ΣΠΥΡΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ - Διαδρομές

ΣΠΥΡΟΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ - Διαδρομές από την Σοφία Στρέζου

Ποιήματα γραμμένα τη δεκαετία του ’90, περιλαμβάνει η συλλογή του Σπύρου Ποταμίτη, «Διαδρομές».

Ο λόγος του πυκνός, λυρικός με διάχυτους συγκινησιακούς τόνους, στις αλλεπάλληλες διαδοχικές εικόνες. Δεν υπάρχει λυγμός, παρά μόνον η έντονη έκφραση της συγκινησιακής του διάθεσης, στην αφηγηματική του. Είναι ο νατουραλιστής ποιητής, που εγγράφει στα ποιήματά του τόπους και χρόνους, που επηρέασαν τις διαδρομές του. Διακρίνεται μια ήπια δραματικότητα με μελαγχολικές περιγραφές, στις αλληγορικές κάποιες φορές, αφηγήσεις του. Η ποιητική του αλήθεια προσεγγίζεται με ήθος, στους προσωπικούς δρόμους εκφοράς του λόγου του.

Ο ποιητής δεν είναι ο συστηματικός στοχαστής, στοχάζεται όμως με την τρυφερότητα των λέξεων τα ποιητικά του γεωγραφήματα. Έχει τη σεμνότητα του ανθρώπου, που μετατοπίζει στα λόγια, το απόσταγμα της προσωπικής βιογεωγραφίας του. Για να γράψει, προσανατολίζεται στα καταθετήρια της μνήμη, αναζητώντας τον ποιητικό πυρήνα στην πυκνή του ματιά, που έχει ασκηθεί να παρατηρεί ό,τι γύρω του τον απασχολεί. Θυμικές αλλά και υποδόριες λυρικές περιγραφές, εκτοπίζουν κάθε τι εγκεφαλικό, υποδηλώνοντας - πως η ποίηση είναι πάνω από όλα - συγκίνηση και αίσθημα.

Στους στίχους του Σπύρου Ποταμίτη, διακρίνεται μια αναπόφευκτη ενδημική μελαγχολία. Το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, του επιτρέπει με γλώσσα ισορροπημένη να αντλεί τη θεματολογία των ποιημάτων, από τα διαθέσιμα συναισθηματικά και νατουραλιστικά αποθέματα. Η μουσικότητα των στίχων, υπακούει σε προσωπικούς ρυθμούς, καταθέτοντας την πρωτογενή όσο και αυτόφωτη ακολουθία, της εσωτερικής του φωνής. Για να γραφτούν ποιήματα σμιλεμένα πια, έξω από επιρροές και πρότυπα. Η αχαρτογράφητη ενέργεια, χαρτογραφεί τις δικές του επιθυμίες, κάνοντας ποιητική πράξη τα ερεθίσματα στις ποιητικές παραγράφους. Οι λέξεις σοφά ρυθμισμένες εμψυχώνονται από το ακριβό της ψυχής του απόσταγμα. Η φωνή του είναι η ευκρινής διατύπωση, σε όσα διατρέχουν την καθημερινότητά του.

Ο Σπύρος Ποταμίτης, διεκδικεί επάξια το ορόσημο που του αναλογεί, στην τοπογραφία της ποίησης. Η βιωματική βαρύτητα ενισχύεται με συγκινησιακή θέρμη και αμεσότητα στα σταυρικά σημεία συνάντησης με τον αναγνώστη. Με την λεπτομέρεια της αισθαντικότητας προσεγγίζει τα κοιτάσματα της ποιητικής ευαισθησίας. Δεν μένει απέναντι στατικά, αντίθετα εισχωρεί και προεκτείνει δυναμικά τον λόγο, επικυρώνοντας την αγάπη για τον άνθρωπο.


 Μικρή αφήγηση

Έτσι χάθηκε αυτός ο άνθρωπος:
Μ΄ ένα τυφλό κλειδί στο χέρι
κάπου στην έρημη πόλη περπατώντας.
Τίποτα δεν κρατούσε μαζί του. Τα χείλη
που τον βάσταγαν τα έριχνε στους στεναγμούς.
Σώματα δωρισμένα της μουσικής -έλεγε-
για να ζηλεύει η μοναξιά. Τίποτα άλλο.

Έτσι χάθηκε κι αυτός ο άνθρωπος:
Μ’  όλα τα χρώματα της σκοτεινιάς αναμειγμένα
σ’  ένα τυφλό κλειδί… Τίποτα άλλο.


Η γραφή του είναι αυτόνομη, τολμηρή και κατασταλαγμένη. Υπάρχει μια ρεαλιστική διάθεση περιγραφής, επιθυμώντας να μεταφέρει συνειρμικά τον αναγνώστη, στις διαδρομές που ακολουθεί. Ο εσωτερικός μονόλογος αφυπνίζεται από την ωριμότητα και τον αυτοέλεγχο, μαρτυρώντας αυτά που η ψυχή του νιώθει.

