ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ - Εναλλασσόμενα φορτία



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ - Εναλλασσόμενα φορτία
από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ, κυκλοφόρησε το 2013 με ζωγραφική και ποίηση, το νέο πόνημα του Δημήτρη Καραμβάλη, «Εναλλασσόμενα φορτία».

Αστείρευτη παραμένει η γόνιμη φλέβα του δημιουργού, στη σύγχρονη ελληνική γραμματολογία.
Ποίηση και ζωγραφική συνοδοιπορούν με λέξεις και χρώματα, στις επεξεργασμένες μορφές της Τέχνης!
Γιατί, «η ζωγραφική είναι σιωπηλή ποίηση, η ποίηση ομιλούσα ζωγραφική», αναφέρει ο Πλάτων. 

Ο Δημήτρης Καραμβάλης επιδιώκει μια συνομιλία, αρδεύοντας από την ουσία των εικαστικών παρεμβάσεων, την ουσία των λέξεων ή και το αντίθετο.
Με την ικανότητα του σωστού μάστορα, η λιτότητα στις απεικονίσεις ισοδυναμεί με την λεκτική γνησιότητα, στα δημιουργήματά του.
Κάτω από το ίδιο βλέμμα, εικαστικοί τόποι συναιρούνται με λέξεις και στίχους!
Έτσι, η επικοινωνία με τον αναγνώστη γίνεται διττή στον αμετάφραστο εικαστικό λόγο. Το όποιο κενό στην έκφραση αλληλοσυμπληρώνεται στους λαβυρινθικούς δαιδάλους της Τέχνης.
Άλλωστε, ο δημιουργός χρόνια τώρα ασκεί το ταλέντο του και την έμπνευση τόσο στη ζωγραφική όσο και στην ποίηση.
Δεν καθορίζεται, ούτε καθορίζει το μεταίχμιο που μετατρέπει την ισόβια μαθητεία του σε Τέχνη.

Ο ποιητής νοσεί - πάσχει από την ανίατη ασθένεια της δημιουργίας. Ο εικαστικός λόγος γίνεται πολυπρισματική επιφάνεια, που αναβαπτίζει στον καμβά την προέκταση βιωματικών αντικατοπτρισμών.

Είναι οι διαδραστικοί μονόλογοι του νου και του οράν, στο ανεξίτηλο των περιπλανήσεων στους λαβύρινθους της δημιουργίας.
Αφουγκράζεται μεταμορφώσεις στις διασχίσεις του χρόνου, χαράζοντας τα δικά του σχήματα, στην ερμηνεία του άρρητου. Επιδιώκει - όσο αυτό είναι μπορετό - οι λέξεις να επεξηγούν την εικόνα, σχεδόν μυστικά  και η εικόνα να τις εικονογραφεί.
Κάποιες φορές, οι στίχοι μεταφυτεύονται από την μαγεία των εικόνων στον συμπυκνωτή του λόγου.
Γιατί, στα «εναλλασσόμενα φορτία» ο λόγος είναι θελκτικός, στην απόδοση της μορφικής τελειότητας του ποιήματος. Μεταλαμπαδίζεται η μαγεία των εικόνων που δεν αλληλοαναιρείται, αλλά συμπληρώνει διπολικά, φωτίζοντας όλες τις πτυχές του εικονοπλαστικού λόγου στις ισοδύναμες αναβάσεις.

Σου  ’χα μιλήσει για μια θάλασσα μ’ έντονα χρώματα.
Σκοτάδι και φως να εναλλάσσονται, χώμα και βράχος και νερό
Σε μια ασταθή πορεία σταθεροποιείς τις κινήσεις σου.
Εκεί που στέκεις, θα δεις με άλλο τρόπο τα συμβαίνοντα.
Έτσι που δεν θα είναι πια συμβατικά!
Κάποτε είχες περάσει από δω, δεν θυμάμαι πότε και γιατί
Όμως το τοπίο είναι τόσο γνώριμο, τόσο οικείο.
Τα λόγια περιττεύουν
Η σιωπή σε οριοθετεί…

Στον Δημήτρη Καραμβάλη - έχω την αίσθηση - πως προϋπάρχουν ταυτόσημες συγκινήσεις που μπορούν να αποδοθούν με διαφορετικό τρόπο. Τα ψήγματα μιας εσώτερης βιωματικής, ανεπιτήδευτα δρομολογούν την εξέλιξη σε εκείνο που ακολουθεί, ελευθερώνοντας «της ψυχής το νερό».

