"Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών" - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Τέσυ Μπάιλα - ΟΜΙΛΙΑ

Καλησπέρα σας. Είναι μεγάλη μου τιμή που βρίσκομαι απόψε εδώ μαζί σας. Θα ήθελα να σας καλωσορίσω εκ μέρους όλων μας και να μιλήσω για το βιβλίο της Σοφίας Στρέζου, που τιτλοφορείται «Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ.

Οι περισσότεροι από τους 17 δημιουργούς που ανθολογούνται στο βιβλίο αυτό είναι σήμερα μαζί μας. Κάποιοι μάλιστα έχουν έρθει από πολύ μακριά. Οι παρευρισκόμενοι και όσοι τελικά δεν κατάφεραν να είναι απόψε μαζί μας, σας στέλνουν χαιρετισμό. Εκ μέρους όλων θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που είσαστε σήμερα μαζί μας.

Ταυτόχρονα είναι πολύ δύσκολο για μένα να μιλήσω για το συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς, όπως ο τίτλος του καθορίζει, αναλύει άλλους δημιουργούς κι αυτό από μόνο του αποτελεί ένα στοιχείο πρόκλησης για κάθε ομιλητή, ιδιαίτερα στις μέρες μας που ανάλογα βιβλία είναι δύσκολο να εκδοθούν αλλά και να ευδοκιμήσουν στη συνείδηση του αναγνώστη.

Έτσι λοιπόν, αποτιμώντας περιγραφικά το συγκεκριμένο βιβλίο, θα μπορούσα να πω απλώς, ότι αποτελείται από 17 κείμενα αισθητικών αναλύσεων που στοχεύουν, σε μια ισχυρή τοποθέτηση της ποιήτριας Σοφίας Στρέζου, απέναντι σε όλα όσα καθορίζουν την ποιότητα της επιλογής τους. Κι επειδή, όσο αυξάνεται ο όγκος της λογοτεχνικής παραγωγής, άλλο τόσο αυξάνεται και η ανάγκη, να διακριθούν οι ποιότητες και να αποτιμηθούν τα έργα αυτής της παραγωγής, η Σοφία Στρέζου, ακολουθώντας τα πολυδαίδαλα μονοπάτια των λέξεων, που οι δημιουργοί επιλέγουν, φέρνει στο φως και επισημαίνει τα πολυεπίπεδα εκείνα όρια των έργων, που στοιχειοθετούν τη σημασία τους, σε μια προσπάθειά της να αποτιμήσει τα συγκεκριμένα έργα και να ερμηνεύσει τα κίνητρα γραφής τους.

Άλλωστε η ίδια επισημαίνει: «Ζούμε την αφθονία των λέξεων, των πολλών γραφιάδων των αμετάφραστων συλλογισμών, τα πολλά κίνητρα γραφής».

Καθώς σύμπτωμα ολόκληρου του σύγχρονου πολιτισμού, είναι πλέον η ραγδαία έκπτωση της γλώσσας και των εκφραστικών μέσων, που οι νεότεροι δημιουργοί χρησιμοποιούν, η προσπάθεια της Σοφίας, όπως εκφράζεται μέσα στο βιβλίο αυτό, μόνο ως αγωνία μπορεί να θεωρηθεί. Αγωνία, για το αν θα μπορέσει να γραφτεί σύγχρονος αισθητικός λόγος, ικανός να πυροδοτήσει νέες γλωσσικές εκρήξεις και να γίνει κριτήριο γνησιότητας μιας ολόκληρης εποχής. Αγωνία, για το αν θα μπορέσει να λειτουργήσει η γραφή, ως διανοητικός λόγος ή θα παραμείνει απλώς, ένα σύνολο συναρμολογημένων λέξεων.

"Η γραφή, λέει η ίδια, είναι μια ήσυχη θάλασσα που σε ταξιδεύει σε μοναχικές πλεύσεις".

Κάπως έτσι αντιλαμβάνεται η Σοφία Στρέζου τη γραφή και υπό αυτή την έννοια, γίνεται σαφές, ότι η πένα της αποτελεί για την ίδια το όχημα πλεύσης, σε μια απάνεμη θάλασσα, την οποία δεν διαπραγματεύεται. Ο λόγος που την ώθησε, στο να αναλύσει αισθητικά τους δημιουργούς, ήταν η ανάγκη της, να πλεύσει ξανά στα μοναχικά της ταξίδια, αναζητώντας πυξίδες προορισμού μέσα από τα κείμενα άλλων δημιουργών. Θέλησε να αναδείξει έναν δημιουργό, αποτυπώνοντας στο ιστολόγιο της αρχικά και τώρα πια στο χαρτί, τις βαθύτερες συγκινησιακές αφετηρίες του, αυτές που τον ώθησαν να καταπιαστεί με ένα συγκεκριμένο έργο.

Μοιάζει να την απασχολούν ένα σωρό ιδιαίτερα ερωτήματα. Ποιος είναι στο βάθος ένας δημιουργός; Ποια ακριβώς χαρακτηριστικά διαχωρίζουν τον συγγραφέα από τον λογοτέχνη, τον ποιητή από τον πεζογράφο. Ποιες είναι οι ωθητικές δυνάμεις που ενεργούν στον δημιουργό, αναγκάζοντάς τον τελικά να γράψει; Ποιοι εσωτερικοί προβληματισμοί ή δισταγμοί απλώνονται στην ψυχή του συγγραφέα; Ποιοι λανθάνοντες ερωτισμοί εκδηλώνονται ανάμεσα στον δημιουργό και το δημιούργημά του και ποιες απαντήσεις κωδικοποιούν τα ερωτηματικά του συγγραφέα, ερωτηματικά που διαγράφουν το εσωτερικό του υπόβαθρο στο οποίο κινείται ο κόσμος του, και στον οποίο κινούνται οι κατακτήσεις του.

Κάπου η ίδια σημειώνει: «Τα πολύτιμα λάφυρα της κατάκτησης, φυλάχτηκαν με λέξεις, στρώθηκαν σε ποιήματα, σε μορφώματα ποιητικών διαδρομών, στη γεωλογία των πετρωμάτων. Λαξεμένες αισθήσεις στους βράχους μιας φυγής, εγκαταλείποντας ό,τι λεηλατήθηκε στην εποχή της αγάπης. Άραγε δικαιώνεται ποτέ ο έρωτας που ερωτεύσιμος παρελαύνει ως απόλυτος νικητής σε κατακτημένες ψυχές και σώματα, μη μπορώντας να δώσει οριστικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που δικαιώνουν τους κατακτημένους

Στα κείμενα αυτά, η Σοφία Στρέζου αναζητά τους μηχανισμούς, που επιτρέπουν σε έναν δημιουργό, να διαμορφώσει τη συγγραφική του ταυτότητα και ταυτόχρονα να κυριαρχήσει στο γλωσσικό του υποκείμενο, με την απαιτούμενη ευχέρεια. Ας μου επιτραπεί να πω ότι, στις Αισθητικές Αναλύσεις Δημιουργών, η Σοφία λειτουργεί, όπως ένας ζωγράφος. Τοποθετεί επάνω σε ένα φανταστικό τρίποδο το έργο που θέλει να αναλύσει κι ύστερα κάθεται μπροστά του και το κοιτάζει, έως ότου όλο το έργο να απλωθεί μπροστά στα μάτια της ολοζώντανο και να συνομιλήσει μαζί της. Έως ότου καταφέρει να ακούσει όλους εκείνους τους λεπταίσθητους ψιθυρισμούς των μυστικών του ήχων, για να μπορέσει να τους μεταφέρει σε όλους εμάς, με την παραμικρή τους λεπτομέρεια, έτσι όπως μόνο ένας γνήσιος ποιητικός νους μπορεί να κάνει. Και αυτή ακριβώς η ποιητική της ματιά, είναι που αναδεικνύει, σε μέγιστο βαθμό το έργο ενός δημιουργού και το υψώνει στις σφαίρες της αισθητικής ανάλυσης.

Πέρα όμως από τα 17 κείμενα-αναλύσεις δημιουργών, το βιβλίο κοσμείται κυριολεκτικά από ένα εισαγωγικό κείμενο με τον τίτλο "Ο Λυρισμός είναι το δάκρυ της ψυχής", ένα κείμενο που από μόνο του αρκεί, να καταδείξει όλα όσα έχει η Σοφία κατά νου, όταν πιάνει το μολύβι της, για να γράψει:

«Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής», λέει η ίδια κι αυτομάτως το ερώτημα που γεννάται είναι, αν καταφέρνει να δακρύζει η ψυχή στις μέρες μας, από έναν λυρικό στίχο. Πόσα από τα διανοήματα, που καταλήγουν να γίνουν τέχνη, ανακαλούν μνήμες, ικανές να απομαγνητίζουν τους σκοτεινούς κωδικούς του κλειδωμένου συναισθήματος και να αγγίζουν την ψυχή, επειδή αυτό ακριβώς και μόνο είναι το ζητούμενο, της ψυχής το άγγιγμα. Σε ποιο βαθμό, οι μοναχικοί βηματισμοί ενός δημιουργού, καταλήγουν σε ξέφωτα επικοινωνίας και προσέγγισης μέσω της τέχνης του. Επειδή, ανελέητα κυνηγούν, κάποιες φορές οι ερινύες των λέξεων τον ποιητή, για να σαρκωθούν σε μορφοποιημένο σύνολο εκφραστικής τεχνικής, τέτοιας που να μπορεί να πυροδοτήσει ψυχικά κινήματα στα μονοπάτια του λόγου.

Η Σοφία δημιουργεί έναν μικρόκοσμο δικό της, έναν κόσμο καμωμένο από λέξεις, που αδέσποτες αναζητούν ένα χέρι να τις μαζέψει, για να γράψουν παντού, με αστραπές κάθετες, με τη βροχή της αλφαβήτου, όπως λέει, να στάζει επάνω στο λευκό χαρτί, όλες εκείνες τις αλήθειες, που ορίζουν τον συγκεκριμένο μικρόκοσμο και παρουσιάζεται σε εμάς, μέσα από κάθε σελίδα του βιβλίου της. Λέξεις που η ίδια συνέλεξε, με στοργή και φροντίδα από την ακτή των λησμονημένων ονείρων.

Άλλωστε, ένα στοιχείο που καθορίζει τον τρόπο γραφής της Σοφίας Στρέζου, είναι ακριβώς αυτή η ποιητική συλλογή λέξεων, που με γενναιότητα ισορροπούν, ανάμεσα σε ένα δαμασμένο λυρισμό και μια ανάλαφρη γλαφυρότητα. Επειδή η Σοφία γράφει, ανοίγοντας τους κρουνούς της ψυχής της, ώστε να κελαρύσει καθάριο από μέσα της, το νερό της δικής της νοητικής, σε μια χειμαρρώδη ροή. Κι όλοι όσοι αγγίξουν τη λυρική της πνοή, ανακαλύπτουν ταυτόχρονα και τις δικές της γυμνές αλήθειες, όσες μορφοποιούν τις πνευματικές της αφετηρίες.

Έτσι καθώς η τέχνη είναι μία, ανεξάρτητα από τον τρόπο, που επιλέγει ο κάθε δημιουργός να την αναπτύξει και να πορευτεί μέσα στους δρόμους της, η Σοφία ασυνείδητα γίνεται ο εικαστικός των συναισθημάτων, αφού με χρώματα φιλοτεχνεί τις αδέσποτες λέξεις που συνέλεξε, για να διαμορφώσει τον σημειολογικό πίνακα της αισθητικής της εκφραστικής.

«Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι η διαρκής προσπάθεια του δημιουργού να γνωρίσει τον εαυτό του μέσα από την ανάδυση του υποσυνείδητου, καθώς εκεί κατοικούν η έμπνευση κι οραματισμός, που με δύναμη απλώνονται και τοποθετούνται σε επιλεγμένα οχήματα έκφρασης», γράφει η ίδια, στο εξαιρετικό αυτό δοκίμιο και μας δίνει την ευκαιρία να διακρίνουμε, όλο εκείνο τον πνευματικό μόχθο, αλλά και το ήθος της δημιουργού και να το ακολουθήσουμε στο προσωπικό της όχημα έκφρασης, καθώς εξεικονίζει το νοητικό περιεχόμενο του έργου της, με εικόνες αδιαπραγμάτευτης ποιητικής αισθητικής.

Σε όλα τα ανθολογούμενα κείμενα ο αναγνώστης, έχει την ευκαιρία να επιχειρεί ευαίσθητους ακροβατισμούς αγγιγμάτων, καθώς ο αισθαντισμός των λέξεων που συναρμολογεί η Σοφία, με ένα σαγηνευτικό τρόπο, ζωντανεύει τον αθέατο χρόνο γύρω μας, κάνει πιο ηχηρή την μουσική που κρύβεται στα χνάρια της σιωπής, σηματοδοτώντας τον λυρισμό μιας υψηλής αισθητικής απόχρωσης. Ο αναγνώστης του βιβλίου «Αισθητικές Αναλύσεις Δημιουργών», θα γίνει μύστης μιας μυστικής γιορτής και τότε θα μπορέσει, να ακούσει ανέμους να συνωμοτούν, στον απροσδιόριστο χωροχρόνο του σύμπαντος, που η Σοφία δημιουργεί, κάθε φορά που κάποιος ανοίγει και φυλλομετρά τις σελίδες του βιβλίου της.

«Ο Λυρισμός είναι το Δάκρυ της Ψυχής, είναι εκείνο το συναίσθημα που συγκινεί στη θέαση ενός έργου και συνταράσσει το βάθος της ψυχής, που βρίσκεται έξω από τον αισθητό κόσμο, υποβάλλοντας έτσι το ιδεατό του έργου. Είναι το μαγικό κλειδί που ανοίγει την πύλη του αγνώστου με την μαγεία και την δύναμη του αντικειμένου, με το ειδικό βάρος της σύνθεσης, στην νοητική διεργασία της έμπνευσης».

Ποιο είναι αυτό το απαιτούμενο μαγικό κλειδί, που ανοίγει την πύλη του αγνώστου, για να βρει κανείς τη νοητική διεργασία της έμπνευσης; Η Σοφία, μας μιλά για τον Λυρισμό, το απαραίτητο εκείνο στοιχείο ανάπλασης της νεκρωμένης ευαισθησίας, που μπορεί να βγάλει από τον λήθαργό της την ψυχή και να την κάνει να δακρύσει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, έστω κι αν αυτές είναι πολύ μεγάλες, αφού καμιά ψυχή δεν θα μπορέσει να γυρίσει πίσω, όταν ο δρόμος της τη φέρει, να βηματίζει στα μονοπάτια του. Εκεί θα μείνει για πάντα, να δακρύζει για την ομορφιά του κόσμου, που τόσο καιρό υπήρχε δίπλα της, αλλά εκείνη με μάτια ακόμη κλειστά, δεν μπορούσε να αντικρίσει. Με στόχο τη γλύκα της φυγής, προς μια εσωτερικότητα διαφορετική, προς ένα νοητικό δρόμο αυτογνωσίας και ονείρου ταυτόχρονα. Εκεί όπου αποκρυπτογραφείται και ο πιο ανεπαίσθητος ιριδισμός του αγνώστου και η αρχική σκέψη μορφοποιείται σε ερωτική συγκίνηση.

«Ο λυρισμός είναι το δάκρυ της ψυχής, η ισορροπία του ωραίου και του νοητού, της μεγάλης κατάφασης του νερού που στα χείλη ή στο χέρι στάζει τις στάλες ολόκληρου σύννεφου, που αφού περιπλανήθηκε στους ουρανούς, ακουμπά το ακριβό του ύδωρ, στα εκφραστικά μέσα χειραγώγησης με σοφή αναλογία χωρίς να συνθλίβεται. Τούτο το δάκρυ ακολουθούν οι μυημένοι ή μη επιδιώκοντας με την θέαση να στάξει και στην δική τους ψυχή".

Προσωπικά, θα ήθελα να την ευχαριστήσω, που επέλεξε να ανθολογήσει μέσα στο βιβλίο της την αισθητική της ανάλυση για το βιβλίο μου "Το Πορτρέτο Της Σιωπής", όπως και για την τιμή, να μιλήσω στην πρώτη επίσημη παρουσίαση του και να της ευχηθώ ολόψυχα… Καλοτάξιδο!!!!


Μίνα Παπανικολάου - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ


Αισθητικές Αναλύσεις Δημιουργών, τιτλοφορείται το νέο πόνημα της φίλης Σοφίας Στρέζου, που κυκλοφορεί από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ και πρόκειται για ένα έργο στο οποίο ανθολογούνται 17 δημιουργοί, 17 βιβλία, 17 καταθέσεις και αποστάγματα ψυχών, βιωμάτων , ανατάσεων και καταδύσεων, στα άδυτα των αδύτων, στις διαδρομές από ταις ψυχές στην πένα και στο χαρτί..

Πώς αλλιώς να ξεκινήσω την προσέγγιση, έστω και στο ελάχιστο της προσπάθειας αυτής; Πώς να αναλύσω τη φίλη και συνοδοιπόρο τα τελευταία δύο χρόνια Σοφία; Και πώς να κάνω εκείνο που με αγάπη και διακριτική φροντίδα έκανε εκείνη σε μένα; Να δω πίσω από τι λέξεις της δηλαδή και να ψυχανεμιστώ τα «κρυμμένα της» ώστε να σας τα παρουσιάσω απόψε; Δυσκολεύτηκα πολύ όταν μου το πρότεινε και σκέφτηκα πως η εμπιστοσύνη και η εκτίμηση που μου έδειξε εξαρχής, συνεχίζεται… σαν έργο που απλώς του προσθέτεις επεισόδια, χτίζοντας μια σειρά αμοιβαίας εκτίμησης, φιλίας και ζωής. Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο της διαπίστωσα πως την ίδια φροντίδα και σεβασμό έδειξε σε όλους ανεξαιρέτως τους δημιουργούς, σε όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του τόμου που έχουμε τη χαρά να παρουσιάζουμε σήμερα. Έτσι κατέληξα να μιλήσω για τη Σοφία ,όχι μόνο πίσω από τις λέξεις της με τις οποίες μας περιγράφει, μας αναλύει και μας ψάχνει, αλλά τη Σοφία της ανάγκης να προσφέρει, να αναδεικνύει και να μοιράζει απλόχερα τη νέα γνώση που αποκτά καθημερινά, αφιερώνοντας χρόνο από το χρόνο της, ουσία από την ουσία της, πόνο από τον πόνο της, λες και κάτι ξεχρεώνει σε τούτη τη ζωή. Διαβάζοντας ξανά και ξανά τις μικρές ή μεγάλες ανακαλύψεις της στην ανθολογία κατάλαβα με τη σειρά μου εκείνα που νόμιζε πως μου έκρυβε επιμελώς.

Η Σοφία σε αυτό το βιβλίο της ψάχνει την ταυτότητά της και ταυτίζεται σε κάθε στιγμιαία ανακάλυψη του έσω εαυτού της με τον καθένα από μας, πάσχει και συμπάσχει, θλίβεται στην απώλειά μας και ενθουσιάζεται στη συνάντησή μας με το Εγώ μας, εκλιπαρεί για κατανόηση και έρωτα, ηρωοποιείται με κάθε έγερσή μας , ερωτεύεται τους ήρωές μας και υμνεί όσα τα μάτια ή η καρδιά μας ονόμασε «όμορφα», διώχνει τις σκιές μας και προστατεύει τα παιδιά-βιβλία μας με γλυκύτητα, θρηνεί στις δακρυσμένες λέξεις μας και χαμογελά στο πρώτο χάδι του ήλιου μας!! Αυτό ονομάζεται από τις επιστήμες της Ψυχολογίας «Ενσυναίσθηση».Είναι η ικανότητα, που με συνεχή τριβή και εξάσκηση εξελίσσεται σε αποκρυσταλλωμένη δεξιότητα και αφορά στην διαδικασία εκείνη κατά την οποία το άτομο μπορεί να μπει στη θέση του άλλου, με απλά λόγια.

Σκεφτείτε πόσο μα πόσο δύσκολο είναι αυτό. Στην καθημερινότητά μας, όλοι μας δυσκολευόμαστε να δώσουμε τη θέση μας σε ένα λεωφορείο σε κάποιον άλλον. Παρκάρουμε σε διαβάσεις πεζών, λέμε μικρά ή μεγάλα ψέματα, καταργούμε νόμους και συνθήκες, χωρίς ποτέ να μπούμε στη θέση του άλλου. Χωρίς ποτέ να σκεφθούμε τις επιπτώσεις των πράξεων ή των παραλείψεών μας. Ενισχύουμε το Εγώ, χωρίς να προσπαθούμε καν να προσεγγίσουμε το Εμείς ή το Εσύ.
Πόσο χαρήκαμε με την ανθολογία αυτή!!! Το Εγώ μας σε βιβλίο. Σε ένα ακόμα βιβλίο. Μαζί με άλλους καλούς και αξιόλογους δημιουργούς και καταθέτες ψυχής. Το όνομά μας σε ένα ακόμα βιβλίο! Χαράς ευαγγέλια!
Και η Σοφία;
Ποια είναι η Σοφία των λέξεων και των αναλύσεων; Θα σας πω.
Παιδί ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη μια ζωή απλή, με οράματα και στόχους. Όπως ο καθένας μας, έτσι κι εκείνη άλλα πέτυχε άλλα όχι. Είναι μια γυναίκα που είναι παράλληλα σύζυγος, μητέρα, αδερφή, κόρη, φίλη. Ρωτώντας , δεν φαντάζεται η ίδια που και πως, έμαθα πως με τον ίδιο σεβασμό που φρόντισε τα βιβλία μας, φρόντιζε πάντα τη δουλειά της, την οικογένειά της, τους φίλους της. Κι αυτό το έζησα κι εγώ σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής μου, όταν χρειάστηκα φίλους αληθινούς. Ήταν εκεί ολόκληρη. Και την ευχαριστώ. Τα δύο προηγούμενα πνευματικά παιδιά της «Ψυχής Αγγίγματα» και «Νυχτερινό Πρελούδιο» κοσμούν τη βιβλιοθήκη μου. Ήρθε η σειρά των Αισθητικών της Αναλύσεων να συμπληρώσει την εν εξελίξει πορεία της και να τιμήσει ξανά την Ποίηση και τη Λογοτεχνία και τους δημιουργούς της με τον καλύτερο τρόπο. Τιμώντας τους διπλά. Δίνοντας διαχρονική αξία στο έργο τους και στο συμπυκνωμένο δικό της έργο.

Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι
Ας ξεκινήσω να σας παρουσιάζω τα έργα, τους δημιουργούς και κυρίως τη Σοφία δίπλα από αυτούς/εμάς.

~Στο έργο της Μελίτας Αδάμ «Ψηλαφώ την ψυχή μου», βρίσκουμε τη Σοφία ως τη γυναίκα που στερείται τον άνθρωπό της , χορτάτη όμως από τα κοινά βιώματα μιας γεμάτης ζωής. Τώρα πρέπει να συνεχίσει την πορεία της, με τις μνήμες συντροφιά. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ξεχνά. Σαν έτοιμη από καιρό , σαν θαρραλέα, προχωρά. Η ζωή εξάλλου, δεν δίνει ευκαιρίες αναμονής.
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Μετά, το τίποτα
Ποιος ποτέ οριοθέτησε τη μοναξιά;
Ποιος έβαλε πλαίσιο στην ερημιά;
Ποιος εμπόδισε τις σκιές της νύχτας
να περιζώσουν ασφυκτικά
την ψυχή;
Ποιος άφησε την ομίχλη να φράξει
τους ανοιχτούς πόρους
του πληγωμένου κορμιού;
Ποιος άπλωσε το δίχτυ και
δεν μπορώ να φτάσω στον ουρανό;
Ποιος απόθεσε το βράχο στη γάργαρη πηγή;
Το ποτάμι στέρεψε.
Διψώ. Όλα είναι ακίνητα.
Μισώ την ακινησία.
Είναι το τίποτα...

Ο καιρός άλλαξε
η γαλάζια θάλασσα σταχτώθηκε.
Η ομίχλη σκέπασε τα πάντα.
Μετά, το τίποτα...

Μελανόμορφα σύννεφα
έκλεψαν τις σκέψεις.
Χάθηκα στο χάος του χθες.
Μετά, το τίποτα...

Το φως του δειλινού
έλουσε τους τρατάρηδες
που έβγαιναν για ψάρια
ωσότου το σκοτάδι τους έφαγε.
Μετά το τίποτα...

Ο μαΐστρος καλπάζοντας
έστριψε στον κάβο.
Η βάρκα βυθίστηκε.
Μετά, το τίποτα...

Πάνω στον ακρόλοφο
ήσαν τα όριά μου.
Τα ξεπέρασα. Πτώση.
Μετά, το τίποτα...

Τότε διάβηκα
την ατρικύμιαστη λίμνη
ως τη μέση, εκεί βυθίστηκα.
Μετά, το τίποτα...

Το φονικό έγινε
τη χρονιά που η μνήμη
άρχισε να γεννιέται.
Μετά, το τίποτα...

Πασιχαρής ανέβηκε
στο βαγόνι.
Μου κούνησε το άσπρο της μαντήλι.
Το τρένο σφύριξε. Έφυγε.
Μετά, το τίποτα...



~Στο έργο της Ρένας Βασιλά «Μοναξιάς κυκλάμινα», η Σοφία μεταλλάσσεται στην ύπαρξη που νοσταλγεί τον πρώτο, τον μεγάλο έρωτα, τον νεανικό, τον ανικανοποίητο, τον ιδανικό αλλά άπιαστο και ανεκπλήρωτο, που όμως δεν χάνεται ποτέ. Παραμένει ανεξίτηλος όπως τα κυκλάμινα, όταν θα δακρύσουν στα χέρια της.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Όνειρο
Πως να σ’ ονειρευτώ...
Η εικόνα σου από την μνήμη
έχει χρόνια σβήσει...

Αδυσώπητα σκληρός ο χρόνος
σημάδια χάραξε στο πέρασμά του
στο σώμα, στη φωνή, στο πρόσωπο...

Δεν είσαι πια εσύ
ο νιος που γνώρισα
ο νιος που αγάπησα.
Είσαι ένας άγνωστος
μέσα στο πλήθος
ανίκανος να προξενήσεις
εκείνο το τρελό φτερούγισμα
βαθιά στο στήθος όταν μ’ άγγιζες.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Ακροβατώ
Ακροβατώ στο παρελθόν.
Περπατώ σ’ αόρατο σκοινί
σαν ακροβάτης.

Χάος.
Ένα βήμα λαθεμένο
κι ο θάνατος καραδοκεί.

Δεν ξέρω αν θα φτάσω
στην άκρη του νήματος.
Κι αν φτάσω
ποιο το κέρδος...



~Στο έργο του Περική Γρίβα «Τα χρόνια της ντροπής», τα δικά του χρόνια γίνονται και δικά της, ντρέπεται μαζί με τους ήρωές του, μισεί, αγαπά, μετανιώνει, συγχωρεί, τιμωρεί και εν τέλει κατανοεί, βρίσκοντας τις απαντήσεις στη μια αλήθεια: Αν η αγάπη ήταν το σύμβολο και το λάβαρο κάθε επανάστασης, το αίμα θα είχε χρώμα άγνωστο.
(Γιώργος Βουζουλίδης – απόσπασμα)
"Ο Πάνος μπήκε στη μικρή σπηλιά. Τον τύλιξε υγρασία και σιωπή αποπνικτική, μαζί με έλλειψη αέρα. Μια στάλα έσταζε στο βάθος, μέσα στη γούρνα που σχημάτισαν ο καιρός και οι σταλακτίτες στο πέρασμα του καιρού. Ένιωσε δέος μέσα στη σπηλιά που για χρόνια αποτέλεσε την κατοικία της Αγίας. Έπεσε στα γονατα, ακούμπησε το κεφάλι του στο υγρό δάπεδο κι άφησε την ψυχή του ν' ανοίξει διάπλατα.
"Αν, θεέ μου, ήταν άδικο που σκότωσα ενενήντα εννιά ψυχές για τη μἰα του παιδιού μου, σφαίρα να βρει το στήθος μου! Αν άδικα σκότωσα κι ένα από αυτά τα σκυλιά, να μην έχω ζωή άλλη μέρα. Ήρθα εδώ να βγάλω της ψυχής μου το βάρος, δεν το μπορώ! Με βαραίνει το αίμα, κι ας ξέρω πως και του παιδιού μου άδικα χύθηκε στο χώμα! Δώσε μου απάντηση στην προσευχή μου αυτή, στη δέησή μου, Θεέ μου!"
Ώρα πολλή πέρασαν μέσα στη σπηλιά. Ένα φτερούγισμα τον έβγαλε απ' τις σκέψεις του. Σηκώθηκε, έβαλε τα δάχτυλά του μέσα στη γούρνα με το αγίασμα, τα ακούμπησε στην καρδιά του πάνω να βρει λύτρωση από όσα τη βασάνιζαν, και βγήκε σκυφτός στο φως.
Μύριζε ρίγανη και θυμάρι, αλισφακιά. Το καλοκαίρι προχωρούσε με βιάση. Κοίταξε κάτω, προς τη μεριά της θάλασσας, κατόπιν τις βουνοκορφές απέναντι.
"Αχ, μωρέ Αγγέλικα! Που να βρίσκεσαι κι εσύ κι ο Γιώργης;"
"Πάνο, σε βρήκα, σκυλί! Μήνες σε ψάχνω! Εδώ είμαι! Με γυρεύεις;"
"Αγγέλικα, εσύ είσαι;"
Δεν αναγνώριζε τη γυναίκα που στεκόταν πιο πάνω απ' αυτόν. Ντυμένη με ρούχα αντρικά, μαχαίρι στη ζώνη περασμένο, η καραμπίνα στα χέρια.
"Αγγέλικα; Ποια είναι αυτή; Λύκαινα με λένε τώρα! Και ξέρεις γιατί; Ξέρεις πιστεύω, εδώ μεγάλωσες, σ' αυτόν τον τόπο. Αν πάρεις τα κουτάβια του αγριμιού, δεν δείχνει έλεος μέχρι να πέσει νεκρό. Έτσι κι εγώ, χωροφύλακα, μέχρι να πέσω νεκρή θα σκοτώνω. Ξέρεις γιατί; Κάθε φορά που θα πέφτει ένας νεκρός, ακούω τον Κωνσταντίνο μου να μου γελάει! Το γέλιο του είναι που με κρατάει ζωντανή. Και θα σκότωνα και τη μάνα μου, αρκεί ν' ακούσω το παιδί μου να γελάει ευτυχισμένο."



~Στην ποιητική συλλογή του Γιάννη Καλπούζου «Το παραμιλητό των σκοτεινών Θεών», παραμιλά κι εκείνη, σχηματίζει με τα νύχια τις διαδρομές του νου του δημιουργού, στις συνομιλίες του με το ον το Ένα, την λατρεμένη ψυχή και το κορμί του σχηματοποιημένου πόθου. Έχει όνομα, έχει σάρκα ο πόθος αυτός. Δεν είναι απλά ιδανικός. Είναι υπαρκτός. Και τον υμνεί. Χωρίς να ορίζει πια τίποτα, χαρίζεται.
(Νάντια Περιστοπούλου – απαγγελία)
Τρίτη νύχτα
Όπως καθίζουν τα κύματα.
Όπως καταλαγιάζει η κατεβασιά.
Έτσι κάθισα αυτή τη νύχτα.
Όμως κρέμομαι από δόλια νήματα. Ενδέχεται να κοπούν ή τραγοπόδαρος θεός να τα τραβήξει. Διαφορετικά ο κλίβανος της νύχτας θα με κοχλάσει ήσυχα, ήσυχα. Θα μου τάξει μια ζωή με μικρούς θανάτους,ήρεμες χαρές, ήμερες ελπίδες. Με ανέμους, μελτέμια και ποτέ ανεμοστρόβιλους.
Θα μου τάξει.
Θα πιστέψω.
Θα γελαστώ.
Μαζί μου θα γελαστείς κι εσύ. Θα πιστέψεις στην αταραξία των πραγμάτων. Στην ήσυχη δύναμη. Στη μη βαρβαρότητα της ακινησίας. Θα ψάξεις το σώμα μου σπιθαμή προς σπιθαμή, θα βυθίζεσαι στον αφαλό μου και στις μασχάλες μου, θα κάνεις το δάχτυλό σου κονδυλοφόρο στα χείλη μου.

Κι ύστερα
δίχως να το καταλάβεις, θ’ αρχίσεις να μιλάς, εν είδει διδαχής, θα γίνεσαι ζυγαριά και θα γέρνεις στο τώρα κι όχι στο τότε που ήμουν έκρηξη, πυρίτιδα, κίνδυνος. Μα στην πραγματικότητα θα νοσταλγείς, θ’ αποζητάς τη λάβα να την ημερέψεις, το θάνατο να τον γλυκάνεις.

Θα με δαγκώνεις, θα με χαρακώνεις με τα νύχια σου, να πονέσω για να με κανακέψεις. Γιατί θ’ αποζητάς την ευλάβεια της οργής και θα συμφωνήσεις στην ασέβεια της ηρεμίας.
Αλλά τούτη τη βραδιά το θηρίο κοιμάται. Αμνός. Αμνησία. Ειδάλλως ημιθανής, ημίθεος.
Μη με ξυπνάς. Είμαι ο Ανταίος. Έχω ανάγκη να καθίσω στο χώμα.
Είμαι η Λερναία Ύδρα, ακέφαλη. Απόψε δεν θέλω να έχω κεφάλι, ούτε κρανίο, ούτε κόκκαλα.
Θέλω να ’μαι απλό κερί. Πλάσε με.
Μόνο κορμί. Ζύμωσέ με.
Απόψε πιες το νερό μου.
Να στεγνώσω.
Να διψάσουν τα όνειρα και να βγουν σε αναζήτηση καταιγίδων.
Ανήσυχα.
Αλύτρωτα.
Να γίνουν πονεμένη κραυγή, θλίψη, γέννα. Και να ακούγεται το παραμιλητό τους χοϊκός αντίλαλος, θρόισμα των φτερών εκπεπτωκότων αγγέλων.



Πάνος Λαμπρίδης - τραγούδι


~ «Στο άλλοθι του φεγγαριού και της μικρής συνωμοσίας των άστρων» της Ελένης Μαυρογονάτου, καθοδηγείται από την καρδιά και μόνο, αφήνοντας το χθες στη θέση που του αρμόζει, τιμώντας το apriori , κοιτώντας όμως πάντα μπροστά. Δεν διστάζει να αναγνωρίσει την ικεσία , να την αποδεχθεί ως αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση στον έρωτα, στην άφεση, και η επαιτεία που εξ ορισμού περιλαμβάνει ο έρωτας, καμιά ντροπή δεν περιβάλλεται. Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Σαν ένα λευκό φανελάκι κολλημένο κατάσαρκα, που σάρκα στη σάρκα αγιάζει.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Διάττοντες έρωτες
Κουρασμένη
κι απόψε;
Πάλι ξενυχτούσες
κυνηγώντας
διάττοντες έρωτες

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Λέξεις
Λέξεις συνετά
ακουμπισμένες
πάνω στις γραμμές
της σελίδας
όπως
τα τρένα
που δίχως ράγες
πεθαίνουν
όπως
τα όνειρα που δίχως
ελπίδα
εκτροχιάζονται

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Φροντιστήριο Αισθημάτων
Τους είπα πως
έμεινα μεταξεταστέα,
γιατί δεν ήξερα
την σωστή σημασία
των λέξεων.
Και μου χρέωσαν
εκατοντάδες ώρες
καταναγκαστικής
αγάπης
στο φροντιστήριο
των αισθημάτων.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Αφορισμός
Θέλω να σου δείξω
όλους τους χάρτες
που από χρόνια
έχω χαράξει
στο κορμί μου,
αθέατους στο εφήμερο.
Θέλω να σου μάθω
όλα τα παραμύθια
που αποστήθιζα
τις νύχτες της σιωπής
αντιγράφοντας το αλφάβητο
των αστερισμών.
Θέλω να σε φορέσω
κατάσαρκα
και ν’ αφορίσεις
όλο μου το χτες
υποψιασμένο κι ανήθικο.



~Στο «πορτραίτο της σιωπής» της Τέσυς Μπάιλα, παίρνει αποφάσεις σκληρές για την ίδια, συνειδητές, τις οποίες υπηρετεί μέχρι την Αυτογνωσία και την Αθανασία. Εδώ σιωπά, θεωρώντας αξία την επιλεγμένη στιγμή της σιωπηλής πορείας προς το αύριο. Σιωπηλά, στωϊκά αφουγκράζεται τους χτύπους της καρδιάς των ηρώων του μυθιστορήματος. Η επιμονή που γίνεται εμμονή, αδιαπραγμάτευτη, παράλογη, υπερβατική. Μα δεν γίνεται αλλιώς.
(Γιώρος Βουζουλίδης – απόσπασμα)
"Επέλεξα μόνος μου τη σιγή από τη φλυαρία και το βουητό της ζωής. Δέχτηκα να γίνω ο μουσικός της σιωπής, ο μουσικός της ιερής γαλήνης αλλοτινών ήχων. Προτίμησα να υψώνω τη φωνή μου, ωδή στον απερίγραπτο έρωτα της σαγήνης, σπονδή σε μια οριστική ανατροπή της ζωής μου. Αφέθηκα να δραπετεύσω στο απροσδιόριστο ενός ονείρου που σκίαζε την ψυχή μου από παιδί. Και τώρα μαθητεύω στην ακινησία της σπαραχτικής ποίησης που εξελίσσεται γύρω μου, στον μαγικό κόσμο των αισθήσεων που με περιβάλλει. Στήνω αυτί, εκείνες τις ιερές ώρες που το βουνό έχει αποκοιμηθεί, για να αφουγκραστώ τη μαγεία να ξεδιπλώνεται και τη ζωή να περνά σε μιαν άλλη διάσταση. Ακούω τον βουερό αναστεναγμό της φύσης, τον άηχο οργασμό της, την ώρα που οι νυχτερινές δροσοσταλίδες την κάνουν να ανατριχιάζει μια φεγγοβόλα βραδιά, μια βραδιά νοτισμένη που αγκαλιάζει ηδονικά την βουνίσια κορυφή και αποπνέει υγρές μυρωδιές απ το μεθυσμένο κορμί της…
Και κάπου άλλού σημείωνε:
Μόνος απέναντι στο πέλαγος! Να αποκρυπτογραφώ την θαλασσινή ομορφιά κι η ζωή μου να παίρνει κάτι απ΄ τον αγέρα της!

Ακολουθούσαν νότες, και πάλι νότες, άλλες μουτζουρωμένες, άλλες σβησμένες να σιγοτραγουδούν τον σκοπό τους στα δικά του και μόνο μάτια, κάθε φορά που άνοιγε το μικρό του σημειωματάριο.

Σα ζακετάκι ακουμπισμένο ανέμελα, πάνω στη κουπαστή ενός πλοίου η ψυχή της. Ξεχασμένο εκεί να το φυσά ο αέρας, να το βρέχει η αρμύρα, να το νοτίζει η θάλασσα, λίγο πριν πέσει μέσα στα κύματα της απελπισίας! Κι αν ξέρει κανείς να κολυμπά είναι καλά. Μα κάποιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν. Πάντα τρόμαζαν να κοιτούν τη θάλασσα, γιατί στο μυαλό τους, βάθη και σκότος, υγρή φυλακή, έρχονται πάντα στη θέα της.
Το καΐκι ξεκίνησε. Ασάλευτη εκείνη συνέχιζε το βουβό της κλάμα. Από το ανοιχτό παράθυρο του σπιτιού, μια τρυφερή, γνώριμη μελωδία ερχόταν απ΄ το βιολί του Νικήτα, νοσταλγικός χαιρετισμός, ν΄ αγγίξει τη σιωπή της στιγμής και να τον συντροφεύσει. Σήκωσε το χέρι του να τους χαιρετήσει για τελευταία φορά.

Πώς κρύφτηκαν τόσοι γλάροι μέσα σε μια μόνο δοξαριά!
Τόση μουσική μέσα σε ένα μόνο φτερούγισμα!
Τόσο φως σε ένα γαλάζιο ουρανό και τόσος ουρανός στα φτερά των γλάρων;
Πώς κρύφτηκε τόση απελπισία, Θεέ μου, στην καρδιά της Φωτεινής;

Ο ήχος της πλώρης, γρήγορα σκέπασε τις νότες που ξέφευγαν, κυνηγημένα πουλιά, απ΄ το ανοιχτό παράθυρο. Παιχνιδιάρικα γλαροπούλια στάλθηκαν ν΄ αργοπλεύσουν σιμά στο πλοίο το μελωδικό τους αντίο. Και χάθηκε το καΐκι, σαν ίσκιος ονείρου στη σιωπή του ορίζοντα, κάτω από το σκιερό φτεροκόπημα των γλάρων."



~ Στο «Ολόγραμμα της Ελένης Νανοπούλου», ζει τη φαντασίωση που τελικά πραγματώνεται μόνο για να αποδείξει την αρχική αξία της σύλληψης του έρωτα, στη διαλογική των πνευμάτων. Βλέπει με τα μάτια της εικόνες που ηποιήτρια ξεδιπλώνει με τη γραφίδα της, γίνεται ένα με το σκηνικό που στήνεται ολοζώντανο τριγύρω της και ονομάζεται ξανά με τ΄ όνομα το αγαπημένο. Μικρή μα στα μάτια του αγαπημένου γίνεται γυναίκα και τολμά να διεκδικεί την ανατριχίλα της ίδιας της ζωής
(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Εσπερινός (Απόσπασμα)
...κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαιν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
ΙΙ
τα χέρια μας τα χέρια μας
μ’ όλα τα μάνταλα ανοιχτά
κι ερημιές να σβήνουν
κει που όρμοι των χειλιών
αγκυροβόλι πιάνουν

να’ ρθεις εκείνο το ξημέρωμα στο λόφο της γιορτής
με τ’ Αγρώνια ποτήρια κόκκινα
γεμάτα γεφύρια παραδείσου
με τα νυφιάτικα τραγούδια
να σε κυλάν από χαρά σ’ άλλη χαρά
κι από γιορτή στου πόθου τις ορμήνειες

λινά ολόγυρα κορμιά
χνούδι σε στάχυ
μέσα ο καρπός

μικρή – μικρή εγώ στα χέρια σου
μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
ΙΙΙ (Απόσπασμα)
...αγαπηθήκαμε
σπουδάζοντας σιωπές
κι ανάβρυσμα ματιών



~Στο έργο «Χίμαιρες» της Λίας Νικολαίδη, η Σοφία ζει με τις ίδιες χίμαιρες, τις γαλουχεί, τις κανακεύει, τις προσπερνά. Τάζει να γίνει φρουρός κι ακοίμητο φεγγάρι. Αναζητά το πρόσωπο το αγαπημένο, υψιπετώντας μα γνωρίζοντας πως το ανεκπλήρωτο πάντα καραδοκεί. Καμιά πίκρα δεν είναι αρκετή να εξαφανίσει τη γλυκιά γεύση της αγάπης της. Αντλεί δύναμη παρηγορητική και συνεχίζει..
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Χίμαιρες Ι
Από σταγόνες κόκκινες
και γιασεμιά λευκά
φτιάχνεται η αγάπη
και με πικρό αψέντι
τα χείλη μας γεμίζει
μα όσο κι αν πίνουμε
απ’ την ασημιά της κούπα
πάλι αγάπη θα ξεστομίζουμε
κι ας έχει γεύση από φαρμάκι.

