ΤΖΙΝΑ ΜΙΤΑΚΗ – Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια (Παραμυθία)



ΤΖΙΝΑ ΜΙΤΑΚΗ – Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια (Παραμυθία) από την Σοφία Στρέζου

Μια παραμυθία με χρονογραφικές διαστάσεις είναι το βιβλίο της Τζίνας Μιτάκη, «Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια, που κυκλοφόρησε το 2013 από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

Η Τζίνα Μιτάκη μας καλεί στο μικρό πέτρινο σπίτι της Κυράς που ξέρει να μιλά με μια κουκουβάγια. Ιστορίες παλιές που όμως βρίσκουν αφορμές να ξανακουστούν, παρέα με αχνιστό καφέ και τσάι με μέλι στην πλαγιά του βουνού. Συναισθηματικές μνήμες αφηγούνται γεγονότα σε χρόνους που έφυγαν, αλλά και σημερινά περιστατικά με κοινωνικές και ηθικές προεκτάσεις. Γιατί, βαρύ το φορτίο της μοναξιάς κι ο νους μη έχοντας συντροφιά, αναμοχλεύει σκέψεις και εικόνες. Δεν θέλει να ξεχαστούν, να γεράσουν πριν εξομολογηθούν από την αφέντρα του.

Η Τζίνα Μιτάκη σε τούτο το πόνημα αναλώνεται σε πολλαπλές διαδρομές, υπερπηδώντας γλωσσικά όρια, για να μεταφέρει τον αναγνώστη στον πραγματικό τόπο και χρόνο. Πρόθεση της δημιουργού είναι να κατατάξει στην γραφή της τοπικούς ιδιωματισμούς, για να προσφέρει μια διαφορετική αναγνωστική εμπειρία. Άλλωστε η αφήγησή της διαθέτει ρεαλιστικές λεπτομέρειες με πολλές συναισθηματικά επώδυνες όψεις.
Τρυφερές μυθοπλαστικές ιστορίες γονιμοποιούνται, χαρτογραφώντας παράλληλες συγκινήσεις. Είναι που έμαθε από νωρίς να διαχειρίζεται λυτρωτικά την μοναχικότητα και την ερημιά, που η ζωή πολλές φορές επιβάλλει. Τα εύθραυστα κομμάτια των αναμνήσεων γίνονται τότε συμπαγή, οικεία και γήινα, εποπτεύοντας μνήμες. Βυθίζεται στις φλογισμένες στάχτες των επιθυμιών, αναπαριστώντας ξάστερα συναισθήματα, που γράφτηκαν στη φωτιά μιας κατακτημένης ελευθερίας.

Στο βιβλίο «Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια», συναντάμε φυσικά στοιχεία που συνυπάρχουν με τα υπερφυσικά,  σε μια αλληλοεπίδραση προσωποποιημένης ικανότητας της κουκουβάγιας να συνομιλεί με την Κυρά του πέτρινου σπιτιού. Έτσι η αφηγηματική δράση αποκτά εκείνη την μαγική ιδιότητα που καλείται η παραμυθία να δώσει. Η λιτότητα στις περιγραφές και στα θεματικά μοτίβα κάνουν γοητευτική την ανάγνωση, ενεργοποιώντας τη φαντασία του αναγνώστη. Η διαλογική διήγηση μετατρέπεται σε μεταμοντέρνα πεζογραφία, καλλιεργώντας  την συναισθηματική νοημοσύνη μέσα από την εμπνευσμένη φανταστική ή πραγματική εξιστόρηση της αφήγησης. Τα ηθογραφικά στοιχεία αξιοποιούνται συνθετικά στην αληθοφάνεια της περιγραφικής αναπαράστασης. Καθορίζεται αφηρημένα η περιοχή και ο χρόνος από όπου άντλησε η δημιουργός τις υποθέσεις των έργων της.

Αναπτύσσεται μια διαλεκτική με το περιβάλλον που διαμόρφωσε τις ψυχικές και νοητικές δομές της Κυράς του μικρού πέτρινου σπιτιού. Τούτη η αλληλοεξάρτηση λειτουργεί ως καταλύτης στην ανασκόπηση και ψυχογραφία βιωμένων εμπειριών που φυσικά δεν μένει ανεπηρέαστη από το κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. Προσαρμόζεται στις υπαρκτές συνθήκες, λειτουργώντας ως γέφυρα, ανάμεσα στο παλιό και το σύγχρονο. Γίνεται ο διάμεσος μιας εποχής που έληξε στην ανατολή ή ακόμα και στη δύση μιας άλλης, καθώς παρακμάζει θλιμμένη και γεμάτη πίκρα η σημερινή.

