ΕΛΕΝΗ ΛΙΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ - Η εποχή των λέξεων



ΕΛΕΝΗ ΛΙΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ - Η εποχή των λέξεων από την Σοφία Στρέζου

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή της Ελένης Λιντζαροπούλου, η εποχή των λέξεων.
Το βιβλίο κοσμούν 10 πίνακες της Ιωάννας Ασσάνη.

Σε τούτο το απάνθισμα της Ελένης Λιντζαροπούλου διακρίνεται μια περιρρέουσα αυτοβιογραφική διάθεση, με λιτούς αλλά συμπυκνωμένους στίχους.
Στήνει ευρηματικά την προσωπική ποιητική μυθολογία, αγγίζοντας τη μελαγχολία της αλήθειας της.
Με άνεση και οικονομία στο λόγο, η εκφραστικότητα συναντά μιαν απολογητική και ταυτόχρονα χαμηλόφωνη ποίηση.

Η ποιήτρια μετουσιώνει την ιδιωτική βιωματικότητα σχεδόν εξομολογητικά, με αιχμηρές και ρεαλιστικές διανθίσεις, αποκαλύπτοντας την ποιητική της ταυτότητα.
Η επανασύνθεση της βιωμένης εμπειρίας είναι η διαλεκτική της μνήμης, στην αποκρυπτογραφούμενη θέαση όσων έζησε και αισθάνθηκε.
Με στοχαστικές αναγωγές και διακριτή ευαισθησία, ενσωματώνει τα συναισθηματικά της φορτία στον ποιητικό χάρτη.
Έτσι, κατορθώνει να οριοθετεί τις λέξεις, ως τα εύθραυστα αναχώματα της αποκαλυπτικότητας.

Ένας ιδιότυπος λυρισμός εμφιλοχωρεί στους στίχους, αναβλύζοντας πηγαία τη γλωσσική ωριμότητα της ποιήτριας.
Χωρίς λεκτικές εξάρσεις και εξεζητημένα νοήματα, η Ελένη Λιντζαροπούλου αυθεντικά θα πλεύσει στη διαύγεια των παθών και των συναισθημάτων.
Χωρίς να ευτελίζει τον ερωτισμό, ο τυμβωρύχος που εξώρυξε τα μαλάματα της ψυχής της γίνεται ο μεγάλος απών, στις αγρυπνίες του χρόνου.

Η αναζήτηση της αλήθειας εμπεριέχει μελαγχολία.
Γιατί, η αλήθεια γυμνή κατοικεί σε αιμάτινες ξεχασμένες φλέβες.
Η ποιήτρια θα διαβεί τον δρόμο που ο πόνος δημιουργεί.
Οι τελευταίες λέξεις μαρτυρούν πληγές, που αιμορραγούν στους σκοτεινούς τοίχους της καρδιάς. Εκεί πάνω ακροβατεί, ξέροντας καλά, πως ο πόνος είναι η εύρεση του τερματισμού της δικής της αλήθειας.

Τα δάχτυλα ασύνειδα θα πληκτρολογήσουν τη διδασκαλία του έρωτα και τις συνέπειες στα κρυφά και επώδυνα μονοπάτια του.
Η σκληρή υπενθυμιστική επανάληψη θα πυροδοτήσει αιχμηρά νοήματα στις λέξεις σαν θριαμβολογεί ο πόνος, έχοντας επίγνωση της αλήθειας του.
Τούτη η συνθετική διαδρομή, αφού ανιχνευθεί από την ποιήτρια, ακροβατώντας θα την διανύσει, αναγνωρίζοντας με συγκίνηση πως είναι μάταιο…

Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Η τελευταία λέξη:
Μια ξεχασμένη φλέβα
αιμάτινη.

Με τα άγριά της δώρα
θραύσματα καιρού ανεξάντλητα.
Πάλλουσα στον ρυθμό της διάρκειας,
άπατρις και αμνήμων
Με τα δάχτυλα σε εγρήγορση
ασυλλόγιστη

Ακροβάτιδα στην κόψη της αθωότητας,
ανίχνευε τη θλιβερή επίγνωση πως
ο πόνος, σαν επιμένει να βρεθεί,
γίνεται αλήθεια.

Μάταιο.

Λησμονούσε έτσι πως
η αλήθεια, σαν επιμένει να βρεθεί,
γίνεται πόνος.

Η Ελένη Λιντζαροπούλου προσπαθεί να ανακαλέσει στη μνήμη πεθαμένες λέξεις, από βουβά ξημερώματα συναντήσεων.
Τις επαναπροσκαλεί για να παρατηρήσει κι ύστερα να καταγράψει περιοχές συναινέσεων των εμπλεκομένων.

Τι κι αν για κάποια στιγμή υπήρξαν συνώνυμα ερωτικών σχημάτων;
Τώρα, ετερόκλητα οι ανάσες ζυγίζονται στην αποκάλυψη των ψεύτικων συναισθημάτων.

Είναι τα έπαθλα μιας αγκαλιάς άδειας, που αλκοολικά αγρυπνούν αποκοιμίζοντας χιονισμένα όνειρα.
Δυο συνώνυμα εγκατάλειψης, απαλά υπνωτίζουν την απουσία, στη δύση μιας αφέγγαρης νύχτας.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Για να πω
την Αλήθεια
δεν θυμάμαι
από πότε
πέθαναν οι λέξεις μας

Ίσως να ήταν τότε
που χαραμίζαμε
ο ένας στον άλλον
κάτι βουβά
ξημερώματα

Ή μήπως ήταν τότε
που χαθήκαμε
ασυλλόγιστα
στις συναινέσεις;

Δεν είναι λίγες οι φορές, που η ποίηση επιζεί από την μελαγχολία της απουσίας. Αλλά και ο ποιητής σώζεται από την ποίηση,
λαθροβατώντας με βαθείς δρασκελισμούς στα ανέγγιχτα.
Ο πόνος έμαθε να ντύνει λέξεις. Να γίνονται στάχτη, για να μπορεί ο άνεμος να τις σκορπά σε θλιβερά ερωτικά περάσματα.

