ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - Το κοντσέρτο της νοσταλγίας



ΤΑΣΟΣ ΣΤΑΥΡΑΚΕΛΗΣ - Το κοντσέρτο της νοσταλγίας από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ κυκλοφόρησε το 2014, η τρίτη ποιητική συλλογή του Τάσου Σταυρακέλη, «Το κοντσέρτο της νοσταλγίας».

Για τον ποιητή, προαιώνιοι φόβοι και στιγμές αδιέξοδες, χαρτογραφούνται στις ποιητικές παρυφές μιας εξελικτικής ανάβασης προς το όρος της ποίησης.
Ο Τάσος Σταυρακέλης, με το νέο του πόνημα αποδεικνύει πως πέρα από το όποιο ταλέντο που μπορεί κανείς να διαθέτει, υπάρχει και η επίμονη μελέτη σε κείνα που έχουν ήδη γραφτεί .
Τούτη η αναγνωσιμότητα σε διάφορα είδη λόγου διευρύνει και αναδεικνύει το ποιητικό παραλήρημα του δημιουργού.
Χωρίς ρητορικές εξάρσεις, ακολουθεί την τροχιά του έρωτα, αναζητώντας την αγάπη !
Γιατί, η γραφή του είναι ερωτική, εξομολογητική και μύχια.
Την ώρα που η ψυχή αφυδατώνεται, εκείνος αναβιώνει συναισθηματικά χαλάσματα, στα ερείπια της συντριβής του.

Οι λέξεις γίνονται ένδυμα βαρύ στις λυρικές και υπερρεαλιστικές αποτυπώσεις, σμιλεύοντας την αιώνια αθωότητα. Είναι η δική του διαφυγή σε ώρες μοναξιάς, σε νύχτες σκοτεινές και ανυπεράσπιστες που τον συντροφεύουν.

Η ηχώ μιας νοσταλγικής απουσίας σεργιανά στις λέξεις του, κάνοντας να αγρυπνούν οι αισθήσεις, στις σχηματισμένες ουλές της ψυχής του. Παλινδρομούν θλιμμένες από το ξέφτισμα μιας αγάπης, που κάποτε πίστεψε πως θα είναι παντοτινή.
Επειδή, η λύπη κατοικεί σε υποδόριες εσοχές στα παραπήγματα του έρωτα. Την αναβιώνει στιχουργικά στα περιγράμματα της γραφής του, χωρίς να χάνεται σε νοηματολογικούς λαβύρινθους.

Γι’ αυτό, τα χέρια αγκαλιάζουν τα όνειρα που τα μεταγγίζει με λέξεις στις φλέβες του ποιητικού του μύθου. Ραγισμένα διαστέλλονται και συστέλλονται ανάλογα με την αφηγηματικότητα, στις αντανακλάσεις της λύπης.
Βαθιά επιθυμία του είναι το όνειρο να παραμείνει ελεύθερο κι ελεύθερος να μπορεί να ονειρεύεται !

Σπάργανα

Τυλίγω με σπάργανα
τα ραγισμένα μου όνειρα
και σε βωμό
με στίχους τ’ αποθέτω.
Να μη βρεθούν
σε αφεντάδων χέρια,
κανείς ποτέ
να μην τ’ αλυσοδέσει.

Βυθίζεται σε «στάχτες και αποκαΐδια» με φλύαρες σιωπές και όνειρα που ονειροβατούν και στενάζουν. Τα ενσωματώνει σε στίχους, δρασκελίζοντας με ευκολία τις στροφές, για να μπορεί ν’ ανάψει μια νέα σπίθα σε εκείνα που κάηκαν.
Γιατί μόνον έτσι, κατορθώνει υπερβατικά να διαφεύγει, διατηρώντας διάφανη και αναλλοίωτη τη συνείδηση του ονείρου.

Σπίθα

Μην αναμοχλεύεις
στάχτες και αποκαΐδια.
Άναψε μια νέα σπίθα
στα όνειρά σου.

Ο ποιητής διατηρεί μια εύπλαστη σχέση στα υστερόγραφα των ποιημάτων, με εικονοπλαστικές όσο και υπερρεαλιστικές περιγραφές. Η μοναξιά είναι το φως που διεισδύει στα ανεξιχνίαστα βάθη της ψυχής, με την ελπίδα πως θα φωτιστεί η σκέψη !
Έτσι, απομυθοποιεί την μοναχικότητα. Την καταλύει, για να την επιστρατεύσει ανάλγητη πια στα ποιητικά πεδία.

Το πρόπλασμα του νου γονιμοποιείται για να δοθεί ως αισθητική εμπειρία, στους δακτύλιους των στίχων. Η περιστροφική μαρτυρία είναι η θλιμμένη αυτοαποτύπωση κομβικών συναισθηματικών φορτίων, που τον κυρίευσαν σε ανύποπτους χρόνους.

