ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ – Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι


«Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι», τίτλος της συγκεντρωτικής συλλογής του Γιάννη Τόλια, που κυκλοφόρησε το 2011, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ. Είναι ποιήματα που γράφτηκαν, από το 1981 έως και το 2011. Ανεξάρτητες συλλογές, μικρές ιδιωτικές εκδόσεις στην αρχή, τώρα στεγάζονται κάτω από ένα συλλεκτικό βιβλίο.
Τριάντα χρόνια ο ποιητής γράφει, γράφει, … Έτσι μπορούμε να δούμε την εξελικτικότητα της γραφής του. Γιατί όπως ο ίδιος πολύ όμορφα λέει: «Η ποίηση / δεν είναι άσκηση επί χάρτου. / Είναι πόλεμος».

Πολεμάει ο ποιητής. Είναι ο μαχητής που ταμπουρώνεται στις ακρώρειες του χρόνου, προσπαθώντας να διαφυλάξει ερείπια μνήμης, στην ατέρμονη σύρραξη με την απουσία, στα μελαγχολικά πεδία της μοναχικής μάχης του. Θυμητάρια που αργότερα θα ανασκευάσει με την σκέψη και αιμορραγώντας, θα τα σχηματοποιήσει σε οικοδομήματα ποίησης. Σφαγιασμένα σπαράγματα που επουλώνουν κι επουλώνονται με την συγκομιδή αιμάτινων λέξεων.

Αλιεύς αναστεναγμών και βλεμμάτων, μαζεύει στις χούφτες προσεκτικά την κόκκινη αλμύρα από αιματοβαμμένα καλοκαίρια. Σημάδια άμμου που σβήνουν στην ανατολή του Άδη, με αυτοκτονικές προσκρούσεις σε κύματα λύπης, πλημμυρίζοντας οδύνη. Η άμπωτη της γραφής θα φέρει γαλήνη στη σκέψη, ανεμίζοντας το μαντήλι που χορεύει με νόστους αισθήσεων, μεταλλάσσοντας χρώματα αποχωρισμού.


ΜΩΒ ΣΗΜΑΙΑ (1981)

ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Μην προσπαθείς να με πολεμήσεις
δεν υπάρχει πια μάχη

Ερείπια μόνο
σκορπισμένα
στη σκέψη μου

Άφησέ με
πίσω να κοιτάξω
μην κλέβεις
λέξεις που μου ανήκουν

Πρέπει να απαντήσω.


ΛΑΛΕΝΙΑ

Να φανείς
πίσω από τα ανοιχτά
παράθυρα του καλοκαιριού
με μια χούφτα αλμύρα
κι ένα κοχύλι στο αυτί

Μ’ ένα χαμόγελο
περασμένο στο λαιμό σου
να αγγίξεις την πληγή μας
με τα κοραλλένια δάχτυλά σου

Έτσι να έρθεις
με μια χούφτα
κόκκινη αλμύρα
που μάζευες τα βράδια
στάλα στάλα
το αίμα του καλοκαιριού.


Στα ποιήματα του Γιάννη Τόλια, διακρίνουμε μια λύπη, που λιώνει από μελαγχολικό πόνο, τα διαμάντια της γραφής του. Από μακρινές εκστάσεις γεννιούνται συναισθήματα, φέρνοντας αρώματα ακριβά, που ευωδιάζουν συγκίνηση. Γίνεται συλλέκτης μυσταγωγικών θανάτων στα ανθοκήπια της θλίψης.

Μέρες και νύχτες αρθρώνει συλλαβιστά, της νοσταλγίας θαύματα. Ανεξόφλητα έρπονται σε σελίδες λευκές, ξαγρυπνώντας φόβους, σε πολύχρωμα ονειροδρόμια. Ο οραματισμός γίνεται έμπνευση κι η έμπνευση γίνεται έναρθρη κραυγή, απλώνοντας τις κυοφορημένες αισθήσεις στο χαρτί. Βραδείς αναφλέξεις στα ηφαιστειογενή πετρώματα της ποίησης, δυναμιτίζουν τις κατάλληλες λέξεις, για να πραγματοποιηθεί η έκρηξη των συναισθημάτων. Η λάβα κυλά στα περιστύλια της λύπης, οικοδομώντας έντεχνα την Ακρόπολη, από τα συντρίμμια βιωμάτων και περιστατικών, που συγκλόνισαν τον εσωτερικό κόσμο του δημιουργού.