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Χίμαιρες VΙ
Σε κατάρτια ψηλά κρεμάστηκα
μήπως το πρόσωπό σου δω
στη θλιμμένη μου θάλασσα
φάρος πουθενά
το δρόμο να μου δείχνει
έτσι πλανιέμαι η άμοιρη
σε μαύρους ωκεανούς
και σε σκοτεινούς ουρανούς
μονάχη...

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Χίμαιρες ΧΙΙ
Ύστερα πόνεσε για όσα θυμήθηκε
έκλαψε γι’ αυτά που έγιναν
και θρήνησε σε άγνωστα μνήματα
για όσα θα γίνουν
με μάτια κόκκινα πλανιέται
παγιδευμένη
ανάμεσα στους ζωντανούς
νεκρή από επιθυμίες
ανάμεσα στους πεθαμένους
ζωντανή από ζωή..



~Στη συλλογή «Όστρια» της Μαρίας Νικολάου, δανείζεται όπως λέει η ίδια μορφές, στιγμές, που ανεπίγνωτα έχει ζήσει, στην ονειρική διάσταση λυτρωμών αλύτρωτων, στην προέκταση θα έλεγα, αλύτρωτων Εγώ. Διακρίνει «τις άμαχες λέξεις, που δρασκελίζουν την οροσειρά της αλφαβήτου», όπως λέει, για να καταγράψουν εκείνα που η ψυχή κρατούσε φυλαχτό. Εδώ υπάρχει η Σοφία η φίλη που κατανοεί περισσότερα από όσα λέει και συγχωρεί χωρίς να ποτέ να απαιτήσει μια συγχώρεση. όπως ακριβώς κι η ποιήτρια.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Άτιτλη πορεία
Μάτωσαν τα χέρια μου
καθώς χτίστηκε
πάνω της τέφρα
απ’ των ματιών σου
το δάκρυ.

Κόκκινο, ρευστό.
Ρετσίνι που ‘χασε
Το διάφανο στόλισμα
γαντζωμένο στο φλοιό
του σώματός σου.

Η μοίρα
γυρτή καμπούρα
που κουβαλά
δυο μέτωπα ιδρωμένα
κι ένα παιδί, μωρό,
που μεγαλώνει άδικα
δίπλα σε πέτρες
αιχμηρές.

Γιοφύρια που ‘χουνε
σχισμένα μάτια
κι έχουνε δει ανθρώπους
και εγκλήματα.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Άδειο δωμάτιο
Το δωμάτιο άδειο.
Τέσσερις τοίχοι,
λευκά πανιά,
τεντωμένες υποσχέσεις.
Έξω ακούγονται
Ουρλιαχτά.
Είναι απ’ το
Λιθοβολισμό
Της βροχής
Στα κουφώματα.

Υγρασία
περονιάζει το τζάμι.
Θαμπώνει.
Δείχνει να κλαίει.
Δακρύζει.
Θυμάται τότε
που έπιανε κουβέντα
με το τζάκι.
Τότε που ήταν
Ζωντανό
κι η ζέστη όργωνε
τις χαραμάδες.
Θυμάται τότε…
κι ύστερα σπάει
το μάνταλο στην πόρτα
και πετάγεται έξω.

Μέσα,
το κρύο είναι βαρύ…



Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι


Στο έργο της Χαριτίνης Ξύδη «Οι Τρομπέτες του Οκτώβρη», η Σοφία διατυπώνει διαπιστώσεις της ίδιας της δημιουργού, διαπιστώσεις ζωής, με τις οποίες ταυτίζεται. «Κάποιος μου φύσηξε νύχτες στα μάτια» λέει η Χαριτίνη μα και η Σοφία εν λευκώ αναγνωρίζει το συναίσθημα καθώς παρασύρεται στη δίνη του χορού της ζωής Βάζει ετικέτες στις ήδη γνωστές κατακλείδες και στα αποστάγματα γνώσης. Ποιάς γνώσης όμως; Της Άφοβης βέβαια!
(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Έσω Φρενών (Απόσπασμα)
Μ’ εξαντλήσαν βίαιες κορυφές
με πυρώσαν μάτια και προφάσεις.
Ίσως περίμενα από μένα αντιστάσεις
ακίνδυνων ερώτων κομίζω τις διαστάσεις τις κρυφές.
Κορώνα-γράμματα το παίζω το εγώ μου
δεν μ’ ενδιαφέρει αν μείνω μόνη με τον άλλο εαυτό μου.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Ψέμα
Δεν ήθελα να μείνω αταξίδευτη. Ούτε αθώα.
Έτσι, μια μέρα πήρα χαρτί και μολύβι και ξεκίνησα,
το μακρύτερο, το τρομακτικότερο ταξίδι της γραφής.
Τα μάτια μου πάγωσαν, καθώς αντίκριζαν
πυκνόκαννες αλήθειες, στραμμένες καταπάνω της.
Ακόμα διασχίζω το κατασκότεινο τούνελ της κάννης»...

-«...Αναίμακτα δεν γίνεται ποτέ.
Τα περάσματά μου ήταν απώλειες για τους επαΐοντες.
Γειτνίασα μόνο με τον Αύγουστο.
Έψαξα στους βυθούς μαργαριτάρια.Έσκαψα τους βυθούς»

(Παντού αιμοσταγής ο κόσμος
παρά τα γοητευτικά ανάγλυφα...)»

-«Κραυγάζει.
Είμαι εδώ.
Δεν είμαι μέρος της φωνής.
Είμαι το όλο».



~ Στο βιβλίο του Έκτορα Πανταζή « Αγριοστάφυλα σε πατητήρι», βοηθιέται η ίδια να δει τη ζωή υπό το πρίσμα του ευγενικού ρεαλισμού. Καταγράφει τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα με την οποία ο ποιητής διαλέγει μια μια τις λέξεις του χωρίς η αυτό να σημαίνει πως η κατάθεσή τους να στερείται λυρισμού. Μέσα από εικόνες και μεταφορές, ζει τη σπουδή της Ποίησης και συνοδοιπορεί στην αναζήτηση του υπαρξιακού φωτός και της γήινης ομορφιάς σε μια πόλη απάνθρωπη. Και το καταφέρνει. Ζει αντι-μαχόμενη.
(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Εγκάρσια ρηγμάτωση στο χώμα
Όλα τα δάνειά μου τα έχω κάνει από το μηδέν
– μια πνοή χαράς δανεισμένη από το μηδέν;
Επιστρέφω στο χωριό κι είναι όλοι πεθαμένοι
η Αθήνα χτυπά την καρδιά μου
απόφαση να είναι κανείς χωρίς να είναι.
Ταξίδι ως τον εαυτό
μέσα στο όνομα ένα μάτι το μάτι του όντος
όταν με στραγγαλίσω σκοτώνω εμένα;
– Δεν αρκεί να ανέλθει κανείς στην κορυφή
του εαυτού (ή μήπως σ’ εκείνη του καναπέ του;)
παρά και σ’ εκείνη του καιρού του
την επικαιρότητα και λεγόμενη
όταν όλο το φως είναι έτοιμο ν’ ακτινοβολήσει
στον ορίζοντα των εποχών επί το πολύ
πέλαγος της ομορφιάς να τραφεί η ψυχή του.
Μα το μηδέν δεν είναι λεπίδα κοφτερή που έχει το σχήμα του.

Πώς μου διαφεύγει ο θάνατος δεν είναι του χεριού μου
σαϊτιά που δεν φτάνει ποτέ το στόχο της αλλά
τον πλησιάζει αέναα –ο θάνατος εξώτερος του χρόνου–
σχεδιάζει το ασχεδίαστο, το αδύνατο να σχεδιαστεί
αυτό το ατερμάτιστο είναι ο θάνατος. Μηδέν που υπαινίσσεται
το άπειρο καθώς πάει να κλείσει το ανοιχτό του βήμα.
Η έκπτυξη της απορίας είναι ύψιστης σημασίας
θεμελιώδης για το νόημα η διερώτηση
είναι ο σκληρός πυρήνας που γύρω της
το ζουμερό περικάρπιο γίνεται χυμώδες ως οτιδήποτε.

Μια άλαλη πόλη θα βρεθεί πιο άλαλη απ’ αυτή;

(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Συμπτώσεις
Γύρνα φτερωτή σελίδα να περάσω το γκρεμό.

Ήπιαμε από την κούπα της καθαρής αιωνιότητας
Είδαμε το πρόσωπο της μέδουσας στο αντικρινό μπαλκόνι
Εν σπουδή ο θάνατος μας κατήχησε στη σκοτεινιά του
Από αόρατες επάλξεις εισορμώντας και διαρπάζοντας
Αινιγματικές φυγές σε θέατρο σκιών θηλιές εξ ουρανού
Της απόγνωσης το ποτήρι σε στραγγισμένο νου
Όμως όπως και να το πεις στον κόσμο είναι παράπονο
Και νύξη αδυναμίας να ζήσει να ελπίσει
επιλέξαμε τη σιωπή
Επιλέξαμε τη δοκιμή, φυγοδικήσαμε στον κόσμο της έκφρασης
Όμως επιλέγοντας σιωπή ανεβαίνει μπροστά μας
με σημασία παγόβουνου.
Καμιά αισθητική δεν κάνει μέριμνα για κει… νιώθεται αμυδρά
Στην καταιγίδα του Τολέδο, σε πρασινοκίτρινο χολής στο ωχρό
Του μπρούτζου και στο κάτι τρελό του χουρμά που εφορμά
Στον ουρανό παρέα με τον κεραυνό,

Γύρνα μέρα γύρνα ώρα γύρνα χρόνε.



~Στο «Ταξίδι του έρωτα από τον Όλυμπο στου Αιγαίου τα κύματα» της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη, ανταμώνει την καθαρότητα των λέξεων και των συναισθημάτων. Λιτών και τόσο πλούσιων συνάμα. Δηλώνει «σ΄αγαπώ» και «δίνομαι» με την αγνότητα του κοριτσιού που πρωτοερωτεύεται. Σπάζει ρόδι τυχερό, στο σμίξιμο της πρωτόπλαστης αγάπης της, στο φυσικό της περιβάλλον, την Ολύμπια Γη.
(Δημήτρης Σαμαρτζής _απαγγελία)
«Σε ποιες λέξεις άραγε μπορείς να σκλαβώσεις την Ποίηση όταν ζεις το ίδιο της το μεγαλείο;
Όταν σκαρφαλώνεις στα μουσικά μονοπάτια του ονείρου
που λέγεται Όλυμπος;

Αν μ’ αγαπάς θα βάλω φτερά
αγαπημένε μου
να φτάσω εκεί -
να δω το χαμόγελό σου
πιο φωτεινό από του ήλιου,
το δέρμα του κορμιού σου
πιο όμορφο από τα στήθη
που περιμένουν να τ’ αγγίξεις
και να ερωτευθείς!»

-«Έζησα τον έρωτα και την επιθυμία για εκείνον, σαν σε παιχνίδι “κρυφτού” στη δασωμένη πλαγιά, στα γκρεμισμένα σπίτια και στο ποτάμι που το γάργαρο νερό του, καθώς κυλούσε, παράσερνε στο δρόμο του τα όνειρα.

Θεά του έρωτα,
εσένα ζητώ Αφροδίτη
να μου δωρίσεις λίγο από το φίλτρο σου
εκείνο που μάγεψε θεούς και θνητούς
του μυθικού σου κόσμου,
να το ποτίσω στα σπλάχνα,
ν’ αρωματίσω την καρδιά μου
και να στείλω τον Έρωτα
στο Σώμα που λατρεύω!»


~Στους Αντικατοπτρισμούς της Σελήνης μου (Μίνα Παπανικολάου), η Σοφία έγινε εγώ. Υπερέβη τον εαυτό της, σε βαθμό κακουργήματος. Με βρήκε ανάρμοστη κι απροσάρμοστη σε μέτρα και σταθμά μιας εποχής λιμνάζουσας, παρέα με τους Αγγέλους και τα Δαιμόνια του έσω εαυτού μου. Και ξαφνιάζεται μα όχι για πολύ, παρατηρώντας και ανακαλύπτοντας τα αμέτρητα κομμάτια των αντικατοπτρισμών μου, αδειάζοντας το μέσα της ψυχής της, όπως κι εγώ..
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Συνομιλία με τον έσω εαυτό... (Απόσπασμα)
Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω
αν τη συναντήσω
θα τη χαρίσω

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
«Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος»
Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα-βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν.

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
-«Είναι η αυτοθυσία που ορίζει την βαθύτερη αξία της αγάπης».
Σπιναλόγκα
Δραπετεύουμε απόψε;
Από τον σταυρό που μας κρέμασαν και μας
ξέχασαν,
αμπελιού καρποί νόησης ώριμης.
Έλα σου λέω.
Ας δραπετεύσουμε απόψε.
Θα βγάλουμε τα καρφιά μας,
θα τ’ ακουμπήσουμε στα ριξά του σταυρού για λίγο.
Πάμε σου λέω.
Σαν παιδιά να περιδιαβούμε την πλάση,
ξέγνοιαστα.
Εδώ θάναι ο σταυρός μας
Δικός μας.
Έκρυψα καλά τα καρφιά στη γη.
Μη φοβάσαι, κανείς δεν θα τάβρει.
Και κανείς δεν τα θέλει.
Γι’ αυτό σου λέω, ας δραπετεύσουμε απόψε.
Μόνο για απόψε



Πάνος Λαμπρίδης - τραγούδι


~Στη συλλογή «Λόγος και Αιτία για μια Σιωπή» του Άγγελου Πετρουλάκη, η Σοφία Στρέζου θαυμάζει την απουσία έπαρσης καθώς διαπιστώνει πως ο κόσμος του , είναι στερημένος αλαζονείας και αντρικής μαχητικότητας για εξουσία. Είναι εκείνος που αποδέχεται και δηλώνει ρητά: «Έλα ή φύγε.. Ανοίγω δρόμο να περάσεις αγαπημένη, βασίλισσα σ΄ ορίζω της καρδιάς μου και πρωθιέρεια της πανάρχαιας τραγωδίας μου». Ο κόσμος του ποιητή είναι ένας κόσμος ντυμένος με αθωότητα και φωτοστέφανα αποκρυσταλλωμένης πια Αγάπης, στον έσχατο λόγο ύπαρξης, στην ελευθερία.
(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία )
«-Βαδίζεις πού;
Προς πού;
Και γιατί;

Πίσω σου σέρνεις πόθους κι όνειρα,
τα μάτια μου σέρνεις,
τους κυματισμούς του τοπίου τεμαχίζοντας!

Είχες πει
πως τεμάχισες στα δύο την εικόνα
και το λόγο,
αναζητώντας ιριδισμούς και διαθλάσεις,
παρηχήσεις και σιωπές,
σε αργή κίνηση επαναλαμβάνοντας
τους ρεμβασμούς
και τις φυγές μου
αναζητώντας το επέκεινα της αγωνίας
σε μέρες του χθες.
Απών εγώ,
απ’ τις επαναλήψεις σου,
την εικόνα μου φυγάδευα
πάντα στο αύριο...

Καιρός να προχωρήσεις την εξέλιξη της τραγωδία. Καιρός να φτάσεις στη λύτρωση. Οι θεατές αδημονούν για διαδικασίες οδύνης. Μπορείς να στήσεις το σκηνικό πλάι στην όχθη του ποταμού, εκεί όπου τα καλοκαίρια δρόσιζα τα πόδια σου, εκεί όπου ξάπλωνες και προσκαλούσες τους ανέμους, την ήβη σου να προσκυνήσουν.»



~Η Σοφία στο βιβλίο της Έμυς Τζωάννου «Της ψυχής μου οι θάλασσες», γίνεται μια άλλη. Ερωτεύεται. Εδώ ερωτεύεται, έτσι απλά άξαφνα, χωρίς υπολογισμούς μήτε παραλογισμούς. Το παραδέχεται, το αντέχει, αφήνεται και όταν αυτό τελειώσει-αν και αναγνωρίζει προκαταβολικά το τέλος, μα ποιος νοιάζεται μπροστά στο μεγαλείο του!-το καταγράφει σε κάθε του λεπτομέρεια. Χωρίς κλαυθμούς και οδυρμούς, μα με τον ηρωισμό του εκπληρωμένου Ωραίου.
(Νάντια Περιστεροπούλου – απαγγελία)
Θα επιπλέω
Θα επιπλέω στα κύματα της σκέψης σου
στη δροσιά της νοσταλγίας σου
στη φθορά της εμπειρίας σου
στη βραδινή σου αναπόληση
στις ξάγρυπνες νύχτες σου
στα τσαλακωμένα όνειρά σου.

Θα κεντάω τη μορφή μου στα μάτια σου
Ανασταίνοντας τις αγκαλιές του έρωτά μας.

Σαν λεηλάτης του κορμιού μου,
Κουρσάρος και κατακτητής
Με φλόγες με κυρίευσες.

Σαν ηγέτης του φιλιού μου,
Μαγευτικός μελωδικός
Με τέχνη με παγίδεψες.

(Μαρία Γεωργοπούλου – απαγγελία)
Αερικό
Αερικό στα χέρια σου θα γίνω,
Άπιαστο όνειρο φεγγοβόλο κι ονειρικό,
Θα μπω στην ακριανή γωνιά της σκέψης σου
Να καρφωθώ, να σφηνωθώ.
Να μείνω.

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Σταλακτίτες αναμνήσεων
Σταλακτίτες από αναμνήσεις και όνειρα
Παιχνιδίζουν στον ήλιο τη λάμψη τους,
Ουράνιες αστραπές απ’ τις εικόνες μας
Καθρεφτίζονται στο βλέμμα μας,
Αέρινες σιωπές χαραγμένες στα κορμιά μας
Βυθίζονται στην αγκαλιά του πάθους μας.
Αφόρητη μοναξιά, ετοιμοθάνατη,
Ξεχύνεται σε σκέψεις απουσίας.



~Στις «Υδρίες Ανάσες» του Τάκη Τσαντήλα, η Σοφία αγκαλιάζει προστατευτικά τις λέξεις και τους στίχους. Αναγνωρίζει ως δικές της τις ευχές του, τις υποσχέσεις του ως υποσχέσεις της, το απόλυτο και αδιαπραγμάτευτο της Αγάπης είναι και δικό της. Δοτική όπως κι εκείνος, αμετανόητη όπως κι εκείνος, ποιήτρια που αναγνωρίζει τη στόφα του ποιητή, που αλλού; Στους λειμώνες των άστρων του. Βεβαιώνει σε μια De profundis παραδοχή πως όταν θάρθει καιρός, θα είναι εκεί.. Μα πού αλλού θα μπορούσε να είναι κανείς; Κι ο θρόνος, δικαιωματικά θα έλεγα, του αναλογεί.
(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Ενδείξεις
Θα ’ρθει καιρός
που τα καρφιά των ατραπών
που δρασκελίσαμε
θα βυθιστούν σκαιά
μες στο ισχνό κορμί της θύμησης
όπου το αίμα
θ’ αναβλύζει πορφυρό
και θα κοχλάζει

(Γιώργος Βουζουλίδης – απαγγελία)
Ιριδίζοντα πάθη
Επιμένω επαίτης
να σε ψάχνω στη δίνη
να ξεσέρνομαι πίσω
από ιριδίζοντα πάθη
να μην έχω ανάσα
παρά μόνον για σένα
και μια ερημιά
απαλή σαν το χιόνι
σαν τη νύχτα
που αράχνιασε εντός μου
μ’ εκδορές μυστικές
με σκιές σιωπηλές
και μ’ ακάνθινες μνήμες.

(Δημήτρης Σαμαρτζής – απαγγελία)
Άχραντος επιθυμία
Τίποτε άλλο
δε θα ποθήσω

ν’ απεκδυθείς μονάχα
των περιττών συστολών σου
να ταξιδέψεις
ως το άχραντο φως
ν’ αφουγκραστείς τον αχό
της απαστράπτουσας φλόγας
και να με κρύψεις βαθιά
μέσα στο εύοσμο πάθος σου
που αδημονεί διακαώς
να ανθίσει.



