ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΜΒΑΛΗΣ – Θραυσμάτων Ανεμούρια

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΗΝΕΙΟΣ κυκλοφόρησε το 2012 η ποιητική συλλογή του Δημήτρη Καραμβάλη, «Θραυσμάτων Ανεμούρια».

«Δαπανηρή ιδέα ο βίος.
Ναυλώνεις έναν κόσμο
για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας». Κική Δημουλά

Κάπως έτσι θυμάμαι τον Δημήτρη Καραμβάλη να πορεύεται στη ζωή του, εδώ και πολλά χρόνια. Με τον ίλιγγο της αγωνίας, για να προβάλλει τον ποιητικό και δοκιμιακό λόγο σε όλες τις εκφάνσεις του. Γιατί ο Δημήτρης δεν είναι μόνον ποιητής. Είναι ο δημιουργός, ο λόγιος, ο γραφιάς, που ζωγραφίζει πότε με χρώματα, πότε με λέξεις και πότε με μουσική για να μπορούν να αναδύονται τα αναλλοίωτα που μέσα του καρποφορούν. Δεμένα σε πολλά λιμάνια τα αποτυπώματα της γραφής του, έτοιμα να αποπλεύσουν κάθε φορά, στις αταξίδευτες θάλασσες της ποίησης.

Τα ποιήματα είναι σχεδιασμένα από μια λογοτεχνική γραφή γεμάτη ψιθυρισμούς και αποστάγματα φιλοσοφικού προβληματισμού, στις στοχαστικές αναζητήσεις του, διατηρώντας παράλληλα μια συναισθηματική ισορροπία, ισοδύναμη των ταξιδεμένων λέξεων. Τις διυλίζει, φιλτράροντας πάντα στα βαθύτερα νοήματα και την πολυσημία αυτών που επιδιώκουν να πουν. Υπερρεαλισμός και ποίηση, ποίηση και λυρισμός, είναι τα ετερόκλητα δίδυμα στις εκκλήσεις του δικού του ονείρου. Έτσι αναπτύσσονται στίχοι στα πεδία της έμπνευσης ομοιοκατάληκτης και ανομοιοκατάληκτης κτήσης. Γιατί ο ποιητής ακολουθεί την παραδοσιακή αλλά και την σύγχρονη φόρμα στις αχθοφορίες άληκτων συναισθημάτων, με διαμπερή τα τραύματα των εσταυρωμένων στους σταυρούς της Ποίησης. Γι’ αυτό τον λόγο και δεν εντάσσεται σε ποιητικούς κανόνες, για να μπορεί να αποδίδει την τιμή, αναγνωρίζοντας στους δασκάλους του, την ποιητική τέχνη.

Στις αφηγηματικές εξισώσεις του ποιητικού όγκου, ο Δημήτρης Καραμβάλης δημιουργεί το ατμοσφαιρικό σκηνικό με εικόνες, που χρωματίζουν την γλαφυρότητα των στίχων, σα σεργιανούν στα ανεξιχνίαστα τοπία της ψυχής. Υπερβατική κάποιες φορές, αλλά και ήρεμη κατάθεση, στις αντανακλαστικές όψεις της φαντασίας και του οράματος. Περιγράφει την θεματολογία των νοημάτων σε χαμηλούς τόνους, απορρέοντας αβίαστα μια συγκρατημένη λιτότητα, για να φανεί ο νηφάλιος λόγος ενός ευαίσθητου ανθρώπου που έγινε ποιητής. Επειδή ακριβώς προϋπάρχει η ποιητική ύλη και η οποία είναι σύμφυτη με την ίδια τη ζωή του δημιουργού. Έτσι λοιπόν μπορούμε να διακρίνουμε την γόνιμη διαλεκτική που αναπτύσσεται στον χάρτη της ποιητικής γεωγραφίας.

Στην παρακμή του κόσμου, πίσω από τα Ελλιοτικά τοπία μιας «έρημης χώρας», ο Δημήτρης Καραμβἀλης , εκφράζει ή μάλλον προστάζει την επιθυμία της αντίστασης, στις κρυπτογραφικές αναγνώσεις. Τούτο διαφαίνεται στο ποίημα, «Είμαστε ακόμα εδώ». Αντιπολεμική διάθεση, για όλα εκείνα που χάθηκαν, αλλά και συγκίνηση, για όσα φυλάχθηκαν από την οργή, αιώνες τώρα. Αντικειμενική συστοιχία στη μυθολογία του ποιήματος, με ποιητική συνείδηση ο ποιητής καταγράφει την ευαισθησία στις μετώπες των στίχων. Καταγγελτικά και ωθούμενος από μια εσωτερική διαμαρτυρία για εκείνα που συντελέσθηκαν, διατηρεί αλώβητη την ιστορική ευθύνη του αναγνώστη, απέναντι σε όσα άσχημα συνέβησαν.


Είμαστε ακόμα εδώ

Είμαστε ακόμα εδώ.
Σ’ άνυδρη γη
Τ’ αγάλματα φυλάμε
Ξόανα παλιών καιρών,
Φυτώρια ανάμεσα
Σε σταυρωτήρες και σε σταυρωμένους.
Η μυρωδιά των ανέμων
Έρχεται από σκοτωμένους νεκρούς
Μηχανές που λαδώνουν τα γρανάζια τους
Σε κατακόμβες κι εκατόμβες
Αιώνες τώρα…

Είμαστε ακόμα εδώ.
Στις αρχαίες δεξαμενές
Στις μετώπες των ναών
Στις τεφροθήκες των αθώων.
Μέσα μας αντηχούν φωνές σκληρές
Από άργυρο κι ορείχαλκο και μόλυβδο
Σε εκμαγεία θηραμάτων να ιστορήσουν
Τ’ άθλια σώματά τους να λουστούν
Από το αίμα τους που τώρα φτάνει
Ως τις κορφές των οριζόντων
Στ’ άβατα των μοναστηριών
Σε ρημαγμένες εκκλησίες
Και σκλαβωμένα μνήματα.

