ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ-Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών

Τον Απρίλιο του 2006 οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΚΑΡΟΣ κυκλοφορούν την Ποιητική συλλογή, "Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών" του Γιάννη Καλπούζου. Πρόκειται για μια αφηγηματική που φθάνει ως στον ουρανό της ποίησης. Γιατί η ποίησή του είναι καθαρή, αλεηλάτιστη.
Για είκοσι νύχτες ο ποιητής δεν σωπαίνει. Μιλάει τη γλώσσα της φωτιάς που συνταράσσει και συνταράσσεται σε καιόμενα βράδια. Υφαίνει τις στάχτες σε ιστούς διάφανους, σε μινοράκια κρυφά, κάνοντας θαύματα με τις λέξεις. Της ψυχής του οι ήχοι, διαπερνούν τα σκοτεινά δωμάτια και ταξιδεύουν στον άνεμο. Στο λευκό χαρτί ακουμπάει τα φωνήεντα, τα σύμφωνα που αφιονισμένα προσπαθούν ν' αρθρώσουν νοήματα. Σχήματα ποιητικά, Καρυάτιδες του μεσονυκτίου ορθώνονται υψιπετείς στο πέλαγο των αναμνήσεων.
Μήτε Α-μνήμων, μήτε Α-γράφων, παραδίνει και παραδίνεται στην επιτακτική ανάγκη όλων αυτών που ελευθερώνονται και παραδίνονται στον μακρόκοσμο της Α-θνησιμότητας. Γίνεται συλλέκτης όλων των ταξιδιών, για να μπορέσει να ξεφύγει, από τις θύελλες που κυριεύουν τον νου. Α-φοβίες που τσάκισαν την ψυχή κι έθρεψαν την δική του κόλαση, τώρα γίνονται λιτανεία Α-θριάμβου μπρος στα μάτια του. Α-πουσίες που λίμναζαν στην καρδιά, βρίσκουν διέξοδο, για κείνη την μοναδική πτήση προς τ' άστρα, που τα φωτίζουν οι λέξεις. οι λέξεις Του. Πριν γίνει αναχωρητής μετάλαβε το νερένιο των ορατών για να διεκδικήσει το κομμάτι που του αναλογεί,εκείνο των αοράτων, για να το καταθέσει με την αφή, με το άγγιγμα στον μονόλογο της δικής του αναπνοής.
Χωρίς αρχή, χωρίς τέλος, χωρίς μέτρημα, ο "άπειρος" υποκλίνεται στην "αμάθειά" του, στον "πληθυντικό του πάθους" κι εξομολογείται, στους "ιδιωτικούς πνιγμούς" του . Στις άσπρες γραμμές αφήνει τον μαύρο του θάνατου, πάνω στο ύφασμα την βροχή της αλφαβήτου.

"ΤΡΙΤΗ ΝΥΧΤΑ
Όπως καθίζουν τα κύματα.
Όπως καταλαγιάζει η κατεβασιά.
Έτσι κάθισα αυτή τη νύχτα.
Όμως κρέμομαι από δόλια νήματα. Ενδέχεται να κοπούν ή τραγοπόδαρος
θεός να τα τραβήξει. Διαφορετικά ο κλίβανος της νύχτας θα με
κοχλάσει ήσυχα, ήσυχα. Θα μου τάξει μια ζωή με μικρούς θανάτους,
ήρεμες χαρές, ήμερες ελπίδες. Με ανέμους, μελτέμια και ποτέ ανεμοστρόβιλους.
Θα μου τάξει.
Θα πιστέψω.
Θα γελαστώ.
Μαζί μου θα γελαστείς κι εσύ. Θα πιστέψεις στην αταραξία των πραγμάτων.
Στην ήσυχη δύναμη. Στη μη βαρβαρότητα της ακινησίας. Θα ψάξεις το σώμα μου
σπιθαμή προς σπιθαμή, θα βυθίζεσαι στον αφαλό μου και στις μασχάλες μου,
θα κάνεις το δάχτυλό σου κονδυλοφόρο στα χείλη μου.
Κι ύστερα
δίχως να το καταλάβεις, θ' αρχίσεις να μιλάς, εν είδη διδαχής, θα γίνεσαι
ζυγαριά και θα γέρνεις στο τώρα κι όχι στο τότε που ήμουν έκρηξη,
πυρίτιδα, κίνδυνος. Μα στην πραγματικότητα θα νοσταλγείς,
θ' αποζητάς τη λάβα να την ημερέψεις, το θάνατο να τον γλυκάνεις.
Θα με δαγκώνεις, θα με χαρακώνεις με τα νύχια σου, να πονέσω
για να με κανακέψεις. Γιατί θ' αποζητάς την ευλάβεια της οργής
και θα συμφωνήσεις στην ασέβεια της ηρεμίας.
Αλλά τούτη τη βραδιά το θηρίο κοιμάται. Αμνός. Αμνησία. Ειδάλλως
ημιθανής, ημίθεος.
Μη με ξυπνάς. Είμαι ο Ανταίος. Έχω ανάγκη να καθίσω στο χώμα.
Είμαι η Λερναία Ύδρα, ακέφαλη. Απόψε δεν θέλω να έχω κεφάλι,
ούτε κρανίο, ούτε κόκκαλα.
Θέλω να 'μαι απλό κερί. Πλάσε με.
Μόνο κορμί. Ζύμωσέ με.
Απόψε πιες το νερό μου.
Να στεγνώσω.
Να διψάσουν τα όνειρα και να βγουν σε αναζήτηση καταιγίδων.
Ανήσυχα.
Αλύτρωτα.
Να γίνουν πονεμένη κραυγή, θλίψη, γέννα. Και να ακούγεται
το παραμιλητό τους χοϊκός αντίλαλος, θρόισμα των φτερών
εκπεπτωκότων αγγέλων."

