίμησαν προχωρά στα δύσκολα μιας ζωής μικρής, γευόμενη την χαρά της δημιουργίας, με μια ευχή στην καρδιά, στο μυαλό, στο χέρι που απλώνει για ν’ αγγίξει το μικρό κομμάτι ουρανό που της αναλογεί, με την βεβαιότητα, πως το όνειρο είναι ένας ποταμός, που κυλάει σε όμορφες όχθες.

Για τον ποιητή, η κλωστή που τον δένει γίνεται ποτάμι. Βυθίζεται στις όχθες φιλντισένιας νύχτας, χρωστώντας την αθωότητα της ψυχής, σε δυο ροδοπέταλα αφημένα γλυκά, στα πέταλα της καρδιάς. Η όαση της αγάπης, τραγουδισμένη με συναξάρια αντάμωσης τον καλεί σε περίπατο, που σεργιανούν χαρές ελευθερίας.
Η ποίηση του δίνει την δυνατότητα να ξορκίσει και να κυνηγήσει τους δαίμονές του, αναβιώνοντας μνήμες. Επιθυμεί να εξιλεωθεί από αμαρτήματα σκονισμένων ονείρων στα συρτάρια της απόγνωσης, ως να πνιγεί ξανά, σε αιμοστάλαχτα φεγγάρια ερώτων. Δεν χωρούν στην βροχή του «σταγόνες λησμονιάς» που πολύ τον πόνεσαν παρά μόνον στάλες που πλένουν γλυκά τα διαμαντάκια της ψυχής του.

ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - ΜΙΑ ΑΣΕΛΗΝΗ ΝΥΧΤΑ (απαγγελία Γιώργος Βουζουλίδης)

Τίναξε τις φτερούγες σου,
τις ποτισμένες με δάκρυα
και αίμα της ψυχής σου
και πέτα στην δική σου
την Εδέμ - μου είπες.
Δραπέτευσε απ’ τα σκοτεινά
τούνελ της σκέψης,
σ’ αυτά, που χρόνια τώρα
ερωτοτροπούν έρωτες δυνάστες
με τη μοναξιά,
σ’ έναν έρωτα θανάτου.
Βγες στο φως, σμίξε μαζί του
είπες, κι ύστερα χάθηκες,
στο έρεβος μιας ασέληνης νύχτας.
Αφήνοντας το μόνο αποτύπωμά σου,
ένα δάκρυ στο σεντόνι να στεγνώνει, σαν λεκές
από τα πάθη της δικής σου της ζωής…

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ - ΩΔΗ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ (απαγγελία Κατερίνα Καρύδη)

Λέξεις,
λόγια,
σύμβολα
καινά
κενά.
Ήχοι,
φωνές,
εικόνες.
Στις σιωπές γεννήθηκες.
Πώς να σε λατρέψουν οι λέξεις;
Αδυνατούν
σβήνουν
εξαϋλώνονται.
Σκόρπιοι ψίθυροι
αύρες εσπερινές
κραυγές λατρείας.
Φεγγάρι,
τόσο μακρινό και αντίκρυ μου.
Λάμψε.
Η καινή σιωπή θα σε τιμά
θα ραίνει ευλογημένο μύρο αγάπης
στα ακροδάχτυλά σου.
Μα εσύ στο μεσουράνημά σου
μόνο λάμψε.

Ο Πάνος Λαμπρίδης τραγουδά:
Έβδομος φόβος
Στίχοι:Πάνος Λαμπρίδης
Μουσική:Πάνος Λαμπρίδης

Ο Δημήτρης Ερατεινός τραγουδά:
Κάτω απ' τη μαρκίζα
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου.
Μουσική: Γιάννης Σπανός.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ – Ζωή με λες

«Στα μάτια σου * γίνομαι ένας μικρός κόκκος σκόνης * Κι αν με φυσήξεις * θα χαθώ στο ατέρμονο άπειρο * να μη με ξαναβρείς μπροστά σου * Να μην υπάρξω ποτέ ξανά μου».


Λόγια του Γιάννη Φιλιππίδη, από την καινούργια του συγγραφική έκπληξη, «ζωή με λες», που κυκλοφόρησε από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, τον Δεκέμβριο του 2011.
Οι λέξεις του δένουν αρμονικά με το φωτογραφικό υλικό της Ρενέ Ρεβάχ, υποβάλλοντας τον αναγνώστη σε μια προσεχτική παρατήρηση τόσο της εικόνας όσο και των λέξεων του δημιουργού.