~Η ανθολογία της Σοφίας Στρέζου κλείνει με το μυθιστόρημα του Γιάννη Φιλιππίδη «Κρατάς μυστικό;» όπου η Σοφία απροκάλυπτα ταυτίζεται με τους ήρωες, γίνεται μάνα και κόρη, σύζυγος και ερωμένη, ληστής και ήρωας, γυναίκα. Θλίβεται, κρύβεται, πονά, αγαπά μα υπάρχει. Δικαιολογεί την Άννα σαν να είναι μητέρα της. Κατανοεί τον Μάρκο σαν να ξέρει πως η αγάπη του είναι η αιτία των ανοχών του. Γνωρίζει εκ προοιμίου. Μαθαίνει έως το τέλος, όλα τα μυστικά. Απενοχοποιεί τα πάντα.
(Νάντια Περιστεροπούλου –απόσπασμα)
-Τι περισσεύει από τα καθημερινά μας αισθήματα; Τι σώζεται στο χρόνο; Τι απομένει απ’ τις κουβέντες μας; Λόγια απλά• παροτρύνσεις, υποδείξεις βγαλμένες από την πιο ανέγγιχτη πλευρά μας. Μετά απομένουμε εμείς. Πιο φτωχοί απ’ όσα λυπηθήκαμε ή συμπονέσαμε, με μάτια που δε λένε τίποτα. Και, σκέψεις, μύχιες, παραχωμένες σκέψεις ενός μυαλού στρεβλού, λέξεις που μιλάνε για όλα. Άλλοτε πάλι για τίποτα. Πώς ορίζει κανείς αυτό το παράξενα εκτιμημένο τίποτα που σπαρταράει μέσα μας πιο σιωπηλό από ένα φεγγάρι, που πάλεψε να γίνει πανσέληνος και δεν τα κατάφερε, επειδή η τροχιά του το ’σερνε ανάποδα. Πού οριοθέτησα την έννοια σύντροφος κι ακόμα πιο πολύ: σε ποιο ράφι τοποθέτησα και ξέχασα ν’ αγγίξω την έννοια φίλος; Πότε απέμεινα να μη χρειάζομαι, να μηνέχω την ανάγκη από δυο κουβέντες οικείες, να κρατάω τα μυστικά μου μόνο για μένα. Εγώ. Η Άννα. Η από πάντοτε κορίτσι, η κατά βάθος γερασμένη πρόωρα. Η ανιδιοτελής απέναντι στους άλλους. Που θα μπορούσαν να ’ναι δικοί μου άνθρωποι, αλλά τους άφηνα να φύγουν έτσι, απλά• χωρίς ένα μειδίαμα στο ξεπροβόδισμα.



Πάνος Λαμπρίδης –τραγούδι
Δημήτρης Ερατεινός - τραγούδι



Κι έτσι, με ένα κατ΄ εμέ ταιριαστό τέλος αυτής της δουλειάς, θα της πω πως το σύνολο του έργου της είναι για μένα ένα φανερωμένο πια μυστικό. Η Σοφία Στρέζου ζει και υπάρχει ουσιαστικά μέσα από τη δική της ποίηση, μέσα από το λυρισμό και το δάκρυ της ψυχής της, που ήδη γνωρίζουμε και αναπλάθεται αναδημιουργούμενη κάθε φορά που ενσωματώνει στην ψυχή της μικρά κομμάτια λυρισμού και δακρύων άλλων ψυχών.

Συνομολογείται και συναρμολογεί την ίδια της την υπόσταση, αναγνωρίζοντας μια βασική θεμελιώδη πραγματικότητα πως: στο δρόμο της ζωής μας, τίποτα δεν είναι τυχαίο και αυτό που τελικά είμαστε δεν το κατακτήσαμε ούτε το χτίσαμε μόνοι μας κλεισμένοι στο μικρό μας εγώ, σαν να ήμασταν σε γυάλα, αλλά αποτελεί ένα παζλ όλων εκείνων που κατά καιρούς μας συγκλόνισαν και εντέλει μας σημάδεψαν. Απλά μερικοί τόλμησαν κι μετέτρεψαν αυτή τη γυάλα, στο διάφανο σπίτι που μέσα του κατοικούν και προσκαλούν κάθε περαστικό να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων της γραφής τους.

Με τη ευχή να είναι πάντα δημιουργική και εμπνευσμένη, την ευχαριστώ και της εύχομαι- τί ωραία ευκαιρία να ανταποδώσω!!: ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ!!



Σας ευχαριστώ πολύ όλους που ήσασταν μαζί μας απόψε, για την γιορτή του βιβλίου μου, "Αισθητικές αναλύσεις Δημιουργών".
Ευχαριστώ τους δημιουργούς που μου εμπιστεύτηκαν τα βιβλία τους, για να βρω μιαν άλλη προέκταση μέσα στα δικά τους λόγια.
Το "Art Garaze" και την δημιουργό του Γιάννα Ασημακοπούλου.
Τους ηθοποιούς, Μαρία Γεωργοπούλου, Δημήτρη Σαμ...αρτζή, Νάντια Περιστεροπούλου και Γιώργο Βουζουλίδη που διάβασαν αποσπάσματα και απήγγειλαν ποιήματα των δημιουργών.
Τον Νίκο Εγγλέζο που έπαιξε μπάσο και τον Θέμη Παπαδόπουλο που έπαιξε κιθάρα.
Τον Πάνο Λαμπρίδη και τον Δημήτρη Ερατεινό που μας τραγούδησαν.
Την Τέσυ Μπάιλα και την Μίνα Παπαπνικολάου που μίλησαν για μένα και το βιβλίο.
Την Έμυ Τζωάννου για την επιμέλεια της έκδοσης.
Τέλος να ευχαριστήσω την "άνεμος εκδοτική" του Γιάννη Φιλιππίδη και Νικόλα Τελλίδη που βοήθησαν στο να γίνει μια ιδέα εκδοτική πραγματικότητα.
Να είστε όλοι καλά. Κρατώ μια ζεστή αγκαλιά για όλους σας !!!

Σοφία Στρέζου

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - Τρίτη 14 Ιουνίου



Σε μια εποχή, που όλοι κι όλα δοκιμάζονται, μια παρέα ανθρώπων επιμένει να στήνει γιορτή με αφορμή ένα βιβλίο.
Δεν είναι που γιορτάζει το βιβλίο, είναι που γιορτάζουν οι λέξεις καθώς ταξιδεύουν μέσα από ένα βιβλίο.
Αθεράπευτα ρομαντικοί, θέλουμε να πιστεύουμε, πως η δημιουργία δεν αντέχει εκπτώσεις.
Υπάρχουν ακόμα φίλοι, που επιμένουν... να ταξιδεύουν αισθητικά, με αποσκευές όμορφες λέξεις.
Η Σοφία Στρέζου μαζί με 17 δημιουργούς, ηθοποιούς, τραγουδιστές και την "άνεμος εκδοτική", καλούν όλους εσάς, να σταθείτε δίπλα μας, για να γιορτάσουμε μαζί, τα όμορφα που ετοιμάσαμε.

Σας περιμένουμε ...

Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ είναι ανοιχτή κι είναι για όλους τους φίλους, που χρόνια τώρα συνταξιδεύουμε...

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ




Κάπως έτσι, άρχισα να γράφω, για να αντιστέκομαι στο χρόνο, στην πεζή καθημερινότητα, επιζητώντας να της δώσω μιαν άλλη διάσταση, με ονειρική διάθεση, για να ομορφαίνω εκείνα, που, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ ν' αλλάξω. Με πετάγματα καρδιάς, πέρα από τα όρια της συμβατικότητας, για να προσεγγίζω το ανέφικτο, το προσδοκώμενο κι έστω και για λίγο, να μπορώ να ταυτιστώ με το συμπαντικό γίγνεσθαι του λόγου. Με πνοή, με εικόνα, με δράση. Ήταν η ανάγκη της γραφής, να μπερδευτεί με άλλες λέξεις, να γεννήσει νέες, να εκταθεί. Να κατακτήσει και να κατακτηθεί. Η αναδημιουργία μιας κτίσης, που αφετηρία της υπήρξε η ενσυναίσθηση των δημιουργών. Μ' αυτούς ξεκίνησα το μακρύ ταξίδι μου στο χώρο της αισθητικής ανάλυσης, ανακαλύπτοντας στις δικές τους εμπνεύσεις, τη δική μου προέκταση.

Με χαρά σας παρουσιάζω τούτο το βιβλίο, που περιέχει δημιουργίες αγαπημένων φίλων και συνοδοιπόρων στο γοητευτικό κόσμο της ποίησης και της πεζογραφίας. Θέλησα να περπατήσω στα αόρατα, να περιπλανηθώ σε υποσχέσεις ανατάσεων, ως πλέουσα σε άστεγο σύννεφο, που περιμένει να κατοικηθεί σε σώμα ποιητικό.

Σοφία Στρέζου

*** Θα χαρώ να βρεθούμε, γιατί τα βιβλία είναι λόγος, για ν' ανταμώνουμε...




Τρίτη, 14 Ιουνίου · 8:30 μ.μ. - 11:30 μ.μ.

Πως είναι να υπάρχουν 17 δημιουργοί σ' ένα βιβλίο;

«Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών»

Η Σοφία Στρέζου και η "Άνεμος εκδοτική",
σας καλούν να τους γνωρίσετε,
σε μια βραδιά γιορτής
με λέξεις ποιητών και συγγραφέων.

Προλογίζει η Τέσυ Μπάιλα.
Παρουσιάζει η Μίνα Παπανικολάου.

Ποιήματα και αποσπάσματα,
θα απαγγείλουν και θα διαβάσουν οι ηθοποιοί:
Γιώργος Βουζουλίδης
Μαρία Γεωργοπούλου
Νάντια Περιστεροπούλου
Δημήτρης Σαμαρτζής

Η νύχτα θα έχει άρωμα τραγουδιών,
από τους ερμηνευτές:
Δημήτρη Ερατεινό
Πάνο Λαμπρίδη
Μαριαστέλλα Τζανουδάκη

Μουσική θα παίξουν:
Θέμης Παπαδόπουλος (κιθάρα)
Νίκος Πόγκας (κρουστά)

Σας περιμένουμε:

Τρίτη, 14 Ιουνίου · 8:30 μ.μ. - 11:30 μ.μ.
Art Garage,
Σολωμού 13, 3ος όροφος
Εξάρχεια

Για περισσότερες πληροφορίες:
«Άνεμος εκδοτική» > 210 82 23 574

Νίκος Πενταράς - Σοφία Στρέζου ( Ένας διάλογος με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου μου "Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών)



Nicos Pentaras:
Πολύ χρειάζονται τέτοιες εκδηλώσεις, γιατί είναι οάσεις, πραγματικά, στην έρημο και τη στέγνια της εποχής μας όσον αφορά στη πνευματική ζωή.
Λυπούμαι που άδυνατώ να παραστώ λόγω της μεγάλης απόστασης.. Τα θερμά μου συγχαρητήρια και δύναμη για τη συνέχεια!


Σοφία Στρέζου:
Σ' ευχαριστώ πολύ Νίκο !!! Έτσι νομίζουμε κι εμείς, πως χρειάζονται αυτές οι εκδηλώσεις.
Γνωριζόμαστε, επικοινωνούμε, μοιράζουμε λέξεις ψυχής. Δηλώνουμε, πως είμαστε εδώ, υπαρκτοί σπάζοντας το φράγμα της ανυπαρξίας σ' έναν κόσμο που έτσι κι αλλιώς αλλάζει. Παίρνουμε δύναμη από τον πολιτισμό, παράγοντας πολιτισμό, με την έννοια πως αφήνουμε την καρδιά, το μυαλό, να πετάει στα όμορφα.


Nicos Pentaras:
Σοφία, η ευθύνη των ανθρώπων του πνεύματος έναντι του κόσμου είναι μεγάλη, όπως μεγάλο είναι και το βάρος έναντι όλων αυτών που με κάθε τρόπο έχουν βαλθεί να μας αλλάξουν με το ζόρι και να μας κάνουν κάτι άλλο από αυτό που είμαστε, γιατί έτσι τους βολεύει.
Έναντι όλων εκείνων που μας θέλουν κυριολεκτικά να είμαστε εκτός τόπου και χρόνου, ζαλισμένοι, απορημένοι, άπραγοι κι ανίκανοι να προβάλλουμε την οργή μας. Θα είναι τραγικό αν η Αλήθεια μονοπωληθεί -όπως τείνει- από τους κάθε λογής διάφορους, που σαν αποκλειστικό όραμα έχουν την συντήρηση της όποιας μορφής εξουσίας διαθέτουν.
Η κοινωνία έχει ανάγκη τους γνήσιους πνευματικούς ανθρώπους και για το λόγο αυτό οι πνευματικοί άνθρωποι θα πρέπει να προσεγγίσουν με αγάπη την ψυχή του κόσμου, μια ψυχή που καθημερινά ορφανεύει όλο και πιο πολύ από τη Σκέψη και το Όνειρο, να τη θωρακίσουν και μπροστάρηδες οι ίδιοι, πρότυπο και παράδειγμα, να οδηγήσουν το λαό στη δυναμική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του !


Σοφία Στρέζου:
Έχω την αίσθηση Νίκο, πως δεν είναι μόνο η ευθύνη. Είναι η προσωπική ανάγκη κάθε δημιουργού, να προσθέτει το μικρό λιθαράκι που του αναλογεί, στο να βελτιώνει και να ομορφαίνει με το όποιο έργο του, όλα τα άσχημα που προαναφέρεις.
Εάν όλοι διαθέτουμε πολιτισμό είτε ως δράση, είτε ως αποδοχή, κατανοούμε βαθύτερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας, αναλύοντάς το με την σκέψη. Γιατί τι άλλο είναι ο πολιτισμός παρά η κατάδυση στα βαθύτερα της ψυχής και του νου. Για τούτο και παλεύουμε όλοι, από το ιδιαίτερο και ξεχωριστό μετερίζι του ο κανένας, στο να μη χαθεί το όνειρο.
Όσο ονειρευόμαστε, τόσο ελπίζουμε κι όσο ελπίζουμε, άλλο τόσο ονειρευόμαστε, έναν καλύτερο κι ομορφότερο κόσμο για τα παιδιά μας.


Nicos Pentaras:

Αυτονόητο, Σοφία, ότι είναι προσωπική ανάγκη κάθε δημιουργού. Εδώ μιλώ για ευθύνη, με την έννοια ότι οι γνήσιοι άνθρωποι του πνεύματος είναι καιρός να αναλάβουν ρόλους ηγετικούς, γιατί μέχρι τώρα εγχωρήσαμε αυτούς τους ρόλους στους πολιτικούς και βλέπουμε πού μας οδηγούν.
Θέλουμε ηγέτες από την αριστοκρατία του πνεύματος και αδιάβρωτους. Και αυτό αποτελεί, ταπεινή μου άποψη, ευθύνη των γνήσιων, το γνήσιων υπογραμμισμένο, γιατί υπό μία έννοια μπορεί κάποιος να κατατάξει και τους πολιτικούς μέσα στους "πνευματικούς ανθρώπους"¨, εντός εισαγωγικών για μένα.


Σοφία Στρέζου:

Η "αριστοκρατία του πνεύματος" Νίκο! Χρησιμοποιώ συχνά αυτόν τον όρο, για τις προσωπικές μου εκλεκτικές συγγένειες.
Νομίζω Νίκο, κι ας μου επιτραπεί αυτό, λείπουν σήμερα εκείνοι οι ογκόλιθοι, που έμμεσα ή άμεσα θα μπορούσαν ν' αναλάβουν ηγετικό ρόλο, σε μια τέτοιου είδους πνευματική επανάσταση.
Η ιστορία μας διδάσκει πως όποτε συνέβη αυτό, στην εποχή τους αντιμετωπίστηκαν ως γραφικοί ή πως εισάγουν "καινά δαιμόνια και διαφθείρουν του νέους".
Σήμερα οι πνευματικοί άνθρωποι, δεν λέω πως δεν αγωνιούν ή δεν αφουγκράζονται την απελπισία του κόσμου. Διατελεί όμως υπό διωγμό ή υπό απαγόρευση ο λόγος τους, μια και δημόσια τουλάχιστον, δεν δίνεται βήμα, ραδιόφωνο τηλεόραση, έντυπος καθημερινός τύπος.
Είναι κι οι ίδιοι χαμένοι, σ' αυτά που πίστεψαν και διαψεύστηκαν. Η συσσωρευμένη τους θλίψη για όλα εκείνα που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν, είχε σαν αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί στον προσωπικό τους μικρόκοσμο (και μη θεωρηθεί πως βγάζω εμένα απ' έξω).
Άλλωστε οι πνευματικοί άνθρωποι δεν είναι ταγοί, είναι ταγμένοι στην εξέλιξη της σκέψης.
Πνευματικούς ναι, αδιάβρωτους ναι! Διερωτώμαι αν υπάρχουν κι αν υπάρχουν γιατί δεν εμφανίζονται. Όλοι επιζητούμε έναν πνευματικό διάλογο, αλλά λυπάμαι δεν τον βλέπω να γίνεται. Αναλωνόμαστε σε πιο απλά, σε πιο καθημερινά, όχι πως δεν χρειάζονται, αλλά να νομίζω πως πρέπει επιτέλους να ξεκινήσει η διαλεκτική της σκέψης.


Nicos Pentaras:
Σοφία μου, αν κάνω οποιοδήποτε σχολιασμό στα όσα γράφεις πιο πάνω, θα ήταν επανάληψη των δικών σου απόψεων, γιατί οι δικές σου απόψεις επί του συγκεκριμένου θέματος ταυτίζονται ΑΠΟΛΥΤΑ με τις δικές μου.


Σοφία Στρέζου:
Αγαπητέ Νίκο, χαίρομαι ιδιαίτερα να συνομιλώ με ανθρώπους που η σκέψη μας ταυτίζεται. Τούτο σημαίνει πως μπορεί να υπάρχουν και άλλοι που συμφωνούν μαζί μας.
Πιστεύω πως υπάρχουν, απλά δεν έχουμε συναντηθεί ακόμα. Ας είναι τούτος ο διάλογος η αρχή...για να βρεθούμε...Σ' ευχαριστώ πολύ !!!

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΣΙΑΔΗ - Σοφία Στρέζου "Νυχτερινό Πρελούδιο", "Ψυχής Αγγίγματα", "Αισθητικές Αναλύσεις Δημιουργών"





Συνηθίζω να προσφωνώ την Ποιήτρια Σοφία Στρέζου, ως «Ακριβή μου Σοφία» και αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο. Είναι η προσφώνηση που σηματοδοτεί τη δημιουργό, που τ’ αλφαβητάρι της γραφής της , σταλαγματιά δροσιάς ,αποδεικνύεται, σ’ άνυδρες μέρες.

Προσωπικά χαρακτηρίζω την ποίηση της Σοφίας Στρέζου ως γενναία, γυναικεία κραυγή σ’ άγονους χρόνους. Η γυναικεία γραφή για μένα, δεν είναι καθόλου αυτονόητη επειδή η δημιουργός της είναι γυναίκα. Πολλές δημιουργοί γράφουν, αποδίδοντας ρεαλιστικά ή λιγότερο ρεαλιστικά, ρομαντικά ή περισσότερο ρομαντικά, την ανθρώπινη φύση, γενικά. Καταγράφουν, σχηματοποιούν, υιοθετούν ή αποποιούνται εποχές, κοινωνικές ή πολιτικές εκρήξεις, ανθρώπινες συμπεριφορές ή ψυχοσυστάσεις. Σπάνια όμως αποδίδουν με τη γραφή τα ιδιαίτερα γυναικεία συναισθήματα, όσο το πετυχαίνει η Σοφία. Για μένα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο. Πάντα πίστευα πως το, να αποδώσει κανείς σωστά τη γυναικεία φύση σε όλους τους ρόλους της, να αναδείξει την πολυπλοκότητα και την πολυμορφία της γυναικείας ψυχοσύνθεσης, να ερμηνεύσει χωρίς να παρερμηνεύσει τη βαθύτητα της σκέψης και της λεγόμενης «γυναικείας διαίσθησης», είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο ακόμη και για τις ίδιες τις γυναίκες δημιουργούς. Πόσο μάλλον να τα αποδώσει όλα αυτά ποιητικά, κάτι που η Σοφία Στρέζου κάνει με ευκολία. Σ’ αυτό το δυσεύρετο χάρισμα αναφέρεται ο χαρακτηρισμός μου ως «Ακριβή».

Η Σοφία γράφει, αφήνοντας τον εαυτό της να παρασυρθεί από το κάθε φορά κυρίαρχο συναίσθημά της, ξεχνώντας συνειδητά να «φτιασιδώσει» τις λέξεις της, να «φρενάρει» κομψά το πάθος των λόγων της, να «κρύψει» επιμελώς και τεχνικά το βαθύτερο νόημα της σκέψης της, ώστε να «κεντρίσει» το ενδιαφέρον των αναγνωστών της. Φαίνεται πως δεν την απασχολεί ο τρόπος που θα επιλέξει κανείς για να τη διαβάσει. Το ζητούμενο για κείνη μάλλον, δεν είναι να μοιραστεί μαζί μας όσα την εμπνέουν, αλλά, όπως και η ίδια παραδέχεται, είναι οι ίδιες οι λέξεις που απαιτούν να καταγραφούν από εκείνη και για εκείνη. Βέβαια, όπως άλλωστε συμβαίνει και με κάθε δημιουργό, το να μιλά με το έργο της και για τους άλλους, της παρέχει ένα αίσθημα ευχαρίστησης, αποδοχής και πληρότητας, που την κάνει να συνεχίζει.

Η ποίηση της Σοφίας Στρέζου δεν αποκρυπτογραφείται πάντα. Όμως, ακόμα και εκείνες τις φορές που δεν κατορθώνει κανείς να εμβαθύνει στη σκέψη της, η γραφή της «αγγίζει» με το λυρισμό και την τρυφεράδα της. Και εδώ θα ήθελα να διαχωρίσω την τρυφεράδα από την τρυφερότητα, μιας και η τελευταία μπορεί εύκολα να αποδοθεί ακόμα και τεχνικά στο γραπτό λόγο, σε αντίθεση με την τρυφεράδα που δεν αποδίδεται, αλλά αποπνέει μέσα από την προσωπική γραφή κάποιων δημιουργών.

Ο αναγνώστης της Σοφίας, δεν είναι λίγες οι φορές, που ανακαλύπτει διαβάζοντάς την πως τον «καταγράφει». Τον «μαρτυράει» κι αυτό είναι πραγματικά συναρπαστικό.

