ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΓΕΡΟΝΤΑ - Εδώ γεννιέται και πεθαίνει η άνοιξη




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΓΕΡΟΝΤΑ - Εδώ γεννιέται και πεθαίνει η άνοιξη
από την Σοφία Στρέζου

Το νέο πόνημα της Κωνσταντίας Γέροντα, «Εδώ γεννιέται και πεθαίνει η άνοιξη», κυκλοφόρησε από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, το 2014.

Στο νέο ποιητικό και όχι μόνον απάνθισμα της Κωνσταντίας Γέροντα συναντάμε στίχους λιτούς, αλλά και στίχους που σχηματίζουν κείμενα που αφορούν την «poème en prose», κατά τον Charles Baudelaire.
Άλλωστε, ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «ποίημα σε πεζό» ή κατά συντομία πεζοποίημα, στη σημερινή εκδοχή του όρου.

 Με τρυφερή αιχμηρότητα βασανίζεται ένας εσωτερικός κόσμος, που γεννά δημιουργικούς οίστρους μιας παρελθοντολογικής εμπειρίας. Ίσως, είναι η όξυνση των αισθήσεων, που η μνήμη αναδεύει και αναδεύεται στις γραφικές αράδες της ποίησης.
Έτσι, ο αναγνώστης έχει την δυνατότητα να διαβάσει μια ποίηση έξω από κανονιστικές φόρμες, διευρύνοντας νοήματα, που δεν επιδέχονται μορφοποίηση.

Ανομοιοκαταληκτεί στη γραφή - έτσι ακριβώς - όπως η ίδια η ζωή της ανομοιοκαληκτεί σε παραμυθητικά στερεότυπα.

Η ποιήτρια ζει προεκτάσεις σε ρεαλιστικούς χωροχρόνους, που υπονοούνται στην εξαϋλωμένη πια βιωματική μνήμη.
Βυθίζεται στην αμφιθυμία ακατανόητων περιστατικών με εξαντλητικό ρευστό λόγο, υπερασπίζοντας το αναπόφευκτο που την σημάδεψε και εξακολουθεί να σημαδεύει τις λέξεις της.
Έτσι, η ποίησή της γίνεται προσωπική καταφυγή σε συναγωγές κειμένων, που εξελίσσονται σε εξομολογήσεις.
Διαπραγματεύονται μια ενδελεχή εξοικείωση με τους κανόνες που η ίδια ορίζει στην τέχνη της.
Αποφεύγει να χρησιμοποιήσει δανεικά εκφραστικά μέσα, αποσυμβολίζοντας - μ’ αυτό τον τρόπο - την αισθητικοποιημένη οπτική του ονείρου της!

Τι κι αν χάνει στους μαραθώνιους της ζωής;
Γνωρίζει καλά, πως η ζωή κερδίζεται μέσα από την λύπη, αγγίζοντας το αμετουσίωτο που μετασχηματίζεται σε μετουσιωμένο. Δεν το ωραιοποιεί, αντίθετα το καταγράφει με το ρεαλιστικό αίσθημα μιας ατελούς βιωματικής εμπειρίας.

Δεσποινίς ετών 69

Γεννημένη ποιήτρια λυγμικών στίχων
Αόρατη, ημιδιάφανη, μνησιπήμουσα
Παλεύει με τις λέξεις και μάχεται τη φθορά
Χειρίζεται τις έννοιες σαν καλός λύτης σταυρολέξου
Μεσολαβεί στο ανείπωτο, ξιφομαχεί με τη λήθη
Βιολογική ηλικία: ετών 36
Ποιητική ηλικία: γεννημένη το 1914, το 1949, το 1966
Τόσο όσο τα γκρίζα μαλλιά και οι αυλακωμένες ρυτίδες
με τις οποίες βγήκε απ’ την κοιλιά της μάνας της
Να φανούν αληθινά στο πρόσωπο

Μια προσωπική ερμητική ποίηση δραπετεύει από την κλεψύδρα του χρόνου, για την Κωνσταντία Γέροντα.
Επωμίζεται την ευθύνη της αδυναμίας της να αντιμετωπίσει ρεαλιστικά την τύχη του ιδεατού, σε κείνο που φεύγει… χάνεται… «χωρίς να μπορεί να το(ν) αγγίξει».