Είναι που αναζητά μια νέα φόρμα, για να εξορύξει την έμπνευση και να τοποθετήσει τον πνευματικό πόνο του, με την σεμνότητα και το ήθος που τον διακρίνει. Έτσι οι φθόγγοι, τα γράμματα οδηγούν τα νοήματα στο χαρτί και γίνονται ύλη που σχηματοποιείται σε εικόνα, σε δράση με το μελάνι να κυλλά ανάμεσα, ταυτοποιώντας το ύφος του καλλιτέχνη.

Ο «μικρός κόκκος σκόνης», γίνεται ήλιος, σύννεφο, τραγούδι, ουρανός, που επικάθεται στο γραφείο της νοσταλγίας, στα πλήκτρα, που πληκτρολογούν ψιθύρους και αναστεναγμούς, χαρές και φόβους. Κι όσο η σκόνη σκορπίζεται τόσο τα γέλια, οι αναμονές φτεροκοπούν την ενέργεια, στους ανθεκτικούς ορίζοντες της περιπλάνησης. Ηλιόλουστα πρωινά και ήσυχα μεσημέρια βουρκώνουν την αγωνία, για όσα αργούν να ’ρθουν, σε άγονες ευθείες που καλλιεργήσανε άλλοι.

Το βιβλίο «ζωή με λες», είναι μικρές ιστορίες Ζωής, που ξετυλίγουν την γλύκα των όμορφων σκέψεων στο σκοτάδι. Συναντιούνται κάτω από ήχους βροχής κι αλλάζουν ζωές. Πίνουν αχνιστό καφέ, ξοδεύοντας βήματα σε γόνιμους προορισμούς. Οι αποσκευές γεμίζουν σκόρπια λάθη, που όμως μπορούν ξανά να ενώσουν ζωές. Κι όσα τραγούδια απέμειναν, παίρνουν φωτιά, για να φέγγουν στόματα, που θα τραγουδήσουν στην άκρη ενός στοργικού ουρανού.


«Μακρινές γραμμές

Μες στους καθρέφτες, θα μετρήσουμε απ’ την αρχή τις θεωρίες που καταδικάσαμε σ’ αιώνια σκόνη κι όσα απογεύματα από Κυριακές ευχήθηκες, να ’χε ρουφήξει η ροή του χρόνου, πριν τις τρέξουν οι ωροδείκτες. Σε παραλίμνη πλημμυρισμένη από φύλλα κόκκινα θα περπατήσουμε, ώσπου να θυμηθείς ξανά, παλιά ρεφρέν από τραγούδια, που σου ’φερναν στιγμιαία αναφιλητά στα γυμνασιακά μας χρόνια.
Πίσω θα πάμε, μέχρι την πρώτη αγκαλιά που εμπιστεύθηκες την εποχή, που ανυπόμονοι μπορούσαμε και βλέπαμε τις μακρινές γραμμές απ’ τα παράθυρα του έξω κόσμου.»


Στυλιανή τ’ όνομά της. Κάπου-κάπου την βλέπουν οι ψαράδες να ξεπλένει την μορφή της η υγρασία και το πούσι. Είναι η νεράιδα του παραμυθιού, του μύθου, της ιστορίας που έγινε θρύλος. Κλαίνε τα μάτια κάθε που φυσά ο άνεμος στο πέλαγος της μοναξιάς. Πίκρες που μας θέλησαν και τις θελήσαμε, γίνανε αιχμάλωτη συντροφιά στο απέραντο. Απροσκύνητο άγαλμα με αχτένιστες μπούκλες στην κόχη των βράχων.

Ο Γιάννης Φιλιππίδης κατάφερε σε τούτο το βιβλίο, να συγκεντρώσει συλλεκτικά αναγνώσματα, από το απόσταγμα της ψυχής του. Σε αληθινούς καθρέφτες αντανακλούν οι φόβοι για την φιλία, τον έρωτα, τα συναισθήματα. Μας πηγαίνει στις μακρινές γραμμές, στα περιθώρια των αγγιγμάτων, πίσω από ψηλά κτίρια, σε δρόμους που φαρδαίνουν την απόγνωση. Παίρνει την θλίψη από τα μάτια η αισιοδοξία για το αύριο. Γιατί οι φυγές έχουν το χρώμα της πόλης. Παρατείνεται η προσμονή στη γλύκα του ανέφικτου. Κι όσο αυτό μοιάζει μαγικό έχει τη δυσκολία, αλλά πάντα κάπου καλά κρυμμένο στις φυλλωσιές των δέντρων, ο άνεμος ψιθυρίζει χάδια στο εφικτό. Από την αδράνεια της Κυριακής, στη δράση μιας βδομάδας κοπιαστικής, ανώνυμων και αθέατων υποσχέσεων, φιλτράρουν την επιθυμία του προσδόκιμου. Δεν είναι εύκολο να ενταχθεί σε κείνο που θρέφει και θρέφεται από την έλλειψη, μπορεί όμως εύκολα ν’ ανταλλάξει δροσερές καλημέρες στη λιακάδα μ’ ένα χαμόγελο.