Ίσως γιατί όλα δεν καταλήγουν στη λήθη του χρόνου, αντίθετα, τον τριγυρίζουν χαμόγελα. Κι είναι αυτά τα χαμόγελα η σπίθα που προκαλεί την έκρηξη στα ρήγματα της ποίησης. Τα τηγμένα πετρώματα θα διαχωριστούν με σαφήνεια, για να δώσουν κατασταλαγμένους στίχους που επιστρέφουν με φιλοσοφική διάθεση.

 
Ένα χαμόγελο σε τριγυρίζει

Ένα χαμόγελο σε τριγυρίζει απόψε άστο να σκύψει
έτσι κι αλλιώς δεν περιμένεις τίποτα.

Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…
καθώς αλλάζει χρώματα η μέρα
κι εσύ χαμένος περπατάς ακούμπησε
το φόρτο του μεσημεριού
και γείρε κάτω απ’ το σοφό πλατάνι
που βλάστησε μες στην ερημιά.
Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…
καθώς το φύσημα τ’ αγέρα στέγνωσε
το χυμένο ποτάμι που ξέκοψε
τη μοίρα του απ’ τη θάλασσα
κι επιστρέφει στην πηγή του
να ξεδιψάσει.
Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…
καθώς το τραγούδι πέτρωσε
στην επανάληψη της προσμονής
για μια αγάπη που χάθηκε
για μια αγάπη που δε γύρισε
ξεχασμένη στην ανοιχτή θάλασσα.
Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…
καθώς ο νους βαραίνει τη σκέψη
και ψάχνει άχρηστες να βρει δικαιολογίες
μ’ όλα τα «πως» και τα «γιατί»
στων αλλονών τα λάθη.
Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…
καθώς στερεύει το φιλί
κι ένα αηδόνι αλλοτινό κοντάει να ξεψυχήσει…
Ο δρόμος που τελειωμό δεν έχει…

Ένα χαμόγελο σε τριγυρίζει απόψε άστο να σκύψει
έτσι κι αλλιώς κανείς δεν περιμένει.


Στη γραφή του διακρίνονται στοιχεία εντοπιότητας στην έκφραση. Δεν υπάρχουν μετεωρισμοί στη μορφολογία των ποιημάτων, αλλά σταθεροί τοπικοί άξονες που κινούν τα νήματα άντλησης των θεμάτων του.

Τις ξέσκεπες στον ουρανό νύχτες του, αισθητικά τις αντιλαμβάνεται. Δεν τις απομονώνει, αλλά επεξεργάζεται την ρητορική τους, ενσωματώνοντας το όραμα σε ποίηση, για να αποδοθεί το νόημα. Στο ποιητικό προσκήνιο κινείται η κλίμακα που έχει να κάνει με την σιωπή, καθώς συνδιαλέγεται με το επέκεινα, σε αμίλητα βράδια.

 
Είναι καιρός

Είναι καιρός να πηγαίνουμε
το βράδυ μας κούρασε αμίλητο
με τις φωνές που δρασκελώντας απ’  τον άλλο κόσμο
ζητούσαν μέλη ενσάρκωσης
σαν τις αδύναμες φλόγες να τις φουντώσει ο άνεμος.

Ξέρω ένα μοναχικό πεύκο στη θάλασσα
ένα γυρογιάλι με νοτισμένη αμμουδιά
κι έναν απάνεμο βράχο που τα συντροφεύει.
Κάποια φορά ξενύχτησα μαζί του κουβεντιάζοντας
και το ξημέρωμα τον είδα να φεύγει κλαμένος.

Είναι καιρός να πηγαίνουμε
γι’ αυτό το μοναχικό πεύκο που μας κράτησε στη σιωπή
αναζητώντας το βράχο του
γι’ αυτό το γυρογιάλι.

 
Η εικονοπλαστική δύναμη της γραφής, του επιτρέπει την περιγραφή, τόσο εκείνων που απορρέουν από μια συνηθισμένη για πολλούς πραγματικότητα, αλλά και την υπέρβασή της. Η αβίωτη φαντασία, βιώνεται στη πραγματική διάσταση του χρόνου, με την ευαισθησία που μόνον από έναν ποιητή μπορεί να βιωθεί.

Η αφηγηματική έχει να κάνει με το φυσικό τοπίο, μετατοπίζοντας συναισθήματα της υπαρξιακής φωνής του, σε ποιητικούς πυρήνες. Είναι το δικό του κάλεσμα στην αγαπημένη, που επιθυμεί να μείνει ως το τέλος μαζί του


Λίγο κουράγιο ακόμα

Μέθη του πόθου με το λιόγερμα ανθισμένο
την ώρα της λατρείας με τη μοναξιά
στα δεξιά της και την παγωμένη αγκαλιά
στην άλλη άκρη της θάλασσας.
Ότι είχαμε να ζήσουμε το ζήσαμε.