Τελειώνοντας αυτή την μικρή αναφορά στην Ποιήτρια Σοφία Στρέζου, θα ήθελα να αναφέρω κάτι που και παλαιότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να δημοσιοποιήσω και που αφορά στον χαρακτηρισμό που προσωπικά αποδίδω στη γραφή της, ως «γενναία, γυναικεία κραυγή».

Τα «Σ» της Σιωπής και της Σωτηρίας

Τα «Α» απ’ το «γεννήθηκα για ν’ αγαπώ» της στωικής Αντιγόνης

Και το «σ’ αποχωρίζομαι για να ζήσεις»

Τα «Ρ» του Έρωτα μα και του… Ρώτα «;»

Τα «Λ» της Λύπης, της Λήθης και του… Λάθους

Τα αιχμηρά «Ε» της Ελπίδας αλλά και της Εγκατάλειψης μες στην οργή της Μήδειας,

Μες στη μανιασμένη για εκδίκηση ψυχή της αδικημένης Ηλέκτρας

Τα ολοστρόγγυλα «Ο» τ’ ονείρου μας κομμάτια, απ’ τα «Οϊμέ!» της σεβαστής Εκάβης

Τα «Π» από το Πάθος και τον Πόθο της πολύπαθης ομορφιάς της τραγικής Ελένης,

Είναι της Ποιήτριας

Του Αναγνώστη της

Του Κόσμου όλου οι κραυγές.

«Αισθητικές αναλύσεις δημιουργών» • Σοφία Στρέζου • κυκλοφορεί σύντομα στα βιβλιοπωλεία • Άνεμος εκδοτική


Κάπως έτσι άρχισα να γράφω, για να αντιστέκομαι στο χρόνο, στην πεζή καθημερινότητα, επιζητώντας να της δώσω μιαν άλλη διάσταση, με ονειρική διάθεση, για να ομορφαίνω εκείνα, που, έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ ν' αλλάξω. Με πετάγματα καρδιάς, πέρα από τα όρια της συμβατικότητας, για να προσεγγίζω το ανέφικτο, το προσδοκώμενο, κι έστω για λίγο, να μπορώ να ταυτιστώ με το συμπαντικό γίγνεσθαι του λόγου. Με πνοή, με εικόνα, με δράση. Ήταν η ανάγκη της γραφής να μπερδευτεί με άλλες λέξεις, να γεννήσει νέες, να εκταθεί. Να κατακτήσει και να κατακτηθεί. Η αναδημιουργία μιας κτίσης που, αφετηρία της υπήρξε η ενσυναίσθηση των δημιουργών. Μ' αυτούς ξεκίνησα το μακρύ ταξίδι μου στο χώρο της αισθητικής ανάλυσης, ανακαλύπτοντας στις δικές τους εμπνεύσεις, τη δική μου προέκταση.


Έτσι, σήμερα, με χαρά σας παρουσιάζω τούτο το βιβλίο που περιέχει δημιουργίες αγαπημένων φίλων και συνοδοιπόρων στο γοητευτικό κόσμο της ποίησης και της πεζογραφίας. Θέλησα να περπατήσω στα αόρατα, να περιπλανηθώ σε υποσχέσεις ανατάσεων, ως πλέουσα σε άστεγο σύννεφο, που περιμένει να κατοικηθεί, σε σώμα ποιητικό.

Σας ευχαριστώ θερμά όλους!



Σοφία Στρέζου

Ο Ιωάννης Συκουτρής και η προσφορά του στην ελληνική φιλολογία από την Σοφία Στρέζου

Όσο τα χρόνια περνούν, τόσο τα μυθικά πρόσωπα που το έργο τους σφράγισε και συνεχίζει να σφραγίζει την πνευματική ζωή του τόπου, εξακολουθούν να ασκούν μια γοητεία και μια έλξη περίεργη. Υπάρχει η ανάγκη να ταξιδέψεις σ' αυτές τις μορφές που καθόρισαν ορόσημα πορείας, σημαδεύοντας και μ' αυτήν ακόμα τη ζωή τους, στόχους για μεγαλύτερες κατακτήσεις. Ο ίδιος κατασκεύασε έτσι την κάθε στιγμή του, κατοχυρώνοντας με τον τρόπο αυτό την ατομική του αξιοπρέπεια.


Γεννημένος το Δεκέμβριο του 1901 στη Σμύρνη από φτωχούς γονείς και πριν ακόμα φοιτήσει στο συνοικιακό σχολείο του Αγίου Κωνσταντίνου, θα συλλαβίσει τα πρώτα του γράμματα, σε ηλικία τριών ετών. Για κείνον η Ευαγγελική σχολή είναι το όραμα. Το 1909 μετά από θερμές ικεσίες και αγώνες θα γραφτεί στην Γ΄ Δημοτικού. Κατορθώνει να βγάλει το γυμνάσιο, αφού φοίτησε δωρεάν με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Χρισόστομου και των άλλων συμβούλων. Στην πλούσια βιβλιοθήκη της σχολής θα βρει τον Πλάτωνα , τον Θουκυδίδη και άλλους συγγραφείς. Ήδη από την Γ΄ γυμνασίου ερμηνεύει Έλληνες και Λατίνους κλασσικούς. Όταν το 1918 πήρε με άριστα το απολυτήριο, αναγκάσθηκε λόγω του αποκλεισμού να δεχθεί τη θέση του Διδασκάλου στην κωμόπολη Μουραντιέ. Εκεί δημιούργησε σύλλογο με νέους ορκισμένους να ομιλούν μόνο την ελληνική γλώσσα.


Τον Σεπτέμβριο του 1919 θα ρθει στην Αθήνα και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου, για να αποφοιτήσει το 1922 με άριστα, πραγματοποιώντας το μεγαλύτερο όνειρό του, να σπουδάσει Φιλολογία. Όταν την ίδια χρονιά θα γίνει η καταστροφή της Σμύρνης "η Συμφορά", όπως έλεγε, θα φύγει για την Κύπρο, διορισμένος ως καθηγητής στο Ιεροδιδασκαλείο της Λάρνακας. Εκεί θα ιδρύσει τα "Κυπριακά Χρονικά" και θα δημοσιεύσει τις μελέτες και τις διαλέξεις που κατά καιρούς έδωσε.
Τον Ιούλιο του 1924 επιστρέφει στην Αθήνα και διορίζεται βοηθός του Φιλοσοφικού Σπουδαστηρίου. ΄Ενα μήνα αργότερα παντρεύεται κι αναχωρεί με υποτροφία για τη Γερμανία. Γράφεται στο Πανεπιστήμιο της Λιψίας και γρήγορα γίνεται γνωστός στους φιλολογικούς ευρωπαϊκούς κύκλους από τα δημοσιεύματά του στα εγκυρότερα γερμανικά περιοδικά.


Το 1930 ανακηρύσσεται παμψηφεί Υφηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Το όνειρό του τείνει πλέον να ολοκληρωθεί, να διδάξει δηλαδή στους νέους της χώρας του. Ίσως τελικά να είναι ο πιο ικανός αν και για τους περισσότερους θεωρείται ο ικανότερος των φιλολόγων της νεώτερης Ελλάδας. Γι' αυτόν η φιλολογία δεν ήταν επάγγελμα, δεν ήταν μια ψυχρή συντακτική και γραμματική αντιμετώπιση των κειμένων. Υπήρξε "ΑΙΡΕΣΙΣ ΒΙΟΥ", όπως την αποκαλεί η Χαρά Συκουτρή.


Είναι πιθανόν από την Αιολική καταγωγή του να κληρονόμησε τούτο τον οίστρο, τούτο το πάθος για το κλασσικό πνεύμα, που το καλλιέργησε με σπουδές ,όχι μόνον στο πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Λιψίας, αλλά ακόμα στο Βερολίνο και αργότερα στη Γαλλία , όπου μελέτησε ελληνικά χειρόγραφα. Υπήρξε φιλόλογος με την έννοια "φίλος του λόγου" χωρίς να μένει στις λέξεις, αλλά στα νοήματα που αναδύονται απ' αυτές, κρατώντας όμως για τον εαυτό του "το φιλοσοφείν". Ακολούθησε ένα δρόμο μοναδικό και απάτητο ως τότε. Για κείνον "το ορθώς πράττειν" υπήρξε η αρετή και η ανδρεία του βίου του. Πλησίασε τα κείμενα , τα πολιόρκησε προσπαθώντας να ζήσει το στοχασμό τος. Μελέτησε τη σκέψη και ζούσε μέσα από αυτά όλη την προβληματικότητα των αρχαίων.


Ο Ιωάννης Συκουτρής δεν έγινε. "Εγεννήθη φιλόλογος", θα πει ο Σωκ. Κουγέας (καθηγητής Πανεπιστημίου- Ακαδημαικός). ΄Οτι δεν κατάφεραν οι άλλοι, ο ίδιος το κατάφερε με την αγάπη και τον έρωτα για τα κλασσικά κείμενα. Το 1928 στο Βερολίνο σπουδαστής ακόμα "Η περί του Επιταφίου του Δημοσθένους" εργασία του δημιουργεί κατάπληξη στους διεθνείς φιλολογικούς κύκλους. "Τον Επιτάφιον εις τους εν Χαιρωνεία πεσόντας" τον οποίο όλοι οι φιλόλογοι θεωρούσαν νόθο, ο Συκουτρής τον αποδεικνύει ως γνήσιο λόγο του Δημοσθένους. Το δύσκολο αυτό έργο της ανατροπής που για αιώνες ίσχυε, το απέδειξε μέσα σε λίγες σελίδες με αδρά όμως επιχειρήματα και με μια αριστοτεχνική ανάλυση όλων των φραστικών και ιστορικών στοιχείων.
Η μετάφραση του "Πλατωνικού Συμποσίου" και η εισαγωγή εις το "Περί Ποιητικής του Αριστοτέλους", δεν είναι μια στεγνή γραμματική και στεγνή ερμηνεία, αλλά λεπτομερής εξέταση των ιστορικών, φιλοσοφικών και αισθητικών αξιών, που διαφωτίζουν το περιεχόμενο του ιδιωτικού και επιστημονικού βίου των αρχαίων, συγκρινόμενα με τα ανάλογα προβλήματα της σύγχρονης πνευματικής ζωής.
Το έργο του εκτείνεται σ' όλες τις ιστορικές περιόδους του ελληνισμού. Ολόκληρη η ελληνική γραμματειακή παράδοση δεν ήταν κάποια ξεχωριστά κομμάτια, αλλά αποτελούσαν ζωντανά διδάγματα που εξακολουθούν να επιδρούν στο παρόν και στο μέλλον. Κατά την άποψή του ο Αρχαίος Λόγος δεν είναι ένα μουσειακό συγκρότημα τύπων και λέξεων, αλλά Λόγος που πρέπει να σωθεί από την αρχαιολογική απομόνωση που διατηρούσαν ως τότε οι καινοφανείς καθηγητές και οι οποίοι κυριολεκτικά υπέφεραν από στείρα προγονοπληξία.


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΕ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΠΟΣΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΕ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΙΝΑΙ


Αν και το έργο του δεν είναι συγκεντρωμένο με όλες τις δημοσιεύσεις που έχει κάνει, εν τούτοις δεν είναι μικρό,δεδομένου πως είναι μια παραγωγή που συντελέστηκε ως τα 36 του χρόνια. Υπήρξε πρωτοποριακός επειδή ακριβώς ξέφυγε από τη στενή γραμματική ερμηνεία και εισήγαγε την αισθητική που ως τότε δεν είχε γίνει. Μέσα στα αρχαία κείμενα έβαλε όλη την ψυχή του, όλη τη συγκίνηση που αποτελούσαν την σύγκληση των εν δυνάμει ικανοτήτων του. Αφού ανέσυρε ότι χειρόγραφα μπόρεσε στη σύντομη πορεία του να συλλέξει, τα αξιολόγησε, τα ερμήνευσε, τα ενοποίησε, για να τα διδάξει μετά προβάλλοντας το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα στις σημερινές του διαστάσεις. Εφάρμοσε ότι ανταποκρινόταν βέβαια μεταβολισμένο όμως και μετουσιωμένο στις απαιτήσεις της εποχής του.


Μέχρι τότε υπήρχε ο σχολαστικισμός των δασκάλων. Τα χωρία έβλεπαν κι όχι τα καλλιτεχνήματα. Δεν μπορούσαν να διακρίνουν την ουσία, καθώς την λεπτομέρεια έβλεπαν και μ' αυτήν ασχολούνταν. Οι λέξεις αντί για τα νοήματα ήταν γι' αυτούς η διδακτέα ύλη. Το αποτέλεσμα να μην έχουμε παιδεία αλλά προγράμματα μόνον και θεμέλια και συντρίμμια. Τούτα τα συντρίμμια προσπάθησε να τα αποσύρει εισάγοντας μέσα από τους λόγους του τη δημιουργία μιας πνευματικής ζωής, την οποία και δίδαξε στους φοιτητές του. Χρέος του θεωρούσε τη διδαχή της αληθινής ανθρωπιστικής παιδείας σ' αυτά τα παιδιά που τώρα αρχίζουν, πολιορκημένα από ιδέες και ρεύματα.


Πρόσφερε μεταφράσεις φιλολογικές κι όχι λογοτεχνικές, όπως έλεγε. Η ερμηνεία δεν ανταποκρινόταν στο νοησιακό περιεχόμενο μόνον αλλά προσπάθησε να δώσει όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και τον τόνο του πρωτότυπου , την δύναμη κι ακόμα την ιδιορρυθμία όλων των φράσεων. Ασκούσε τη γλώσσα κι έφτιαχνε καινούργιες λέξεις που να τον ικανοποιούν και ταυτόχρονα να υπακούουν στους νόμους της γραμματικής και του συντακτικού. Ο ίδιος υπάκουε στη μουσική προ πάντων των ήχων. Ο Λόγος του Υψηλός , πεζός, αντικριστός με την ποίηση. Σάρκωσε σε λέξεις τα αισθήματα και τα έδωσε. Προχωρούσε ψάχνοντας , ψηλαφώντας και ερευνώντας σε βάθος, μ' όλη εκείνη τη δίψα για τη νέα σύνθεση, τη νέα γραφή, το νέο όραμα.
Αν και καθ' υπόδειξη της Ακαδημίας Αθηνών ως προς τη γλώσσα και το ύφος που θα χρησιμοποιούσε στη μετάφραση του Πλατωνικού Συμποσίου, εκείνος κατάφερε να παρουσιάσει το γλωσσικό πρόβλημα ισορροπώντας στα δύο αντιμαχόμενα ρεύματα των ημερών του. Όμως πάνω απ' όλα προσπάθησε στις μεταφράσεις του να διαπιστώσει τις αναλογίες και τις διαφορές που υπήρχαν τότε συγκρινόμενα με τα σημερινά δεδομένα. Προσπαθούσε ν' αντλήσει συμπεράσματα και μέσα σ' αυτά να στήσει ορόσημα πορείας για τις επερχόμενες γενιές, για τις γενιές εκείνες που μπορούν να σημαδεύουν στόχους και με σιγουριά πλέον να τους κατακτούν.


ΓΙΑΤΙ ΠΟΛΕΜΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΟΔΗΓΗΘΗΚΕ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ


Όταν το 1922 διορίσθηκε υφηγητής της φιλοσοφικής σχολής αγκάλιασε ένα νέο τρόπο διδαχής αντίθετο με κείνον των πανεπιστημιακών που κρατούσαν μια αυτοκρατορική στάση απέναντι στους φοιτητές. Τους πλησίασε και προσπάθησε να έχει προσωπική επαφή μαζί τους. Φιλοδοξούσε να σχηματίσει ένα σύνδεσμο με τους μαθητές του. Οι διαλέξεις του προκαλούσαν θαυμασμό στους νέους. Το ακροατήριο διαρκώς μεγάλωνε. Η ερμηνεία των αρχαίων κειμένων έμοιαζε με αποκάλυψη. Η ανάλυση των χαρακτήρων των ηρώων το ζωντάνεμα κάθε πτυχής της ζωής εκείνης της περιόδου αλλά ακόμα και οι γλωσσικές αντιλήψεις ξάφνιαζαν με την πρωτοτυπία τους σπουδαστές.


Τους είχε κατακτήσει. Κατόρθωσε να γίνει ο νέος των νέων. Άρχισαν τότε να δουλεύουν μαζί και μαζί έσκυψαν με ευλάβεια πάντα πάνω από τα κείμενα . Η πάλη ήρθε νωρίτερα καθώς είχε να κάνει όχι μόνον με την αντιπάθεια που υπάρχει στις ψυχές των νέων για τα κλασσικά κείμενα και την ως τότε γραμματική και ετυμολογική ερμηνεία που εδιδάσκετο αλλά και με τους νεοφώτιστους και ρηχούς εραστές κάθε συρμού που δεν έβλεπαν θετικά την συνεργασία φοιτητών και Συκουτρή. Συσπειρώθηκαν τότε σε οπαδούς της δημοτικής και της καθαρεύουσας κι επάνω στο γλωσσικό πρόβλημα άρχισαν να οικοδομούνται κι άλλες διαφορές ψυχολογικές και πνευματικές. Διάφορα πυρά διασταυρώθηκαν εναντίον του. Ο ίδιος ατάραχος συνέχισε υπομένοντας τη μοίρα του αποφασισμένος ν' αντέξει με κάθε θυσία ως το τέλος έχοντας για μοναδική του όαση την αγάπη της νεολαίας και την συμπαράσταση της γυναίκας του. Ακόμα και οι εφημερίδες είχαν κηρύξει εναντίον του πόλεμο με δριμύτατες επιθέσεις.


Δεν ήταν ούτε δημοτικιστής ούτε καθαρευουσιάνος. ΄Ηταν υπέρ της διγλωσσίας και υπέρ της αριστοκρατίας του πνεύματος. Δεν ακολούθησε κανένα από τα δύο ρεύματα αν και γνώριζε πως απ' όποια πλευρά κι αν ήταν σίγουρα θα είχε ανέβει σε υψηλότερες ακαδημαϊκές βαθμίδες. Προτίμησε να παραμείνει μόνος. Δεν συμβιβάστηκε. Στάθηκε ανάμεσα αμετάπειστος αμέτοχος στην αναμέτρηση των δύο παρατάξεων. Ακλόνητος όχι στο τι πιστεύεις αλλά το πως το πιστεύεις και πως κατέληξες να το πιστεύεις. Και τότε μη έχοντας άλλο όπλο να τον πολεμήσουν τον κατηγόρησαν ως διαφθορέα των ηθικών και πνευματικών αξιών του έθνους. Πως καινά δαιμόνια εισάγει και τους νέους διαφθείρει. Κι όλα αυτά δυόμισι χρόνια αργότερα από τη δημοσίευση του Συμποσίου ανακάλυπταν πως είχε ένα πρόλογο αθεϊστικό και διεφθαρμένο. Μεγάλη η πίκρα που δοκίμασε κι ακόμα πιο μεγάλος ο πόνος της παρεξήγησης και της παραμόρφωσης του έργου του από κείνους που είχαν υποχρέωση να τον υποστηρίξουν.
Απογοητεύτηκε. Τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα ήθελε. Ο πόλεμος των ψιθύρων άναψε το ήδη βαρύ κλίμα. Οι σύγχρονοί του συγκρούονται ανοιχτά μαζί του, χωρίς ο ίδιος να επιτίθεται. Η ανείρευτη ζωή του ήταν η αιτία της τραγικής πάλης του. Η Γερμανική κυριαρχία ο σοσιαλισμός που μετά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο έπερνε λάθος θέση τον τρόμαξε. Ο Χίτλερ παρερμήνευσε τα κηρύγματα του Νίτσε κι έκανε κόμμα εθνικοσοσιαλιστικό - φασιστικό. Είχε ζήσει στη Γερμανία κι είχε τότε ελπίσει. Συγκλονίστηκε στο αντίκρυσμα μιας πραγματικότητας που προμηνούσε την καταστροφή. Δεν μπορούσε ν' αντέξει το ζοφερό μέλλον του κόσμου που διαγραφόταν μπροστά στα μάτια του. Προδοσία στον εαυτό του θα ήταν αν δεχόταν ψύχραιμα μια τέτοια κατάσταση.


Αν και παραμένει πιστός στις ιδέες του όλα αυτά επιδρούν αθροιστικά μέσα του, θυμάται και τις παλιές συμφορές που συσορεύονται μέσα του και γίνονται νωπές. Ζεί τον μεγάλο πόνο και ταυτόχρονα την μεγάλη ελπίδα. Ζεί την συντριβή αλλά ζει μαζί και την ηθική αναγκαιότητα του πόνου και του χαμού του. ΄Αλλωστε όλη του η ζωή υπήρξε μια θητεία στη θλίψη. Γίνεται ο ηρωικός άνθρωπος. Αισθάνεται πως είναι ο διαλεγμένος από τη μοίρα ως αγωνιστής αλλά και ως μάρτυρας , αφού γι' αυτόν οι ιδέες του θα γονιμοποιηθούν και θα καρποφορήσουν αργότερα στις ψυχές όλων. Αυτών που δίδαξε και αυτών που θα διδαχθούν από τον θάνατό του. Διαλέγει τον τρόπο και τον χρόνο που θα πεθάνει. Κάνει την τελευταία του μελέτη, ΜΕΛΕΤΗ ΘΑΝΑΤΟΥ. Τον επιλέγει εκεί στην έρημο Ακροκόρινθο που τον ανέβασε η αγάπη του αρχαίου μνημείου. Από τον αλάθητο λόγο της σιωπής του ελληνικού τοπείου διδάσκεται την μεγάλη αρετή της ΠΑΡΑΙΤΗΣΕΩΣ. Η "ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΜΕΘΕΞΗ" ήρθε. Η λογικά απροσδιόριστη μετοχή ενός πράγματος στην ιδέα, ενός αισθητού σε κάτι νοητό. Κάτω από τον ουρανό και μπροστά στους θεούς πήρε την μεγάλη ΑΠΟΦΑΣΗ.


Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


Σε μια εποχή με αλληλοσυγκρουόμενα ρεύματα και κινήματα σ΄ όλα τα επίπεδα της πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής που επέβαλαν προβληματισμούς και επιλογές, ο Συκουτρής κατάφερε να σταθεί και να νικήσει. Με κείνο το πάθος , με κείνο τον έρωτα προσέγγισε το ωραιότερο ποίημα του Πλάτωνα - Το Συμπόσιο- και μας το παρέδωσε. Ειδικότερα στην εισαγωγή με τα πρωτότυπα και βαθυστόχαστα σχόλια πλησίασε περισσότερο τον Πλάτωνα απ' όσο οι φιλόσοφοι τον είχαν πλησιάσει αν και ο ίδιος φιλόλογος ήταν, θίγοντας έτσι την σεμνότυφη υποκρισία των κρατούντων.

Εσωτερική κυρίως ανάγκη ήταν αυτή που τον ωθούσε να μεταφράσει όχι απλά λέξη προς λέξη το κείμενο αλλά να συλλάβει και να αποδώσει τα νοήματα και με το πνεύμα και με το αίσθημα του ανθρώπου που υπηρετεί τις υψηλές ιδέες.


Ανακάλυψε έναν προσωπικό νόμο ύφους. Ωραίο, κομψό, καλαίσθητο, ζωντανό και ρυθμικό. Ευτύχησε να δείξει την βαθειά σκέψη κι όλη εκείνη την ηθική σοβαρότητα που κρύβεται κάτω από τα ελαφρά και χαριτωμένα σύμβολα του μύθου. Οι δυό μεγάλες μορφές δεν υπήρξαν κοινοί ερευνητές της αλήθειας αλλά νομοθέτες. Βίωσαν και διέθεσαν όλο τους τον εαυτό στις υψηλές υπηρεσίες της ζωής και της επιστημονικής έρευνας.

Υπήρχε από μέρους του εποπτεία όλης της γραμματειακής παράδοσης. Για τούτο κατανόησε και προσπάθησε στη συνέχεια να εξηγήσει γιατί τα βαθύτερα διδάγματά του ο Πλάτων τα έντυσε με την μορφή του μύθου. Πως όλη η συγγραφική του δράση σ' έναν μύθο στρέφεται, αυτόν του Σωκράτη. Πως υπάρχει δηλαδή η δίψα του ανθρώπου να εκφρασθεί με την υπέρβαση και να απελευθερωθεί από τους φυσικούς νόμους. Κι αυτό επειδή ακριβώς ο δάσκαλός του δίδαξε ότι *το φιλοσοφείν* είναι ανώτερο και γονιμότερο από κάθε συγκεκριμένο φιλοσόφημα. Προσπάθησε ν΄αναπαραστήσει την εποχή αλλά και τις προσωπικές και πραγματικές συνθήκες που γράφτηκαν τα έργα , αν και διαρκής υπήρξε ο αγώνας του να κάνει συγκρίσεις με τα σύγχρονα γεγονότα και προβλήματα χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν παρέμεινε πιστός στην μεγάλη αρετή της φιλολογικής επιστήμης στην ακρίβεια δηλαδή του λόγου.


Μέσα από το Συμπόσιο και την εισαγωγή εις το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλη απέδειξε δημιουργώντας πρώτα την ανάλογη ποιητική ατμόσφαιρα πως το να επιζεί κανείς με την ποίηση είναι μια απόδειξη πως δεν έχει χάσει την δύναμη να μυθοποιεί ή να γεύεται τον μύθο.
Μέσα σ' αυτά τα δύο μεγάλα έργα αποκάλυψε τον κόσμο του πνεύματος και μας τον παρέδωσε. Η γνώση και η κατανόηση του παρελθόντος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της κατανόησης του παρόντος και της συνειδητής ενέργειας για το μέλλον. Υποστήριξε πως μόνον η μελέτη των ελληνικών γραμμάτων είναι ικανή να δημιουργήσει εθνική συνείδηση. Ζήτησε την πολιτιστική αναγέννηση μέσα από την δημιουργική επεξεργασία του πνεύματος που υπάρχει στους Πλατωνικούς Διαλόγους και στο δύσκολο έργο της Περί Ποιητικής. Δίδαξε ακόμα που θα βρει τον τρόπο κανείς για να πάρει τις μεγάλες αποφάσεις που ρυθμίζουν την τιμή και την καθαρότητα της ψυχής του.


ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΚΔΟΧΕΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ


Πρώτος κριτικός ενός έργου είναι ο ερμηνευτής του. Η φιλολογική ερμηνεία δείχνει την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο σύγγραμα και στην εποχή που αυτό γράφτηκε. Προχωρεί και φθάνει ως την ανάλυση. Εκεί μπορεί να διακρίνει την επίδραση των πνευματικών ρευμάτων στην ελληνική διανόηση. Οι ψυχικές περιπλανήσεις και περιπέτειες καθώς κι ο βαθμιαίος πλουτισμός της σοφίας μπορούν να φανούν καθαρά στο σύνολο του έργου ενός συγγραφέα. Μέσα από τον Παύλο βαδίζει και αναχωρεί προς την Ευρωπαϊκή Φιλισοφία και Λογοτεχνία τόσο την παλιά όσο και την πιο πρόσφατη. Προσπαθεί να τις εννοποιήσει και να τις συνθέσει. Διδάσκει τον Δωδεκάλογο του Γύφτου αλλά και το Δημοτικό Τραγούδι. Βρίσκει τη νομοτέλεια που διέπει όλη την λογοτεχνία, τα δεσμά και τις ρίζες.Παίρνει από το παλιό ότι του είναι αναγκαίο για το τώρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον.


Από τη μια το παρελθόν του ελληνισμού που το φωτίζει με την μακρινή αλλά άσβεστη ακτινοβολία του ο αρχαίος κόσμος κι από την άλλη ισότιμη εθνική αξία η κληρονομιά του Βυζαντίου. Διαπιστώνει πως οι δύο κόσμοι ζουν όχι μόνον στις ιστορικές σελίδες αλλά στις ψυχές όλων των ελλήνων. Αντιμάχονται οι δύο μεγάλες παραδόσεις καθώς είναι ασυμβίβαστες μεταξύ τους παρ' όλ' αυτά αντιμετοπ'ιζονται σαν σύνθεση μεστή και γόνιμη. Γίνεται τότε ο μεσάζων μεταξύ των πνευματικών μνημείων και της σύγχρονης πνευματικής ζωής. Σκοπός του να κατανοήσει τα νοήματα του συγγραφέα όπως ακριβώς ο ίδιος ο συγγραφέας θα ήθελε να τα κατανοήσουν και να τα διατυπώσει έτσι ώστε άν σήμερα ζούσε και μιλούσε την γλώσσα μ' αυτόν τον τρόπο θα τα έγραφε. Κλασσικός φιλόλογος όπως είναι επιλέγει τις κατάλληλες λέξεις ή ακόμα δημιουργεί καινούργιες προσπαθώντας να δώσει τις ακριβείς αποχρώσεις των νοημάτων. Γίνεται αντικειμενικός και ψύχραιμος ερευνητής ζητώντας να ζωντανεύσει το έργο αλλά και αυτόν που το έγραψε με το συναίσθημα κυρίως αλλά και με την δημιουργική του φαντασία. Κι αφού αναπλάσει και βιώσει την πνευματική ζωή τότε μόνον μπορεί να δώσει εκ νέου ζωή στα άψυχα και νεκρά χειρόγραφα αφού πλέον μπορεί να βρει τα νοήματα και να τα ερμηνεύσει. Ενδιαφέρεται να μάθει πως αντικατοπρίζονται τα ιστορικά γεγονότα στον συναισθηματικό κόσμο όχι μόνον του συγγραφέα αλλά και των ανθρώπων της εποχής του.


Όλα αυτά ο Συκουτρής κατάφερε στη σύντομη αλλά δημιουργική πορεία του να τα παρουσιάσει και να διδάξει πως η ελληνική ιστορική περίοδος από την αρχαιότητα έως και σήμερα είναι συνέχεια ενός έθνους που μπορεί ακόμα να ελπίζει.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ εκδ. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
2) ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ εκδ. ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ3) ΜΕΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΣΧΟΛΗΣ ΜΩΡΑΙΤΗ
4) ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΣΧΟΛΗΣ ΜΩΡΑΙΤΗ
5) ΑΡΧΑΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΟΓΡΑΦΙΑ μετάφρ. ΔΑΝΙΗΛ ΙΑΚΩΒ εκδ. ΙΔΡΥΜΑ ΣΧΟΛΗΣ ΜΩΡΑΙΤΗ
6) ΒΑΣΙΛΗ ΜΟΣΧΟΒΗ-ΓΕΝΕΑ ΕΡΧΕΤΑΙ εκδ. ΕΣΤΙΑΣ Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ

«Parnassos Concert Hall» - concert piano & celloΠρολογίζει η Σοφία Στρέζου

Ήχοι εμπνευσμένοι που αναδύονται από τα βάθη της ψυχής δημιουργών, για ν’ ακουστούν και να φανούν στην επιφάνεια τρεμάμενου δειλινού, η λάμψη κι οι τόνοι αρμονικής συζυγίας, με το σύμπαν. Κι είναι η μουσική, η φυσική γλώσσα του πάθους, που συστηματοποιείται με νότες. Η συναισθηματικά χρωματισμένη συνομιλία του καλλιτέχνη, με την βαθύτερη εσωτερική του ουσία.

Ο Δημήτρης Κοτταρίδης στο βιολοντσέλο, η Δήμητρα Μαντζουράτου και ο Χρήστος Δημάκης θα παίξουν πιάνο, μεταφράζοντας την γλώσσα των παθών με ήχους των Σεργκέι Ραχμάνινοφ, Σάρλ- Καμίγ Σεν- Σανς, Νίκου Σκαλκώτα, Γιάννη Κωνσταντινίδη, Χρήστου Δημάκη.

Ξεκινά δηλαδή μια μουσική διαδρομή από το 1900 και φθάνει ως τις μέρες μας για να βρούμε την καμπύλη, το δυναμικό σχήμα που περικλείεται στη συναισθηματική πορεία των συγκινήσεων.

Η μουσική, είναι η απόλυτη λυρική έκφραση που υποβάλλει, χωρίς να ερμηνεύει την αοριστία, που όμως γοητεύει με υπαινικτικότητα εκείνο που μαντεύουμε πως υπάρχει στην απολλώνια ποιητική εμβάθυνση.

Είναι το ρευστό και ακαθόριστο συναίσθημα, καθώς καθορίζεται ανάλογα με την ψυχική διάθεση και τα ανάερα σχήματα που ο καθένας μας κουβαλά, στις πτυχώσεις των προσωπικών μύθων. Ακριβώς επειδή οι αλήθειες ζωντανεύουν στο εκστατικό βύθισμα, με αισθητό διάμεσο τους όμορφους ήχους, εκφράζοντας το άρρητο.

Τότε είναι που αφήνεται ελεύθερη η φαντασία κι ερεθίζεται από τη μουσική «προσπαθώντας, όπως λέει ο Σοπενχάουερ, να δώσει μορφή, να δώσει σάρκα και οστά σ’ αυτόν τον αόρατο και μολαταύτα τόσο ζωηρά κινούμενο κόσμο, που μιλά εντελώς άμεσα στην ψυχή μας , να τον σαρκώσει σ’ ένα ανάλογο παράδειγμα.» Γιατί η μουσική λυτρώνει αισθητικά τον ακροατή. Δονείται από τις πνευματικά επεξεργασμένες καλλιτεχνικές εκφράσεις, ζώντας την λαχτάρα και το ρίγος του δημιουργού αναβιώνοντας και αναπλάθοντας τα μουσικά αμαλγάματα με συντεταγμένες την δική του μοίρα.

Στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε στην Αμερική όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του ο Ραχμάνινοφ είπε: «Η αδιάκοπη μου θέληση να συνθέσω μουσική είναι μια εσωτερική παρό­τρυνση του να εκ­φράσω μουσικά τα συναισθήματά μου, όπως η ομιλία για να προφέρω τις σκέψεις μου. Αυτή πρέπει να είναι και η λειτουργική σημα­σία της σύνθεσης στην ζωή κάθε συνθέτη»

Ας απολαύσουμε λοιπόν τους ερμηνευτές και τις μουσικές αναδρομές τους κι ας ταξιδέψουμε ως εκεί που μπορούμε να φθάσουμε, για να σκεπάσουν και να σκεπαστούν από όμορφους ήχους οι ψυχές μας τούτο το ανοιξιάτικο βράδυ….. Καλή ακρόαση!!!

ΕΚΤΟΡΑΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ – Αγριοστάφυλα σε πατητήρι

Με επιμέλεια του περιοδικού ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2010 η ποιητική συλλογή του Έκτορα Πανταζή.


« Ο άνθρωπος μια διαρκής ποιητική άνοιξη
πλάθοντας πλάθεται.

Τώρα μου δίνουν ενέργεια και συναίσθημα
για μορφή οι πιο κοντινοί που μακρύνθηκαν
στερνά.»


Προτίμησα να ξεκινήσω τούτη την περιπλάνηση με τις λέξεις του ποιητή και την κατάδυσή του στο πιο βαθύ ένστικτο του δημιουργού. Στο ευάλωτο «εγώ» που ταξιδεύοντας στην ενδοχώρα αποκωδικοποιεί το αίνιγμα του «ποιείν» με πνευματικότητα. Γιατί η ποίηση του Έκτορα Πανταζή είναι προπάντων εγκεφαλική. Στοχασμός και λυρισμός σε μία πράξη σχηματοποιημένου ποιητικού διασκελισμού, που υφαίνει χίμαιρες. Ταξινομεί τα υλικά της δόμησης με λογική, με σύνεση και σπουδή ανθρώπου που γνωρίζει καλά τον ποιητικό χάρτη. Στέκεται με δέος μπροστά στον εαυτό του και σε κείνο που με αυστηρότητα δίνει, για να υψωθεί αναζητώντας την μακρινή προοπτική του.
Μια βαθυστόχαστη θεώρηση ζωής που μετασχηματίζεται σε λόγο. Εποπτεύσιμη και λυτρωτική, αποκρυσταλλωμένη αλλά ταυτόχρονα συμβατή σε ρυθμούς και κανόνες προσωπικής γραφής και ύφους. Είναι η αυτόνομη και μοναχική πορεία του ποιητή που παράγει πνευματικό πολιτισμό με συνειδητή επιλεκτικότητα και θέση. Τολμά την ανακαινιστική ακροβασία στην αναπόφευκτη συνάντησή του με την ποιητική σκέψη, σκηνοθετώντας μια-μια τις λέξεις στην αναβίωση και ανάπλαση της άγνωστης συγκίνησης που συντάραξε τον εσωτερικό του πυρήνα. Άπλαστη υλική και άυλη μάζα που συνθέτει και γίνεται Τέχνη. Ανιχνεύει το αθέατο στο θεατό, το ασύλληπτο σε κείνο που μπορεί να συλλάβει και να το καταγράψει , αφού προηγουμένως επεξεργαστεί τις συγκινησιακές υπερβολές του όλου.


«Εγκάρσια ρηγμάτωση στο χώμα

Όλα τα δάνειά μου τα έχω κάνει από το μηδέν
-μια πνοή χαράς δανεισμένη από το μηδέν;
Επιστρέφω στο χωριό κι είναι όλοι πεθαμένοι
η Αθήνα χτυπά την καρδιά μου
απόφαση να είναι κανείς χωρίς να είναι.
Ταξίδι ως τον εαυτό
μέσα στο όνομα ένα μάτι το μάτι του όντος
όταν με στραγγαλίσω σκοτώνω εμένα;
-Δεν αρκεί να ανέλθει κανείς στην κορυφή
του εαυτού (ή μήπως σ’ εκείνη του καναπέ του;)
παρά και σ’ εκείνη του καιρού του
την επικαιρότητα και λεγόμενη
όταν όλο το φως είναι έτοιμο ν’ ακτινοβολήσει
στον ορίζοντα των εποχών επί το πολύ
πέλαγος της ομορφιάς να τραφεί η ψυχή του.
Μα το μηδέν δεν είναι λεπίδα κοφτερή που έχει το σχήμα του.

Πως μου διαφεύγει ο θάνατος δεν είναι του χεριού μου
σαϊτιά που δεν φτάνει ποτέ το στόχο της αλλά
τον πλησιάζει αέναα - ο θάνατος εξώτερος του χρόνου -
σχεδιάζει το ασχεδίαστο, το αδύνατο να σχεδιαστεί
αυτό το ατερμάτιστο είναι ο θάνατος. Μηδέν που υπαινίσσεται
το άπειρο καθώς πάει να κλείσει το ανοιχτό του βήμα.
Η έκπτυξη της απορίας είναι ύψιστης σημασίας
θεμελιώδης για το νόημα η διερώτηση
είναι ο σκληρός πυρήνας που γύρω της
το ζουμερό περικάρπιο γίνεται χυμώδες ως οτιδήποτε.

Μια άλαλη πόλη θα βρεθεί πιο άλαλη απ’ αυτή;»


Ζούμε την αφθονία των λέξεων, των πολλών γραφιάδων των αμετάφραστων συλλογισμών, τα πολλά κίνητρα γραφής. Ο Έκτορας Πανταζής διεισδύει στη μεταφυσική νάρκη των αισθήσεων και των ιδεών, τις οποίες τοπιογραφεί με ποιητικό υπαινιγμό, αναδύοντας το σκίρτημα, την συντριβή μπροστά στην αοριστία. Μορφοποιημένα σχεδιαγράμματα, που σπάνε το φράγμα της εύκολης συγκίνησης, τοποθετώντας τους αναγνώστες απέναντι και με σκεπτική διάθεση να παρακολουθήσουν τον συλλογισμό του. Ένα άθροισμα ιδεών και εννοιών που επιδιώκουν την επαφή, αφυπνίζοντας συνειδήσεις.


«Συμπτώσεις

Γύρνα φτερωτή σελίδα να περάσω το γκρεμό.

Ήπιαμε από την κούπα της καθαρής αιωνιότητας
Είδαμε το πρόσωπο της μέδουσας στο αντικρινό μπαλκόνι
Εν σπουδή ο θάνατος μας κατήχησε στη σκοτεινιά του
Από αόρατες επάλξεις εισορμώντας και διαρπάζοντας
Αινιγματικές φυγές σε θέατρο σκιών θηλιές εξ ουρανού
Της απόγνωσης το ποτήρι σε στραγγισμένο νου
Όμως όπως και να το πεις στον κόσμο είναι παράπονο
Και νύξη αδυναμίας να ζήσει να ελπίσει
επιλέξαμε τη σιωπή
Επιλέξαμε τη δοκιμή, φυγοδικήσαμε στον κόσμο της έκφρασης
Όμως επιλέγοντας σιωπή ανεβαίνει μπροστά μας
με σημασία παγόβουνου.
Καμιά αισθητική δεν κάνει μέριμνα για κει… νιώθεται αμυδρά
Στην καταιγίδα του Τολέδο, σε πρασινοκίτρινο χολής στο ωχρό
Του μπρούτζου και στο κάτι τρελό του χουρμά που εφορμά
Στον ουρανό παρέα με τον κεραυνό,

Γύρνα μέρα γύρνα ώρα γύρνα χρόνε.»


Οι ποιητές δεν βαδίζουν έχοντας προνόμια στις αποσκευές τους. Κατακτούν την δυνατότητα να έχουν ως εργαλείο τους τον λόγο και τις λέξεις, εξερευνώντας την αλήθεια. Αυτό ακριβώς κάνει κι ο Έκτορας Πανταζής καταθέτοντας την προσωπική του αλήθεια με λέξεις που δοκιμάζουν και δοκιμάζονται. Προχωρά από την ιδέα ως την εννόηση συλλαβίζοντας λέξεις.


