ΣΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ - Το φως των εσοχών



ΣΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ - Το φως των εσοχών από την Σοφία Στρέζου

Από τις εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ κυκλοφόρησε το 2014 η πρώτη ποιητική συλλογή της Σούλας Αντωνίου, ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΕΣΟΧΩΝ.

Το πρωτόλειο απάνθισμα περιλαμβάνει μικρά και μεγάλα ποιήματα, που οι ιδέες και οι βαθιές σκέψεις απασχόλησαν και απασχολούν την ποιήτρια.
Στα εκτεταμένα ποιητικά σώματα αναπτύσσει μια διδασκαλική ρητορική με ερωτήσεις που ζητούν απαντήσεις, σε ασκήσεις αυτογνωσίας.

Έχω την αίσθηση, πως η Σούλα Αντωνίου ξεκίνησε το ποιητικό της ταξίδι μετά από κάποια έκρηξη στο βυθό ασίγαστων ηφαιστείων,
καθώς λέξεις επωάστηκαν στη σιωπή της άσβηστης λάβας του. Κι όταν η λάβα ξεχύλησε κι άρχισε να κυλά στη σάρωση του χρόνου, εκείνη υπομονετικά περίμενε να κρυώσει κι ας έκαιγαν ακόμα τα δάχτυλα που αποτύπωναν την ενέργεια, στη συμμετρία των ενδοσκοπήσεων.
Έτσι, η αφηγηματική ροή της γίνεται μια απόπειρα ποιητικής δοκιμής, στις αρδεύσεις του λόγου.
Οι πολλαπλές και πολυποίκιλες αναγνώσεις έχουν ήδη απορροφηθεί στις εκβλαστήσεις της εκφραστικής της.
Συνειδητά, επεξεργάζεται το υπαρξιακό άλγος στη συμβατότητά του με το νοητικό.

Ανασύρει και ανασυστήνει πλοηγούς που έθρεψαν το πνευματικό της οικοδόμημα, με σύμφυτες αναπαραγωγές σε γόνιμες συμπορεύσεις. Για να φτάσει στα άδυτα της ψυχής, ερμηνεύοντας το ανεξήγητο σε εξηγήσιμο νόημα, από τα κατεργασμένα υλικά της νόησης.
Τούτοι οι πλοηγοί - δάσκαλοι είναι οι δικοί της εκλεκτικοί συγγενείς, που την συντρόφευσαν στην αναζήτηση της αλήθεια της και στις πτυχώσεις του ακριβού «γνθι σατόν»!
Τους μνημονεύει, επιθυμώντας να ανακαλύψει τα δικά της ποιητικά όρια στα αχαρτογράφητα ίχνη εννοιών, που την καθόρισαν και διαμόρφωσαν την πνευματική της εξέλιξη.

Με αναστοχαστική διάθεση και χειμαρρώδεις λεκτικές αιωρήσεις συνθέτει ποιητικά σώματα, επιχειρώντας την προσωπική έξοδο στις εμποτισμένες από την διανοητική διεργασία της γνώσης και του αισθήματος.
Οι υφέρποντες συμβολισμοί επιδομούν την σύλληψη της θεματικής, ενσαρκώνοντας την αρχική ιδέα σε σχήμα ποιητικό. Έτσι, ακολουθεί την Αριστοτελική ρήση «δι οδποτε νοε νευ φαντσματος ψυχ».

Τα θεματολογικά της ανοίγματα εμπεριέχουν ευαισθησίες με ελεγειακούς τόνους, στους βηματισμούς των υπερρεαλιστικών υπερβάσεων. Γι’ αυτό και «η γλώσσα γίνεται η μόνη περιουσία» της/για να σβήσει η δίψα της γραφής».
Οδηγός της η ζωή και η ανάγκη διάδοσης των ιδεών και των σκέψεων, στην οδό της φιλοσοφικής αναζήτησης.

Γλώσσα,
η μόνη μου περιουσία,
όταν μοίρασα ισόποσα τα υπάρχοντά μου,
όταν ανάλωσα ανυποψίαστη το βλέμμα μου στο κενό
για να σβήσω μέσα μου τη δίψα της γραφής.

Η Σούλα Αντωνίου γίνεται ο χειρωνάκτης, που «γεωργεί λέξεις/ για να φυτρώνουν ποιήματα».
Το βαθιά καλλιεργημένο χώμα θρέφει διαχύσεις αισθήσεων, μεταμορφώνοντας τες σε άνθη. Για να αναδειχθεί η ωφελιμότητα από τις εκγυμνάσεις του βάθους πυκνών στιγμών, σε σκιερά περάσματα.