Λόγος και φαντασία, φαντασία και λόγος ανασύρουν παγιωμένες αξίες με απλό και σχεδόν φυσικό τρόπο. Για να ξορκίζεται η μοναξιά, όταν η πίκρα τριγυρνάει στης ψυχής τα σοκάκια. Αντίλαλοι της λύπης αντηχούν σε λευκές σελίδες μέσα από την σκοτεινή περιδίνηση της θλίψης. Αισιόδοξα μηνύματα υπερνικούν δυσκολίες, καθησυχάζοντας την ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής.

Έχω την αίσθηση πως η γραφή για την Τζίνα Μιτάκη δεν ήταν μια φυσική και αυτονόητη διαδικασία. Προέκυψε όπως προκύπτει συχνά ο δημιουργός να κατακλύζεται από παιγνίδια μνήμης, εντάσσοντας οργανικά το παρελθόν σ’ ένα παρόν και σ’ ένα μέλλον αμφίσημο. Το αποδίδει με λέξεις σαν επιβεβλημένη αναγκαιότητα να συνυπάρξει στη σύγχρονη αφηγηματική ιστορικότητα με πεζό λόγο, καταργώντας προσωπικές εκκρεμότητες από γονιμοποιημένα συναισθήματα. Άλλωστε η πρόκληση για την συγγραφέα μόλις ξεκίνησε στις «Νυχτερινές κουβέντες με μια κουκουβάγια».

Απόσπασμα: Ευχές

Συνήθεια είχε γίνει πια στην Κυρά του σπιτιού να υποδέχεται την ανατολή στο πέτρινο πεζούλι με μια κούπα καφέ ζεστό, αγναντεύοντας τη ζωή.
Εκεί που ο ουρανός αγκαλιάζει τρυφερά τη θάλασσα και χαράζει γραμμή με χρυσοπορτοκαλί χρώμα. Τούτη η νέα συνήθεια του τόσο πρωινού ξυπνήματος την έμαθε να χαμογελά όλο και πιο συχνά.
Η κυρα-κουκουβάγια την συντρόφευε καθισμένη στο ακροκέραμο της σκεπής και νυσταγμένη πια ετοιμαζόταν να πετάξει στη σχισμή του βράχου που είχε για σπίτι της, να ξεκουραστεί.

«Σήμερα θα φυτέψω άλλη μια σειρά ντομάτες για το τραπέζι μας κι ανάμεσα βασιλικό και κατιφέδες», είπε η Κυρά. «Λέω, όμως, να φυτέψω και μερικές ευχές, για τη ζωή, να μην πονάει ο κόσμος και ασχημίζει από τον πόνο».

«Θέλουν ιδιαίτερη φροντίδα όμως οι ευχές», είπε η κυρα-κουκουβάγια. «Με τι θα τις ποτίζεις, με τι θα τις λιπαίνεις;»

«Λέω να τις ποτίσω μα τα δάκρυα που έφεραν τα σύννεφα και οι πίκρες της ζωής μας και να τις λιπαίνω με χαμόγελο. Είναι πολύτιμη τροφή και το δάκρυ και το χαμόγελο. Τροφή για τα φυτά, τα ζώα, τις ψυχές, τα μάτια, τις ευχές! Τροφή για τη ζωή! Θα τις φυτέψω, θα τις ποτίσω με δάκρυα, θα τις λιπάνω με το χαμόγελο, θα τις προστατέψω από ανέμους και ζιζάνια με αγάπη, να θερίσουμε χαρές».

Άφησε την κούπα του καφέ στο πέτρινο πεζούλι και πήρε τρυφερά στα χέρια της τις ντοματιές, τα βασιλικά, τους κατιφέδες και τις ευχές και κίνησε για τον κήπο.
Η κυρα-κουκουβάγια τίναξε τα φτερά της να ξεμουδιάσουν, χαμογέλασε, της έκλεισε το μάτι πονηρά και πέταξε για τη σχισμή του βράχου.