Οι λέξεις απελευθερώνουν συνειρμούς, για να γίνει κατανοητή η επικοινωνιακή λειτουργία με τον αναγνώστη. Απομακρύνονται από την συναισθηματική ορθότητα, για να περιγράψουν με ακρίβεια την ανεξαρτησία της προσλαμβάνουσας αίσθησης.

Αυτοπροσωπογραφία

Ο κόσμος όλος κρεμόταν απ’ τα χέρια της και κυλούσε
σαν την άμμο και χανόταν
Η ίδια ένιωθε φυλακισμένη σε μια κλεψύδρα
Κι ο χρόνος δεν περνούσε
Κι ήταν εκείνη η κλεψύδρα κι ο κόσμος χυνότανε
στα χέρια της κι έφευγε αδιάκοπα, χωρίς να μπορεί
να τον αγγίξει       

Η ποιήτρια στήνει μια θεατρική σκηνή, για να αποδώσει συνειδητά τον κίνδυνο της αποξένωσης σε ζευγάρια που λούστηκαν το πάθος, στα κρεβάτια του έρωτα. Η ερωτική μυθολογία καταρρίπτεται στο μέσο της σκηνής.

Αγωνία - Φόβος - Θρήνος !
Είναι συστατικά που ιχνηλατούνται, για να αναδειχθεί ο επώδυνος διάλογος ανάμεσα σε σιωπές και παύσεις, επιθυμώντας απαντήσεις.
Έτσι, η θέαση αποκτά την αυθεντική πρόσληψη της γυναικείας χειραφέτησης, που όμως κατά βάθος εξακολουθεί να διατηρεί έναν αθώο ρομαντισμό. Κι όσο κι αν επιθυμεί να διατηρεί μιαν ανεξάρτητη εκδοχή, τόσο μελαγχολικά διαπιστώνεται, πως η γυναικεία ευαισθησία εξουσιάζει την ψυχή της.
Με ειλικρινή γενναιότητα θέτει τρυφερές ερωτήσεις που ζητούν ειλικρινείς απαντήσεις, ελπίζοντας πως θα ανατραπεί η κλονισμένη βεβαιότητα.

Τούτη η αναβιωματική παράσταση εκφράζει διαδραστικά τον  διάχυτο ιδεαλισμό και τον αισθησιασμό, στην δραματουργική απόδοση. Έτσι, κατορθώνει να γίνει με σκηνοθετικούς όρους εποπτεύσιμη η άρρηκτη σχέση της σκηνικής απόδοσης και των λέξεων.

Σώμα

Δωμάτιο χωρίς έπιπλα Μόνο ένα κρεβάτι στο κέντρο
κι ένας μεγάλος καθρέφτης στον τοίχο Μπαίνουν
δυο άνθρωποι Βγάζουν τα ρούχα τους Κάνουν έρωτα
χωρίς να φιληθούνε Άγρια, ξέφρενα, απελπισμένα
Τελειώνουν ταυτόχρονα Ξαπλώνουν Γυμνοί σαν
αγάλματα Ο άντρας κλείνει τα μάτια Η γυναίκα
κοιτάζει τον καθρέφτη και τα μάτια της βουρκώνουν
Αρχίζει να κλαίει γοερά Ο άντρας ανοίγει τα μάτια και
τη ρωτάει «Γιατί κλαίς;» «Θρηνώ το σώμα» του λέει
«Το σώμα είναι η μόνη αθωότητα που μας απόμεινε»
της απαντά εκείνος «Γι’ αυτό θρηνώ Για τον χαμό
του Κοίταξε τον καθρέφτη» Ο άνδρας κοιτάζει
Ο καθρέφτης είναι ραγισμένος

Άψυχο σώμα ονείρου η αναμονή σπαράσσεται με επιτύμβιες λέξεις, «Άπνοη - Ανέγγιχτη - Ανείδωτη», για την άχραντη παρουσία.
Περιμένει κι ας χάνεται σε ποιήματα, παραμονεύοντας να φανεί η στιγμή της διάψευσης. Συναισθηματικές αναθυμιάσεις διατηρούν σε κατάσταση ετοιμότητας μια υποψία χαμόγελου, στην έλευση Εκείνου που αγαπά!

