Παρουσίαση - " ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ " Σοφίας Στρέζου



Γιάννης Καλπούζος - Ομιλία παρουσίασης

Όταν η Σοφία Στρέζου μου πρότεινε να μιλήσω για την ποιητική της συλλογή "ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ", είχα το εξής δίλημμα: Από την μία η άποψή μου ότι τα ποιήματα μιλούν από μόνα τους και οι αναλύσεις, τουλάχιστον σε επίπεδο παρουσιάσεων, τα εγκλωβίζουν σε στερεότυπα και τα απογυμνώνουν από την μαγεία και την ουσία τους. Από την άλλη ήθελα να συμμετέχω σ' αυτή την σημαντική βραδιά για την Σοφία κι όλους εμάς, τους φίλους της.
Για να μην μακρηγορώ σκέφτηκα να μιλήσω για την ποιήτρια άνθρωπο και φίλη Σοφία Στρέζου σε συνδυασμό με αρώματα-μυρουδιές από την ποίησή της.

Η Σοφία Στρέζου έχει κατακτήσει κάτι πολύ σημαντικό και σπουδαίο. Να ενσωματώσει την ποίηση στην ζωή της. Με την Ζεστασιά, το δόσιμό της στους φίλους της, με την ανθρωπιά της, τον τρόπο της σκέψης της, την ηρεμία της, την ευγένειά της. Τον ποιητικό τρόπο που βιώνει τις μικρές στιγμές της καθημερινότητας και την ποιητική αύρα η οποία την περιβάλλει.
Γιατί η ποίηση δεν περιορίζεται στην γραπτή μορφή και στην πρόσληψή της μέσα από την τέχνη γενικότερα. Ποίηση είναι και ο ποιητικός τρόπος ζωής που βιώνεται και μέσα από τον έρωτα, την ηδύτητα της συζήτησης, τις απαγκιστρωμένες στιγμές από την ταχύτητα της σύγχρονης εποχής, το πλησίασμα του άλλου ανθρώπου και της φύσης, τη φιλία, την κατάδυση στα βάθη της ψυχής μας και στις ψυχές των άλλων και ακόμη από την αισθητική απόλαυση ως και αυτού του φαγητού και του ποτού. Με δυο λόγια βιώνεται μέσα από μια άλλη πρόσληψη του θαύματος της ζωής, η οποία απέχει από την πεζότητα, την αισθητική ευτέλεια, τον ορθολογισμό και την πνευματική αδράνεια του σύγχρονου κόσμου.

"ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ" ο τίτλος της νέας ποιητικής συγκομιδής της Σοφίας Στρέζου. Καθόλου τυχαίος και ως προς το περιεχόμενο των ποιημάτων, αλλά και την ιδιοσύσταση της ποιήτριας. Το "άγγιγμα" είναι ο τρόπος που σε πλησιάζει και σου μεταφέρει κάτι από την εσωτερική ζεστασιά και αγνότητα της ψυχής της. Σ' αγγίζει και κάνει, όπως γράφει και η ίδια "το ελάχιστο, λίγο έως πολύ". Σε κάνει να ξεχνάς το "εγώ" και να γίνεσαι δίπλα της "εμείς", παρέα, συντροφιά, φίλοι. Κι είναι η Σοφία Στρέζου αυτή η εικόνα που φαίνεται, αυτό της απλόχερης ψυχής την οποία ανακαλύπτουν όσοι έχουν την τύχη να βρεθούν κοντά της, αλλά κι αυτή που δένεται και υφαίνεται με τον αόρατο και ορατό κόσμο της ποίησης. Δένεται και πλέκεται με τις λέξεις και γράφει "Είναι κάποιες λέξεις που μ' ακολουθούν, σχεδόν με καταδιώκουν, ζητούν να τις συναντήσω στα θρυμματισμένα μου φώτα"

Δένεται, βασανίζεται, μάχεται με τις λέξεις, όμως εκείνες όπως γράφει "ανυπάκουα χορεύουν το χορό του ανέμου". Ποιου ανέμου άραγε; Είναι σαφές νομίζω. Του ανέμου του εσωτερικού της κόσμου, όπως επηρεάζεται από τα εξωτερικά φαινόμενα και γεγονότα. Ανήσυχου ανέμου, με στροβίλους όπου η Σοφία, η σοφία, ο έσω και ο έξω κόσμος, η ποίηση και η βαρβαρότητα περιστρέφονται και αντιμάχονται.

