ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΕΣΤΟΡΙΔΟΥ - Τοξοβόλος του κενού

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΕΣΤΟΡΙΔΟΥ - Τοξοβόλος του κενού από την Σοφία Στρέζου

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Νέστορα «Τοξοβόλος του κενού», κυκλοφόρησε το 2014, από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

Η ποιήτρια επιχειρεί μια κάθοδο στην ποιητική ουσία με λέξεις που συμπυκνώνουν το νόημα ανάμεσα στις γραμμές, σκηνοθετώντας μια δυναμική έναρξη, στην εναρκτήρια είσοδό της στη χώρα της ποίησης.
Αποτυπώνει τον πλούτο των γλωσσικών και εννοιολογικών νοημάτων, αποκαλύπτοντας το αίνιγμα της τέχνης της.
Αυτοπαρατηρεί, ανασύροντας και δοκιμάζοντας τεχνικές στην απόσταξη της ποιητικής ύλης. 
Έτσι, την εκφραστική φόρμα την διατυπώνει με την ολισθηρότητα μιας οικείας και κατανοητής γλώσσας.

Χωρίς ψευδαισθήσεις και με φιλοσοφική διάθεση αντικρίζει την πραγματικότητα με ακαριαίο στοχαστικό λόγο.
Η ασυγκράτητη έκφραση δεν αποκρύπτει, ούτε απομονώνει το συναίσθημα, στο ανθρωποκεντρικό περιβάλλον που συνοψίζει τη σκέψη της. Την διακινεί εκεί που η νοητική ύλη κομματιάζεται, στα εξερευνητικά κίνητρα της γραφής της.

Η Κατερίνα Νεστορίδου είναι μια μικρή Ιφιγένεια που ζει σ’ έναν κόσμο απρόσωπο, αδιάφορο και σχεδόν εχθρικό, αναζητώντας προσλαμβάνουσες που θα φωτίσουν τα ποιήματά της.
Θα μερέψει τα τοπία που η ποιητική σύλληψη γεννά τους στίχους της.
Υποβλητικά εκβάλουν διυλισμένοι σπαραγμοί, στις όχθες ποταμού που γητεύουν πληγές ποντισμένες. Αγνοημένες στεριές ανακαλούν τον παράδεισο της μνήμης, στην υπερβολή του θανάτου.

Με βαθιές υπαρξιακές αναζητήσεις ταξιδεύει σε αφιλόξενα νερά, για να φιλοξενηθούν συλλαβές στην ιεραρχία του δικού της ποιητικού μύθου.
Άλλωστε, έμαθε να εξασκείται και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή που ποιητικά θα εκτεθεί.

Με την πρώτη της ποιητική συλλογή σκορπίζει τα άνθη, για να τα πάρει ευλαβικά ο άνεμος και να τα ταξιδέψει. Το ταξίδι ξεκινά περιμένοντας την παλίρροια, για να αποπλεύσει το ποιητικό σκάφος με την τρικυμία των συναισθημάτων σε καθαρτήριες και γόνιμες ακτές. Αυτοσχεδιάζει περίτεχνες στροφές χωρίς περιοριστικούς κανόνες, προσθέτοντας εμβόλιμους αρμούς στους διασκελισμούς των στίχων. Η βαρύτητα των εννοιών και των λέξεων διαπερνά το διάκενα στις περιγραμμικές αποτυπώσεις, επεκτείνοντας τη νοηματολογία.

Προσωπική και άκρως αυθεντική η γραφή της διατρέχει «τον παφλασμό του σύμπαντος /στον άληστο τόπο των Ικέτιδων». Θα τολμήσει την κάθοδο, αναψηλαφώντας μέσα στην λάσπη την έξοδο.

Κάθοδος

Πηγάδι δύσοσμο αυτή η κατηφόρα
σαθρή γέφυρα για τους άνακτες
βραδύγλωσσα κέρινα ομοιώματα
οι ψυχές μας βορά στα θηρία.
Κάποτε αμέριμνοι κυνηγούσαμε τις πεταλούδες,
απροσπέλαστοι στο βασίλειο του φαίνεσθαι.
Τώρα τρίζουμε στη βοή της έλλειψης.
Και οι υάκινθοι; Πού πήγαν οι υάκινθοι;
Μακραίωνη κατάρα φθονούσε τη λάμψη τους.
Ο παφλασμός του σύμπαντος
σε δυο μάτια, σε δυο δάχτυλα,
στον άληστο τόπο των Ικέτιδων.
Φυλλορροεί το σύμπαν.
Στον πάτο τα σκουπίδια
ιταμοί θησαυροί γι’ αυτά τα δάχτυλα.
Χωριστά και όλοι μαζί
αργά και ανέστια
βουλιάζουμε στη χώρα των λασπανθρώπων.


