ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ - ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ - Πρώτη εσοχή(στης ψυχής το σώμα)




ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ - ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ - Πρώτη εσοχή(στης ψυχής το σώμα) από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, κυκλοφόρησε το 2013 η τρίτη ποιητική συλλογή της Μαριάννας Βλάχου - Καραμβάλη, «Πρώτη εσοχή (στης ψυχής το σώμα)».
Το βιβλίο φιλοτέχνησε εικαστικά, με τους ζωγραφικούς πίνακές του, ο Δημήτρης Καραμβάλης.

Στο νέο της λογοτεχνικό γέννημα, σιβυλλικοί στίχοι περιστοιχίζονται από μια μεγάλη γλωσσική τάφρο, στα υψίπεδα της ποίησης.
Γιατί, καμιά περιοχή στον άνθρωπο δεν είναι τόσο ανεξερεύνητη, όσο η αχαρτογράφητη περιφέρεια της ψυχής. Ασυνθηκολόγητος τοίχος υψώνεται στην α-συμβατική προσπέλαση και στην έλευση της κρυφής γοητείας, που η δημιουργός γενναιόδωρα επιτρέπει.
Έτσι, δημιουργείται η πρώτη ρωγμή στο συμπυκνωμένο απόσταγμα των παθών, μετουσιώνοντας τις θρυμματισμένες πληγές σε γραφή, για να αναδεικνύεται η ποιητική της μυθολογία.
Κι όσο το φως θα εισβάλλει από την πρώτη εσοχή, τόσο θα απελευθερώνεται η αιχμάλωτη ψυχή, υψιπετώντας με νοηματικούς πειραματισμούς στη συναρμολόγηση νέων ποιημάτων!

Οι λέξεις συντάσσονται παρνασσικά - με πολυτονικό σύστημα - στην αποτύπωση των συναισθημάτων.
Συντομία και ένταση επεκτείνουν τη θέαση πέρα από τις γραμμές και τα περιγράμματα. Αναγνωρίζεται η συναισθηματική εποπτεία στις πτυχές των λέξεων, χαρίζοντας μια καθαρή συγκίνηση στον αναγνώστη.

Στην ωριμότητά της η ποιήτρια ακολουθεί την δια βίου μάθηση, ανασυγκροτώντας την σκέψη. Οι εμπειρίες της γνώσης κρυσταλλώνουν τον λόγο σε διανοητικά διανύσματα, που η ίδια κατάφερε με επιτυχία να διασχίσει.
Τα ποιήματά της διατηρούν τη σοφία, καθώς κινούνται στη δραματικότητα συστοιχιών πυκνών νοημάτων. Αποκρυπτογραφείται η αδιάλυτη αίσθηση στα διαλυτά δομημένα σώματα με ρέουσα ευαισθησία, στις καθαρτήριες αφηγηματικές ενθυμημάτων.
Μεταγγίζει υλικά από την καρδιά και τον νου, απωθώντας ληθαργικούς ύπνους, με τις ιδέες να χτίζουν άρτια μορφολογικά και υφολογικά ποιήματα.

Συνταυτίζεται, ενσωματώνοντας στίχους που σκέφτονται, που μιλούν, που αγκαλιάζουν τρυφερά ό,τι την πλήγωσε και ό,τι την πόνεσε.
Βυθίζεται στα ακρωτήρια των παθών, όταν η μελαγχολία αποκοιμίζεται στην άκρη των βλεφάρων και τα μάτια αναζητούν τις κελευστικές αναθυμιάσεις της νοσταλγίας, «(σ)το αλφαβητάρι των ονείρων».

Οδοιπορικό

Μέχρι να φτάσω στο ποίημα
Θα διαβώ τη συνάρθρωση του εφήμερου.
Μονοπωλώντας το αλφαβητάρι των ονείρων.
Στη σημειωτική των λέξεων.
Τότε που έστηνα αγόγγυστα τις μέρες
Απέναντι από το πρόσωπό Σου.
Τραβώντας τώρα τις αδρές γραμμές.
Απ’ τα παλιά μου λάθη
Ως πρώτης γραφής
Ιερά ενθυμήματα.
Μονάζω…

Η ποιήτρια εναποθέτει στην ποίηση αμυντικούς μηχανισμούς, στην τελετουργία της έκφρασης. Βαλσαμωμένη σιωπή στενάζει σε ρούχα που αντιστέκονται. Παρηγοριά ο άνεμος, στις εξορίες έντιμων στίχων.
Είναι η δική της φυγή στο ποιητικό θαύμα, που αναβαπτίζεται με λέξεις, εμφυσώντας ζωή στα εκμαγεία της λύπης, μιας εσώτερης συντριβής.

Καταθέτει εκμυστηρεύσεις στο χαρτί από διαδρομές σε μνήμες, σε εμπειρίες, σε σκέψεις. Ο λόγος της κυριαρχεί σε «όλα τα πεδία βολής», υποβάλλοντας μια παρουσία - απουσία, με γνώριμους πολυδιασπασμένους ίσκιους.