Ανήσυχου ανέμου. Με θύελλες που όμως τελικά καταφέρνουν να αλληλογραφούν μαζί μας στέλνοντας όπως γράφει "λέξεις που σπάνε και κρύβονται σε μικρά κομμάτια στις τσέπες σου". Καταφέρνουν να αλληλογραφούν και να επικοινωνούν μαζί μας.
Ανήσυχου μα και γλυκού ανέμου που σύμφωνα με τους στίχους της "υποδέχονται σιωπηλούς ουρανούς" ή γίνονται "Ψυχής αγγίγματα απ' τη γειτονιά τ' ουρανού". Όπως κι η ίδια στη ζωή της που για τους άλλους γίνεται γλυκός άνεμος, καταφύγιο, συνοδοιπόρος ιδεών και εξαιρετικών συζητήσεων.

Και θα 'λεγε κάποιος πως εύκολο είναι να γίνεται η Σοφία Στρέζου μια ζεστή αγκαλιά αφού όλα τάχει λυμένα στη ζωή της. Κάποιος φυσικά που δεν την ξέρει, γιατί για τον βιοπορισμό της εργάζεται καθημερινά και το "ταξίδι σε πόσιμα νερά" όπως γράφει κι αφιερώνει στην κοινή μας φίλη Ιώ Ευσταθίου και το δόσιμό της έρχεται από το πλεόνασμα και την δύναμη της ψυχής της.
Κι ούτε είναι η ζωή της χωρίς όλα εκείνα που βασανίζουν και πληγώνουν όλους μας. Και δεν σημαίνει πως δεν χάνεται κι η ίδια σε σιωπές που πονάνε γι αυτό και γράφει "Γιατί ποτέ σου δεν έμαθες να κολυμπάς σ' ωκεανούς σιωπής".
Όμως σε κείνη ο πόνος, τα προβλήματα, η μοναξιά, η θλίψη, η ρουτίνα δεν σφραγίζουν το πηγάδι της ψυχής της, αντίθετα το ελευθερώνουν.

Τόπος διαφυγής είναι για την Σοφία Στρέζου ο ποιητικός λόγος. Εντός της δημιουργεί έναν κόσμο ονείρου, ο οποίος αντιπαλεύει το εκμαγείο του πεζού κόσμου της καθημερινότητας, του τόσου σκληρού για την ποιητική αίσθηση με την οποία η ίδια αντιλαμβάνεται τη ζωή.

Στους στίχους της υφέρπουσα θλιβή, θραύσματα μοναξιάς και σταλάγματα πάθους μέσα σε άνυδρα τοπία κι αδιέξοδους έρωτες, όπου η ποίηση του κόσμου στενεύει, για να καταλήξει μια μικρή όαση ή αντικατοπτρισμός στην ερημία της ψυχής.
Στους στίχους της Σοφίας Στρέζου είναι διαρκώς ορατό το ποιητικό άλγος και η φόρτιση που ηλεκτρίζεται από απαυγάσματα ή χαραμάδες φωτός στο σκοτεινό τοπίο, όπου τα μάτια και οι ψυχές πασχίζουν να διακρίνουν αυτό το φωτεινό σημείο, για να μπορούν να υπάρχουν υπερπηδώντας τα αδιέξοδα.
Και, για να "μη γίνει η θλίψη σου ένα ματωμένο γιασεμί " όπως γράφει στην προηγούμενη ποιητική συλλογή της "ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ" .

