ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΕΡΕΝΤΙΝΟΣ – Αφέντης του «τόσο δα»


Με λέξεις, σχέδια και χαρακτικά του ίδιου, κυκλοφόρησε το 2011 η πρώτη ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Φερεντίνου «Αφέντης του «τόσο δα» από την «ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ».

Ο δημιουργός μας καλεί να ακούσουμε την ποιητική του φωνή. Είναι η φωνή πολλών νέων παιδιών που δολοφόνησαν το όραμα. Πνίγηκε στα χείλη, εκείνο που πρόθυμα γεννιέται, από τον αυθορμητισμό και την επαναστατική ορμή που φέρνουν τα νιάτα. Έκρηξη στο κατεστημένο ανεδαφικής υπόσχεσης στα χαλάσματα ειμαρμένων επωδών δοξασμένου παρελθόντος.


ΑΚΟΥΣΤΕ ΜΕ

Πνίγομαι.
Νιώθω να πνίγομαι.
Βοηθήστε με.
Επιφάνεια !
Φωνάζω. Ναι, φωνάζω.
Αλλά μέσα μου.
Ακούστε με.
Μια φορά, δείτε με.
Ακούστε με.


Άγριος ποταμός οι λέξεις του και πώς να χειραγωγήσεις νερά φουσκωμένα στις όχθες της ικεσίας. Σκληρή η γλώσσα στα ακρωτήρια της ποίησης. Σέρνεται στη λάσπη της εποχής και με την γραφή… εξαγνίζεται. Μεταλλάσει τους καπνούς σε σύννεφα που θα φέρουν βροχή για να πλυθούν τα άσχημα που έχτισαν φαύλοι δεσμώτες. Είναι οι δήμιοι μιας ξεπουλημένης γενιάς που πρόδωσε την αξιοπρέπεια της νέας και της άλλης, εκείνης που έρχεται.

Νεκρωμένες ελπίδες χάνονται στα χαρτόκουτα της πλατείας, με κοκαλωμένους σκελετούς να συνθλίβονται κάτω από την στεγνή άσφαλτο της απόγνωσης. Βγαίνει να σεργιανίσει στην πόλη μα παντού αντικρίζει λημέρια θανάτου. Επιτήδειοι σπέρνουν ψεύτικους παράδεισους που οδηγούν κατευθείαν στην κόλαση.


ΧΤΥΠΗΣΤΕ ΜΑΣ ΑΛΥΠΗΤΑ

Χτυπήστε μας αλύπητα.
Δείρτε μας!
Πατέρες δεσπότες, δική μας μοίρα.
Εμπρός λιανίστε μας!
Για να μας κάνετε αγρίμια
που μες στον κουρνιαχτό βραδιάς Δεκέμβρη
τρύπα ζητούν για να χωθούν, να ζεσταθούν… να
προετοιμαστούν.
Πληγώστε το το ζώο, πληγώστε το.
Θα βρει κουφάλα, θα χωθεί
κι εκεί φαΐ θα κάνει την πληγή
και θα την γδέρνει με τα νύχια τα κομμένα,
τα φαγωμένα από εχτρούς-συντρόφους.
Και τα δόντια
-άραγε θα ’χουν μείνει δόντια;-
που θα ’ναι μαύρα απ’ τα χρώματα
που σέρνε για να κρατηθεί.
Τέτοια πληγή θα κάνει φυλαχτό
για να κρατά, να καρτερά, να ’ρθει η ώρα.
Θα πει: «Να, μάτωνε! Και μην ξεχνάς το δράστη!»
Του το χρωστάς, να καρτεράς, θα ’ρθει κι η ώρα του.
Χτύπα το το θεριό. Χτύπα το λοιπόν!
Θεριό είναι θ’ αντέξει.
Κι αν γονατίσει και χαθεί
ας είναι, τι να το κάνεις ζωντανό και οκνηρό;
Ψοφίμι κινούμενο;
Ας πάει στο καλό…


Η ποίηση του Παναγιώτη Φερεντίνου, είναι η αστική γραφή της κραυγής που επιθυμεί επιτέλους ν’ ακουστεί. Αφουγκράζεται τον παλμό μια πόλης σε σήψη, σε απομόνωση ενοχικής πλάνης. Κανείς δεν προσέχει το κενό ψυχών που άδειασαν το άρωμα πάνω στο άδικο, επιλέγοντας από ανάγκη να παραδοθούν στον καναπέ της αδιαφορίας. Κρεμασμένοι σε αθέατα κλουβιά παίζουν το παιχνίδι της εξουσίας στα διαμερίσματα της φυλακής τους.


ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΒΓΗΚΑ

Να γιατί βγήκα,
Δευτέρα βράδυ, έξω στην πόλη.
Κανείς δεν με ξέρει – κανέναν δεν ξέρω.
Τι κάνω εδώ;
Μ’ ένα σημειωματάρι, Θεμιστοκλέους μεριά,
να γράφω ορθός.
Άνθρωποι περνάνε, με κουνάνε
με χτυπούν με τον ώμο.
Η γραφή τρέμει, γιατί μ’ ακουμπάνε;
Ας το δεχθώ…
Είναι κι αυτό ένα άγγιγμα, μια επαφή.
Κι αναρωτιέμαι: «Μάθαμε κάποτε άλλο χάδι;
Ονειρευτήκαμε το χάδι;» μα το βουλώνω στη στιγμή.
Καλύτερα άγγιγμα κι ας με κουνούν, ε και;
Ένα ποίημα είναι μόνο, τ’ άλλο είναι η επαφή.
Τι κι αν μείνει στραβή η γραφή;
Στραβοί καιροί, στραβοί άνθρωποι,
στραβή κι η γραφή.
Ας με σκουντούν λοιπόν. Χαλάλι.
Δεν με πονούν, άγγιγμα είπαμε.
Έξω είπαμε, έξω.
Αυτό αρκεί.


Δεν θέλει να συμβιβαστεί, όταν το καθεστώς του επιβάλλει μια παρατεταμένη εφηβεία για ν’ αποτρέπεται η σκέψη. Μα ποιος είπε ποτέ, πως η σκέψη ξεριζώνεται; Πολλαπλασιάζει τις καταβολάδες του νου, στα προπύργια αντιεξουσιαστικών πράξεων, για να αναδασωθεί η έρημος, από τα φυτώρια της αναζήτησης νέων θεωριών αυτογνωσίας και επαναπροσδιορισμού της ευτυχίας.

Οι φωνές θα λιώσουν τους παγετώνες της αυτοεξόρισης αξιών, που επέβαλλαν οι σύγχρονοι δολοφόνοι της παγκοσμιοποίησης. Η φρίκη και το χάος θα εξαλειφθούν, γεμίζοντας τα ταμεία των συναισθημάτων. Πάντα το όνειρο θα επιπλέει στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της ελπίδας.
Υποσχέσεις αθανασίας, στα ερείπια θνητής ζωής και ανάπηρης λησμονιάς, που ανασταίνει το χρέος της επιβίωσης.


ΓΡΑΨΕ ΕΝΑ ΡΕΚΒΙΕΜ

Γράψε για κείνους που χάθηκαν
σε πολιτείες
σύγχρονες, μοδάτες.
Γράψε για κείνους που δεν θα κλάψουν
για το παιδί
που έθαψαν μέσα τους.
Γράψε για κείνους που ίσως λυπηθούν
για την τιμή του τσιμέντου
που πλήρωσαν για να μπαζώσουν
την καρδιά τους
κι όχι γι’ αυτή
-την ίδια-
που φώναζε: «ΖΩΗ»!

Γράψε ένα Ρέκβιεμ
για τον ίδιο σου τον εαυτό,
για κείνα τα χρόνια που «φαγες»
να μάθεις τους άλλους
ν’ αγαπούν…
και που σε πότισαν
οχιάς φαρμάκι.
Γιατί αυτό ήταν,
κι αυτό είχαν να σου δώσουν.

Γράψε ένα Ρέκβιεμ
για το «εαυτός»
γιατί εκεί οφείλεις,
εκεί χρωστάς.
Αυτός
-ο εαυτός-σου φίλος πιστός
σύντροφος αυτός
ο μόνος δικός.

Γράψε ένα Ρέκβιεμ ρε,
γιατί σου πήρανε τα χρώματα.
Μόνο τα νύχια σ’ άφησαν
κείνα πένα.
Κείνα τέλος
-ελπίδα-
αρχή.


«Ο αφέντης του τόσο δα», μεγιστοποιείται, γιγαντώνεται όταν η φωνή του ενωθεί με άλλες φωνές. Οι δράκοι της εξουσίας θα νικηθούν. Στεντόρειες φωνές θα πάψουν να πίνουν γουλιά-γουλιά κερασμένο θάνατο, από εκείνους, που θέλουν να νεκρώνουν συνειδήσεις...

1 σχόλιο:

Badbug είπε...

Πολύ ισχυρή, "αμάσητη", ανεπιτήδευτη και σπαρακτική γραφή.
Μου θύμισε ελαφρά, περισσότερο όσον αφορά την δύναμή της, το "Ουρλιαχτό" του
Allen Ginsberg.