Βυθοί μοναξιάς

Τώρα που φεύγεις
φύλαξέ μου
μια αχτίδα φως
απ’ την ψυχή σου.
Έτσι…
Μήπως φωταγωγήσει
τους βυθούς
της παρθένας σκέψης
της μοναξιάς μου.

Ο Τάσος Σταυρακέλης είναι ένας αιρετικός, ένας αυτόχειρας που εκτινάσσει και εκτινάσσεται από τα συναισθήματά του, ως την ακρώρεια της πιο μικρής βιωμένης λεπτομέρειας.
Η οδύνη γίνεται ηδονισμός που εκτυλίσσεται στην αποτυπωμένη οδυνηρή παραμυθία του, με ποιητική ευκρίνεια.

Η διαχείριση του πόνου με συντριβές αναδεικνύονται στις παράλληλες αυτοχειρίες, στις βραχυκυκλώσεις του θανάτου. Καταπιεσμένες αναστολές που δεν μπορούν να ρίξουν τα συρματοπλέγματα που τις περιβάλλουν, επιχειρούν το τελευταίο ταξίδι τη στιγμή που η καμπάνα χτυπά χαιρετισμούς, στα τοπία της θλίψης.

Αυτόχειρες

Μυρωδιά από σάπια λόγια
φράζει αυτόν το χειμώνα
σαν επικίνδυνα κομμάτια χάους
την ώρα που τερατόμορφα όντα
εισβάλλουν στα όνειρά μας
ματώνοντάς τα με δίκοπα μαχαίρια.

Κάπου μια καμπάνα
Χαλάει την ησυχία της θλίψης.

Καμπάνα χαιρετισμού
για έναν ακόμη αυτόχειρα
κι ο Άγιος στο εικόνισμα δακρύζει.

Για τον ποιητή, αρυτίδωτη οπτασία παραμένει η απουσία στη χαμηλόφωνη και αποκαλυπτική εκδοχή μιας παρούσας ερωτικής ανυπαρξίας.

Δισταγμοί συνουσιάζονται για χάρη της σεξουαλικότητας, χωρίς την αφή της επιθυμίας, για κάτι υψηλότερο στην αισθηματική κλίμακα. Μόνον κορμιά αφηγούνται το κενό της συνεύρεσης στην ανάμνηση των σωμάτων, με τολμηρή και υπαινικτική αισθαντικότητα.
Τα ηλιοτρόπια του έρωτα πέφτουν - χάνονται -  πεθαίνουν στη σιωπηλή ερημιά της νύχτας, στα συνώνυμα της εγκατάλειψης, στους αποκλεισμούς της αγάπης.

Απουσία

Συνουσίες άνευ έρωτος.
Απουσία κραυγών.
Σαν να ανοίγεται
ένα τεράστιο κενό
μέσα στη νύχτα.

Συνουσίες μικροί θάνατοι.

Και η αγάπη παραδίπλα
γοερά να κλαίει.
Επάνω στο ματωμένο υμένα
μιας θλιβερής απουσίας.

Αποστηθίζει «πρωτόπλαστα αμαρτήματα» αναβολές και προφάσεις, στα ρευστά ενοχικά εκτοπλάσματα « στις ηδονές των σωμάτων». Φρουροί που βάρυναν μέσα στην ενοχή και στην φωτιά των πόθων.
Γιατί, τα μεγάλα πάθη ποιητικά αποδίδονται στις συντεταγμένες της αμηχανίας. Αποσιωπούν τα μαρτύρια που ξεπλένονται με μια χούφτα θαλασσινό νερό, στις αλληγορικές εκφάνσεις του λόγου.

Επειδή, «η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε» κατά πως λέει ο Κώστας Καρυωτάκης.
 Τα μεγάλα πάθη ζουν μέσα στη μνήμη !
 Διαποτίζονται με ενοχή στους εμφύλιους σπαραγμούς της λήθης. Οι αναμνήσεις «εγκλωβίζουν μια αμαρτωλή μαγεία», συσσωρεύοντας ανεπούλωτα τραύματα.

Ενοχές

Πώς να ξεπλύνεις
τις ενοχές της καρδιάς
με μια χούφτα θάλασσα;
Πρωτόπλαστα τα αμαρτήματα,
φρουροί στις ηδονές των σωμάτων.
Σώματα σαν κέλυφος οστράκων
που εγκλωβίζουν μια αμαρτωλή μαγεία.
Πώς να ξεπλύνεις
τις ενοχές της καρδιάς
με μια χούφτα αστερόσκονη;

Η ποίηση έδωσε την δυνατότητα στον Τάσο Σταυρακέλη να καθαγιάσει ενοχικές αισθήσεις.
Έτσι, κρύβεται σε κρύπτες στίχων για να εκφράσει αφανέρωτους πόθους.  Αλώνει με λέξεις πάθη επώδυνα, που άφησαν ανοιχτές αιμάτινες πληγές, στους διακεκαυμένους παράλληλους του έρωτα.