Η Σοφία Στρέζου βυθίζεται στο θησαυροφυλάκιο της γλώσσας και "στα μελανοδοχεία της λύπης" , όπως λέει ένας στίχος της και πετροβολεί όπως γράφει σε άλλο σημείο " τις σκιές που κρύβονται στην τεθλασμένη ανισορροπία μιας καθολικής άρνησης", σε "καιρούς ανάδρομους ".
Όμως ο άνεμος της ψυχής της δεν πετροβολά μόνο προκειμένου να αφυπνίσει συνειδήσεις, παράλληλα την οδηγεί, και μαζί και μας, και σε γλυκοτόπια " Με παρασέρνει ο άνεμος γι' άλλη γη, γι' άλλη πατρίδα " γράφει και την συναντούμε να " οργώνει σβηστά φεγγάρια " σε μια τεντωμένη μνήμη μυστική " " στην παραμεθόριο των ματιών ", " στο νερό που φιλούσε το χώμα ". Σ' ένα ταξίδι και μια μάχη του γήινου με το ουράνιο, όπου όπως γράφει " Οι λέξεις βροχή να γίνουν ζητούν, να στάξουν ποιήματα ".
Και σταλάζουν τα ποιήματά της, γίνονται καταθέσεις ψυχής αναμένοντας τους αναγνώστες να πραγματοποιήσουν τις αναλήψεις και να πετάξει μαζί τους αυτή η δύναμη που γεννήθηκε από την ίδια, μεταγγίστηκε στα ποιήματα και πλέον ζητά να απελευθερωθεί, όπως λέει στο προοίμιο της συλλογής.

Η Σοφία Στρέζου είναι ο άνθρωπος που σαν την πρωτογνωρίζεις έχεις την εντύπωση πως την ήξερες από πάντα. Πως ήταν πάντα δίπλα σου, ο δικός σου άνθρωπος. Η μάνα σου, η αδελφή σου, η ερωμένη, η φίλη σου. Ή όπως πιστεύουν οι μουσουλμάνοι ο ένας εκ των δύο αγγέλων που στέκονται δεξιά κι αριστερά στους ώμους μας. Ο εκ δεξιών αυτός που γράφει τα καλά, σε παροτρύνει προς το καλό και σε φυλάει απ' το κακό.
" ΄Ηθελα..." γράφει " ν' αρχίζαμε από το Άλφα-Αγαπώ, και να τελειώναμε πάλι στο Άλφα- Αγαπώ, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς στο οδοιπορικό της αλφαβήτου ".

Εκεί να μείνεις Σοφία, στο Άλφα-Αγαπώ και τα ταξίδια και οι σταθμοί στο αλφάβητο να κυνηγούν και να υφαίνουν τις λέξεις σε ποιήματα. Να γίνονται κι αυτά Άλφα-Αγάπη.
Εκεί, πάντα στην αρχή να μείνεις Σοφία, στο Άλφα-Αγαπώ και μαζί σου όλοι εμείς που σ' αγαπάμε.


***


Αμετανόητη γραφή από την Σοφία Στρέζου

Καλησπέρα Σας...Καλώς ήρθατε...
Συχνά με ρωτούν γιατί γράφω. Γιατί αφήνω τις λέξεις να στρωθούν στο χαρτί και να αποκαλύψουν όλα εκείνα που αισθάνομαι, ξεγυμνώνοντας έτσι την ψυχή μου σε κοινή θέα.
Είναι μια ανάγκη και ταυτόχρονα μια δύναμη, που ζητά να ελευθερωθεί, για να εκφράσει το ιδεατό των συναισθημάτων, όσο βέβαια αυτό είναι μπορετό.
Γράφω, για να αντιστέκομαι στον χρόνο, σε κείνη την βιωμένη καθημερινότητα, που επιζητώ να της δώσω μιαν άλλη διάσταση, φερμένη με μια ονειρική διάθεση, για να ομορφαίνω εκείνα, που έτσι κι αλλιώς, δεν μπορώ ν' αλλάξω.
Είναι τα πετάγματα της καρδιάς και του νου, πέρα από τα όρια της συμβατότητας με το εφικτό, για ν' αγγίζω το ανέφικτο, το προσδόκιμο κι έστω για λίγο να ταυτιστώ στο συμπαντικό γίγνεσθαι του λόγου, που καταθέτω σε άδειες σελίδες και γίνεται σαρκωμένος Λόγος,
με πνοή,
με εικόνα,
με δράση.