Στο ποτάμι του χρόνου, το «ζωή με λες» του Γιάννη Φιλιππίδη κυλάει τους διαλόγους. Τα πρόσωπα είναι ο ποταμός που στα νερά του κρίνεται η επιείκεια, όταν η σάρκα φοβάται. Αλλάζουν οι άνθρωποι και μαζί μ’ αυτούς κι ανάγκη κι η συνήθεια. Κι όσο πιο πολύ αλλάζουν τόσο μαζεύουν τα μαλάματα της αλλαγής που φέρνει ο χρόνος. Ρευστά κρύσταλλα που ανταλλάσσονται σε μια αγκαλιά.


«Ζωή με λες και θα ’θελα, να μ’ αγκαλιάζεις πιο συχνά, να δραπετεύουμε από την ασκήμια, από ανησυχίες που φωνάζει η μέρα και τις μασκαρεύει το σκοτάδι, που απλώνεται ταυτόχρονα με το νυχτερινό βουητό, που φέρνουν πρόθυμα οι ανεξέλεγκτες στροφές στο πληγωμένο σου συναίσθημα.»


Μέσα στους παγωμένους καθρέφτες τα είδωλα χαμογελούν. Ο συγγραφέας αγκαλιάζει αγαπημένα πρόσωπα που οικοδομούν νοσταλγία. Με υλικά λέξεων προσδιορίζει απουσίες, παρουσίες μέρες και νύχτες, αυγές και μεσημέρια, απόβραδα και βράδια σκοτεινά. Στο φως, λαχτάρες κρυφές κι ανταμώματα. Στιγμές αλήθειας και ψέματα πυρπολημένα φωτίζονται. Μεταναστεύουν, σιωπούν, συγχωρούν, ταξιδεύουν, αμνηστεύοντας μνήμες.

ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΞΥΔΗ – Τακούνια καίγονται στο φούρνο

Το 20011 κυκλοφόρησε από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, η νέα ποιητική συλλογή της Χαριτίνης Ξύδη, «τακούνια καίγονται στο φούρνο».

Ποιητικά ταξίδια σε άνυδρες στέπες είναι η γραφή της, που δροσίζει την ερημιά των χωμάτων. Πλένει αστραπές, που ιχνογραφούν αθόρυβα τα περιγράμματα του πόθου, αποκεφαλισμένων εραστών. Κάπως έτσι ξεκινούν οι ιδανικοί φόνοι στον έρωτα. Ανασαίνει θάλασσα προσπαθώντας να «βαδίσει όρθια σε μια στάλα επιτάφιο ωκεανό». Φυλλορροείται το λευκό στο μπλε, για να διυλίζεται η θρησκεία του έρωτα. Σε τραγουδισμένους ύμνους αγάπης, γίνεται το δοξάρι του λυρισμού.

Η ποιήτρια κοινωνεί με μελάνι, για να γράψει εκείνο που και η νύχτα ζηλεύει στα τοπία άμοιρων προσανατολισμών, με χορούς δαχτύλων στης αφής το παραπέτασμα. Ασετιλίνη φωτίζει αγρύπνιες στο μισοσκόταδο της λύπης. Δεμένα τα μάτια υποχωρούν σε σώματα που υποτάσσουν και υποτάσσονται στη δίνη του έρωτα. Ξαναγεννιέται τότε η Φαίδρα περιμένοντας τον Ιππόλυτο στα Ιλίσια πεδία. Στα αυτοκτονικά τείχη της ποίησης καταθέτει την τρυφερή μελαγχολία της απώλειας. Όμηρος της αγάπης, εξοστρακίζεται από τον δούρειο ίππο των συγκινήσεων, που έκρυψε στα σπλάχνα του, την ηφαιστειακή έκρηξη της άλωσης του φωτός, τη σφοδρότητα του πάθους.

Αθεράπευτα ερωτευμένη, ξετυλίγει τον πιο βαθύ πόθο και πόνο, στα νερά του Νείλου. Υποκύπτει, βυθίζεται κι εξομολογείται τον έρωτά της. Ζει στη σκιά τραγουδώντας τον παράδεισο που κατοικεί όχι στο διάφανο, αλλά στο σκοτεινό μιας αβύσσου, βιώνοντας, απροετοίμαστη όπως πάντα, «φριχτές στιγμές ευτυχίας μέσα στην άβυσσο». Γιατί «ο ερωτισμός επαληθεύεται σ’ όλες τις πλάγιες πτώσεις». Κι όσες θάλασσες κι αν καταπιεί, θα επιπλέει με λαθραίες, ενοχικές πλεύσεις στους μοιραίους αναλφαβητισμούς του έρωτα.