Γιατί, πάντα κάπου μένει κάποια ταγμένη ανεξόφλητη οφειλή, με εύθραυστες βεβαιότητες στη γεωγραφία της μνήμης, που θα μετατοπίζει στο απροσδόκητο την ελπίδα.

ΝΕΟΙ ΤΗΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ

Η μελαγχολία και η απουσία σου
όλο με σπρώχνουν προς την ποίηση
Δεν με καταλαβαίνει βλέπεις
κανείς άλλος
μόνον αυτοί που ξέρουν
- Οι ίδιοι μελαγχολίες κι απουσίες όντες -
να περιγράφουν τα πρόσωπά τους στο χαρτί.

Έχει πέσει στάχτη πάνω στις λέξεις μου.
Λάμπουν οι προθέσεις στο νου μου
και τα δάχτυλα σε ετοιμότητα
όμως στερεύει το νερό.

Αύριο πάλι.

Απόψε, θα ξημερωθώ
αναίτια
και ματαίως.

Στα ιδεατά ιδεογράμματα της ποιήτριας, οι μικροί της αγάπης θα μετασχηματισθούν σε χωμάτινους γίγαντες.

Είναι οι πρωτόπλαστοι του έρωτα, που μεταμορφωμένοι σε πηλό λύπης διατηρούν ανέπαφα χείλη σε σώματα υπομονής!
Και μπορεί κάποτε, να εμβαπτίστηκαν στο οριζόντιο ύψος του Παραδείσου, τώρα όμως κινδυνεύουν να εκδιωχθούν στις αιωρήσεις της μέρας.

Με φλύαρες συναντήσεις θα μεταναστεύσει το ανεκπλήρωτο! Χωρίς μια συγνώμη για την απουσία, θα χαθούν γυμνά απολιθώματα μνήμης, στη φθορά του χρόνου.

ΓΝΩΣΗ

Ένα να ξέρεις

Θα παραμείνουμε
μόνο
σώματα
ή χείλη

αν δεν κατατεθούμε

Πρωτόπλαστοι
του έρωτα

Στην εποχή των λέξεων το ταξίδι προκαλεί στην Ελένη Λιντζαροπούλου ρωγμές, στην ερμηνεία των συναισθημάτων.
Η άγνοια και ο πανικός συνομωτούν, μεταλλάσσοντας τους ταξιδιώτες σε αντιήρωες της Οδύσσειάς τους.

Η αποσιωπημένη διαδρομή των εξόριστων συντηρεί την ποιητική γεωγραφία της ελπίδας, στην κερκόπορτα μιας βιωματικής προοπτικής.
Παρ’ όλα αυτά, αδιέξοδοι πόθοι σχεδιάστηκαν σε ανεπίστροφους χάρτες, με τις γραμμές τους να φθάνουν «ως το χείλος του καθρέφτη», που αντανακλά το εύρος της απουσίας!

ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

Η αλήθεια είναι πως
αλλάξαμε
όταν αφιππεύσαμε
τις βεβαιότητες
και πορευτήκαμε
αγνοώντας.

Μέχρι να γίνει αυτό
τσακίσαμε τα πρόσωπά μας
στις εξώθυρες
του πανικού
κι η ελπίδα μας συντρόφευε
ως το χείλος
του καθρέπτη.

Στην ποίηση της Ελένης Λιντζαροπούλου, οι λέξεις σκηνοθετούν εικόνες, που αναπαράγουν την διαδραστικότητα.
Στον αόρατο χώρο του υπερρεαλισμού, η δημιουργός αφηγείται σε πραγματικό χρόνο την εξ αντανακλάσεως μεταμόρφωση σαν θρυμματίζεται σε «άχρηστες συζητήσεις».

Τι κι αν «η απουσία τους ανταμώνει»;
Έχουν ήδη συμφιλιωθεί με την διαχείριση και την αυτονομία της αφόρητης μοναξιάς τους.
Αλκοολικά βράδια και ιδρωμένα ξημερώματα πιστοποιούν την από καιρό ερωτική έκπτωση των συναισθημάτων.
Κι όσο κι αν η θλίψη βαραίνει τα πρόσωπά τους, πάλι παθητικά θα βρεθούν «κλεισμένοι /σε μιαν ανάρμοστη /βεβαιότητα ζωής».

ΠΑΡΟΔΟΣ

Βγαίνουν από τα σπλάχνα της θλίψης
Γέρνουν
σε ήλιους να ξαποστάσουν
που ήταν χαμένοι
από καιρό

Διαβαίνουν τις ώρες
Χωρίς σκοπό
Η απουσία τους ανταμώνει
με τυχαία χαμόγελα
ως να νυχτώσει

Κι ύστερα
Ιδρώνουν τα ξημερώματα
πικρούς καφέδες
μετά το αλκοόλ
κι άχρηστες συζητήσεις

Κι αύριο
πάλι τα ίδια
Κλεισμένοι
σε μιαν ανάρμοστη
βεβαιότητα ζωής