«Περιμένω εσένα»: θα πει τρυφερά, «προσμένοντας να μυρίσω τη βροχή».
                                               
Αναμονή

Περιμένω εσένα
Προσμένοντας να μυρίσω τη βροχή
Χίλια δυο δίχτυα που αστράφτουν τα μαλλιά σου
Και μια υποψία χαμόγελου στα μάτια - θα χαμογελάσω
αν φανείς
Η εποχή κιτρινισμένη, κρατώντας παραμάσχαλα
φρούτα, περιμένει κι αυτή εσένα
Η στιγμή παραμονεύει εσένα
Οι κόμποι των μαλλιών μου, το ασανσέρ, η άσφαλτος
Ναρκωμένη, περιμένουν εσένα
Άπνοη
Ανέγγιχτη
Ανείδωτη
Περιμένω εσένα

Η Κωνσταντία Γέροντα  ψελλίζει «ναι», στην ανάγλυφη αγάπη των αισθήσεων με την αφή. Γιατί, η αφή άυπνη στέκει σιμά στο αόρατο και απολογείται για αγγίγματα στο ορατό. Δούλα εκ γενετής στο ψηλάφισμα αναστατώνει την αίσθηση, σε δάχτυλα που καίνε. Τις νύχτες ματώνει αναίμακτα, σέρνοντας την ερημιά των άκρων, στα ανήλιαγα υπόστεγα της νοσταλγίας.

Κοιτάζει στο κενό…
Αντιστέκεται! Αναρωτιέται ! Θυμάται! Δοκιμάζεται! Φαντάζεται!

Πάντα απροετοίμαστη σε κείνο που λείπει. Με λύπη χαράζει λέξεις, σε βεβαρημένους τόπους βελούδινης αφής.
Εφευρίσκει φράσεις σε χέρια που κρατήθηκαν σφικτά κι ύστερα λύθηκαν.
Απομακρύνθηκαν από διαψευσμένους χρησμούς.
Τυλίχτηκαν στις διαμεσολαβητικές αντηχήσεις της απουσίας, διεκδικώντας τη μνήμη της παρουσίας, με στεναγμούς και «πνιχτές ανάσες βογγητών» του σώματος, που γονατίζουν στην ενθύμηση.

Αφή

Ανέπνευσα για δευτερόλεπτα ζωντανή την αγάπη και ψέλλισα
ναι!
Τώρα χώρα ερειπωμένη αντιστέκομαι στον παγωμένο αέρα
της διαψευσμένης αχλύπης
Που ζεις; Σε ποια χώρα; Σε ποιον ουρανό σκεπασμένο
από φέρετρα;
Βρέχει λύπη, θάλασσα, αρμύρα, βρέχει όνειρο παραγινωμένο,
Φρούτα φθινοπωρινά και γεύση καφέ πικρού στο στόμα
Αχ… χώρα - μέγαιρα, χώρα - μάσκα,
χώρα φανερωμένη σε πνιχτές ανάσες βογγητών
Θα ’μαι εδώ,
θα σε ξαναδώ να πλαγιάζεις, έρημη νύχτα
Το παράθυρο τρέμει, η καλημέρα μουγγή
Κηλίδωσες το όνειρο μιας μεστής ανάσας,
Έκοψες δυο-τρεις φλέβες γάργαρου νερού
κι αναποδογύρισες τη μέρα
«Πόσο;» φωνάζω
«Τόσο» απαντάς. «Όσο αρκεί για το πρώτο σημάδι,
την πρώτη γρατζουνιά,
τον πρώτο τριγμό στον βεβαρημένο τόπο της βελούδινης
αφής»