ΟΝΕΙΡΟΔΡΑΜΑ (1984)

*
Τίποτα δεν περιβάλλει στοργικά
τις καλοκαιρινές μέρες

Μια λύπη
τρυφερή και διακριτική
χρωματίζει
το φωτεινό τοπίο των ματιών σου

Ξέρω ότι δύεις
πίσω από ορίζοντες
αγνώστων λοιπών στοιχείων

Ότι βυθίζεσαι
σιωπηλά κι αυτάρεσκα

Το βαθύτερο ρήγμα σου ονομάζεται Ιωάννης.


*

Κι εγώ
όλη τη νύχτα
τίναζα τη σκόνη
από τα σεντόνια
της νοσταλγίας μου

Κι αυτή
το πρωί τηλεφώνησε

Τα γραφτά σου
στις σκάλες
που οδηγούν στο υπόγειο
στο λέβητα του καλοριφέρ.


Σιωπηλά δειλινά κι αναίμακτα ηλιοβασιλέματα συλλέγουν θρυμματισμούς χρωμάτων. Ξεθάβουν άγνωστες λύπες. Τις περιφέρουν στα αδιάτρητα πικρά εκμαγεία του χρόνου, μετρώντας απώλειες. Σε ανύποπτη στιγμή, η απουσία υγραίνει πικρούς καημούς, εκπλήσσοντας τα χέρια που γράφουν τα δώρα του μαρτυρίου.
Καταδικάζεται δια βίου ο ποιητής, ν’ αφουγκράζεται συνεχώς τον χτύπο της αιμοστάλαχτης φλέβας.

Ο άνεμος θα καίει ένθεους χρησμούς, αποκρυπτογραφώντας κώδικες μυστικούς, που βασανίζουν την ενδοχώρα της ψυχής. Κι είναι τα ποιήματα χαρές ναυαγισμένες που σώθηκαν, από τα κατακλυσμιαία απρόσιτα πάθη του. Αρματωμένα καράβια οι πόθοι στεγνώνουν δάκρυα, διασώζοντας την ακριβή αλμύρα από την λήθη. Με χέρια βαμμένα, βουτηγμένα στο πουθενά της θλίψης, επαναφέρει ασύλληπτα χρώματα από την αχρωμία γεγονότων που έληξαν, γονιμοποιώντας την ανάμνηση.


ΕΞΙΤΗΛΟΣ ΧΡΟΝΟΣ (1999)

*

Μαζεύω αργά και σχολαστικά τα κομμάτια μου
πορσελάνες και κακότεχνα εκμαγεία

Αδειάζω στα σκουπίδια
το τασάκι με τις λέξεις

Πρέπει να πλύνω και να στεγνώσω το γέλιο μου
δεν έχω άλλο άσπρο πουκάμισο να φορέσω

Πάλι νέκρωσες τις γραμμές
και παραπλάνησες την άρκτο
για να δείξει ψεύτικη πορεία
στο σαπιοκάραβο της απαντοχής μου.


*

Μόνο εσύ που ήξερες
να με συμφιλιώνεις
εξοργιστικά απουσίαζες

Δεν άντεξα
το απόβραδο
παρέδωσα τα όπλα μου
το χαρτί
ένα μολύβι
και την διάτρητη ασπίδα της λύπης μου.


Ο Γιάννης Τόλιας είναι ο ποιητής που διατηρεί αιμοστατική σχέση με το ποίημα. Η νοσταλγία περιμαζεύει τον οίστρο σε δίχτυα ελπίδας. «Πεινασμένα σκυλιά οι λέξεις», όπως ο ίδιος λέει, τον καταδιώκουν. Στης μοναξιάς του την κλίνη ριζώνει, τινάζοντας τα σεντόνια της θλίψης. Χαράζει νόστους, ματώνοντας από την θελκτική απουσία. Ψίθυροι, ενοχές, πόνοι κλάματα, συντριβές, γίνονται το περιστέρι που με πληγωμένα φτερά οδηγείται με ακρίβεια στην κατακόρυφη πτώση, προς το νέο άγνωστο.