Κι είναι η έμπνευση, που ξαφνικά κι εκεί που δεν το περιμένω, μου χτυπά απρόσμενα την πόρτα και ζητά να την ακολουθήσω, να την περπατήσω μέσα στα αδιαόρατα, να περιπλανηθώ σε υποσχέσεις ανατάσεων, Υψιπλέουσα σε άστεγο σύννεφο, που περιμένει να κατοικηθεί από μένα, προκαλώντας μια προσωπική αυτοχειρία, ενσώματη, σε σώμα Ποιητικό.
Πολλές φορές είναι η μνήμη, που ζητά επιτακτικά να αναβιωθεί και να αναπλαθεί, αφού βεβαίως έχει καταγράψει τα γεγονότα, ζητά πλέον από απόσταση, να ξεδιπλωθούν εκ νέου, για να ξεφλουδίσουν συγκινήσεις και διάφανα θροίσματα ήχων.

Κι όλα αυτά για να επικοινωνήσω με Σας, που απόψε είστε εδώ αλλά και με κείνους που δεν βρίσκονται ανάμεσά μας, για την χαρά του μοιράσματος.
Γιατί τελικά είναι όμορφο να μοιράζεσαι και ν' ανταλλάσσεις σκέψεις, νιώθοντας γλυκά την ανάσα εκείνου, που ακουμπά λέξεις, που μπορεί να είχαν αφετηρία εμένα, αλλά αγγίζουν κατά ένα περίεργο και συλλογικό τρόπο κι εσάς.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους, που απόψε είστε εδώ
για να σπάσουν οι εικόνες
και οι άνθρωποι να αναγνωριστούμε
και να γνωριστούμε σε όμορφα καλέσματα,
για να μοιραστούμε και να συνομιλήσουμε,
όχι πια σε απόσταση,
αλλά να βρεθούμε κοντά στην αλήθεια μας
με Λέξεις Ποιητικές από "ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ" ...

Επειδή τα ποιήματα θα αναγνωσθούν χωρίς μικρόφωνο, παρακαλώ θερμά την προσοχή Σας.....Ααα και μην ξεχνάτε τα κινητά σας..



***


Α-φηγηματική του Α - Απαγγελία: Μαρία Παπαδημητρίου

Πόρτες, παράθυρα όλα έκλεισαν
μαζί μ' ένα θλιμμένο καλοκαίρι
που δεν μπόρεσα να το ζήσω
κι ένα φθινόπωρο που φθάνει
θλιμμένο κι αυτό
κλέβει τα όνειρα που είχα για μας
κλέβει χάδια που σούστελνα κρυφά με τον άνεμο
σε κείνες τις νυχτερινές συνεδρίες
τότε που στην αγκαλιά μου σε κράταγα

Τώρα πονάει εκείνο το Α της Α-πουσίας σου
και το Α της Α-πελπισίας με παγιδεύει σε ιστούς
χάρτινα καράβια μου στέλνει
για να ταξιδέψω σε γεύσεις θανάτου
του δικού μου θανάτου
πάνω σε ίχνη από τσαλακωμένα σεντόνια
που αφηγούνται την Α-πόγνωση
του τέλος που ήρθε, πριν γίνει Α-ρχή
από τα Α-ποφλοιωμένα φιλιά
που δόθηκαν σε έρημα κρεβάτια
σε βουβά τριξίματα
να ειρωνεύονται την Α-ναπηρία
μιας κομματιασμένης ψυχής
από τα δικά σου λόγια
από το Α-κίνητο στα μάτια σου
σαν παλιά σιωπηλή φωτογραφία
Α-μίλητη με το βλέμμα εστιασμένο στον φακό
κάποιου πλανόδιου που αιχμαλώτισε την ψυχή
σε παγωμένο φόντο
σαν τ' Α-ποξηραμένα λουλούδια των βάζων
που δεν διψούν πια
σαν επίλογος σε τελειωμένο βιβλίο
μετέωρη εκεί Α-νάμεσα στα χείλη
που δεν τα χόρτασαν