ΣΑΛΩΜΗ

Ο εραστής μου είναι
Από αιώνες
Αποκεφαλισμένος
Δεν θα χρειαστεί
Να χορέψω


Αγαλματοποιία

Το προνόμιο που παραχωρούν τ’ αγάλματα
καλλιεργείται στην άμμο των αντιφάσεων
στο άνυδρο των ερήμων
είναι απότοκο του σκοταδιού
απόγονος του θηρίου

Το προνόμιο που παραχωρούν τα κυκλαδικά εδώλια
είναι αποδημητικό καλώδιο
φίδι που αναρριχάται στο λαιμό
και μαύρο γυαλιστερό λάστιχο που
τυλίγεται γύρω από το κορμί και το σφίγγει

Εγώ οργώνω τον Άδη
για την καινούργια σπορία των πλανητών
Εσύ είσαι ο σπορέας των Άστρων
το σπαθί στη ζώνη του Ωρίωνα
Κι εγώ τα στάχυα της νύχτας σου
τα στάχυα και ο κόλπος της


Στις κατολισθήσεις του ήλιου γιορτάζονται λάμψεις, ανάβοντας φωτιές στο διαφορετικό της γραφής. Στάχτη και σκόνη σηκώνεται στου ορίζοντα την γραμμή. Στα περιθώρια, άγρια θηρία οι λέξεις καλπάζουν την ερωτεύσιμη πλευρά της αγάπης. Με αφηγηματικά παραμιλητά, σκορπίζεται εκείνο που έμεινε χαραγμένο στο παρελθόν και το παρών. Άφησαν για το μέλλον έναν καυτό άνεμο, να φυσά κομμάτια φεγγαριού, για να φωτίζει μυστικά διαδρομές στο ανεξήγητο της ερωτικής παράνοιας.

Ανάμεσα σε ποταμούς και δρόμους ντύνεται η σιωπή με λέξεις της αβύσσου. Πηγές λήθης ξεδιψούν της λησμονιάς το άγριο κτήνος. Δίνεται η χάρη της γεύσης, για την ανάμνηση του ψεύδους στους ακριτικούς κι απρόσιτους προορισμούς, που νικούν την απόσταση. Τα βράδια α-σέληνα καίγονται, αφού πρώτα δεθούν με αλεπύρσφαιρα γιλέκα, για να γλυτώσουν από το πυρ το ενδότερο, ενώνοντας χρόνια με κοινά βήματα σε συμφραζόμενα συναισθήματα.


Ελαιώνας

Από τον ίσκιο μέχρι τα λάθη μου
καμιά εκεχειρία δεν με βόλεψε
γιατί του καπέλου μου συσπάται
από πράξεις για δεκαδικούς – για άρτιους
δισύλλαβες περόνες – τις τραβάω.
Πέφτουν πέταλα απ’ την χειροβομβίδα…
Δεν είναι που βραχυκυκλώνω γιατί
αυτές τις νύχτες τις κυλάς στο φάρυγγα
σαν άνεμος στο όστρακο ή στον ελαιώνα…
Δεν είναι το ερύθημα προπατορικό, λάβρο
όπως το ανακαλώ αναλυτικά με την ομολογία
της αντιύλης…
Είναι που νομίζω πως κάθε πρωί ο ήλιος βγαίνει
για να φωτίζει μόνο ό,τι εμείς ζούμε μυστικά…


Φεύγουν μεθυσμένα τα γράμματα, παραπατούν πικραμένα, λυπημένα, υπογράφοντας ανεξίτηλους πόνους. Επιστρέφουν το ανεπίστροφο των αισθήσεων. Μέσα σε ρωγμές χαράχτηκαν με νύχια στίχοι, ταράζοντας ευαισθησίες κι ουσίες σκιρτημάτων στις κλίνες ανοιξιάτικου επιτάφιου. Πρόσχημα ήταν η ποίηση που υπαγόρευε την αγόρευση της ρητορικής ποιητικών διαδρομών ως τον παράδεισο.

Στα διπλωμένα μαξιλάρια ακουμπούν λάθη και σφάλματα στην ιδανικότητα της κατάκλισης των σωμάτων. Με την αφή στα δάχτυλα, στα χείλη, ανοίγουν το παράθυρο στο φως, για να φορεθεί ξανά ο ήλιος στην μέση ενός καιρού ασάλευτου με σαλεμένη την έξαρση. Σε τόπους που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται από χρόνους δίσεκτους με πικρούς στοχασμούς, μια γυναίκα ευτυχισμένη, αναδιπλώνει αναμνήσεις.