«Της μιας φοράς που ανθίζει

Απαγορέψτε τον άνεμο
υλικό κρότο που δανείζει
στο διάφανο
ώρες που γέρνει το σκοτεινό
πάνω στα βλέφαρα

Μες τη λαχτάρα του αλλιώς
άοπλος βαδίζω
κι όλα τα σκοτεινά κύματα
υποχωρούνε
χάνονται
απλά φάσματα στερημένα
την πρότερη ισχύ
Του αλλιώς που λαχτάρισα είμαι φίλος

Η σκαλωσιά που με κρατά είναι ρυθμός
στα μήκη των απείρων
πέρα από τέχνασμα
Ύπαρξη γεμάτα
φλογερά μάτια αγγέλων επισκοπούσαν
Του αλλιώς που ανοίγει μυστικά
όταν το άπειρο συντελεί μέσα μου
όταν γίνω
ένα με την καρδιά της γης
πυρακτωμένο
δεν θα είμαι κι εγώ φως;»


Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Έκτορα Πανταζή «Αγριοστάφυλα σε πατητήρι», προσπάθησα να βρω τις αναλογίες και τις αλήθειες του στη συμφιλίωσή του με το σύμπαν. Τα οικοδομήματά του μου έδωσαν την μεταφυσική ώθηση, που αν και με ξάφνιασαν, ομολογώ πως μου έδωσαν χρόνο για περισσότερη εμβάθυνση και σκέψη στα κοσμικά μυστήρια που λίγο ή πολύ όλοι μας αναζητούμε.
Καλοτάξιδο…

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΡΙΒΑΣ - Τα χρόνια της ντροπής (μυθιστόρημα)

"Τρόμαξα, τρόμαξα πολύ από το μίσος των ανθρώπων! Μόλις που τελείωσε ένας πόλεμος, κι άρχισε ένας άλλος; Πως γίνεται; Αυτοί που πριν μαζί μάχονταν ενάντια στους Γερμανούς, τώρα σκοτώνει ο ένας τον άλλο; Τι τρέλα κυριεύει το μυαλό τους; Γιατί;" (Απόσπασμα)

"Τα χρόνια της ντροπής" είναι το νέο μυθιστόρημα του Παντελή Γρίβα που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2010 από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ.
Ο δημιουργός μετά από μεγάλη έρευνα σε ιστορικά αρχεία, σε τίτλους βιβλίων, σε αφηγήσεις μεγαλυτέρων, αλλά κι όλων εκείνων που σαν παιδί άκουγε, όταν αναφέρονταν στη δύσκολη περίοδο της νεώτερης ιστορίας του τόπου του, που όμως ξέφευγαν από την ντόπια γεωγραφικότητα, αποφάσισε να στήσει μια ιστορική μυθοπλασία. Η δράση της τοποθετείται στον γενέθλιο χώρο, την Κανδήλα Αιτωλοακαρνανίας, ως ελάχιστος φόρος τιμής του συγγραφέα, θα μπορούσε όμως να είναι ένας οποιοδήποτε τόπος της ελληνικής επικράτειας. Τα πρόσωπα μόνον αλλάζουν και τα ονόματα.

Χρόνια ντροπής, μίσους, χρόνια τρέλας, αίμα και πόνου. Ο πόνος άλλωστε δεν έχει χρώμα όταν οι άνθρωποι τον βιώνουν. Όταν αγριεύει ο κόσμος και τα τέρατα ξυπνούν, τα κεριά σβήνουν και τ' αστέρια σπάνε κι ούτε μια όαση στης φωτιάς τα αδιέξοδα. Ούτε ένα αεράκι να φυσά του μίσους απώλειες, σε μέρες υγρές, αιμάτινες, διαμελισμένες. Ισορροπίες που ως πριν φάνταζαν δεδομένες, διαταράσσονται στάζοντας τα λάθη με οργή καταιγίδας και πως να προφυλαχθεί κανείς στο παράλογο που βρέχει αδύναμες αντιστάσεις, ισοπεδώνοντας τον άνθρωπο, ως τα έσχατα σημεία του δράματος.
Αδύναμος τότε, θα κρύβεται πίσω από τα πιο απάνθρωπα ένστικτα, υπηρετώντας τον παραλογισμό του μίσους, ξύνοντας τραύματα απούλωτα, στον ηδονισμό του ψεύδους, της αγριότητας, της υποτιθέμενης εξουσίας. Ώρες σκοταδισμού που οι ζωές δεν έχουν καμιά αξία, μπρος σε μεγαλεπήβολα σχέδια που αλλότριες δυνάμεις σχεδίασαν για λογαριασμό τους, σπέρνοντας το κενό στις καρδιές, στοιχειώνοντας τις μέρες και τις νύχτες πάνω στα βουνά και τις κλειστές πόρτες. Κυνηγοί σκοτεινού νερού, που πνίγει αθωότητα στα πιο βαθιά πηγάδια, εναποθέτοντας την σκόνη που σκέπασε τους ήρωες μιας ηθελημένης παράνοιας, εκείνων που δεν μπορούν να χορτάσουν την λήξη του τέλους.

Δεν μπορούν να διαβάσουν μηνύματα από τον άλλο κόσμο. Δεν αρκούν οι τάφοι που περίσσεψαν. Δεν φτάνουν τα άταφα σώματα που γέμισαν γκρεμούς και χαράδρες. Δεν ξεδίψασαν τα δάκρυα ψυχές, ταγμένες στην ασημαντότητα του εφήμερου, εκεί που έπαψαν πια να κατοικούν οι τύψεις. Μόνον η μοναξιά ανθίζει κάθε μέρα όλο και περισσότερο, καθώς δεν λέει να τελειώσει ο σπαραγμός των λυγμών, της μνήμης. Ποιοι θεοί καταράστηκαν να μη μπορούν να σωθούν σιωπές αβάστακτες, που κρατούν ουρανούς θλίψης; Να μη μπορεί να διδάξει το αίμα, αντίθετα να γεννά άλλο αίμα κι άλλο κι άλλο κι οι πληγές να μεγαλώνουν στο επόμενο ξύπνημα μέσα σε στάχτες που ακόμα καίνε τ’ αποκαΐδια του πόνου. Ντροπές και κρίματα στα μάτια όλων. Μήτε αθώοι, μήτε ένοχοι, μήτε νικητές, μήτε ηττημένοι σε αδιαπραγμάτευτες διαδρομές στις συναντήσεις με το πεπρωμένο κι ούτε μια ενθάρρυνση από την μοίρα που έμελλε νάναι τόσο σκληρή με κείνους που πίστεψαν ότι μπορεί να είναι γενναιόδωρη στις ακρώρειες του χρόνου.

«ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΑΡΧΗ» Μα πως ξεχνιέται η αρχή και το τέλος μιας ομηρίας στον χρόνο και τον χώρο, όταν τα γεγονότα τα χτίζουν άνθρωποι με αίμα; Πληγή την πληγή οικοδομούν χαρακτήρες που ξέφυγαν από μια ζωή που θάπρεπε να στρωθεί με ανταύγειες και ροδοπέταλα στα αιμάτινα νυφικά που η σφαίρα γεμισμένου όπλου χτυπά, κοκκινίζοντας τρέλα δίχως όρια ή περιορισμούς βάφοντας αδελφά χέρια με θανατικό, θυσιάζοντας την ευπρέπεια. Άλλωστε το ύψιστο ιδανικό της ζωής, δεν έχει κανένα νόημα σε ταραγμένους καιρούς.

Για τον Περικλή Γρίβα δεν υπάρχουν ήρωες σε τούτη την αφηγηματική. Μόνον θύματα ξεπροβάλλουν σε σελίδες κόλασης. Ατσάλι στο χέρι και θειάφι στις θύμησες που ακόμα αιμορραγούν . Κι η πένα αθεράπευτα δεσποτική καταγράφει το δίκαιο της απόγνωσης, χωρίς χρωματικές παρεμβολές, καθώς η μοίρα δεν νομιμοποιείται στο άδικο των απωλειών και των δύο πλευρών. Εκεί που αθώοι και ένοχοι δεν εξαιρούνται της ατιμωρησίας. Χυμένο μολύβι παντού στους ποταμούς των δακρύων κι ούτε ένα ουράνιο τόξο μετά την βροχή, να απαλύνει την συντριβή συλλαβών, που δακρύζουν στην ανάγνωση. Λιωμένα περιγράμματα χωρίς σφυγμό, χωρίς ανάσα, με αφανισμούς φλύαρους, αδόξαστους σε ιστορικές γραμμές ασύνορων απειλών.
Άτρωτες λέξεις με τρωτά συναισθήματα, απλώνονται στις αράδες, προορισμένες να κολυμπούν σε αργούς θανάτους, στην ανήθικη δικαίωση, ηθικών προσωπικών προσανατολισμών και προορισμών. Αγρίμια που γλύφουν αδελφών τραύματα, για να μεταγγίσουν, το αμετάθετο ένστικτο του Κάιν, που αδιασάλευτο για αιώνες παραμένει, ως να ξυπνήσει το θηρίο της βαρβαρότητας, στην αοριστία της εκδήλωσης, που όμως τώρα ο μύθος ξαναζεί και μεγαλόπρεπα…εκδηλώνεται.
Κι ο ήλιος να καίει να μη μπορείς να κοιτάξεις τη λάμψη του, να σε λούσει το φως, να εξαγνιστείς στους μαρασμούς, στα τσακίσματα του τέλους. Ικέτιδες θαυμάτων που δεν έρχονται ή απλά δεν μπορούν πια να υπάρξουν, καθώς φιμωμένα υποχωρούν μπρος στο αποτρόπαιο.

Αγγέλικα , Γιώργης, Κωνσταντίνος, Αντώνης, Πάνος, Πάναινα-Μαρία την λέγανε, Αθανασία, Κοσμάς, Παύλος ή Τζάκο, Κατρίν, Νίκη και μετά η όμορφη…Σύλβια.
Ποια ήταν αυτή, από πού ήρθε, πως βρέθηκε μπλεγμένη μ’ όλα αυτά τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, που ο συγγραφέας μπλέκει τον ιστό των ανθρωποκεντρικών ιστοριών του, με απαλότητα, με γλυκιά πίκρα, χωρίς θέσεις ή κομματικούς δογματισμούς. Πόσο δύσκολο να ξεχαστείς από εκείνο που δεν μπορείς να ξεχάσεις, που καταδιώκει τις μέρες και τα χρόνια. Σε μια φωτογραφία κλειδώθηκε η στιγμή, για να υπενθυμίζει ότι συνέβη. Σημαντική λεπτομέρεια που πιστοποιεί πως υπήρξε αληθινή. Περασμένα χρέη που πρέπει να εξοφληθούν με αναζήτηση στις πιο σκοτεινές κατακόμβες των ψιθύρων, των ανομολόγητων πράξεων εκείνων που έφυγαν κι εκείνων που είναι ακόμα εδώ με την στάχτη ακόμα να επικάθεται σε ψυχές που δεν έπαψαν να υπηρετούν την αμνημοσύνη. Δολοφόνοι σ’ ένα παρελθόν κι αυτόχειροι σ’ ένα παρόν και σ’ ένα μέλλον που φθίνει. Ο πανικός να προφτάσεις, να αποκαλύψεις, να ανακαλύψεις, να εξομολογηθείς λίγο πριν ξεκινήσει η αναχώρηση για το μεγάλο ανεπίστροφο ταξίδι. Τι να σώσεις από τα παλιά ημερολόγια της ορφάνιας στο απέραντο του χρόνου; Μια γενιά χαμένη κι άλλη μια, να περιπλανιέται στα ερείπια, με χαμένους βηματισμούς στα θολά, συγκεχυμένα τοπία που άφησε η διαμάχη, ο πόλεμος, το μίσος, τα απραγματοποίητα ταξίδια της ψυχής στα όμορφα.

Τα μυστήρια που δεν μοιράστηκαν αλλά πνίγηκαν σε τρικυμίες με τρικυμισμένα πρόσωπα, με την ώρα του θανάτου γραμμένη, αμεταβίβαστη στα ρολόγια της μοίρας.
Μέρες συνομωσίας που αργά και βασανιστικά λαμβάνουν οριστικά τέλος, όταν τα ψέματα καταρρέουν κι οι αλήθειες εξαγνιστικές πια, βγαίνουν στο φως και το αντάμωμα με το άπειρό του. Παγιδευμένη ενέδρα ο θάνατος, καιροφυλακτεί, πριν προλάβουν να στήσουν στο νεκροκρέβατο οι αλήθειες χορό κι η έξοδος γαλάζια αγκαλιά για όσους πρόλαβαν να ζητήσουν την άφεση με τον τρόπο τους, απαντώντας στον θεό που οι ίδιοι παγίδευσαν μέσα τους. Τώρα πια δεν ακουμπούν στεριά, χώμα, μνήμη, ανάμνηση… αιωρούνται στην αιώνια ισορροπία.

Είμαι βέβαιη πως τα «Χρόνια της ντροπής» του Περικλή Γρίβα δεν είναι ένα βιβλίο που σε κρατά σε απόσταση από το χθες, από εκείνα που συνέβησαν τότε. Νιώθω πως είναι μια περιπλάνηση σε χρόνια σκοτεινά, σε χρόνια που έμμεσα ή άμεσα ακούμπησε όλη η Ελλάδα. Τώρα πια δεν έχουν σημασία τα στρατόπεδα ή οι όποιες κομματικές αποχρώσεις. Σημασία έχει η διαχείριση του μίσους και πως αυτό μπορεί να καταπνιγεί. Στη θέση του ας αναγεννηθεί η αγάπη κι από τις κατακόμβες του σκότους, ας ανοίξουν επιτέλους οι κρουνοί του φωτός, προσκυνώντας σιωπηλούς στοχασμούς. Καλοτάξιδο…

ΜΙΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ​ΟΥ - Σελήνης Αντικατοπτ​ρισμοί

Βραδιές που η σελήνη αντιφεγγίζει στα πιο απόκρυφα μυστικά τις ενδότερες ενδοσκοπήσεις, αποφασίζουν οι λέξεις να αποκαλυφθούν και να χαράξουν σελίδες στάζοντας το αίμα του ποιητή.
"Σελήνης Αντικατοπτρισμοί" η νέα ποιητική συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΛΕΞΙΤΥΠΟΝ με το εξώφυλλο να κοσμεί η φωτογραφική σύνθεση της Βασιλικής Πελτέκη.
Επιχειρώντας την ανάγνωση στην δεύτερη ολοκληρωμένη έκδοση της Μίνας Παπανικολάου, πάντα βρίσκομαι γύρω από τον δημιουργό και τι έχει να δώσει, τι τον οδήγησε σ' αυτή την καταγραφή; Κι όμως τα χέρια δεν ξεχνούν να γράφουν ότι το σώμα θυμάται, ότι ο νους αναπολεί σε βράδια παρηγοριάς. Η ίδια αντί προλόγου ερμηνεύει τις δικές της προθέσεις εν αναμονή μιας άνοιξης που έρχεται, φθάνει..

"Ακόμα ξαφνιάζομαι κάθε ξημέρωμα κι ακόμα αμφιβάλλω κάθε απόβραδο" θα πει, δείχνοντας έτσι την μυστική αναχώρηση που καλείται να κάνει, κάθε φορά που ένα ποίημα γράφεται. Εδώ δεν αναζητείται το ύψος. Άλλωστε τα μεγάλα λόγια κι οι υπερβολές δεν είναι χαρακτηριστικό της ποιήτριας. Απλά δαιμονίζεται, ανεμίζεται, σκορπίζεται, γίνεται σκόνη στο ελάχιστο μόριο που κάποιος θα συναντήσει και θ' αναγνωρίσει τον κόπο, τον πόνο, την μετάγγιση των αισθήσεων στο χαρτί, για ν' αποκαλύψει στους άλλους και να αποκαλυφθεί το ματωμένο συναίσθημα που φεύγει και πάει για το άγνωστο, αφού μέχρι τώρα έτσι κι αλλιώς, τα άγνωστα μέσα της ανακαλύπτονται. Η εσωτερική συνομιλία είναι η υπέρβαση του συνειδητού, που πλέον αποκόπτεται από τα τετριμμένα και καθημερινά , από τα πρέπει και δήθεν, ως να φτάσουν να γίνουν "είναι" που είναι η προσωπική αλήθεια κι η κατάθεσή της που γίνεται Τέχνη. Είναι η ανάμιξη μ' ένα παρελθόν που πέρασε σε διαλεκτική με την μνήμη μπροστά στον καθρέφτη της ομηρίας.
Ανάρμοστη, απροσάρμοστη στα ραγίσματά του, αντανακλάται στα σπασμένα κομμάτια, στις φωνές που έρχονται και ξαναφεύγουν, στις συγκρούσεις που ματαιοπονούν κομματισμένες ψυχές.

Η Μίνα Παπανικολάου δεν είναι η Μίνα που ξέρουμε, είναι η ποιήτρια που σχηματοποιεί τα μορφώματα και γίνονται ποίηση στις χαρτογραφήσεις των ορίων, στα ορόσημα υπερβατικής συμπεριφοράς, που πια δεν πληγώνει, αντίθετα λυτρώνει τον ποιητή. Κοιτάζει κατάματα το αναγνωστικό κοινό και στέκεται όχι απέναντι, αλλά δίπλα στις λέξεις της, υπερασπιζόμενη τα «θέλω» της για να πει ακριβώς εκείνα που θέλει να πει.
Δεν θα βρούμε στην γραφή της σκηνικά άγνωστα, καθώς βρίσκουμε στα λόγια της χαραυγές που μαζί τους ξυπνήσαμε κι εμείς. Κι όσα το σφουγγάρι μάζεψε τώρα το στραγγίζει στην αρχή του νέου της ταξιδιού. Τινάζεται από πάνω της όλο εκείνο το δέρμα που γδάρθηκε στις αναπόφευκτες διαδρομές. Δεν λησμονά, πως άλλωστε να λησμονηθεί ο φόβος κι η θλίψη άρνησης του ονείρου, νύχτες που η σελήνη αντικατοπτρίζει σκέψεις επουλωμένες πια, γιατρεμένες από τα όμορφα που στήθηκαν στο οικοδόμημα της ποίησης.

"Συνομιλία με τον έσω εαυτό...συνέχεια

Ψάχνω εκείνη, τη μια Λέξη,
που μόλις την αντικρίσουν οι άνθρωποι
θα την κοιτάξουν στα μάτια
και θα δουν όλο τον κόσμο μέσα της.
Αν τη βρω
αν τη συναντήσω
θα τη χαρίσω"

Η ποιήτρια μας χαρίζει τον δικό της παράδεισο, τον χτισμένο, πότε με απαλά σύννεφα και πότε μ' αντάρες και καταιγίδες, στήνει το δικό της δίχτυ στην ανάμνηση από ένα παρελθόν που έφυγε, αλλά κι από ένα μέλλον που ακόμα δεν ήρθε. Κατοικεί στην στεριά, αλλά και στον ουρανό, έχει χτίσει ένα άλλο σπίτι με αρχιτεκτονικούς γοτθικούς ρυθμούς, για ν’ αγγίζει αισθήσεις ξάγρυπνες. Κάνει το αδύνατο δυνατό, εφευρίσκοντας τρόπους, με τραβηγμένες κουρτίνες, για να μπαίνει το φως κι οι άγγελοι που το μεταφέρουν. Της μοίρας τα κύματα προκαλεί, να ηχήσουν το βουητό, να χτυπήσουν το βράχο, να τον σπάσουν για να βρουν τον κρυμμένο θησαυρό μιας καρδιάς, που υπομονετικά περιμένει να την ανακαλύψουν. Γιατί εδώ δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι, ήρωες και ηττημένοι. Η νίκη είναι απώλεια κι απώλεια απόγνωση στα σκοτεινά θέρετρα της θλίψης.

"Διαπρέπω ως ήρωας, όσο διαπρέπεις ως ηττημένος

Άγγελοι
Χωρίς μορφή απομακρύνομαι.
Η υπόσχεση...
βήμα - βήμα,
ένα κι άλλο ένα...
Θα πάει μακριά ετούτη η πνοή,
σε σύμπαντα απάτητα.
Αλώβητοι θα βγουν οι λυτρωμένοι,
όπως ορίζει η μοίρα τους.
Κανείς δεν θα κατανοεί,
πως Άϋλοι πια,
δεν πονούν."

Το ταξίδι στις άκρες του ουρανού δεν έχει τέλος. Με νέες φόρμες αντικαθιστά τους τίτλους με αποστάγματα, στα ικριώματα των στίχων. Εισάγει μια νέα ακολουθία στην ολοκλήρωση της θεματολογίας, καθοδηγούμενη από την δυνατότερη δυνατή ανάγκη να κρυσταλλώσει τον λόγο σε μια γραμμή μόνο, για την ποιητική παραπομπή, μετρώντας ένα - ένα τ' αστέρια που φωτίζουν τον δρόμο της. Στα τοπία της δεν υπάρχουν τελείες, αλλά αποσιωπητικά, που συνοψίζουν την συνέχεια των μεθυσμένων ιστοριών, που δεν έληξαν, αλλά κατ' εξακολούθηση διαπράττονται, απενοχοποιημένες από στεγανά και πρότυπα, που άλλοι εμφύσησαν κι έντυσαν κυτταρικούς ιστούς, τίκτοντας την εξελικτική αναζήτηση στον αέρα. Μόνον που εκεί όλα πληρώνουν ακριβά το τίμημα ανεξάρτητης και προσωπικής ενδελέχειας για ένα και μοναδικό άγγιγμα. Να χωρέσουν οι στίχοι σ' ανατολή και δύση καταργώντας ερινύες ή μεταπλάσσοντας την παλιά σκουριά σε ανοξείδωτο κράμα ώστε να παραμείνει αλώβητο στις οξειδώσεις του χρόνου.

"Και - άκου - σώπασαν οι Ερινύες
σαν άκουσαν τα βήματά σου στα σοκάκια του μυαλού.

Μεγαλοβδόμαδο.
Γυρνάω μου μήνυσες.
Τι τρέλα!
Πως έχασες το δρόμο σου καρδιά μου;
Στα κύματα να ταξιδεύεις γνώριζες
και μόνο εκεί δεν χάθηκες ποτέ.
Κι όμως
σαν στα ακρογιάλια τριγυρνώ
μονολογώ:
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει
θα ξανάρθεις.
Μιαν άνοιξη αν χαμογελάσει θα ξανάρθεις."

Μπλέκουν κάποια στιγμή οι ανάσες και γίνονται "ανάσα", μία και μοναδική διαδρομή έκφρασης της ζωής. Χωρίς πολλαπλές εκπνοές, αναγεννούν την αγάπη, με αυτοθυσία τα δάκρυα που πέφτουν και μαραίνουν πληγές. Γητεύουν με επιθέματα συναισθημάτων την αξία της ζωής, που ακροβατεί στο ωραίο, στο υψηλό, στον ενατενισμό του ιδεατού, καθώς υπηρετείται και υποτάσσεται γλυκά αυτοθυσιάζοντας τα εύκολα για τα δύσκολα. Εναρμόνιση και αποδοχή ληγμένης μελάνης, που θα γράψει αρμονικές πτήσεις ζωής, για τα πεπραγμένα που ξημερώνουν σε σταθμούς καημού και λύπης. Δραπέτες απόκληροι μιας άλλης εποχής, καρφώνουν τα δικά τους καρφιά σε ανοιγμένες καρδιές, λάμποντας σαν φωτοβολίδα που σκάει το αίμα καθώς εκτινάσσεται σε κανονικούς ανθρώπους, υψώνοντας ρομφαία στο απρόοπτο.