Σε αμίλητους χάρτες η ποιήτρια ρωτά αν «έχει χρώματα η απόγνωση;».
Εκταμιεύει την ηχηρή ερώτηση, απορροφώντας οργανικά τις διαστάσεις της. Αποκαθηλωμένη από ντροπή λειαίνει γωνίες στη σπαρακτική συστολή της.
Συρρικνώνεται, παγώνοντας τη ζωή σε παγωμένους χειμώνες.

Υποδαυλίζει την απόγνωση στην εκφραστική παρακαταθήκη που γεννούν συναισθήματα, δοκιμάζοντας αποπλεύσεις από τα λιμάνια της απόγνωσης.

Τα χρώματα της απόγνωσης

Έχει χρώματα η απόγνωση;
Ξέχασα, όπως τότε που τόσες γωνίες λείαινα
και φύτρωσαν αγκάθια
για να μη δω τι χρώματα έχει η απόγνωση.
Σαν τότε που με κοίταξες και ντράπηκα
που είχα πιει πάλι από τ’ απόνερα.
Ξέχασα, όπως τόσους χειμώνες που πάγωσα τη ζωή
για να μη δω τα χρώματα της απόγνωσης.


Η ποιήτρια μεταμορφώνεται, μετατοπίζοντας την ευθανασία του φόβου στην προκρούστεια κλίνη.
Ενδυναμώνει το συγκινησιακό απόθεμα του ονείρου και ενδυναμώνεται μέσα σε αδιέξοδους εφιάλτες, γητεύοντας πόνους.
Στην εκκρεμότητα του χρόνου ματώνει με ανεπαίσθητα περάσματα στον καθρέφτη, που αντανακλά τη σιωπή του φόβου.

Τι κι αν τέρατα και ακέφαλοι δαίμονες την κυκλώνουν;
Εκείνη χάνεται στην περιφέρεια του ονείρου που συγχωρεί νάρκισσους, σαν ερωτεύονται τη στιγμή, διεκδικώντας τη γαλήνη που τους αναλογεί.

Μεταμόρφωση

Όταν ξέχασα ποια είμαι και ποιος είσαι,
μπέρδεψα τις ώρες,
έχασα τις στιγμές,
τέρατα του φόβου με κύκλωσαν,
δαίμονες ακέφαλοι.
Έσπασα τον καθρέφτη
τόσο που μάτωσα
κι εγώ κι εσύ.
Δήμιοι εαυτοί με έδεσαν
στο κρεβάτι του Προκρούστη,
Μα είχα ανάγκη να χαθώ στο όνειρο
και μετά στον εφιάλτη.
Γήτεψα τον πόνο,
τον έζησα, τον έμαθα.
Και ξύπνησα άλλη.
Ο Νάρκισσος δεν ζει πια εδώ.
Θα με συγχωρήσεις;


Όταν θα πάψει το άβατο των ενοράσεων, θα συναντηθούν εκείνοι που τρύπησαν με λόγχες την αγάπη. Θα διαβάσουν το ξημέρωμα δυσανάγνωστους χάρτες, σφίγγοντας τα χέρια στην παραμυθία του ταξιδιού.

Απόδημοι του ανεξιχνίαστου θα διαλύσουν αποκρυπτογραφήσεις της αιωνιότητας, που κλείνει σε μια μόνο στιγμή το άπειρο την απροσδιόριστη τάξη του.

Κάποτε θα συναντηθούμε

Κάποτε θα συναντηθούμε,
μετά τις ενοράσεις
και το καθαρτήριο.
Θα σφίξουμε τα χέρια,
ιερή ευχαριστία του ανείπωτου,
για τους ρόλους που παίξαμε
τόσο επιτυχώς.
Ο πόνος θα έχει ξεκληριστεί
- της ψυχής αιώνιο κέρδος –
κι εμείς, πλέοντας στην αιωνιότητα,
θα τρυπάμε με λόγχες Αγάπης
τους γαλαξίες.


Οι καταδύσεις στη φιλοσοφική σκέψη για την Κατερίνα Νεστορίδου θα ξεκινήσουν με το διακύβευμα, «είμαστε όλοι μελλοθάνατοι»!
Επειδή ακριβώς ο στοχασμός ξεκινάει από την αυτογνωσία και τη μνήμη.
Κι είναι «οι θύμησες που τρυπάνε το παρόν» στη μεταβλητότητά του.