Έμεινα να σε κοιτώ πληγωμένο
σ' όλες τις φωτογραφίες του δρόμου
που είχαν το ραγισμένο σου βλέμμα,
μ' έσκιζαν απροσχεδίαστα
με λιθοβολούσαν τα βλέφαρα
τα κρυμμένα πίσω από τα μαύρα σου γυαλιά
ενώ αιμορραγούσα, ξεψυχούσα με χείλη στεγνά
ικέτευα να φανείς
καταργούσα όλες τις μνήμες
για να ξεγλιστρήσω, ν' αρμενίσω στη σκηνή
με μοναδικό θεατή Εσένα.


***


Χάρτινο το φεγγαράκι - Στίχοι: Νίκος Γκάτσος - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Ρία Απέργη

Θα φέρει η θάλασσα πουλιά
κι άστρα χρυσά τ' αγέρι
να σου χαϊδεύουν τα μαλλιά
να σου φιλούν το χέρι.

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θα 'σαν όλα αληθινά.

Δίχως τη δική σου αγάπη
δύσκολα περνά ο καιρός.
Δίχως τη δική σου αγάπη
είναι ο κόσμος πιο μικρός.

Χάρτινο το φεγγαράκι
ψεύτικη ακρογιαλιά
αν με πίστευες λιγάκι
θα 'σαν όλα αληθινά. (δις)


***


Απολιθώματα αγάπης - Θεατρική ερμηνεία: Εύα Δήμου

Μη νομίζεις πως χάθηκαν όλα
επειδή ο χρόνος ρυτίδιασε τις αποστάσεις του χάους
μετρώντας το τέλος του σκοταδιού
σε αγέννητη μέρα
με τον θυμό να επιζεί στην αποσύνθεση της οργής
να μαλακώνει, να λιώνει την ένσταση
των τριγμών, των αποδείξεων
αποκοιμήθηκαν
ορίζοντας το όνειρο
μέσα σε βουρκωμένα λόγια ποιητών.

Τότε ήσουν ζωντανός σε απολιθωμένο τοπίο
με παράθυρα ανοιχτά
που εσύ έκλεισες
νεκρώνοντας επικοινωνίες,
στυλώνοντας λέξεις κι αποφάσεις
παρμένες σε ιεροτελεστίες λησμονιάς
διεκδικώντας το τίποτα για σένα, για μένα
χαιρετούσες την αιωνιότητα
από την αναγκαιότητα του χρέους.

Ήδη στο λαιμό την καρδιά κρέμασες
χωρίς αλυσίδα πεθυμιάς
διαλέγοντας την έρημο,
με μυστικά αφανέρωτα
πετάς για το σύννεφο της συνθηκολόγησης
με μοναδικό αντίπαλο εσένα
της αντοχής σου παλιό γνώριμο
τύραννο και δυνάστη
διαγράφοντας ότι αισθάνθηκες
στις οάσεις άπαιχτου δράματος
με το αλάτι της θύμησης σε πληγές
που ακόμα αιμορραγούν.


***


Λέξεις - Απαγγελία: Σοφία Στρέζου

Είναι κάποιες λέξεις που μ' ακολουθούν
σχεδόν με καταδιώκουν
ζητούν να τις συναντήσω
στα θρυμματισμένα μου φώτα
στα θρυμματισμένα μου όνειρα
στα θρυμματισμένα υπολείμματα γυαλιού
που επένδυσα τα τελευταία μου χρώματα
στις άδειες σελίδες
που δεν άφησα να σκονιστούν
και κατέθεσα τις τελευταίες μου σκέψεις
ελλειμματικές όπως πάντα...