Καρφώνουν τα μάτια δακρυσμένους σταυρούς κι ακούν μουσική από μελωδίες, στη σκηνή έντεχνης μαγικής απόλαυσης. Στο τυχερό αστέρι πλανητών ανεξερεύνητων, επιμένουν να χορεύουν ξεπεσμένοι δερβίσηδες με την δράση χορευτών που σαλεύουν τα - θέλω - τους. Θα υλοτομήσουν χαρές με σιωπηλές παλινδρομήσεις στα δευτερόλεπτα των ακαριαίων θανάτων του μίσους, αφού πρώτα φιλήσουν πληγές ανοιχτές, στο γδαρμένο τους δέρμα.


Επιτάφιος

Καμιά φορά στον ύπνο μου νιώθω το ευώδες
από λυπημένα άνθη επιταφίου
λες κι αυτές οι ώρες της ακινησίας εκπαιδεύονται
από μια ψευδαίσθηση που ζεσταίνεται
από πένθη και κλάματα
θητεύοντας χρόνια στο ίδιο μαξιλάρι.
Ξυπνάω τότε γιατί θεριεμένο το αίμα
ζητάει πάλι να θυσιαστεί σε ρευστά γράμματα
για τις υπογραφἐς του πόνου.
Τα θάβω. Όλα. Τόσο βαθιά που να μην
μπορούν ν’ ανασάνουν.
Ξεκινάει ένας γλυκός θυμός απ’ το στομάχι
φτάνει στον ουρανίσκο παλίνδρομος
από εκείνους που άλλοτε ισιώνουν το αίσθημα
κι άλλοτε το καμπυλώνουν μέχρι
που γἐρνει προς την περηφάνια
να επιμένει κανείς στη ζωή.
Πιστεύω στην αφή που συναρμολογεί
τη δύναμη που με κάνει να σταματάω
να περιμένω εξηγήσεις για το αδιόρατο
εγγυήσεις για το αυθόρμητο.
Ψηλαφίζω μεταμελημένη τα πικρά κουκούτσια
- αντικείμενα φροϋδικού ονειροκρίτη –
για να τονίζεται ψυχικά το έμφοβο κάλλος.
Κι όσες λέξεις δεν πρόλαβα
όσες δεν είπα και δεν έγραψα,
αλλά τις κατάπια,
ακόμη γρατζουνάνε το λαιμό μου.


Σώματα άυλα κοιμούνται και ξυπνούν με βλέμματα που φεγγοβολούν τις αντανακλάσεις σκοταδισμού σε περασμένη Χάλκινη εποχή. Μιλούν ανείπωτα φράσεις ξεχασμένες, που στριγκλίζουν την απουσία.
Α-φτέρωτοι άγγελοι τραγουδούν πτώσεις στα νερά του Γιβραλτάρ, όταν η έμπνευση υπερασπίζεται πτήσεις. Αρματώνουν αιμάτινα ποντοπόρα πλοία. Σε σκοτεινά νερά η Χαλιμά των αισθήσεων και των παραισθήσεων τινάζει «τη στάχτη της καύτρας» σε καταλύματα ιδιωματισμών, με αφορμές καιγόμενα κορμιά σε βάτους δίπλα στην Αχερουσία λίμνη των στεναγμών. Ανακυκλώνουν στα οστά της λύπης, την πλευροδυνίαση δαιμόνιου ψύχους, στους καταυλισμούς των παγωμένων αισθημάτων.
.
Πεινασμένοι δράκοι, χορτάτοι στη χλωρίδα της απαξίωσης, δεν επιζητούν άλλη τροφή παρά μόνον την πνευματική τροφική αλυσίδα των σπασμών που συλλέγεται από άστρα κρύα και φωτεινά φεγγάρια. Δροσίζουν με φιλιά, της ακινησίας τον μονότονο ήχο, με σταγόνες ξεφλουδισμένου πορτοκαλιού στα ακροδάχτυλα. Μέσα στον πυρετό αφήνεται το σωστό κράτημα των αισθήσεων. Γιατί αξίζουν τα λάθη να επαναληφθούν στα ακρωτήρια, στις κοίτες ποταμών, στις ακτογραμμές ποντοπόρων ταξιδιών στη γνώση, με την αμφισβήτηση κυκλώπειων τειχών που περικλείουν τη λήθη.