Δεν την απασχολεί ακόμα η μορφολογία των ποιημάτων.
Εκείνο που την ενδιαφέρει είναι να αποτυπώσει την προσωπική αγωνία, ως προς τι είναι ποίηση και πως μπορεί να την υπηρετήσει.
Πως να ενσαρκώσει την ενσυναίσθηση.
Πως να αξιωθεί και να οδηγηθεί - κατά τον Καβάφη - «στο πρώτο σκαλί/στην υψηλή σκάλα της ποιήσεως».

Γεωργώ τις λέξεις
για να φυτρώσουν ποιήματα,
μικρά μπουμπούκια αναθήματα
από μορφές μακρινές
από στιγμές πυκνές
από σκιές φευγάτες.

Η Σούλα Αντωνίου επιχειρεί να συγκολλήσει θραύσματα, για να φανεί το αχειροποίητο ποίημα. Στα παρένθετα μονοπάτια της ποίησης θα περιπλανηθεί πάνω σε γραμμές, ακολουθώντας ανυπότακτους φθόγγους.

Τα φωνήεντα κραυγάζουν και οι λέξεις απενοχοποιημένες συνηχούν σε πολυσύλλαβες διαδρομές. Επιθυμεί να ικανοποιηθεί το απρόβλεπτο σε περιγράμματα συγκινήσεων. Για να διατηρηθούν τα αποστάγματα διαμελισμένων μελισμάτων, που γίνονται αισθητικοί μετεωρισμοί στις απολήψεις του λόγου.

Η ποιήτρια αποφορτισμένη από θεωρητικούς και λυρικούς ελιγμούς, προσπαθεί προοδευτικά να διακινήσει αισθητικούς κανόνες. Κομίζει τα κινητήρια νεύρα της γλωσσικής της επάρκειας, για να λάμψουν πτυχές από «το φως των εσοχών», με προσωπικά κριτήρια πειραματισμού και αφοσίωσης στην ποιητική τέχνη.

ΑΧΕΙΡΟΠΟΙΗΤΟ

Οι παλμοί της γραφής,
η κραυγή των φωνηέντων,
οι ανυπόταχτοι φθόγγοι,
η συνήχηση των λέξεων,
ο διαμελισμός των μελισμάτων.
Πώς να συγκολλήσει κανείς τα θραύσματα
ενός αχειροποίητου ποιήματος;

Για την Σούλα Αντωνίου γυμνές λέξεις αναλαμβάνουν την εκφραστική του έναρθρου λόγου. Χωρίς να χάνουν το ειδικό τους βάρος επιμελούνται την εγρήγορση της λογικής, στα ατέρμονα ταξίδια της γραφής.

Έτσι κι αλλιώς, για την ποιήτρια οι λέξεις δεν ιεροποιούνται ούτε αφήνει αγοραία να σπαταλώνται σε εκπτωτικές εκποιήσεις.
Τις τιμά, γνωρίζοντας καλά την μετασχηματική ισχύ τους, σε διανύσματα σιωπών που λυτρώνουν.

ΓΥΜΝΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Μη φτωχαίνεις το ειδικό βάρος των λέξεων
υποτάσσοντάς τις στην ανερμάτιστη λειτουργία της λογικής.
Μην τις περιφέρεις σαν λείψανα Αγίων
σε πανηγύρια, παζάρια και αγορές
έτοιμος να τις εκποιήσεις.

Μην τις υποθηκεύεις σε συμφωνητικά
που δεν μπορείς να τηρήσεις.
Μην τις φυλακίζεις σε μηνύματα χωρίς αντίκρισμα.
Μην τις ταριχεύεις σε σιωπές
που δεν δύνασαι να αποκρυπτογραφήσεις.
Απόθεσές τις, αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος,
στους ουρανούς της υπερβατικότητας
συνάπτοντας στην κυοφορία της συγκίνησης
μια νέα σχέση με την αυτογνωσία.

Στη Βαβέλ της ποίησης, η Σούλα Αντωνίου στέκεται ευλαβικά απέναντι στο χαρτί. Γίνεται ταπεινός ικέτης που σκύβει και προσκυνά αισθητικούς συγκλονισμούς νοημάτων.
Η έρημος των άσπρων σελίδων θα δεχθεί την προέλευση του ποιήματος, που ενσωματώνει το βίωμα και την καταγραφή του.

Οι λέξεις θα διασχίσουν την αιωνιότητα, κυνηγώντας χίμαιρες στη δίνη του ανεκπλήρωτου, που επιθυμεί να πραγματοποιηθεί με ευπρόφερτους φθόγγους. Για να απεγκλωβιστεί ο πόνος από προσωπικά ιδεογράμματα και να σταθεί μεσίστιο το μελάνι, στα γλωσσικά ταξίδια του.

ΑΣΠΡΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Ευλαβούμαι το χαρτί,
σκύβω σαν ταπεινός ικέτης
και το προσκυνώ.
Στα περιθώρια των άσπρων σελίδων
παραμονεύουν μα με εκδικηθούν
συγκλονισμοί
από το παλιό σεβάσμιο νόημα,
που αδιαπραγμάτευτο επιμένει
να μην κάνει έκπτωση ανάμεσα
στην γραφή και τον πόνο.