Άραγε υπήρχε σημείο διαφυγής
ή μήπως εγώ προκαλούσα τη μοίρα
για να συναντηθούμε;
Μήπως επίτηδες
άφηνα ανοιχτά τα παράθυρα του νου
για να καρφώνονται στα μαλλιά αστέρια
βουτηγμένα πριν
στα μελανοδοχεία της λύπης;

Ήδη ανυπάκουα
χορεύουν το χορό τ' ανέμου...


***

Μη με ψάχνεις - Απαγγελία: Μαρία Παπαδημητρίου

Μη με ψάχνεις...
Ακόμα βαδίζω σ' ευτυχισμένες στιγμές
στη διάνυση
από το χθες ως το σήμερα,
χάθηκα
όταν στους μύθους αφέθηκα,
χωρίς απόσταση
από την ιστορία
που χαρτογραφούσε
σημάδια τοπογραφικά
σε μιαν άνοιξη που έλαμπε
από χρώματα και βεγγαλικά Αναστάσιμα.

Δεν είπα τίποτα
κι όμως χώρεσα
σε μια μικρή ιστορία
με ανθισμένες βιολέτες
ύστερα το κενό...

Κι εγώ που τόσο αγάπαγα τις πτήσεις
δείγματα ανέμου
στα χέρια κουβάλαγα
για να σου φέρω
κι ένα καλοκαίρι αληθινό
με στάχυα στα χέρια
κι ανθισμένα γεράνια στις γλάστρες.

Θα με θυμηθείς ίσως αύριο
την ώρα που χρώματα θα μαζεύεις
για να ζωγραφίσεις σκιές
σε δωμάτια σκοτεινά
κι εφήμερα διήμερα
στα ταξίδια της θλίψης
...στα μάτια σου.


***


Επανάκαμψη πόνου - Απαγγελία: Ρία Απέργη

Σκέφτηκα να απομυθοποιήσω την απουσία
να καταργήσω τις αποστάσεις
στους παραμεθόριους σταθμούς
των αναπάντητων συναντήσεων
ξέροντας καλά
πως ο πόνος θα βρει τρόπους να επανέλθει
δριμύτερος
ισχυρότερος
βασανιστικότερος
ρίχνοντας κι άλλο αλάτι στην πληγή
με αποφόρια λέξεων
ποιητών που δανείστηκες
για να ισχυρισθείς
πως τάχα αγαπάς
το αβίωτο μιας ανάμνησης μελλοντικής
ζωγραφισμένης στα όστρακα των απολιθωμάτων της μνήμης.

Τώρα έμαθα πως θα πρέπει να ανασκευάσω
όλες τις σιωπές
που απομονώθηκαν με κτητικά, ρήματα,ουσιαστικά και ουδέτερα
στη γεωγραφία μηδενικών συναντήσεων
απομνηνεύοντας όλους τους κλεισμένους χρόνους
στη γραμματική και το συντακτικό των αισθήσεων
που άφατο πεπρωμένο
απέρριψε με τρόπο δραματικό
καίγοντας σελίδες
που ήταν ριγμένα
ανυποψίαστα ραγισμένα βλέμματα
μη αντέχοντας να δουν...το τέλος (?)


***


Η μπαλάντα του Ουρί - Στίχοι: Νίκος Γκάτσος - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Ρία Απέργη

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
κι ακούω μια φωνή,
καμπάνα γιορτινή
να με παρακινεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
που χτίζουνε φωλιά
αλλόκοτα πουλιά
στου ήλιου τα σκαλιά

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ

Κάθε δειλινό κοιτώ τον ουρανό,
το γαλανό
και μια φωνή τρελή
σαν χάδι κι απειλή
κοντά της με καλεί

Κάθε Κυριακή μου λέει να πάω εκεί,
εκεί, εκεί
μου τάζει ωκεανούς
κομήτες φωτεινούς
και ό,τι βάζει ο νους

Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη
πώς ν' αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ.


