ΕΦΗ ΜΑΧΙΜΑΡΗ – Νυχτερινό Ρεσάλτο

Αστόλιστοι στίχοι στολίζουν την νέα ποιητική συλλογή της Έφης Μαχιμάρη «Νυχτερινό Ρεσάλτο», που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2011 από την «ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ».

Οι λέξεις ταξιδεύουν ανάμεσα στο λευκό και το μαύρο των σελίδων. Διαθλώνται μέσα σε φωτογραφίες που αφουγκράζονται το στίγμα της γραφής της. Συρτές γραμμές στήνουν χορό σε ποιητικές διαδρομές, αποφεύγοντας επιλεκτικά να αιχμαλωτιστούν, στις κανονιστικές αντιλήψεις ενός ποιήματος. Έτσι αιθέρια, αυλακώνουν τα αυλάκια της μνήμης, μιας ψυχής αφύλαχτης στις προκλήσεις.

Η πέτρα που αντέχει χτυπήματα, γίνεται ένα με την ποιήτρια. Γι’ αυτό κι η ίδια τολμά να καθορίζει αποστάσεις που την συγκλόνισαν, με αιμάτινες εξορύξεις σε συναισθήματα. Σαν γέννημα σκοταδιού γλιστρά, για να συντροφεύει νύχτες ατέλειωτες, παρέα μ’ όλα εκείνα που έζησε μόνη, ταξιδεύοντας στα παράξενα που την απασχόλησαν και την απασχολούν. Νοσταλγία και μνήμη ντύνουν το λαμπροφορεμένο της άστρο. Κατάσαρκα το φορά. Επιστρέφει στα μέρη που έζησε, με την γεύση της αλμύρας στα χείλη, λαχταρώντας ξανά μια θάλασσα αταξίδευτη, για να εναποθέσει τις πλεύσεις της.

Ποτέ δεν ήταν εύκολα τα ταξίδια σε άγονους προορισμούς. Παραιτημένα τα όνειρα, φοβούνται …να εξελιχθούν … να βιωθούν, στης ζωής την πραγματικότητα. Σαν να ήταν κάποια άλλη πορεύτηκε, πληρώνοντας ακριβά, όλα όσα η καρδιά της λαχτάρησε.

Δραπετεύει, επιθυμώντας να απαλλαγεί από τα δεσμά του πόνου και της οδύνης, σε μικρές αγαπημένες ώρες. Ζωγραφιές με νερένια χρώματα, στήνει σε κήπους ανεξερεύνητους, με μοναχικά κύματα να εισβάλουν και να χαϊδεύουν πικρούς καημούς σε εξουσιαστικές νύχτες. Ύστερα τα όνειρα φεύγουν, χάνονται, για να επανέλθουν σε λιμάνια που αντέχουν να κρατούν στιγμές γεμάτες αισθήσεις. Δεν φυγαδεύονται στο αμετακίνητο του χρόνου εκείνα που έμοιαζαν φθαρτά κι έμειναν άφθαρτα στις συγκρίσεις με επερχόμενους καιρούς.

Το παρελθόν είναι εδώ στο βαθύ γαλάζιο της θάλασσας, δένοντας μνήμες. Έγιναν νοσταλγίες αφόρητες που πρέπει να καταγραφούν. Γιατί τα λάθη δεν ανακρίνονται, εξομολογούνται μπρος τον καθρέφτη, στολίζοντας με λέξεις σελίδες άδειες σε μοναχικές ώρες και γίνονται ποίηση.


ΑΣΤΟΛΙΣΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

Περνά η ζωή
μέσα από μακρές σιωπές.
Ακολουθώ τους αθόρυβους ήχους της,
ανηφορίζοντας αργά τα δρομάκια της σκέψης.
Πατώντας στα σκαλοπάτια των στίχων
αναζητώ ταυτότητες και ορισμούς για τον άνθρωπο.
Στις μικρές μου ανακωχές φιλοξενώ το παρελθόν,
καλωσορίζω κρυμμένες εικόνες ,σκόρπιους ψιθύρους,
μουσικές, μυρωδιές, χρώματα.
Στην απέραντη θάλασσα των λέξεων βυθίζομαι
φτιάχνοντας αστόλιστους στίχους.