Είμαστε ακόμα εδώ
Στα λόγια εκείνα που κραυγάζουν στην αδικία
Ν’ αντισταθούμε!


Η θάλασσα και το ήθος από τη δική του Αργώ, συμβολίζουν τα ίχνη των συναισθημάτων, καθώς ανθρωποκεντρικά τα εμπλουτίζει. Ακολουθεί το ένστικτο από την στιγμή που η ζωή δένεται μ’ ένα αδιαπραγμάτευτο πεπρωμένο και την ευθύνη του στα οδοιπορικά του βίου. Συνδυαστικά επεξεργάζεται τον μύθο για να οδηγηθεί στην μόνη αλήθεια που είναι ο θάνατος, ναυπηγώντας ζωή.

Μικρά και μεγάλα ψήγματα ιστορούν τη γνώση και τα γοητευτικά μυστήρια ως την αποκάλυψη Εκείνης, που του θυμίζει την θάλασσα. Εκεί το λίκνο και η καταβύθιση στα ωκεάνια μάτια της, καθώς εξυψώνεται σιβυλλικά το πνεύμα του έρωτα και της αγάπης. Μυστηριολογία αλλά και αρχαία γνώση ενός μύθου που αιώνες τώρα αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές των αισθήσεων.


Η δική μου Αργώ

Και πως ν’ αποκρυπτογραφήσω
Τα μυστικά της θάλασσας;
Τα κύματα ιστορούν πάνω στο λίκνο τους
Κι εγώ, ο μαθητευόμενος ναρκαλιευτής,
Έχω στο νου μου μοναχά τους κρότους
Από την έκρηξη του παλιού ηφαιστείου
Μη έχοντας το μύθο μα τη γνώση…
Θέλοντας λοιπόν ν’ απομυθολογήσω
Το απολεσθέν μου οδοιπορικό,
Βάλθηκα αδιάκοπα να μιλώ για σένα
Κι άρχισα να γράφω για τη θάλασσα
Βυθομετρώντας τα ωκεάνια μάτια σου.
Μια ζωή τοίχοι ρημαγμένοι
Ξεχαρβαλωμένα καθίσματα και πάγκοι
Ενός θερινού σινεμά που έκλεισε οριστικά
Δελφίνια σαν όνειρο σ’ αίματα και σε σπάργανα
Σε κουρσεμένα Νησιά και θησαυρούς
Κι ας ναυαγούσα χρόνια τώρα
Συνέχιζα να ναυπηγώ στο καρνάγιο ζωής και θανάτου
Τη δική μου καινούργια Αργώ
ΕΣΕΝΑ!


Ο ποιητής ταξιδεύει σε νοσταλγικά τοπία, κοιτάζοντας βαθιά τον εαυτό του σε βρόχινους καθρέφτες νερού, που ανακαλούν μνήμες. Και είναι ακριβώς, «η μνήμη της βροχής», που φύλαξε σε καιρούς άνυδρους φανερές και αφανέρωτες εξομολογήσεις, από τα ανεξιχνίαστα της ψυχής βάθη. Κι όμως, φτάνουν μόνον μερικές στάλες, για να την ακούσεις να ξυπνά και να μιλά μια ξεκάθαρη γλώσσα, με τη διαύγεια της σταγόνας στα χείλη. Είναι η σιωπή που ακουμπά στο χώμα, φέρνοντας μυρωδιές, υδρόφορες. Συνομιλεί με «(σ)τις πανάρχαιες ομιλίες των δέντρων», σαν ανοίγουν τα παράθυρα τ’ ουρανού.

Και κάπως έτσι γεννιούνται τα ποιήματα, στάζοντας σιωπηλές λέξεις από τη βρεγμένη ηχώ της μελαγχολίας. Μουσκεμένα ηλιοστάσια, με φλέβες νερού κουβαλούν στίχους, δροσοστάλακτης επιθυμίας. Κι όταν ο καιρός βροχές θα φέρνει, εκείνη θα σέρνει μνήμες, για να μας θυμίζει, πως νερένια κυλά ο χρόνος, ανακαλώντας αγιασμένες θύμησες.


Η μνήμη της Βροχής

Έχει τη δική της μνήμη η βροχή
Κρύβεται στα βήματα που αλάργεψαν
Στων παιδικών σου χρόνων τα στενά
Τις νύχτες ξαγρυπνά
Στις μυρωδιές από το χώμα
Την ακούς
Στις πανάρχαιες ομιλίες των δέντρων
Στις πρωινές νταλίκες
Με τ’ αγκομαχητά των μηχανών
Στις προβλήτες των λιμανιών
Που περιμένουνε τα φορτηγά
Στα λόγια που γίνανε καρφιά και σε τρυπούν
Σαν παλιά ασπρόμαυρη ταινία
Που περνά μπροστά απ’ τα μάτια σου
Ολόκληρη η ζωή των μελλοθανάτων
Στις κραυγές των πονεμένων πουλιών πριν το χάραμα
Στις προσχώσεις των μονοδιάστατων λέξεων
Στην παλιά γερασμένη πόρνη
Που στοίχειωσε στο ίδιο το λιμάνι
Έχει τη δική της μνήμη η βροχή…