Δες πως γαλήνεψε ο ουρανός και πως φέγγει
κείνο το μακρινό άστρο
που δεν έμαθες ποτέ τ’  όνομα του.
Μια φωτεινή γραμμή ξεδίπλωσε ο ήλιος
στο γέρμα του που σιγοσβήνει.
Στο βαθύ ορίζοντα σε λίγο
το νιό φεγγάρι θα σου στεφανώσει το γυμνό κορμί.

Λίγο κουράγιο ακόμα και θα φτάσουμε στο τέλος.

 
Ο απόηχος της απελπισίας του ανθρώπου ντύνεται με αίσθημα θλίψης, που πηγάζει από έναν βαθύτερο υπαρξιακό στοχασμό. «Ο πέτρινος άνθρωπος», γίνεται σύμβολο μιας εναγώνιας κραυγής στο άπειρο. Η μοναξιά κατοικεί στην ενδοχώρα μιας προσχηματικής αναζήτησης, στη σιωπή των σπλάχνων.

Ο Σπύρος Ποταμίτης θα βρει τελικά τη φλόγα της αισιοδοξίας στον «πέτρινο άνθρωπο της μοναξιάς που δε λυγά/θερίζοντας φεγγάρια ανοίγει νυχτερινά μονοπάτια/ για να κατεβαίνουν τ’ άστρα στ’ ακροπέλαγο».

 
Ο πέτρινος άνθρωπος

Πέτρινε άνθρωπε της μοναξιάς δε λυγάς
δρόμος της μοίρας σου ένα λεπτό δρεπάνι
θερίζοντας φεγγάρια ανοίγει νυχτερινά μονοπάτια
να κατεβαίνουν τ’  άστρα στ’ ακροπέλαγο.

Εδώ που σταμάτησε ο ουρανός ν’  ανασαίνει
άκουσα τη σιωπή των σπλάχνων σου όπως το κύμα.
Εδώ που σταμάτησαν οι ηλιόμυλοι
άκουσα τη χαραυγή να χορεύει μέσα σου.
Εδώ πέτρινε άνθρωπε την ώρα που μάνιαζε η θύμηση
σε κοιμήθηκα μες στη δίνη της φωνής σου.

Εδώ που σταμάτησε ο ουρανός
κι ακούστηκε η σιωπή πελώρια κραυγή  αβύσσου.


Νοσταλγεί ο ποιητής το όνειρο που θρέφει αναζητήσεις. Γι’ αυτό και τούτη η μοναχική ενασχόληση ταυτίζεται, με την μοναχική ζωή του δημιουργού, στις αναχωρητικές ακροβασίες της ποίησης. Ο προσωπικός και ανένταχτος λυρισμό του, γίνεται η δίοδος που διαπερνούν στίχοι μεστωμένου λόγου, στην αυτάρκεια της γραφής. Εμποτίζει με μελαγχολία την αφηγηματικότητα, για να ζηλεύει η μοναξιά, εκεί που ο άνθρωπος χάνεται.


Η ερωτική φωνή είναι διάχυτη. Ακουμπά τη γλυκιά τρυφερότητα της απουσίας, με αιχμηρές τις θύμησες του αποχωρισμού. Έτσι με απροσποίητη ειλικρίνεια και λεκτική τόλμη ο ποιητής θα καταθέσει ότι τον πλήγωσε. Η περιεκτικότητα των στίχων, είναι η κατακτημένη ακρίβεια, η ωριμότητα της αισθητικής του ενσυναίσθησης, που γίνεται η προσωπική του αλήθεια… με στίχους.


Πολύ αργά

Είναι πολύ αργά μες στη νύχτα να περιμένω
ο κόσμος όπου λάτρεψα σκοτείνιασε εδώ
η μολυβιά που έσβησε τον ήλιο του κορμιού σου
βάρυνε την ανασαιμιά της θύμησης και με πληγώνει.

Όχι, δε θέλω να σε θυμάμαι.
Τα χέρια μου ρωτούν χωρίς απόκριση
που πήγες και γιατί
φωτιές της νύχτας ήρθανε
τα μαύρα χελιδόνια με τα μηνύματα της λησμονιάς
και τα ’ριξαν νεκρά μέσα στη θάλασσα.

Όχι, δε θέλω να σε θυμάμαι.
Καθώς τριγύρω φτερουγίζει η άνοιξη γέρμα τ’  Απρίλη
μια χαρακιά στα χείλη μου βαραίνει το φιλί σου
κι η πέτρα που μου χάρισες τυφλή με το ’να μάτι
με κοιτάζει απορημένη.

Όχι, δε θέλω να σε θυμάμαι.
Είναι πολύ αργά μες στη νύχτα να περιμένω
την Τρίτη άνοιξη της ερημιάς.