"Είναι η αυτοθυσία που ορίζει την βαθύτερη αξία της αγάπης

Σπιναλόγκα

Δραπετεύουμε απόψε;
Από τον σταυρό που μας κρέμασαν και μας
ξέχασαν,
αμπελιού καρποί νόησης ώριμης.
Έλα σου λέω.
Ας δραπετεύσουμε απόψε.
Θα βγάλουμε τα καρφιά μας,
θα τ' ακουμπήσουμε στα ριξά του σταυρού για λίγο.
Πάμε σου λέω.
Σαν παιδιά να περιδιαβούμε την πλάση,
ξέγνοιαστα.
Εδώ θάναι ο σταυρός μας
Δικός μας.
Έκρυψα καλά τα καρφιά στη γη.
Μη φοβάσαι, κανείς δεν θα τάβρει.
Και κανείς δεν τα θέλει.
Γι' αυτό σου λέω, ας δραπετεύσουμε απόψε.
Μόνο για απόψε."


Η ποιήτρια ψάχνει στην κόλαση τον δικό της παράδεισο, με τον "Μονόλογο από το Α ως το Ω του ΑγαπΩ", όλα εκείνα που αναδύονται με αίσθημα ελευθερίας, με Φως, με Αγάπη, τιμώντας αξίες κι αρετές που αν κι εμφυτεύθηκαν στην συνείδησή της, εντούτοις η ίδια καλλιέργησε, αξιοποίησε και ανάδειξε με τον τρόπο που ζει, που ονειρεύεται, που υπάρχει. Με επιλογές που τίμησε και την τίμησαν προχωρά στα δύσκολα μιας ζωής μικρής, γευόμενη την χαρά της δημιουργίας, με μια ευχή στην καρδιά, στο μυαλό, στο χέρι που απλώνει για νἀ αγγίξει το μικρό κομμάτι ουρανό που της αναλογεί, με την βεβαιότητα, πως το όνειρο είναι ένας ποταμός, που κυλάει σε όμορφες όχθες. Καλοτάξιδο...

ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ - Ζωές στο Κόκκινο (μυθιστόρημα από Σοφία Στρέζου)

Το νέο μυθιστόρημα του Άγγελου Πετρουλάκη κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΓΡΑΦΗΜΑ τον Νοέμβριο του 2010.
Σπαταλημένες, θρυμματισμένες, δικασμένες ζωές, «Ζωές στο Κόκκινο». Οι πρωταγωνιστές κινούνται κάτω από τον ίδιο ουρανό, διεκδικώντας το μερίδιο στο ταξίδι και την κατάκτηση του εφήμερου. Θα καταδυθούν άλλοτε στο φως κι άλλοτε ως τις πιο ανήλιες και σκοτεινές διεκδικήσεις για ικανοποιήσουν τέρψεις με αθέμιτα μέσα. Ένας καθρέφτης που μέσα του αναγνωρίζουμε χαρακτήρες και «ήρωες» σε παρακμιακούς καιρούς.

Ο δρόμος του έρωτα περνάει πάντα από ψηλά ή χαμηλά ένστικτα καταπώς οι συνθήκες ορίζουν στην μυθιστορηματική αφήγηση του δημιουργού. Σε εγρήγορση οι αισθήσεις ακροβατούν, ανάμεσα στην υπέρτατη ηδονή της εξουσίας και τον ηδονισμό των σωμάτων. Οι λέξεις τολμούν να περιγράψουν το άπιαστο, πληρώνοντας το αντίτιμο του προστίμου στις επιλεγμένες αφετηρίες των χαρακτήρων φθάνοντας ως το οδυνηρό τέρμα. Οι συναλλαγές πολλές και ακόμα περισσότερα τα ανταλλάγματα για να κατακτηθεί το όνειρο στις ετερόφωτες πτήσεις.

Ρωγμές ανοίγουν στις διαπιστώσεις της πλάνης. Χωρίς αγγίγματα, χωρίς ψιθύρους στης σιγαλιάς το νεφέλωμα βουλιάζουν στο αναπόφευκτο τέλμα ανυποψίαστου έλους.
Το σύννεφο που κάποτε θέλησαν να κατοικήσουν έγινε δυνατή βροχή, και μπόρα και καταιγίδα, πνίγοντας εντάσεις στις κατακλυσμιαίες εξελίξεις. Κι εκείνα που φάνταζαν αθάνατα, αποδείχθηκαν θνητά σε στιγμιαίες απολαύσεις. Οι θλίψεις θα γίνουν μόνιμοι συνοδοί στους ανέσπερους επαναπροσδιορισμούς μιας ζωής που φεύγει...

Άλλη μια φορά, ο Άγγελος Πετρουλάκης, οδοιπορεί ποιητικά στο νέο του πόνημα, αφήνοντας το στίγμα της γραφής, που ένας μεγάλος δημιουργός πειθαρχημένα χαλιναγωγεί. Ονοματίζει ενέργειες και πράξεις με ρεαλισμό στα τεκταινόμενα, που ίσως φαίνονται σκληρά ή ακόμα και κυνικά κάποιες φορές. Όμως στις πολεμίστρες της γραφής οι λέξεις οφείλουν να φτάσουν ως τα σύνορα, να τα υπερβούν, για να δώσουν στον αναγνώστη την λεπτομέρεια της αλήθειας τους.

Δεν είναι πάντα οι συμπτώσεις που ενδυναμώνουν το τέλος αλλά η πραγματικότητα της ζωής που ενδυναμώνει την σύμπτωση. Ο ουρανός πυρπολεί και τα τείχη που χτίστηκαν πάνω σε ψεύτικα θεμέλια, σωριάζονται στο πλήρωμα του χρόνου.
Μελαγχολία κι ερήμωση στην ανάπλαση σπαρακτικών αναμνήσεων με άδειες αισθήσεις χάνοντας όσα άντεχαν ν’ αντέξουν. Τίμημα σ’ όσα έδωσαν και δεν πήραν οι ήρωες του έργου ,στις ματαιώσεις εκείνου που έμελλε να λήξει κι έληξε στα αινίγματα του έρωτα και του θανάτου. Προοπτικές και κατευθύνσεις εξαντλητικών αφίξεων θνησιγενών απολαύσεων. Ποθητές αναγκαιότητες εισχωρούν στο ασύνειδο που γίνεται συνειδητό σε ρηχές αναζητήσεις κρατώντας σφιχτά το εισιτήριο για την κόλαση.

«Ζωές στο Κόκκινο», ζωές που θα μπορούσαν να είναι ζωές κάποιων από εμάς που μπαίνουν κρυφά στα όνειρά μας, σκανδαλίζοντας εφησυχασμένες ζωές σε μια λησμονημένη καθημερινότητα. Κομιστές του καθωσπρεπισμού με αποτρεπτικούς βηματισμούς προχωράμε σε ανατολές και δύσες ιχνογραφώντας με χρώματα, αποχρώσεις δακρύων στις μακάβριες καταδύσεις, αναζητώντας απεγνωσμένα την προσωπική μας αλήθεια με γνώση και υποταγή στο «ωραίον».

Καλοτάξιδο!!!

Γιάννης Φιλιππίδης • «Κρατάς μυστικό;» • μυθιστόρημα ( από την Σοφία Στρέζου)












«Έχουν όρια οι πόνοι, μάνα μου. Έχουν όρια... κι οι φόβοι».

Έτσι άρχισα να διαβάζω Γιάννη Φιλιππίδη, έτσι τον έμαθα!
Λόγια και σκέψεις που δεν μοιραστήκαμε ποτέ. Μ’ έναν μαγικό τρόπο με ταξίδευαν σε κείνα που γνώριζα είτε σαν παιδί, είτε αυτούς τους τελευταίους μήνες που κάνουμε παρέα. Η καταγωγή του, η ζωή του, όλα περνούσαν μέσα στις σελίδες. Το περιεχόμενο του μυθιστορήματος γεννιέται και μετά υιοθετούνται οι χαρακτήρες ή μήπως οι χαρακτήρες γεννιούνται από την στιγμή που γεννιέται ο συγγραφέας;

«Κρατάς μυστικό;» Το νέο πόνημα του Γιάννη Φιλιππίδη κυκλοφορεί ήδη από τον «άνεμος εκδοτική» τον καινούργιο εκδοτικό οίκο που φιλοδοξεί να στεγάσει μόνον λέξεις, που αφορούν τον πολιτισμό. Γιατί ο πολιτισμός παράγεται όταν οι δημιουργοί αφήνονται απρόσκοπτοι στην δημιουργική τους ιεροτελεστία.

«Κρατάς μυστικό;» “Μα «πριν οι αλήθειες τελειώσουν”, θα αποκαλυφθούν ψέματα που βάσταξαν για χρόνια σε καρδιές, σε ώμους, σε απόγνωση. Τότε που οι μοίρες σχόλαγαν. Τόσες ψυχές γεννιούνται κάθε λεπτό, τι να προλάβουν και ποιους ν’ αγγίξουν; Περισσεύει παιδεμός να φορτωθεί σε πλάτες που αντέχουν, σε αλύγιστα γόνατα, σε καρδιές απροστάτευτες, ορφανές, ευαίσθητες.
Ποιος παίρνει την ευθύνη ν’ αποφασίσει για την πορεία της ζωής κάποιου άλλου; Πως γίνεται να σε τρέχουν οι εξελίξεις και άλλοθι ονείρου να περιρρέουν στης πραγματικότητας τα «γιατί»;
Η Αλεξάνδρα μάνα και μοίρα της Άννας. Δυο γυναίκες, δυο εποχές, δυο ρόλοι που εναλλάσσονται δια βίου. Η μητέρα που προστατεύει ως τα 12 την μικρή, για ν’ αναλάβει μετά, η μικρή να προστατεύει την μητέρα. Ψέμα μέσα στο ψέμα κι η αλήθεια φωτιά στο χιόνι της ψυχής που ταξιδεύει στους τοίχους της. Η σιωπή κρυμμένη σε μουσικές και λόγια που άλλοι τραγουδούν και οι ίδιες σιγοψιθυρίζουν ανασαίνοντας την δίψα τους. Ίσκιοι δίπλα σε άλλους ίσκιους στη μεγάλη πόλη κι η άλλη πόλη, ανάμνηση δίπλα στα καμποχώραφα της αποξηραμένης λίμνης, των στεναγμών, των αποφάσεων, της γαλήνης που δεν λέει να έρθει. Υπάρχει μεγάλη απόσταση από το θέλω ως το απαιτώ, από το προστάζω ως το επιθυμώ. Η Άννα μόνον ήθελε, επιθυμούσε να γίνουν όλα όπως τα είχε ονειρευτεί και δεν έγιναν.
Πολλές φορές η ίδια η ζωή σχεδιάζει, χαρτογραφεί μια νέα αρχή για ένα μέλλον απροσχεδίαστο, αχαρτογράφητο από τους πρωταγωνιστές της.

«Κρατάς μυστικό;» «Οι πιο κρυμμένες μνήμες» είναι αυτές που γεννήθηκαν στο παράδεισο που για μια στιγμή ανοίγει τις πύλες και ταριχεύει άπληστα εικόνες σε μια βεράντα γεμάτη λουλούδια, κλέβοντας ένα κομμάτι ουρανού και πολλά κοχύλια αγορασμένα στους πρώτους χτύπους του έρωτα που ξεθωριάζουν, σκουριάζουν, κουρνιάζουν μετά, πλάι σε τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα θλίψης. Εκεί που οι δυνατότητες της ζωής στοιβάζονται σε στάχτες γκρεμισμένων προσδοκιών, ονείρων στην αναπηρία σημείων, που άλλοτε κατακτήθηκαν κι άλλοτε ποδοπατήθηκαν βάναυσα, από την γοητεία ψεύτικων προσφορών.


( Απόσπασμα )
«Τι περισσεύει από τα καθημερινά μας αισθήματα; Τι σώζε-
ται στο χρόνο; Τι απομένει απ’ τις κουβέντες μας; Λόγια απλά·
παροτρύνσεις, υποδείξεις βγαλμένες από την πιο ανέγγιχτη
πλευρά μας. Μετά απομένουμε εμείς. Πιο φτωχοί απ’ όσα λυ-
πηθήκαμε ή συμπονέσαμε, με μάτια που δε λένε τίποτα. Και
σκέψεις, μύχιες, παραχωμένες σκέψεις ενός μυαλού στρεβλού,
λέξεις που μιλάνε για όλα. Άλλοτε πάλι για τίποτα. Πώς ορί-
ζει κανείς αυτό το παράξενα εκτιμημένο τίποτα που σπαρτα-
ράει μέσα μας πιο σιωπηλό από ένα φεγγάρι, που πάλεψε να
γίνει πανσέληνος και δεν τα κατάφερε, επειδή η τροχιά του
το ’σερνε ανάποδα. Πού οριοθέτησα την έννοια σύντροφος κι
ακόμα πιο πολύ: σε ποιο ράφι τοποθέτησα και ξέχασα ν’ αγγί-
ξω την έννοια φίλος; Πότε απέμεινα να μη χρειάζομαι, να μην
έχω την ανάγκη από δυο κουβέντες οικείες, να κρατάω τα μυ-
στικά μου μόνο για μένα. Εγώ. Η Άννα. Η από πάντοτε κορί-
τσι, η κατά βάθος γερασμένη πρόωρα. Η ανιδιοτελής απένα-
ντι στους άλλους. Που θα μπορούσαν να 'ναι δικοί μου άνθρω-
ποι, αλλά τους άφηνα να φύγουν έτσι, απλά· χωρίς ένα μειδία-
μα στο ξεπροβόδισμα.»



Κρατάς μυστικό;» Πόνοι που γίνονται νησιά σ’ έρημες θάλασσες, πίνοντας ουρανό στάλα τη στάλα, κομμάτια ξεχασμένα στης πόλης τα σκόρπια σύννεφα. Αλεξάνδρα, Άννα, Αντώνης, Μάρκος, Ελευθερία, Λαμπρινή, Κατερίνα, πρόσωπα αναστημένα από τον Γιάννη Φιλιππίδη που διεκδικούν μερίδιο σε σελίδες ταξιδιάρικης ανάσας και πνοής Αναστάσιμης, παράξενης αφηγηματικής διαδρομής, με διακλαδώσεις περίτεχνες στης φαντασίας το όραμα. Λαβύρινθοι που ανοίγουν σελίδα τη σελίδα για να κατακτηθούν από τους αναγνώστες από τις πρώτες κιόλας σειρές καθώς περιδιαβαίνουν με ποιητικό ρυθμό στα μάτια. Φλόγες ερωτικές δένουν κόμπο-κόμπο καημούς που πότε αγρυπνούν στην άκρη των δαχτύλων και πότε κοιμούνται, επιζητώντας να χαϊδέψουν ένα σώμα, που από πάντα ήταν δικό τους ή μήπως όχι στις ανατρεπτικές ιστορίες που γράφονται με μάτια κλειστά στα χαμόγελα της απελπισίας.



( Απόσπασμα )
«Όπως έπεφταν οι σταλαγματιές στο σκοτάδι του σπιτιού
πήρε να μετράει. Να βάζει τις σκέψεις σε μια σειρά, να τις κα-
τατάσσει. Θαρρείς πως γι’ αυτό το λόγο είχε ξαπλώσει, αλλά
έχε χάρη, που δεν μπορούσε αλλιώς. Επιχείρημα στο επιχείρη-
μα, μνήμη αναβράζουσα κι όλες οι εικόνες κατά· εναντίον του
σα δικαστικές αποφάσεις, παρμένες ωστόσο ερήμην της. Η
Αλεξάνδρα απουσίαζε σα μάρτυρας στις δίκες, δεν τη ρωτού-
σε κανείς. Τον άθλιο τον άνθρωπο, για έναν παράξενο λόγο,
συνήθως προκαλούσε τη συμπόνια της. Τον συγχωρούσε σαν
ηλίθια, ύστερα ξανάκανε αυτός τα ίδια και χειρότερα. Πόσο
χειρότερα, ακόμα δε γνώριζε κι ευτυχώς, γιατί εκείνο το βράδυ
πιθανόν να στρεφόταν και κατά της ζωής του.
Τόσα νεύρα είχε. Σταγόνα σταγόνα τα κάλπικα άλλοθι και
τα ψέματά του. Από ξένη βρύση ξεδιψούσε πάλι και δεν ήταν
άξια δικαιολογία, αυτή που άκουγε μέρα νύχτα από παντού.
Ότι τάχα ήταν άντρας κι αυτό από μόνο του αποτελούσε λόγο
ξενογαμίας. Δε θα προχωρούσανε ποτέ τα μυαλά των άλλων;
Μόνο την ίδια τρέλαινε μια τέτοια συμπεριφορά, μια τόσο ανεύ-
θυνη ζωή; Μια σειρά από πράξεις, που την εξευτέλιζαν ακόμα
και στα μάτια του εαυτού της; Δεν ήξερε ειλικρινά, εκείνο το
βράδυ δεν μπορούσε να κρίνει. Μόνο το ψιλό γαζί που έπεφτε
αντιλαμβανόταν. Ας κοιμόταν μαζί της τα βράδια, λες και δεν
είχε μεσολαβήσει ποτέ ανάμεσά τους το παραμικρό, λες και δεν
είχε την παραμικρή ενοχή, οποιοδήποτε μυστικό να κρύψει. Ξε-
ντυνόταν κι έπεφτε κάτω από το ίδιο σκέπασμα γυμνός, όπως
τότε παλιά, που η ίδια εκτιμούσε την ύπαρξή του σαν κάτι άλλο
στη ζωή της, τον καιρό που έτρεφε για τον άντρα της πράγματα
και του κρατούσε την καλύτερη μερίδα από τα δικά της. Πόσο
τρανταχτό λάθος είχε στις εκτιμήσεις της.»



«Κρατάς μυστικό;» Πως διαχειρίζεται τη συμπόνια, τα συντρίμμια , την συντριβή, για να βγει αλώβητη η όραση στης κάθαρσης τα τοπία; Όλα στον αέρα κι όλα ξανά στην γη. Αποκαλύψεις, ανακαλύψεις παρασκηνιακές που τρέφονται σε γειτονιές, σε μικρομάγαζα, σε δρόμους, σε λαϊκές, με την πρωταγωνίστρια να μαθαίνει τελευταία τις δικές της πτώσεις. Κι οι μαγεμένες ματιές αφώτιστες τόσο καιρό σε ποιο λιμάνι τάχα να προσαράξουν, να γευτούν χαρά κορμιού ανέγγιχτου; Αχιλλέα τον λέγανε. Της άρεσε το όνομά του κι η γλύκα που έπεφτε σταλαγματιά-σταλαγματιά, φως ιλαρό, φλόγα κεριού αναστάσιμου χάιδευε την μαυρισμένη της ψυχή, ζωγραφίζοντας ήλιους. Κι ύστερα, οι ενοχές, το τέλος μίας και μοναδικής συνάντησης που έδωσε χρώμα σε όνειρα κι άνεμο σε φτερά που έστω για λίγο μπόρεσαν να πετάξουν. Χωρίς λόγια να πνίγεσαι από τη βουή του κόσμου. Πως αντιδράς, ξέμπαρκο σκαρί που παρασύρεται από αέρηδες απέλπιδους και κομματιάζεται στη στιγμή, στους υφάλους της κατάρρευσης; Πως;

«Κρατάς μυστικό;» Όλα συννεφιάζουν σε εποχές ξάστερες που ανατέλλουν παρηγοριές. Για όλους έχει ο θεός φόβους φυγής κι απόρριψης μ’ ανοιχτές πληγές, που η περηφάνια χαμηλώνει, μπρος το τετελεσμένο στης ψευτιάς τον φόβο. Αποδοχή έτσι κι αλλιώς υπόδικων της ζωής φυγάδων. Πάντα απροετοίμαστη, ανέτοιμη να ξεριζώσει ένα παρελθόν φτιαγμένο στα μέτρα, που μπορούσε να μετρήσει με τις άκρες, πάντα ζωσμένη και πίσω ν’ ακολουθούν ασθμαίνοντας γεγονότα απρόσμενα. Φτάνει η ώρα που πρέπει να υπερασπισθεί πράξεις κι ενεργές τύψεις. Να σώσει από την διάλυση άλλες ψυχές διαλυμένες, πιστοποιώντας με το πέρασμα, το ίδιο το πέρασμα της ζωής. Κι οι μνήμες ζωντανές, μα από καιρό γερασμένες, σε αιωρήσεις σκοταδιού αναπότρεπτης πτώσης.
Ώρες-ώρες αναμνήσεις ανασύρονται, από πηγάδι ανήλιαγο, δεμένες στο χοντρό σκοινί του κάδου, λαμπυρίζοντας στο πρώτο φως.

«Κρατάς μυστικό;» ή μήπως έφτασε ο καιρός ν’ αποκαλυφθεί, ν’ ανασάνει και να κεράσει γεύση γλυκιάς προσμονής, εύφλεκτης επιθυμίας, για να μιλήσουν επιτέλους τα όνειρα στις καρδιές, στους δισταγμούς της αποκάλυψης, στις καπνισμένες στιγμές μας…

Καλοτάξιδο!!!