Μιας Ερινύας

Χρόνια τον περίμενε κρεμασμένη στην καγκελόπορτα.
Χρόνια έλεγε πως θα ’ρθεί προχωρημένη Άνοιξη,
ν’ ανοίξει δρόμο στο ιερό δάσος του καθρέφτη,
ανάμεσα στα ραγίσματα, για να δει τον ακοίμητο δράκο
που με καμένο χέρι από καιρό, σπέρνει
στη σφαγίτιδα φλέβα ψημένους κι άψητους σιταρόσπορους.
Όλα αυτά τα χρόνια είχε καταφέρει να κρατηθεί
όρθια και χωρίς δωροδοκίες στη ράχη χρυσού κενταύρου
σε μια πυρρίχια χορογραφία, κατόρθωσε να κρατηθεί ξύπνια.
Νοσήλευε το Φρίξο, με επιτυχία, σε κατάλυμα ιδιωματισμών.
Όταν ήρθε – τέλος φθινοπώρου – με τρικυμία στο κρανίο
άρχιζε να τινάζει τη στάχτη της καύτρας
στον κρατήρα ενός μπουζουκιού.
Τον παρατηρούσε από την πίστα του καθρέφτη
με ραγισμένα όλα τ’ αριστερά της πλευρά.
Το δάσος που περίμενε να δει ήταν απολιθωμένο.
Ο δράκος είχε πεθάνει, ενοικούσε πια στον καθρέφτη μόνη
της εκείνη.
Ένα τσιγάρο ακόμη – έτσι διώκεται η διαύγαση –
για να κρατήσει κόντρα την πλάτη του
στις Βάκχες.
Μόλις αντάλλαξε τα μαλλιά μιας Ερινύας
με λίγο νερό στο ρίζωμα,

Δεν της άφησε ξανά
πορτοκάλια στην πόρτα.
Κάρφωσε τα ρόδια στο μαχαίρι.
Φύτρωσε τη λάμα του
η δική της αράχνη.


Η ποιήτρια Βλέπει το πρόσωπο του έρωτα, ανάμεσα σε καπνούς, σε ραγισμένους καθρέφτες. Η πηγή της έμπνευσης αυτός ήταν. Τον σκοτώνει με λέξεις… που του ανήκουν. Πάντα θα του ανήκουν στις διαβαθμίσεις των συναισθημάτων. Κι όσο παράφορα και παρανοϊκά διαβάζονται όλα αυτά, το μόνο που μπορούμε να πούμε… έτσι είναι ο έρωτας !!!



Ομοίωση

Κι εγώ σ’ όλους
τους ραγισμένους καθρέφτες
βλέπω το πρόσωπό σου,
τα θρυμματισμένα μάτια,
την εικόνα
κυρίως την ομοίωση.
Κι έχω θυμό.
Έχω θυμό, έχω θυμό.
Όσοι μου καταλογίζουν
το παράφορο έχουν δίκιο.
Θα ’ρθω να σε σκοτώσω.
Θα μπω στη φυλακή.
Θα σε σκοτώσω γιατί
απ’ όσες λέξεις έγραφα,
θα γράφω,
δεν σου αξίζει καμία.
Όμως σου ανήκουν όλες.

ΚΩΣΤΑΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ – Εγκάρσια πτήση

«Εγκάρσια πτήση», ονόμασε ο Κώστας Ευαγγελάτος, τη νέα ποιητική συλλογή, που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ, το 2011.

Ποιος μιλάει, ποιος ακούει, ποιος βλέπει εκείνον που κοιμάται με τ’ αγάλματα, ζωγραφίζοντας πίνακες και νανουρίζοντας στίχους; Στα σκοτεινά αμύνεται ο ποιητής, ο ζωγράφος, τρώγοντας τις σάρκες του, σε τρομαγμένους ξύπνιους. Κι είναι τα οράματα ορατά, στο εικαστικό και ποιητικό σύμπαν του Κώστα Ευαγγελάτου.

Άφατες πτώσεις, σε «εγκάρσιες πτήσεις». Ισόβια τυλίγουν σώματα άγνωστα που τύλιξαν την αιωνιότητα. Αμετανόητοι εραστές, φίλησαν χώματα, με πόδια γυμνά. Κόμποι της αγρύπνιας κράτησαν δεμένο το χέρι της δημιουργίας, σε αξημέρωτα βράδια, φτερουγίζοντας την ακινησία, για να δοθεί η χάρη της κίνησης σε χρώματα και λέξεις. Άλλα είναι τα βράδια, που ενδίδει στους ανένδοτους έρωτες της νύχτας, σαγηνεύοντας αισθήσεις, στις εγκεφαλικές κατακόμβες της μνήμης, στη στοργική απομόνωση της σαγήνης.