Αποχρωματίζει με συγκινησιακή ένταση όλους τους αξημέρωτους φόβους, τις βρώμικες συναλλαγές που σχίζουν σε κομμάτια οι νύχτες.
Μια ασίγαστη οφειλή στην αγάπη είναι η αναζήτηση στο ημίφως, σφάζοντας τη σάρκα που διψά για ζωή, στις λίγες εκτινασσόμενες λάμψεις της νύχτας.

Κρύπτες

Κρύβομαι μέσα
σε κρύπτες στίχων,
μέσα σε λέξεις
που τις νύχτες σχίζουν
σε μικρά κομμάτια
όλους τους αξημέρωτους φόβους.
Κρύβομαι στα ημεροβίγλια
των αφανέρωτων πόθων
προσμένοντας την ανατολή
ενός διψασμένου έρωτα για ζωή.
Μη με ψάξεις.
Εκεί θα με βρεις.

Στην περίμετρο της ποιητικής γεωμετρίας, ο ποιητής δίνει τον δικό του ορισμό ως προς το τι είναι ποίηση για τον ίδιο.

Η κατακερματισμένη αγωνία λειτουργεί θεραπευτικά, συλλαβίζοντας σιωπές.
Πληγές ανάγλυφες χάσκουν, επιθυμώντας να βρει τον δικό του ουρανό για να ταξιδέψει τις εξαγνισμένες λέξεις του, λίγο πριν την πτώση.

Ποίηση

Ποίηση…
Να σκάβεις πληγές.
Να τις αφήνεις
ορθάνοιχτες να χάσκουν
μπροστά σε λέξεις
τρομαγμένες.
Λέξεις, μοναχικά νυχτοπούλια
που δεν φοβήθηκαν
στο φως της μέρας
να εξαγνιστούν.

Ενδημεί σε μοναξιές που στοιχειώνουν αθρυμμάτιστα «σ’ αγαπώ»:
Χωρίς το πένθος, χωρίς τους λυγμούς στις κατακλυσμιαίες ασέλγειες των σωμάτων.
Η σιωπή  φανερώνει ηττημένες λέξεις, από καταποντισμένους έρωτες.

Νύχτες και νύχτες αιωρείται στους στιγμιαίους ιλίγγους του πάθους, εκείνος που μόνο την αληθινή αγάπη αποζητά.
Το μελάνι ιδρωμένο μετά, θα γράφει τα υστερόγραφα του πόθου. Δήμιος των συναισθημάτων, ταριχεύει τη λύπη σε ανορθόγραφα ανταλλάγματα στα ημιτόνια της αγάπης, σε καθαρτήριες νύχτες και δάκρυα βαλσαμωμένα.
Εκεί, που κορμιά συνομίλησαν φλύαρα τους στεναγμούς της ενοχής τους, στην άπνοια των σεντονιών, σε ανύσταχτες συνθέσεις.

Στοιχειωμένα σ’ αγαπώ

Ποτέ δεν πένθησα
τους νεκρούς μου έρωτες.
Όχι, δεν τους θρήνησα.
Κι αν στο κορμί μου
σαν Μαινάδες ασελγούσαν
είναι γιατί καταδύθηκα
στα μύχια των αισθημάτων.
Εκεί που τα αιμόφυρτα σ’ αγαπώ
σαν στοιχειωμένα
κοντά τους με τραβούσαν
τις νύχτες που ουρλιάζανε οι σιωπές.

Είναι βέβαιο, πως ο Τάσος Σταυρακέλης έχει πολλά ακόμα να δώσει με την ποίησή του. Θα συνεχίσει να γράφει τους κραδασμούς και την ανθεκτικότητα από την υπερφόρτωση των συναισθημάτων του. Η προσωπική καναλική δίοδος παραμένει ανοιχτή στις προκλήσεις, καθαρτήρια και λυτρωτική στη σκοτεινιά του χρόνου. Απογυμνωμένος από συγκινησιακά σύνδρομα στα αποπροσανατολιστικά όρια των παθών, θα ακολουθεί αυτό που πολύ όμορφα λέει ο Samuel Beckett:

«Θα είμαι εγώ, θα είναι η σιωπή εκεί που είμαι, δεν ξέρω, δεν θα μάθω ποτέ, μέσα στη σιωπή δεν ξέρεις, πρέπει να συνεχίζεις, δεν μπορώ να συνεχίσω, θα συνεχίσω».