Γιατί, ο ζωγράφος - ποιητής προσπαθεί να αποσαφηνίσει την αοριστία και να την ταξιδέψει με λέξεις, σε τούτο το διπλό ταξίδι. Είναι ο κυβερνήτης που κρατά δυο πυξίδες, που και οι δυο δείχνουν κοινό προορισμό στην αφοσίωσή του με την Τέχνη. Γίνεται ο διάμεσος κοινωνός που τιθασεύει ετερόκλητα δομικά στοιχεία, αθροισμένα στις διατακτικές της προσωπικής του έμπνευσης.

Τούτα τα βράχια
Πίναν φως από τον ήλιο
Τούτα τα βράχια
Στις ανομβρίες ελευθερώνουν
Της ψυχής το νερό

Άτιτλα σεργιανούν τα ποιήματα με λυτρωτικές εκμυστηρεύσεις, εντοιχίζοντας τον ψίθυρο μιας φυλακισμένης ψυχής, που ξοφλά γραμμάτια στη μνήμη του θανάτου.
Ο ποιητής επιθυμεί να εξοστρακίσει την απώλεια που έρχεται… φθάνει στον άξονα της θνητότητας.

Τι κι αν το είδωλο παραμένει πιστό στις εξορύξεις της νοσταλγίας;
Η ποιητική ωριμότητα τραυματίζει αιχμηρά μεταφυσικές αγρυπνίες, μέχρι να εξοφληθεί η φθορά για το οριστικό τέλος.
Ήδη, ο ποιητής έχει προγυμνασθεί από υποσυνείδητα δάνεια, προετοιμαζόμενος… για τη μετάβαση.

Λησμόνησα
Τη μνήμη του θανάτου
Αφόρισα
Καμπάνα του Εσπερινού
Λόγια φωτιά
Εξόφληση γραμματίων
Ψυχής φυλακισμένης

Σε κάποια ποιήματα διακρίνεται μια κυκλική δομή, στη παραβολική διαχείριση της ποιητικής του μυθολογίας.
Το ένα συμπληρώνει το άλλο στην αφηγηματική εποπτεία.
Στην φαινομενική απλότητα του αντικειμένου - η φωτογραφία - γίνεται φιλοσοφική αναζήτηση, παρηγορητική κατάθεση για το αναπόφευκτο του θανάτου.
Έτσι, κατορθώνει να κατακτήσει την ουσία της ποίησης, στην αέναη αναμέτρηση με το υψηλό της νόημα!

Εδώ και χρόνια, ο Δημήτρης Καραμβάλης με την γραφή του έχει αποδείξει, πως καταργεί τις απατηλές υποσχέσεις για μια ποίηση απλή. Η ρητορική του ακουμπά στις ευαίσθητες χορδές των αναγνωστών. Τις αφυπνίζει με την οξυδέρκεια και τον προβληματισμό μιας εξελισσόμενης Τέχνης.
Η υπαρξιακή αυτογνωσία αφήνει διόδους στη δυναμική των εικόνων, για να ξεπηδούν ανεμπόδιστα οι λέξεις.

Έψαχνες πάντα για μια πρόφαση
Να ξαναβγάλεις την παλιά φωτογραφία
Άδικος κόπος.
Το κόκκινο αίμα
Ταχύτατα πλημμύρισε το σκηνικό.
Ένα ποτάμι
Δίκαιας κρίσης
Κοντοζύγωνε…

Όλα τα πήρε ο θάνατος.
Μονάχα
Εκείνη τη φωτογραφία
Που δεν εμφάνισες
Αποχρωματίζω τώρα
Στο φυλάκιο της καρδιάς μου…

Η ψυχή είναι πουλί που ταξιδεύει, στην παραμυθία του νόστου. Μόνον η αγάπη δεν αντέχει μεταναστεύσεις. Στοχάζεται την αναχώρηση, λίγο πριν την τελευταία λάμψη. Ο χρόνος σμιλεύει την αστραπή στο κενό της απουσίας.