Ότι καθόρισε την ποιήτρια, ότι την όρισε, ότι την πόνεσε τώρα σε αιμάτινες εξορύξεις λαμβάνει απαντήσεις από εικόνες αναπάντητες και τις γράφει. Τι κι αν δεν κατοικήθηκε τότε του πόθου ο χρόνος, η θύμησή του καρφώνει την νοσταλγία.

Θανατώνεται ενώ καταγράφει, ανασταίνοντας εκείνα που οριστικά έφυγαν, με την πεποίθηση πως εκείνα που έπρεπε να μείνουν έμειναν στις φαρέτρες της μνήμης. Βέλη φλογισμένα οι λέξεις τολμούν να πραγματώνουν αναζητήσεις σε θρήνους, που έσβησαν.

Ο ουρανός πελαγοδρομεί στο μπλε και ποια απόχρωση να διαλέξει, για να αποτυπώσει την δική της συγκίνηση, που θάβεται σε γαλανά νερά κι αστραφτερά σύννεφα σα πλημμυρίζουν παράπονο τα μάτια και βροχή τα στήθια, με αναστεναγμούς στης μοίρας τα φτερά που έλιωσαν.


ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

Αυτός ο διαρκής αναστεναγμός της θάλασσας
και των κυμάτων το ακαταλάγιαστο ταξίδεμα,
αναστατώνουν κάποιες λεπτομέρειες αναμνήσεων,
αποστάγματα ονείρων, ίσως.
Κάτω από την μεγάλη σκιά της νύχτας
η αγρύπνια, η μοναξιά, η σκέψη
αναδεικνύουν τη σημαντικότητά τους.
Στα μονοπάτια του αδιέξοδου παλεύω με τον χρόνο
πάντα νικητή.
Κι ο έρωτας …
ολοένα λιγοστεύει σαν αχνοκέρι
ξεχασμένο στο μανουάλι της νύχτας μου,
σκαλώνει στην άκρια της ψυχής, παλεύει να κρατηθεί
σαν την ανάσα την τελευταία που ήσυχα,
αθόρυβα αποσπάται από το κορμί.
Την κρατώ πεισματικά, αιχμάλωτη στην άκρη των χειλιών,
αγωνιώ μην ξεγλιστρήσει και σβήσω ξαφνικά,
και πώς θα αποχωριστώ τον πόνο τον βαθύ
της θύμησής σου.


Η αλήθεια της είναι το αφύλαχτο πεπρωμένο που δεν βιώθηκε όπως θα έπρεπε να βιωθεί. Να ζήσει όλα εκείνα που δίψαγε να ζήσει με ξέσκεπο έρωτα φυγαδεμένο σε ήλιο, που για μια στιγμή έλαμψε κι ύστερα έμεινε σβησμένο φεγγάρι στο θόλο τ’ ουρανού . Ίσα που πρόλαβε να φυλάξει λίγες φεγγαρόπετρες στις διαδρομές της μνήμης που την εξαερώνει, ανακαλύπτοντας πρώτη, τις αφύλακτες διαβάσεις της νοσταλγίας.

Ρόδινα κομμάτια που την ψυχή γαληνεύουν στις τρικυμίες του πάθους. Μακρινά τα ταξίδια του κι άλλο τόσο κοντινά ως τις άκρες κορμιού που χάθηκε, με αισθήσεις πνιγμένες στις αρχές ανάσας καυτής, σε ψιθύρους, σε μικρά αισθήματα. Δυο ίσκιοι μέσα στη νύχτα, δυο σώματα αέρινα που τρεμοπαίζουν στη σιωπή σημαδεύοντας στιγμές, ξορκίζοντας μεταξένιες ζωές που ακόμα σιγοκαίνε στη θύμησή τους.

«Κάποτε κρυβόμουν από τους φόβους», «τώρα κρύβομαι από τις λύπες», θα πει η Έφη Μαχιμάρη στο ποίημα «Νυκτοπορώντας». Μα πάλι αυτό δεν φτάνει. Ήρθε η ώρα να μετρήσει απώλειες στη στοργή μιας άλλης αγκαλιάς, αφήνοντας πίσω, τη στάχτη εκείνης που άδοξα έκλεισε, αφήνοντάς την μεθυσμένη, στο ραγισμένο ποτήρι της ανάμνησης.