«Τώρα πια τρέφομαι μόνο με σιωπή», θα πει η ποιήτρια, για να ξεκινήσει η διαλεκτική με το άρρητο. Με λέξεις διαχειρίζεται την συγκίνηση που εκφράζουν το νοητό του αρρήτου, αφυπνίζοντας αισθήσεις. Απελπισμένη, εφευρίσκει ένα άνοιγμα, μια ρωγμή στη ψυχή, για να αναδυθεί η ενέργεια που θα συντρίψει τον πόνο, «διεκδικώντας μια θέση στο βασίλειο των ζωντανών».

Με την υπομονή μαρμάρου που για καιρό λαξεύτηκε, αγγίζει την λεία και ανάγλυφη λυγμική αλήθεια της μοναξιάς της.
Εξοβελίζει αναδρομές που άλλοτε αυτοκαλλιέργησε, συντηρώντας τον Σισύφειο μύθο της μοναχικότητας .

Σιωπή

Τώρα πια τρέφομαι μόνο με σιωπή - τα ούλα μου ματώνουν
Γεννάω λυγμούς, κόβω τον ομφάλιο λώρο με σκουριασμένο
ψαλίδι κι ύστερα τους πνίγω
Τη μοναξιά μου μπορώ να την αγγίξω, αλήθεια
Ανάγλυφη και λεία σαν δουλεμένο μάρμαρο
Το μυαλό μου τοίχος σημαδεμένος απ’ τις ρωγμές
που ολοένα μεγαλώνουν
Κι εγώ περιφέρομαι σε κήπους από χρόνια ξεχασμένους
Ανάξια διεκδικώντας μια θέση στο βασίλειο των ζωντανών

Έξω από κάθε ποιητική γεωμετρία, η Κωνσταντία Γέροντα εκφράζει την συγκίνηση στην τεθλασμένη βιωματική εμπειρία.
Σκοτεινές και ανεξιχνίαστες μνημητικές προσλαμβάνουσες, υποβάλλουν το αίσθημα της απώλειας σε ανυπεράσπιστα τοπία.

Σπαράγματα στοχασμού υπονοούν την άμυνα σε αδιάψευστα αδιέξοδα, χωρίς να αποσιωπάται η ποιητικότητα.
Ακριβώς, γιατί η ποιήτρια πειραματίζεται, πότε με μικρούς διασπαζόμενους στίχους και πότε με ρευστούς πεζολογικούς μονόλογους, στην αφηγηματική της ποίησης.

Σε αγγίζω - γίνεσαι άνθρωπος
Σκληραίνω - γίνομαι καρφί

Επειδή το άγγιγμα μεταμορφώνει και λειαίνει την σκληρότητα. 
Αν και πάντα θα διατηρείται η αιχμή στο καρφί που εξανθρωπίζει το πάθος, κρατώντας ζωντανή την ψυχή. Για να μπορεί να φαντάζεται, να ονειρεύεται και παράλληλα να πειραματίζεται με συναισθήματα, που την αποδέσμευσαν αλλά δεν χάθηκαν.

Η ποιήτρια θα συνεχίζει να γράφει ποιητικά, για να εντοπίσει ξανά και ξανά λόγους και αιτίες που θα της αποκαλύπτουν με λέξεις νέα συναισθήματα.
Άλλωστε, όλα τα συναισθηματικά φορτία καταγράφονται συνειδητά ή ασύνειδα στην κυτταρική μνήμη.
Η ποίηση θα της δείχνει έξοδο για να μπορεί να εκφράζει το ανέκφραστο.
Γιατί, όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης :

«Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ' ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι ο ουρανός. Το ζήτημα είναι από που βλέπει κανείς τον ουρανό. Εγώ τον έχω δει από καταμεσής της θάλασσας».