Για είκοσι νύχτες ουρλιάζουν τα φρένα για τον ποιητή κι εκείνος προσπερνά τα ουρλιαχτά και τρέχει, τρέχει. Άλλοτε σέρνεται, επιμένει να διαβαστούν οι αισθήσεις, σε ενορατικές νυχτωδίες, που προσπαθούν να ισορροπήσουν στο άβγαλτο της νύχτας, στα άνεργα τυπογραφεία. Σφάζεται με λόγια, με νεύματα, τρέχει αίμα. Στον πανικό της ξαστεριάς, πατά σκανδάλη στα θαύματα, εκεί που σταθμεύουν τα όνειρα, οι πράξεις, οι παραλήψεις, οι απουσίες. Καίει το φιλί, το μοίρασμα, οι εφιάλτες... Και μια όμορφη μέρα θα πυρποληθεί στο ολοκαύτωμα των γραφτών Του. Θα περιπολήσει από το Α(αρχή) ως το Ω(τέλος) του πόνου, της απομόνωσης, για να περάσει απέναντι, στο αναφιλητό της φωτιάς, σκορπισμένος στα μικρά, στα μεγάλα, στο σταυρό της γέννησής του, που έφθανε ως τ' αστέρια, ζηλεύοντας φεγγάρια που μένουν σβηστά και ποιος να φωτίζει απόψε άραγε το δικό του.

"ΕΒΔΟΜΗ ΝΥΧΤΑ(Απόσπασμα)
...Δεν ακούς. Σταθμεύουν τα όνειρα στα σύννεφα και πέφτουν επιλεκτικά
μέρα ή νύχτα, όπως οι αλεξιπτωτιστές. Κι εγώ στα γόνατα
να μαζεύω λεπτά, στιγμές, που και που ώρες. Ότι δεν προλαβαίνει
να κάψει η απουσία σου.
Το πολυφωνικό της βροχής δίνει παράσταση μονάχο του, στέρεψαν
οι ακροατές. Κι η νύχτα ολόμαυρο σταυρόλεξο, που να γράψω, που
να σε ψάξω;
Άλλο μη μ' αφήνεις να βρέχομαι.
Έγινα λάσπη,
χώμα,
φύτρωσα καλάμι,
μ' έπλεξαν καλάθι
περνά ο ουρανός από μέσα μου και φεύγει."

Γιατί πως ν' αλλάξει συνήθειες, όταν η ζωή του φωνάζει; Γυρίζει, στριφογυρίζει στους ίδιους δρόμους, που έρημοι κάθονται στα άδεια εδώλια των κακουργοδικείων που διανυκτερεύουν. Παράξενα μαύρα παιχνίδια, στο άσπρο πανί στη γεωγραφία της ποίησης, που ολοένα επιστρέφει στην ανακύκλωση της αλφάβητου, με το συναίσθημα να κυριαρχεί στο ταξίδι της αφυδατωμένης ανάσας Του.

"ΔΕΚΑΤΗ ΕΝΑΤΗ ΝΥΧΤΑ (Απόσπασμα)
Δραπετεύουν οι λέξεις.
Γίνομαι θηρευτής.
Να τις συλλάβω. Με καλάμια, με λυγιές να πλέξω καλάθια.
Έτσι κουβαλώ το νερό μου.
Λέω πως μεταφέρω ποτάμια στο βουνό.
Θάλασσες στα μάτια μου.
Σύννεφα να σκεπαστείς.
Πάω έρχομαι ολονυκτίς. Τρέχω στα λιβάδια. Λάμπουν οι λέξεις μες
στη νύχτα. Αναβοσβήνουν σαν πυγολαμπίδες. Τις χτυπώ
με την παλάμη και πέφτουν. Τις φυλακίζω σε μπουκάλια.
Νερό που φωσφορίζει. Τις ορίζει το φως. Με ορίζει το βλέμμα σου.
Δεν ορίζω τίποτε"...