Ένα άγγιγμα ζεστό στην μαύρη ησυχία, αδημονεί να έλθει, λίγο πριν κοιμηθούν οι αισθήσεις. στα ξέφωτα της μνήμης. Ακούγεται η ηχώ επώδυνων πράξεων που πυρπολούν τη σκέψη. Δεν ξεχνιέται ο χρόνος στις φωτιές των βλεμμάτων που άσκησαν την όραση στα πολύπλοκα του νου. Εξακολουθεί να υποθάλπει την μελαγχολία ωρών που πέρασαν. Ραγισμένη επιθυμία, μαρμαροσκαλισμένη στην ερωτογεννημένη αγαλματένια, απρόσμενη παρουσία. Στέκει ψυχρή λαξεύοντας με την σμίλη τα αποτυπώματα ανάσας καυτής που έπαψε ν’ ανασαίνει.



Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ (2002)


ΕΣΚΙΣΕΣ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΜΟΥ

Έσκισες το γράμμα μου
σε μικρά κομμάτια
που έτρεχαν πίσω σου
πεινασμένα σκυλιά
όπως τις φύσαγε ο αέρας
οι λέξεις.


ΚΡΥΦΑ ΚΑΛΕΙΣ

Ζωγραφίζεις μυσταγωγίες όρασης
Υποδύεσαι υγρές νοσταλγίες αφής

Κατεβαίνεις τη σκάλα
αφήνοντας αποτυπώματα παραπλάνησης
στο λαβύρινθο μιας ραγισμένης επιθυμίας

Αν και γνωρίζεις ότι ο χρόνος
δεν λυπάται κανέναν
στέλνεις το δούρειο άρωμά σου
να διασχίσει το αναφιλητό της κλίνης

Με θαμπούς ψιθύρους
κρυφά καλείς
αισθήσεις που απώλεσαν τη μνήμη τους

Η τρυφερότητα της σκιάς σου
ερμηνεύει τους χρησμούς του απρόσμενου
απαλύνει το πένθος των μονολόγων

Εξαλείφοντας με φως τα ίχνη σου
συντρίβεις την περιπλάνηση
αναγγέλλοντας θριαμβικά
το τέλος της νύχτας
Ξυπνάω ακρωτηριασμένος

Είναι αδιαπέραστο
το ναρκοπέδιο των ονείρων.


Ο ποιητής κρύβει τις στιγμές του σε σπαράγματα, επιχειρώντας αναδύσεις με φυσαλίδες χρυσές να τρέχουν πάνω του. Πέφτουν πάνω σε υδατόπυργους. Τσακίζονται στην ακτή της λύπης για να χορέψουν τον τελευταίο χορό της θλίψης. Μαγεύουν, αγγίζοντας «όνειρα υψηλής τάσης» σα γεννούν κάθετες λάμψεις. Είναι οι κεραυνοί που συνόδεψαν ταξίδια αφής με τα ακροδάχτυλα των θαυμάτων. Εύθραυστες λεπτομέρειες, μετασχηματίζονται σε κρυμμένα άστρα που επιτακτικά επιθυμούν να φωτίσουν σκιές, δραπετεύοντας από σκουριασμένους καθρέφτες. Θέλουν να κατοικηθούν στη γη, είδωλα μιας άλλης εποχής, φερμένα από κόσμους απόγνωσης.
Σπασμένα τα κάδρα, φιλοξενούν επιστροφές υλικών που γκρεμίστηκαν στις ακροβασίες αιμοδιψών δακρύων. Πάλι συνομιλούσαν με νύχτες ασέληνες θηρεύοντας όνειρα. Δεν αρκεί να έρθουν, πρέπει και να γραφτούν με το μελάνι του ανεξίτηλου λυγμού, μνημονεύοντας επετείους μαχαιρωμένης πληγής, που δεν λέει να κλείσει. Άσωτη σιωπή περιρρέει τον αθάνατο Άμλετ στα θνητά ενθύμια της νοσταλγίας, κατατρώγοντας σάρκα από την σάρκα του. Τελευταία επιθυμία! Να συλλεχθούν όλα τα σκόρπια λόγια που τ’ άρπαξε ξαφνικά ο άνεμος, αμείβοντας με εξαίσιες λέξεις την τροχιά του ποιήματος. Θα αθωωθούν οι λύπες στα αιμάτινα πληκτρολόγια της πιο βαθιάς νύχτας, ματώνοντας δάχτυλα απόκληρων ποιητών, σε διανυκτερεύοντες καταυλισμούς γραμμάτων ανομοιοκατάληκτης μνήμης.