Τα μάτια στεγνώνουν στην υπέρβαση μιας ανείπωτης μετανάστευσης.
Πώς να διασχίσουν λέξεις που πάνω τους απλώνονται άληκτα συναισθήματα;
Τα μάτια χαράζουν πληγές στην εσώκλειστη κάμαρα της μοναξιάς, στην είσοδο της οποίας έχει γραφτεί με αίμα «(τ)η λέξη ΩΚΕΑΝΟΣ».
Είναι η απεραντοσύνη της προσδόκιμης και κατακτημένης ελευθερίας στο άγνωστο. Γι’ αυτό ακριβώς, το άγνωστο αποζητά  την ανέλκυση της πιο βαθιάς επιθυμίας που εμπλουτίζει αισθήσεις, εμποτισμένος από τις συντεταγμένες του ονείρου. Αποκρυπτογραφεί την πραγματικότητα των συναισθημάτων στα δυσκολοσύλληπτα όρια του άχρονου .

.
Γιατί ψυχή μου
Μοιάζεις με πουλί;
Τα μάτια δεν μπορούν
Ξανά
Τη μετανάστευση
Τη λάμψη που σε λίγο θα χαθεί
Πώς να κρατήσω;

Τόσα μάτια που με κοίταζαν
Τόσες πληγές που με χαράζανε
Η φυλακή μου το μικρό στενό
Όπου στην είσοδό του κάποιοι
Είχαν γράψει με αίμα
Τη λέξη
«ΩΚΕΑΝΟΣ»

Ο ποιητής βιώνει αιώνιους ναυαγισμούς, σε κατακλυσμιαίους χρόνους. Η γραφή είναι εκείνη που κάθε φορά τον σώζει από αβυθομέτρητες μαύρες θάλασσες. Τον συντροφεύει η διαλεκτική του με τον θάνατο, σε ώρες ασφυξίας. Οι λέξεις γίνονται ανάσες, στον ανέκκλητο κατακλυσμό της ποίησης.

Κι όσα «ματιών σκιρτήματα» και «υποψίες φιλιών» τον διεκδίκησαν, «γράμμα αζήτητο/ στην απόμακρη θυρίδα τ(μ)ου», για να επιπλέουν πνοές που στάζουν ποίηση.
Κι όταν ο ποιητής σπαράζει στην αναμονή, αιμορραγεί από πληγές ξέσκεπες στάλα τη στάλα, προσεγγίζοντας αποσιωπητικά που χαράζουν με λέξεις την αιωνιότητα!

Αχ εαυτέ μου
Από ποιον κατακλυσμό
Να σ’ έχω σώσει;                                                            
Τούτη η μαύρη θάλασσα
Πλάγιασε με το θάνατο
Κι ένα αρμενάκι
Στον αέρα σάλπαρε
Υποψίες φιλιών
Ματιών σκιρτήματα
Πολύποδας μεσαιωνικός
Γράμμα αζήτητο
Στην απόμακρη θυρίδα μου…

Η άνοιξη ανατρέπει τη βεβαιότητα, αξιώνοντας υπολείμματα. Μετατρέπει την ηχώ της σε ιδεατή προέκταση της σκληρής αδιαφορίας εκείνης που προκάλεσε το παρελθόν του. Είναι η δική του συναισθηματική και σχεδόν αόρατη επίκληση, σε κείνο που χάνεται, κληροδοτώντας πόνο στα εκτοπίσματα της λύπης.

Παρ’ όλα αυτά
Η άνοιξη εξακολουθούσε
Να επιμένει
Στην σκληρή
Αδιαφορία Σου…