Παραίτηση

Ενεδύθην
Την απόλυτη σιωπή, χρόνους ολάκερους.
Κι όμως οι παλαιοί άνεμοι με συντρόφευαν
Υπήρχαν πάντοτε δίπλα μου.
Εκεί στα κράσπεδα της μνήμης

Καθώς βάθαινε το πρόσωπο του καλοκαιριού
Μέσα στη μυσταγωγία της νοσταλγίας
Δεν με ξέχασαν.
Χαμήλωσαν τα φτερά τους
Και πριν την κατάδυση του ήλιου
Με οδήγησαν στα υπερώα νέων αγώνων.
Εδώ στις εωθινές νύχτες
Όλοι αναζητούσαν τους μαχητές της πρώτης γραμμής
Τους στηριζόμενους στο ιερό χρέος.
Κοίταξα όλα τα πεδία βολής
Μέχρι τους απέναντι ίσκιους
Δεν υπήρχε τίποτα γνώριμο
Σ’ αυτή την αστραπή της καρδιάς
Προδοσία μόνο.
Ήμουν ξένη ανάμεσα σε αγνώστους.

Με την ανάσα της στήνει «τον καινούργιο ουρανό επί χάρτου/ επάνω στο τέλος». Εκεί που ακόμα αναζητά όρια, εξοστρακίζει την αποκλήρωση, μαθαίνοντας πάλι από την αρχή να χτίζει στίχους, «με χώμα και νερό».
Είναι η δική της δέηση στην αδιαπέραστη και πυκνή ύλη του πηλού, που κατορθώνει - αφού πρώτα ψηθεί στη φωτιά - να μετατραπεί σε οικοδόμημα ποιητικής αθωότητας, στην εσχατιά της συναισθηματικής κατεδάφισης.

Αποκλήρωση

Μετά την κατεδάφιση
Των μέσα μας κάστρων.
Παρέμεινα εδώ στον κοινό μας φράχτη
Έξω από τη νύχτα.
Επί χάρτου έστησα τον καινούργιο ουρανό
Τοποθετώντας ψηφίδες ως αστερισμούς
Προσμένοντας τον ερχομό της άνοιξης…
Πεσμένη
Έμαθα να χτίζω για πρώτη φορά
Με χώμα και νερό
Επάνω στο τέλος.

Τιθασεύει παρορμήσεις, αλαφροπατώντας στην ισορροπία της σιωπής. Με την αφή αφοπλίζει «τις διαστάσεις της θύμησης», διαμελίζοντας τη νοσταλγία.
Εκτοπίζει τον πόνο, αναλώνοντας «όλο το θυμίαμα της πανσελήνου», για να βαθαίνουν οι όχθες της Αχερουσίας και να ξεδιψούν αθανασία τα μάτια της λύπης.


Η δύναμη της σιωπής

Σε κράτησα με τα χέρια της σιωπής
Ως την γλυκιά ικεσία του ύπνου
Αλαφροπατώντας
Στα μαγικά σκοτάδια της θροΐζουσας νύχτας
Αφοπλίζοντας τις διαστάσεις της θύμησης.
Σήκωσα το φως του πρωινού
Μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα
Ανάμεσα στα χείλη
Η εσώκλειστη ελπίδα των ίσκιων
Απ’ τα βαθύσκιωτα πλατάνια των ματιών σου
Ανάλωσε όλο το θυμίαμα
Της χθεσινής πανσελήνου
Κατεβάζοντας την αθανασία
Ως τα μακρινά ποτάμια της Αχερουσίας
Εκεί που ξεδιψούν
Τα μάτια του πόνου.

Μεταφυσικές διαστάσεις μυθοποιούνται στην ήδη μυθοποιημένη «πρώτη εσοχή της αμφισβήτησης». Πεπρωμένο που στέκει κρεμασμένο πάνω από τα κεφάλια πιστών και άπιστων.
Κι όσο κι αν έχει απομακρυνθεί η ιστορία, η πραγματικότητα για εκείνους που ελπίζουν είναι προσιτή.
Γιατί, εύκολα δεν ξεστρατίζει η πίστη από εκείνους που κατανυκτικά την υπηρετούν.
Γιατί, πάντα μίτοι του παρελθόντος θα ξετυλίγονται στα ετοιμόρροπα έδρανα πραιτόρων, που διψούν για πτώματα στη συνέχεια της ιστορίας.

Προσκυνητές στο πορτραίτο του Θεού γλιστρούν στην πρώτη σχισμή της πρώτης εσοχής ύμνων, που μαρτυρούν την παρουσία Του, στην αιώνια άφεση αμαρτιών.