Ένας ψίθυρος στη μοναξιά, η αύρα όλων εκείνων που έφυγαν, με την ψευδαίσθηση πως είναι πάντα εδώ. Στα τριμμένα σεντόνια αμνήμονων στιγμών, καρτερούν την αθανασία των ποιημάτων.


ΑΜΑΡΤΟΛΟΓΙΟ (2007)


ΣΤΗ ΘΗΡΕΥΤΡΙΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Έπρεπε να έχουμε συναντηθεί
σε εποχές άλλες
Τότε που η δύση
έσπαγε πάνω στα παράθυρά σου

Κι εσύ σε ετοιμότητα λύπης
σε μια τρυφερή αναμονή δακρύων

Να με γκρέμιζες από την μοτοσικλέτα μου
κι από τις τσέπες του δερμάτινου
να άρπαζες τα ποιήματα.


ΕΤΟΙΜΟΡΡΟΠΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Ετοιμόρροπο καλοκαίρι
Πώς να κατοικήσω;
Σκηνίτης περιπλανώμενος
άρρωστες σέρνω τις λέξεις μου
Ξενιστής των δύσεων
σπαράσσομαι από το θάμπωμα των χρωμάτων

Με ανάσες σιωπής
επινοώ αναμνήσεις που σε περιέχουν
το σκοτεινό σου
ανεμίζοντας πέπλο
όπως της Φρύνης
την εξαίσια
αποκαλύπτουν απουσία σου.


Μεσίστια κυματίζουν οι λέξεις του Γιάννη Τόλια στα αγεωγράφητα τοπία της ποίησης. Είναι ο δημιουργός, που ξέρει πολύ καλά να αφηγείται και να χειρίζεται ερωτικούς σπασμούς, από το «ακριβό των αισθήσεων». Χαμένο ουράνιο τόξο, που συνέλεξε προσεκτικά τα χρώματά του, για να νανουρίσει αποχρώσεις κρύων σωμάτων πριν το ξημέρωμα, μη τύχει κι αποδράσουν οι λέξεις για το μοναδικό θηλυκό φωνήεν του πάθους. Πάντα κρυφή κι ατέλειωτη δίψα, περιπλανάται στους ουρανίσκους αρσενικών φωνηέντων του πόθου. Στιγμές-στιγμές σκύβει και πίνει, ξεδιψώντας ουρανό ξέσκεπο, με τα σύννεφα να βρέχουν βροχή, στα ρυάκια της αποκάλυψης, παγιδεύοντας την αφή στα υγρά άκρα της μνήμης.

Η γραφή σταματά στο χρόνο, με πετάγματα σε θρήνους που γίνονται τραγούδι. Ο ποιητής κοιτάζει πίσω, ακόμα κι όταν τα λάθη, ταξιδεύουν στους ίδιους ουρανούς που τον πόνεσαν. Βαθιά μέσα του ζητά να επαναλάβει τον δρόμο της καρδιάς που βγάζει σε αδιέξοδα, με επίγνωση πως εκείνο που θα μείνει είναι το ποίημα, πλημμυρισμένο από την οδύνη της πιο μεγάλης του επιθυμίας.


ΛΥΣΙΠΟΝΟΝ (2008)


ΑΚΡΙΒΟ ΤΩΝ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Το ποίημα
δεν έχει προορισμό
Στοιχειωμένο τρένο
ακατάπαυστα
πάνω στις ράγες του χρόνου

Περνάει από παντού
και κάνει στάσεις παντού
Άλλοι το βλέπουν
ενώ για άλλους είναι αόρατο

Διαλέγει αυτό τους επιβάτες του

Απαιτείται κόμιστρο ακριβό των αισθήσεων.


Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΩΝ ΕΠΙΘΥΜΙΩΝ

Απ’ όλους τους θρήνους
στη ζωή
ο πιο σπαραχτικός
είναι της επιθυμίας

Αν ο χρόνος
δεν έσβηνε τη δίψα του
με τα δάκρυα των επιθυμιών

Το σύμπαν θα είχε πλημμυρίσει οδύνη.


ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΙΔΙ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Όλη τη νύχτα
σε χάραζα
με λέξεις δίκοπες

Δεν άφησα αγεωγράφητο
κανένα σημείο
του κορμιού σου.


Μελέτη ποίησης θα μπορούσα να ονομάσω, τούτη την ποιητική συλλογή του Γιάννη Τόλια, «Ο,ΤΙ ΑΓΓΙΞΑ ΚΙ Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ».
Τα ποιήματά του είναι μικρά ή μεγάλα θλιμμένα χαμόγελα, που πέφτουν στη γη. Είναι αποστάγματα αισθητικής συγκίνησης, στα ιδεατά οικοδομήματα της ποίησης, που τράφηκαν με αισθήσεις. Για τούτο και ο ποιητής συχνά ερωτοτροπεί με τους στίχους. Η ποίηση είναι η μεγάλη αγαπημένη του. Τι κι αν κάποιες φορές την ξεχνά, εκείνη περιμένει υπομονετικά τον δημιουργό, για να την αναστήσει άλλη μια φορά, με την καυτή του ανάσα και «ν’ ανάψει το καντήλι της ενθύμησης στο αμετάκλητο».

Με τον χρόνο σύμμαχο κι ανταγωνιστή θα ξεδιπλώσει ταριχευμένες μνήμες και κονιορτοποιημένα όνειρα, διασχίζοντας υποσχέσεις ποίησης που μεταλλάχθηκαν σε ακριβή ποίηση. Προσκυνητής του άλογου που γίνεται έλλογο, χτενίζει και ξαναχτενίζει τα άλυτα μαλλιά της ποιητικής κόμης, εκεί που τα όνειρα ανατέλλουν. Υψιπετούν λίγο πριν δύσουν οι αναλαμπές της μνήμης και ξεχαστούν. Δρομολογούν θαύματα που επιμένουν να αναγνωσθούν, διασώζοντας την ανάμνηση σε μοναχικές ώρες. Υγρές αυπνίες που γίνονται σύννεφο και τρέχουν στα μάτια αμετανόητων ταξιδευτών της νοσταλγίας.


ΕΥΛΥΠΗ (2010)


ΝΗΠΙΟΣ ΤΗΣ ΑΦΗΣ

Από το κορμί σου
ξεκινάει ο χρόνος μου
Νήπιος της αφής
διδάσκομαι των αγγιγμάτων
προσανατολισμό.


Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Όσες φορές
έχω στείλει
ποιήματα με τα μάτια
ο ταχυδρόμος
της μελαγχολίας
τα επιστρέφει ανεπίδοτα.


Ο,ΤΙ ΑΓΓΙΞΑ ΚΙ Ο,ΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

Αύριο που θα είμαι
τόσο μακριά
τα μάτια σου άλλες εικόνες
θα τα διασχίσουν

Κι οι υποσχέσεις
σε ώρες παράφορης
του μέλλοντος σκηνοθεσίας
με λύσσα θα κομματιάζουν
τη σάρκα
του αποχωρισμού μας

Να θυμάσαι
πως άφησα πάνω στην κόμη σου
όλα τα προνόμια της αφής μου

Τώρα θρυμματισμένος
όπως το τζάμι
των εγκαταλελειμμένων

Φωνάζω ανήμερα
ό,τι άγγιξα
κι ό,τι θυμάμαι.


Ο ποιητής δεν θα εγκαταλείψει εύκολα την ποίηση. Ή θα επιζήσει μ’ αυτήν ή θα χαθεί για πάντα μαζί της …


ΕΠΙΓΕΥΣΗΣ ΜΕΛΑΘΡΟΝ

Ή θα γίνεις ποίημα εδώ
ή
θα πεθάνουμε κι οι δυο.