ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ - Λαθραίο ορίων φως;

ΣΤΑΘΗΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ - Λαθραίο ορίων φως; (από την Σοφία Στρέζου)

Από τον διαδικτυακό ιστότοπο http://www.academia.edu/4417723/_  δημοσιεύτηκε η νέα ποιητική συλλογή του Στάθη Κομνηνού, «Λαθραίο ορίων φως;».
Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που σκιάζεται από ερωτηματικό στο τέλος του τίτλου «Λαθραίο ορίων φως;», που εμπεριέχει μια κινητικότητα ως προς την προσέγγιση ή την απομάκρυνση από το φως, στη λαθραία ή μήπως τελικά εντός των ορίων του κατάκτηση;

Ο Στάθης Κομνηνός ακολουθεί μια ιδιωτική διαλεκτική στον τρόπο αφήγησης της ποιητικής του. Στις γραμμές των συνόρων της ποίησης, ο ποιητής διυλίζει την αισθητική εμπειρία μέσα από την στοχαστική κοσμοθεωρία. Κατοικεί στην οντολογική περιφέρεια, εξακτινώνοντας την βιωματική φιλοσοφία του. Ανασυνθέτει την θεολογική σχέση, με αναχωρητική, μυστική διάθεση, τοποθετώντας τα ποιήματα στο βάθρο του σύμπαντος. Διαισθάνεται την ταπεινή θέση απέναντι στο θεό, ομολογώντας την αλήθεια, με ανοιχτά τα θνητά του μάτια. Φτάνει στη χώρα που η «ιστορία ανιστόρητη γράφεται, με τ’ αοράτου τ’ ανάμματα».

Υιοθετεί υπερβατικές παρεμβάσεις στο ποιητικό/φιλοσοφικό διακύβευμα, στο ανέφικτο που μεταλλάσσεται σε εφικτό, στην πρωταρχικότητα του νοείν, από την βαθιά πεποίθηση πως η Ποίηση οφείλει να ανυψώνει το πνεύμα. Γιατί όπως ο Martin Heidegger θεωρεί πως, «Δύο είναι οι Πτώσεις του ανθρώπου, η Πτώση από τον παράδεισο και η Πτώση στην κοινοτοπία», έτσι κι ο Στάθης Κομνηνός δεν θέλει να πέσει στην παγίδα μιας εύκολης και μειλίχιας ανάγνωσης. Επιστρατεύει την γνώση για να ενεργοποιήσει την εγκεφαλικότητα, να την εμβαθύνει, στηλιτεύοντας την πνευματική ένδεια . Ο ποιητής περνά διαδοχικά από την επιγραμματική ποίηση στα ποιητικά πεδία ανοίγοντας δρόμους στο φως. Γιατί έξω από τον εκλογικευμένο λόγο, «Το φως είναι η μοίρα» του ανθρώπου στο πολιτισμικό περιεχόμενο της γραφής του, που ανοίγει πεδία στο μέλλον. Για τούτο και δεν αρκούν μόνον οι αισθήσεις, για να συλλάβει ο αναγνώστης τη δεσποτική σκέψη του. 

Α επίγραμμα
Πέσαμε υπέρ βωμών Αέρος
όταν όπλα βαρβάρων ατσαλοφτιαγμένα
προμαχούσαν υπέρ όγκου χαρτιού


Γ επίγραμμα
Δεν ζήσαμε τον κόσμο που αγαπήσαμε
ο ήχος του βροντούσε στο μέλλον
όταν τη μουσική του μεσημεριανοί παιανίζετε
χαρίστε του τα χάδια που νοσταλγήσαμε


Δ επίγραμμα
Είχε απομείνει στην Ακαδημία μόνος ο Αριστοτέλης
όταν σκυμμένος αναφώνησε: «Το φως είναι η μοίρα!».

Ο Στάθης Κομνηνός συνειδητά υπερβαίνει τους περιορισμούς της γλώσσας, στοχαζόμενος την ιδέα -για το πώς μπορεί ο δημιουργός-  να απαλλαγεί από την αίσθηση του φθαρτού. Διατηρεί ένα υψηλό επίπεδο γλωσσικής επάρκειας που ανταποκρίνεται στην απελευθερωτική έννοια του λόγου. Η αναπάντεχη εκδοχή του αληθινού βρίσκεται στο ξεκίνημα του ποιητή για το ταξίδι, στα ναρκοπέδια της ποίησης.

Οι στίχοι υπερρεαλιστικά προσαρμόζονται στις ζώνες του ιδεατού, με ατημέλητους εξωραϊσμούς λυτρωτικών ψευδαισθήσεων. Ο διαμελισμός στο ξεκίνημα του ποιητικού ταξιδιού με γνωστική εμπειρία, δεν απαλλάσσει τον δημιουργό από τις αγχόνες στα ικριώματα του έρωτα. Βαθιά μέσα του επιθυμεί να διατηρηθεί ο πυρήνας που προάγει την πνευματική ζωή και την κάθαρση. Γι’ αυτό και δεν επιτρέπει είδωλα αν και υπονοούνται στην στιχουργική πορφυράδα κατά την αναπαράσταση στη θελκτικότητα του φωτός. Έτσι η θέαση αποκτά την προσήνεια μιας αναγνωστικής ρώμης στα εδάφια των στίχων, διεγείροντας την νόηση.