Πρώτη εσοχή Ι

Η διέλευση της αλήθειας
Στα μάτια της νύχτας
Μυθοποίησε τις διαστάσεις της.
Το πλήθος εκέκραξεν
Άρον – Άρον σταύρωσον Αυτν…
Κι όμως
Το πρόσωπό του παρέμεινε νηφάλιο
Καθώς εσύρετο
Από τον Άννα - στον Καϊάφα!
Εδώ
Στην πρώτη εσοχή της αμφισβήτησης.
Οι λεηλατηθείσες ψυχές
Στάθηκαν απέναντι
Στα ετοιμόρροπα έδρανα.
Οι πραίτορες
Έστησαν τις σιδερένιες πανοπλίες τους
Τα εχέγγυα μάτια
Ξέβρασαν πάλι τόσα πτώματα…

Τελευταίο πέρασμα

Η μέρα έσταζε την ιερή απουσία Σου
Άνοιγε πηγάδια.
Να ξεδιψάσουν τα νερά
Ως τις ακτές της ελπίδας
Εκεί
Που δένουν οι πλόες των γυρισμών
Απόμειναν άθικτες οι πετρόκτιστες γέφυρες
Δαμάζοντας
Το τελευταίο πέρασμα της νύχτας…

Ψέμα ή Αλήθεια;
Μια διαμάχη αιώνια στην επικράτεια της εικασίας.
Τι θα κυριαρχήσει;

Η Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη κρατεί «ως διατηρητέο μνημείο», την προσωπική της αλήθεια, αναζητώντας την ουσία της. Ακτινοβολεί (η αλήθεια) λεκτικά  - πάντα ορθή κι αγέραστη - στη φλυαρία του ψεύδους. Προσεγγίζει την ενέργειά της, για να την υποτάξει και να υποταχθεί στις αλληγορικές μεταμορφώσεις της.
Γιατί, πουθενά δεν μπορεί να κρυφτεί, ακόμα κι όταν επώδυνα κατοικεί στην ενδοχώρα του ποιητή. Η διαβρωτική της δράση εξουδετερώνει αναστολές, για να μπορεί να λάμπει το μεγαλείο της.

Αλήθεια

Παρέμεινε εκεί
Ως διατηρητέο μνημείο.
Εν μέσω διθυράμβων και υπογραφών.
Τα επόμενα βήματά της
Πάνω στον ξύλινο διάδρομο
Θα κρατούσαν το τυπικό της ημέρας.
Η κραυγή της
Σκέπασε το ψέμα.
Όμως καμιά αλήθεια
Δεν μπορεί να κρυφτεί
Πουθενά…

Όταν βαραίνει το κενό της απουσίας, ο αιμόφυρτος χρόνος προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την μοναξιά. Να κλείσει ρωγμές που άνοιξε η απελπισία, στους ενδάκρυους διαδρόμους του νου.
Οι λέξεις δραπετεύουν με νυχτικά στο φως, «ζέοντες λίθοι» στην ατέλεια μιας ακόμα ακατανίκητης εκστρατείας, στην ανατριχίλα της νύχτας.

Η ποιήτρια τολμά διασώσεις, καταρρίπτοντας αδιαπραγμάτευτες προσκλήσεις ως τα έγκατα της γης.
Τι κι αν την παρασύρουν;
Ακροβατεί - σχεδόν αιωρείται - στο αιχμηρό συρματόσχοινο, αλείφοντάς το με λάδι αγριελιάς, απαιτώντας στο σκοτάδι την ασυλία της αγρύπνιας.
Πίσω από ανύπαρκτες πόρτες που κλείνουν σε έρημες σκήτες, χαλιναγωγείται η λύπη με το έμβλημα της ποιητικής στα χέρια που τολμούν να γράφουν.
Είναι η εξαγνιστική - λυτρωτική πράξη των ποιητών, στις παραπλανητικές εκεχειρίες της απελπισίας.
Οι όποιες εκκρεμότητες με την λύπη γεμίζουν γραμμές, στα τετράδια της αναγέννησης του λόγου.
Γιατί, όπως λέει ο Νικηφόρος Βρεττάκος:
«Το ελπίζει ο Θεός
πως τουλάχιστο μες στους λυγμούς των ποιητών
δεν θα πάψει να υπάρχει ποτές ο παράδεισος»

Ρωγμές

Σ’ αυτή τη σκήτη
Κατάσαρκα της νύκτας
Η μοναξιά αγρίεψε
Κι όλα σιωπούν.
Αιμόφυρτες ρωγμές τα δευτερόλεπτα
Στάζουν στα βράχια του χρόνου.
Οι λέξεις αγροικούν (ζέοντες λίθοι)
Ραγίζουν τα βάθη της αγρύπνιας.
Μετατιθέμενες τροχαλίες
Με επάλειψη λαδιού αγριελιάς
Κυλούν στο συρματόσχοινο.
Εδώ βαραίνει το κενό της απουσίας σου
Ως τα έγκατα της γης με παρασύρει