Στις γυμνές μετώπες των σωμάτων, καταπίνεται το μελάνι στο χαρτί και στον καμβά της υπομονής. Σκόρπια φύλλα που ευλαβικά ταξινομούνται στις γραμματοσειρές της ελπίδας. Για ν’ ανατείλουν τα όνειρα στου ουρανού το απέραντο, με ξάστερα συναισθήματα. Τόσες και τόσες αϋπνίες χρόνων ξεκούρδιστων, συνέλλεξαν ψιθυρισμούς άστρων, με χαρακιές πικρές, για να μπαινοβγαίνουν οι λάμψεις στους πίνακες και τα ποιήματα, στα περιγράμματα της νύχτας.

Ο Κώστας Ευαγγελάτος ζωγραφίζει με λέξεις και γράφει, ζωγραφίζοντας τις αισθητικές εμπειρίες, με ψυχικό καθαρμό, τις εγκεφαλικές ιδεογραφίες του. Με συγκεκριμένη εξπρεσιονιστική διάθεση εξαγνίζεται η συγκινησιακή ζωή του, τόσο στα ποιητικά όσο και στα ζωγραφικά έργα του. Πίσω από τα νοήματα κρύβεται ο δραματικός λόγος του ποιητή. Διδάσκεται, κατά τον Αριστοτέλη, από πάθη και ηδονές, που είναι χρήσιμες, για την πραγματοποίηση της αρετής και της ευδαιμονίας, πειθαρχώντας, για να επέλθει η ψυχική ισορροπία με την αρμονία της αλήθειας. Ο ποιητής δημιουργεί στην ποίηση, εκείνο που δημιουργεί και με την ζωγραφική, αντιμετωπίζοντας τα ποιήματα ως ακέφαλα σώματα, που όμως αποτελούν μία ξεχωριστή οντότητα στο ποιητικό γίγνεσθαι.
Η εποπτική αναγκαιότητα της μορφής, τον οδηγεί σε αφαιρετικές αποφάσεις στον τρόπο παρουσίασης των λέξεων, που όμως εμπεριέχουν την τεκτονική κατασκευή ενός ολοκληρωμένου έργου. Τι κι αν είναι σπαράγματα μικρού μήκους, στο μήκος του χρόνου, αποτελούν μηνυματικά επιγράμματα στις ορατές τοιχογραφίες με μορφή, σχήμα, εικόνα. Με αυτονομία και προσωπική νομοτέλεια, συμβολίζει το ψυχικό περιεχόμενο, για να συγκινήσει αισθήσεις .

Με την αιχμή του δόρατος φυτεύει όνειρα για να αναδυθεί στο μέλλον, σε κατοικημένα φλεγόμενα νερά ως να λάμψουν οι λειμώνες της αγάπης. Γιατί ακόμα κι η αγάπη στο λόγο του ερμηνεύεται με εικαστικούς όρους.


*
Νύχτα φυτεύεις όνειρα.
Πρωί βλασταίνουν δόρατα.
Κόκκινος αναδύεσαι στο μέλλον.

*
Παλιοί νεκροί σου γνέφουν
και σ’ αγκαλιάζουν στοργικά.
Δεν θέλεις να ξυπνήσεις.

*
Όραση αχτίνα της αλήθειας
υφαίνει βάτα σε φλεγόμενα νερά
ανάβει πίδακες σε υψίπεδα χιονιού
σκάβει στις τέφρες της ψυχής σου
φωτίζει τους λειμώνες της αγάπης.

*
Όλα πενθούν
στον κήπο της Αγάπης.
Φέτος δεν ήρθαν τα πουλιά.


Ο ποιητής ακολουθεί το υποσυνείδητο με παύσεις στα τεκταινόμενα, συλλαβίζοντας αφές και γεύσεις. Δεν επιδιώκει εύπεπτες γραφές και αναγνώσεις. Το σύμπαν που τόσο λάτρεψε μετασχηματίζεται σε προσωπικό σύμπαν ανάλγητου πόνου, που κρύβει στις ρωγμές του χρόνου. Πάνω από τάφους νεκρών εκπλήξεων, δακρύζει το δάκρυ των ψυχικών καιάδων, απενοχοποιώντας στιγμές που κατακτήθηκαν στα αιμάτινα πεδία των αγγιγμάτων.


*
Νοιώθεις τα πάντα
από τους ήχους της φωνής
απ’ τους απόηχους της συνείδησης
απ’ τους υπέρηχους της θέλησης
από τις παύσεις της αλήθειας.

*
Αφού θρηνώ εγώ
γιατί να κλαις κι Εσύ
που ’χεις πεθάνει;

*
Διψώ ιδρώτα
Μετρώ αστέρια φονικά
Εκλιπαρώ το σκότος
Διαβάζω τους κορμούς
Εξαγνίζω τη λάσπη
Φύομαι ανένδοτος.


ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ Ι

Γράφω στο σώμα σου σινιάλα
γρίφους καρφιά του έρωτά μας
σύμβολα του Εγώ μου που μισείς.


Στο ποίημα «εγκάρσια πτήση», ανιχνεύουμε εκείνα που έντεχνα ο ποιητής αποκρύπτει. Είναι η υπαρξιακή αγωνία του όντος, στα γαλαξιακά οροπέδια της αυτογνωσίας. Με το αίμα του γράφει ιριδισμούς συναισθημάτων, που πλήγωσαν το φθαρτό των άφθαρτων αποτυπωμάτων της μνήμης. Δεν θ’ ανάψει κερί εθελούσιας εξόδου στη λήθη.
Αναπλάθει εκείνο που πέρασε με σφοδρότητα σε φονικές ώρες, παραπαίοντας με βηματισμούς άγονους, στις ωδίνες του πάθους. Κρύπτες μυστικές και απολιθώματα πόθων περιπολούν, για να βυθισθούν μετά στη γη του ιδεατού κόσμου του, ως να ανασύρει μετασχηματισμένες πια δονήσεις, στην ιχνογραφία των νοημάτων.
Εξομολογεί την αυτόματη ροή πόθων και συναισθημάτων που αλιεύτηκαν στο δριμύ του άφατου θανάτου. Ο ποιητής μεταγγίζει ανομολόγητους πόθους. Τους αρματώνει για άγνωστους πόντους στα νερά της προσδοκίας , με ρακένδυτους έρωτες να επιχειρούν ζωγραφικές με λέξεις. Καταλύουν τον χρόνο σημαδεύοντας την ώρα των εγκάρσιων πτήσεων, εξαντλώντας όνειρα σε αποβάθρες που πάτησαν πέλματα γυμνά. Ευάλωτα αποτυπώματα ανθρώπων προσκυνούν πάθη ερώτων, στης αυγής τα χαρακώματα, στις εξερευνήσεις του ενστίκτου, περισφίγγοντας ακέφαλα γλυπτά στης συνουσίας το σμίξιμο.


ΕΓΚΑΡΣΙΑ ΠΤΗΣΗ

Β

Γράφει με φως.
Φωτογραφίζει ταξίδια ψυχής.
Ο Ζωγράφος
ανάβει
με το αίμα του το σύμπαν.
Ζωγραφίζει
την αυτόματη ροή
των αισθημάτων.
Σκιαγραφεί
τις νοητές ευθείες των σωμάτων.
Χαράζει
την αέναη ανάπλαση της ύλης.
Τρέχει
στο χάσμα
που η γλώσσα τιθασεύει
μ’ αρχέγονη
σφοδρότητα και πάθος
το άφατο
και σκοτεινό της γνώσης.

ΙΙΙ

Τρέχεις κι Εσύ
τραγουδώντας…

Των απολίδων είμαι θυρεός
κι ο τραγικός της νύχτας σκύλος.
Της μέρας είμ’ ο ίσκιος ο χλωμός
και της αρχαίας γυμνότητας ο φίλος.

Μόνος στο ύψος του βουνού
πόνου ωδές με συνειρμούς συνθέτω
κι αν το κορμί μου άναρχα αποθέτω.
Υπάρχει πάντα η ελπίδα του Θεού.

Εγώ που ψάχνω για δροσιά
στις μυστικές κοιλότητες των βράχων
και στα αποτυπώματα ευάλωτων πελμάτων
ανθρώπων που εγκάρσια βυθίζονται στη γη.

VI

Εγκάρσια πτήση
στο απύθμενο του «είναι»
φορτίζει κύτταρα
του σύμπαντος της γνώσης
με καλπασμό αγάπης κυβικής.
Βλέπεις κι Εσύ
κατανοώντας…
Ο κόσμος που ταξίδεψες Υπάρχει.
Κάθε ψυχή που ταξιδεύει Ζει.


Η ποίηση του Κώστα Ευαγγελάτου εμπεριέχει τεκμήρια αθωότητας του λόγου. Ματώνουν οι ευαίσθητοι ονειροπόλοι, βρέχοντας ψιθυριστά λέξεις πάνω σε ακέφαλους κορμούς και ποιητικά σώματα. Μια υποψία ζωγραφισμένης ανταύγειας, εγκληματεί με την αιωνιότητα στα υψίπεδα της ποιητικής και εικαστικής τέχνης.
Ακολουθούμε τις ανάσες σε μυστικούς διαδρόμους της υπαρκτής ανάπλασης των αισθήσεων, στις ταριχευμένες θύμησες των υποσχέσεων, μιας ποίησης ουσιαστικής και εγκεφαλικής απόλαυσης.