Καθώς θα ξεκινάς


Καθώς θα ξεκινάς
Βελονιά πανικόβλητη
Τη μορφή της θα χάνει
Στο ατέλειωτο κέντημα

Κρεμασμένο φιλί
Στης φωτιάς το αγκίστρι
-Έκτακτη μαρμαρωμένη απογείωση -
Δεν θα απαγχονίζεται
Στο υγρό σου ικρίωμα

Ήχος θα σαλπίζει το βήμα σου
Τη γνωστή εισαγωγή
Αναμονής κρουστής να εκτονώσει
Κι εκείνο κωφάλαλο
Απ’ την ομβροντία του έξαφνου
Σαν μαέστρος του τέλους
Άψογα θα υποκλίνεται

Ικέτης αέρας
Διανυκτερεύοντας θα αναζητεί
Να φορέσει το σώμα σου
Στ’ ακριβή του τα σχήματα
Δραπέτης ακούσιος
Απ’ τον εαυτό του εκείνο
Θα φωλιάζει ασάλευτος
Σε φινάλε προσχήματα

Ανείπωτες λέξεις
Δεν θα βρίσκουν φωνή
Να εκστρατεύουν τα άστρα τους
Σαν ανύμφευτος ουρανός
Που τα πετράδια του έχασε
Απ’ τούς κύκλους τους άστατους

Καθώς θα ξεκινάς
Τον πυρετό σου θ’ αφήνεις
Να φλογίζει τα πράγματα
Ιστορία ανιστόρητη
Που η δροσιά της θα γράφεται
Με τ’ αοράτου τ’ ανάμματα

Καθώς θα ξεκινάς
Θά ’σαι πάντα εδώ
Όμως χαμένος ολότελα
Μικελάντζελο ατερμάτιστος
Σε καμβάδες ολόλευκους
Να λειτουργούν ανεξίτηλα

                                             Ανατολή προσεδαφίζεται
                                             Μεσουρανεί η απορία
                                             Ξεβρασμένη βάρκα η ομορφιά
                                             Με σκαρμούς που τους δένει
                                             Της άκαιρης, ως φαίνεται, Δύσης
                                             Η κουτσή μαεστρία


Στην ποίηση του Στάθη Κομνηνού διευρύνεται η σχέση της αισθητής συγκατοίκησης με την πνευματική και μεταφυσική κτήση. Το ανεξήγητο, που επιμένει να ερμηνευτεί στις εξισώσεις του χρόνου, στις χωρικές μεταβολές του.

Ενδημεί στο επέκεινα του νοητού, στην απροσδιοριστία της σφαίρας του θρόνου. Ακτινοβολεί καθώς επιταχύνεται το θαλερό ισοδύναμα πια με το φως, για να δαμασθούν ανταύγειες και αποχρώσεις στην αυθεντικότητά του. Έτσι στη χώρα του φωτός θα μυηθούν στα μυστικά της «ευκυκλέος-ολοστρόγγυλης» και «ευπειθέος- πειστικής» αλήθειας, αναγνωρίζοντας όρια.


ΕΥΜΟΙΡΙΑ
Λιποτακτεί ο αιθέρας
Λιτές ανταύγειες σύννεφο
Εύπλοα φιλιά
Κι άσματα βυθών
Της τύχης το ευτυχές
Βαφτίζει το χρόνο
Ούτις
Και σ’ αντικίνηση αυτός κλωθογυρνά
Τον εαυτό του στ’ ανεξήγητο
Ενός τυχαίου
Θαλερού
Που υλακτεί στο θρόνο του


Εκκρεμή ποιήματα με ακινητοποιημένες σιωπές στην πληροφοριακή αταξία ιδεαλιστικών αιωρήσεων, διατηρούν ανοιχτά ενδεχόμενα στην αισθητική ερμηνεία. Παραμένουν εν εξελίξει στην κατανόηση και αποδοχή των ποιημάτων. Είναι η αδιάψευστη πορεία, συμπυκνωμένη από την εσωτερική αναγκαιότητα του ποιητή να κατευθυνθεί προς το φως, καταλύοντας τον θάνατο, καθώς κρεμάται σε στιγμή αθάνατη.

Ο Στάθης Κομνηνός έχει χειραφετηθεί πνευματικά, αποκτώντας λόγω σπουδών φιλοσοφική καλλιέργεια, που του επιτρέπει να παράγει αυθεντικά ποιήματα με αισθητική πληρότητα. Η διαλεκτική προσωπική εμπειρία εξελίσσεται σε μία διαλεκτική επικοινωνία φιλοσοφίας και τέχνης, αρθρωμένου ποιητικού λόγου.

Η ασυμφιλίωτη εναντίωση, γίνεται ο καθαρμός κατά την κατανόηση του πραγματικού, στην αναγωγή με τον προορισμό του δημιουργού, για να συναντήσει τον απόκρυφο τόπο της οντολογικής του βεβαιότητας στο Λογο-γίγνεσθαι του κόσμου.


ΤΗΣ ΑΣΥΝΤΑΧΤΗΣ ΕΠΙΛΑΧΟΥΣΑΣ ΚΟΙΝΟΤΟΠΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Ανάβει ο θάνατος
Φωτιές
Στα υψίπεδα των μαστών σου
Όπου λυτρώνεται
Μύρτο αθανασίας
Ο Θεός
Στόμα αγωνίας
Κυψέλες βομβίζοντος αναστεναγμού
Χείμαρροι με την κόμη λυτή
Οι δρόμοι που δεν λευκάνθηκαν
Από του μύρου σου την οσμή
Παλεύει ο χρόνος
Ίδια όνος
Ασάλευτος στο χείλος του δρόμου
Να λειάνει το βράχο της αφής σου
                                               Όπου κάποτε
Κρεμάστηκε αθάνατη στιγμή
Κι ο τροχός του ήλιου αποξεχάστηκε
Στη μεσημβρία