ΝΥΚΤΟΠΟΡΩΝΤΑΣ

Μεσάνυχτα κι η σιωπή έδεσε στο λιμάνι.
Θυμάμαι… κάποτε κρυβόμουν από τους φόβους
στο δωμάτιο με τα γαλάζια παντζούρια
τώρα κρύβομαι από τις λύπες
στη σκοτεινή άκρη της ερημικής παραλίας.
Τα φώτα της πόλης αντικαθρεφτίζονται
τρεμοπαίζοντας στη νηφάλια θάλασσα.
Κάθυγρη η αμμουδιά αγκαλιάζει το κορμί
ο ουρανός κατάστερος ,τον κοιτώ ...
σκέφτομαι πως όταν ήμουν παιδί μέτραγα αστέρια
τώρα μετρώ απώλειες.
Αποστρέφεται ο νους τις σκέψεις
μπροστά στην ασίγαστη επιθυμία να απελευθερώσει
της ψυχής την έκφραση,
και τα χείλια που έμεναν πεισματικά κλειστά ,
μισανοίγουν στην μαγική δύναμη των λέξεων,
ορμητική να παρασύρει αρνήσεις ,συμβατότητες, απάτες.
Χειραφετείται ένας ωκεανός στιγμών που δεν μοιράστηκαν,
μάταιων αναζητήσεων, ονειρόπλαστων καταστάσεων.
Εδώ στην άκρη της άμμου νυκτοπορώντας
θα συμμαζέψω υπολείμματα των ονείρων
που σκόρπησαν
στη νωχελικότητα του μεσοκαλόκαιρου.


Η ποιήτρια μας έδωσε μια όμορφη ποιητική συλλογή με το «νυχτερινό ρεσάλτο». Λέξεις που δένουν αρμονικά με εικόνες αλλά και εικόνες που γεννούν λέξεις.
Πολλά εκείνα που επιθυμεί. Άλλα γίνονται κι άλλα που έρχονται αλλά δεν γίνονται. Λαχταρά γυρισμούς κι αποκαθηλώσεις πόνου στο τελείωμα του χρόνου, ανασχηματίζοντας το ταξίδι που δεν έγινε, μετριάζοντας την θλίψη με την γραφή.

Αποδημεί η σκέψη από την καθημερινότητα. Την συνθλίβει με ανακυκλώσεις ενοχικών δισταγμών. Τελευταίο αντίο, τελευταία διαπίστωση, γραμμένη στις βαθιές ρυτίδες ζωής αρυτίδωτης, σε απογεύματα άδεια, με απλωμένα βήματα στα κύματα, που γλιστρούν με φιλιά άδοτα.


Γυρισμός

Ασάλευτη στέκει στην αυλόπορτα
τα χέρια σταυρωμένα,
η ζωή ριζωμένη στις βαθιές ρυτίδες.
Κάρβουνα φλογισμένα τα δυο της μάτια
πότε εστιάζουν στο πέλαγος,
πότε ακολουθούν τα γκρίζα ταξιδιάρικα σύννεφα.
Ξορκίζουν την καταιγίδα.
Θα γυρίσει …
Φουρτουνιασμένη η θάλασσα,
το βλέμμα όλο κι αγριεύει στων κυμάτων την αδάμαστη
μανία.
Θολός ο ορίζοντας κρύβει το άλμπουρο της ελπίδας.
Θα γυρίσει …
Ζευγαρώνει την ψυχή της με των στοιχειών το αχολόι
να ημερέψει ο ουρανός
μην ξεσπάσει άλλο τους θυμούς του
στους αφρούς των κυμάτων.
Θα γυρίσει …
Από τα βάθη τα πελαγίσια
έρχεται το τραγούδι των χαμένων θαλασσινών.
Πελώρια τα κύματα βροντούν και ξεσπούν στα γκρίζα
βράχια.
Δεν θα γυρίσει …