Τι κι αν επικαλείται η λήθη;
Τα ποιήματα γίνονται ουλές για να αναβλύζουν θάλασσα οι στίχοι. Η ποιητική συγκίνηση αναδεύεται με τους ήχους των κυμάτων και αποτυπώνεται στη ψυχή της ποιήτριας. Νοήματα και λέξεις συμπυκνώνονται σε σαρκία που ζωντανεύουν, με άναρθρες κραυγές και αιμάτινα συναισθήματα.

Υπενθύμιση

Και να που οι θύμησες τρυπάνε το παρόν,
βουβά, ανεξάλειπτα
σφραγίζουν τις ρωγμές του.
Και να που τα σαρκία
στέφουν ανάγκη τους τη Λήθη
προτού τα σκιάχτρα ζωντανέψουν
και οι ουλές αναβλύσουν θάλασσα.
Ωδή κρυφή στη μυστική δικαιοσύνη.
Απρόσκλητος των άνεμων καιρός
σαρώνει τον μανδύα του
και μας θυμίζει
μέσα σε άναρθρες κραυγές
και σε λυτές χαίτες των πόνων
πως είμαστε όλοι μελλοθάνατοι.


Στην επικράτεια της φυγής πάντα διατηρείται ένα παράπονο. Κι είναι αυτό το παράπονο που ζωγραφίζει με στίχους το περίγραμμα της απουσίας. Του Εσταυρωμένου ακριβές λέξεις θα ξεχαστούν στα συρτάρια της λύπης.

Στο άλλοθι μιας προδοσίας θα σμιλέψει την ενοχή, με διάχυτες αισθήσεις στα χαρακώματα της προσωπικής επιβίωσης. Τα βιολογικά αντανακλαστικά δεν θα επιτρέψουν να χαθεί η αισιοδοξία της άνθησης την επόμενη άνοιξη.

Φυγή

Σαν έφυγες έσβησες για πάντα τους λυγμούς
και τις πλάνες.
Πάντα φεύγεις. Φερέφωνο της λογικής.
Βελούδινη σκληρότητα ιριδίζει στα μάτια σου.
Δεν είσαι εσύ. Είμαστε όλοι.
Σε ποιο συρτάρι ξεχάσαμε τις λέξεις
που είπε ο Εσταυρωμένος;
Σε μια ζωή παράλληλη ευλογώ όσους με πρόδωσαν,
να επουλώσω αυτή την ένδεια.
Μα ποια φυγή στο τώρα θα σπάσει
τις φουσκάλες του τρόμου;
Ποια φυγή θ’ αντέξει τον εαυτό της;
Αλίμονο, το γεράνι άνθισε πάλι
Επίμονο να ζήσει.


Η ποίηση για την Κατερίνα Νεστορίδου είναι η είσοδος στη χώρα των παραισθήσεων.
«Αδήριτες/Πλαστές/Αχαρτογράφητες» κυοφορούνται στα όνειρά της.
Γιατί, «τίποτα δεν είναι ολότελα αλήθεια» πέρα από το προσωπικό έρεβος,
στην κοσμογονία των λέξεων.

Με ψιθυρισμούς την καλούν μυστικά να μυηθεί στο όνειρο και στις οραματικές μεταπλάσεις, που γίνονται ποίηση. Αταξινόμητη θα τρέξει στο πλήθος, για να διεκδικήσει την ουσία, αποτυπώνοντας συναισθήματα, στους ορισμούς και
στα αποστάγματα της ποιητικής της ύλης .

Παραίσθηση

Τρέχω αταξινόμητη στο πλήθος,
τίποτα να μην εισβάλλει πια στα όνειρά μου.
Μαυρόασπρες καρικατούρες
οι ανεκπλήρωτες ανάγκες.
Αδήριτες.
Πλαστές
Αχαρτογράφητες.
Τι έρεβος - σε λίγες μόνο λέξεις.
Παρακαλώ για εξιλέωση αυτούς
που δεν συγχωρούν την αδυναμία.
Απόκοσμες αστραπές σε μαύρο φόντο,
παραίσθηση η δύναμη και η αδυναμία.
Χάθηκε το πλήθος.
Ούτε οι κλωστές, ούτε τα νήματα του πεπρωμένου,
ούτε τα πηγάδια με τη σκοτεινιά της σάρκας.
Τίποτα δεν είναι ολότελα αλήθεια.