Κι όταν η ποιήτρια βυθισθεί στην απώλεια του εγώ, έρχεται ανάγλυφη η αγάπη να ανασύρει και να ρίξει φως στα σκοτάδια.
Διαχέεται στο πρόσωπό της, εμφυσώντας πνοές ζωής. Γιατί, η αγάπη μπορεί να συμφιλιώνει το ανείπωτο, ψηλαφώντας το αδύνατο που μεταβολίζεται σε δυνατό.

Κι όσο η ορατότητα των θαυμάτων θα κυοφορείται στα λήμματα της μνήμης, της αγάπης και του πάθους, τόσο η ποίηση θα σώζει τους ποιητές από ναυάγια και θανάτους.

Αγάπη…
με περισυνέλεξες από την απώλειά μου,
έριξες στο φως σκοινί το πρόσωπό σου
και με ανέσυρες.

Αν και κατά τον Franz Kafka, «ο άνθρωπος (βρίσκεται) απέναντι στο αίνιγμα της ύπαρξής του», η ποιήτρια το συναντά «καθηλωμένο στις αντινομίες της ζωής». Η περιρρέουσα διαρκή καταστολή των αναφλέξεών του δίνει στη Σούλα Αντωνίου περιθώρια λύσης του γρίφου, αρχειοθετώντας νοηματικές δομές που συνέβαλλαν στην οικοδόμηση της προσωπικότητάς της.

Επιδιώκει να εξορύξει κοιτάσματα από τις περιοχές του επιστητού, ζωοποιώντας εκμυστηρεύεις στα ψήγματα της μεγάλης αλήθειας. Γιατί μόνο έτσι, θα εισχωρήσει στο άδυτο, υποτάσσοντας στοχασμούς που ζητούν απαντήσεις.

Το αίνιγμα της ύπαρξης
το βρήκε καθηλωμένο στις αντινομίες της ζωής,
σ’ αυτά που ήθελε να εκμυστηρευθεί
και σ’ αυτά που ήθελε να της πουν.

Στην προμετωπίδα των ποιημάτων, η Σούλα Αντωνίου επαναπροσδιορίζει τη διαλεκτική της σχέση με ιλίγγους αναγνωστικής νοσταλγίας.
Η «απόπειρα πλήρωσης του «είναι» δοκιμάζεται από την οδύνη του, στην υπαρξιστική κοσμολογία της ποίησης.
Είναι η ατομική πτήση προς τη χώρα της ποιητικής χειραφέτησης!

Από τα μύχια της ψυχής της αναδύει και εντάσσει τη φωνή της, στις ικετικές προστακτικές των αισθήσεων.
Εκείνο που θέλει, που βαθιά επιθυμεί γίνεται παρακλητική ενέργεια, που απλώνεται με τον άνεμο στον ουρανό.
Είναι το πάθος της ζωής που ταξιδεύει με τα σύννεφα στην οριζόντια άλω της αγάπης. Για να ρέουν στα συναισθήματα το φως και ο αέρας, με νέους κατευθυντήριους προορισμούς προς το θάμβος του έρωτα, εποικοδομώντας τον λόγο.

Έτσι, τούτη η «παραληρηματική παραίσθηση» θα εξελιχθεί σε ποίηση, επιτρέποντας στο όνειρο να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής της!
Η ποιητική εμπειρία θα γίνει για την Σούλα Αντωνίου ο δρόμος, που θα επισυνάψει την εσωλεκτική της επάρκεια για νέες αναζητήσεις, στα εκλεκτικά σύνορα της ποίησης.

Η ΟΔΥΝΗ ΤΟΥ «ΕΙΝΑΙ»

 «Αυτό που αναζητάς είναι κοντά σου
Σχεδόν σ’ αγγίζει» Friedrich Hölderlin

Στα μύχια της ψυχής μου
εντρυφεί μια απόπειρα πλήρωσης του «είναι».
Στην κρούστα του δέρματός μου δοκιμάζω
μια άλλη συνταγή αισθήσεων
που με στροβιλίζει.
Άνεμε, κάνε με κουβάρι και εκτίναξέ με.
Ουρανέ, κάνε με ταξιδιάρικο σύννεφο
και απογείωσέ με.
Ζωή, γίνε ποτάμι και παράσυρέ με.
Πάθος, γίνε καταλύτης και διάλυσέ με.
Πλανήτη, κάνε με μισόγεμο φεγγάρι και συμπλήρωσέ με.
Θεέ, γίνε συγκλονισμός και λύτρωσέ με.
Αγάπη, γίνε θάνατος και ανάστησέ με.
Ποίηση, γίνε παραληρηματική παραίσθηση
και επισύναψέ με σε μια γλώσσα
που κανείς πια δεν καταλαβαίνει.