***


Αφέγγαρες νύχτες - Απαγγέλία: Μαρία Παπαδημητρίου

Αφέγγαρες νύχτες σαν ξωτικό αιθεροβατείς
στις αυλές τ' ουρανού
να συναντήσεις τα δάχτυλα που έγραφαν
αν κι επιθυμείς να ξεχάσεις
να μη σκέφτεσαι
φερμένο πόνο
όταν χωρίς φραγμούς
την αγάπη σου έδινες
και με κατάρα βαριά την έδενες.

Έστηνες οδοφράγματα εναλλακτικά
με τύψεις κι αποσπάσματα ποιητών
σε παράδεισο κλειστό
αναζητώντας κλειδί για θάνατο
φορεμένο στα μάτια
και ξεχασμένα λόγια πληγής
κλεμμένα
που αθάνατο σ' έχριζαν
τακτοποιούσες ανυπομονησίας συνείδηση
με ακυβέρνητες ανάσες φωτιάς
ψιθυρίζοντας λυπημένα τραγούδια.

Τώρα μόνον φράχτης μικρός
από κόκκινο χιόνι
κρυσταλλωμένο αίμα καρδιάς
σιωπηλό,
απροσπέλαστο
και που να βρεις αλάτι να ρίξεις
να λιώσεις τον πάγο
να ρευστοποιηθεί
να τυλιχθεί
να γίνει καιόμενος αναστεναγμός
στο πικρό στόμα σου.


***

Ραγισμένη θύμηση - Θεατρική ερμηνεία: Εύα Δήμου

Έμεινες ραγισμένη θύμηση
ν' απλώνεται στη σκάλα
εκεί στης κουπαστής το κάγκελο
που κράταγα
την τελευταία ανάμνηση της φυγής σου
κι όταν επέστρεφαν οι νύχτες
έταζαν μορφές και βήματα
στα άδεια σκαλοπάτια.

Πως να εξηγήσεις τα "σ' αγαπώ"
που έσπειρες στην αρχή
κι ύστερα θέρισες με υπεκφυγές τα θέλω σου
στο κεφαλόσκαλο της συγνώμης
τραυλίζοντας το αντίο με παγωμένα μάτια
στα χρονοδιαγράμματα του ψεύδους.

Τώρα μόνος εκθέτεις την ανομβρία σου
στο αστέγαστο του καιροσκοπισμού
μη έχοντας άλλα δάκρυα να δώσεις
κομμάτια δικά σου ριγμένα
στην άβυσσο των αδιεξόδων
παρανοείς,τρελαίνεσαι
στην προσπάθεια να νικήσεις Εσένα.


***


Σε ποιο σύννεφο - Απαγγελία: Ρία Απέργη

Σε ποιο σύννεφο
στάζει συναίσθημα
να το κάνω βροχή
για να ξεπλύνει την ψυχή σου
από την χθεσινή βεβαιότητα.

Είναι μικρές οι λέξεις
και δεν μπορούν
αόρατες πληγές να επουλώσουν
σε κρυφούς έρωτες
ξενυχτούν ονειροπολώντας
πονούν σε άδεια κρεβάτια
σκορπίζουν τη στάχτη τους
ικετεύοντας τους θεούς
να ταξιδέψουν
ως τη μυθολογία των ονείρων.

Είσαι μακριά, πολύ μακριά
κι αν δανείζομαι ρούχο που φόρεσες
είναι για να τυλιχτώ
μη καώ απ' τη φωτιά των αστεριών
που πέφτουν στη πόρτα μου
και μπαίνουν
από τα ανοιχτά παράθυρα.

Όσο κι αν λαχταρώ
να γίνω ρίζα στον κήπο σου
χωρίς ελπίδα
πάλι με παρεσέρνει ο άνεμος
γι' άλλη γή
γι' άλλη πατρίδα.


***


Τόπος ονείρων - Απαγγελία: Μαρία Παπαδημητρίου

Δείξε μου τον τόπο
που πραγματοποιούνται τα όνειρα
δείξε μου ένα ηλιοβασίλεμα
σαν νάναι το τελευταίο,
να μπορώ δηλαδή
να κάνω το "ελάχιστο"
"λίγο" έως "πολύ"
να σκορπίσω νύχτες γεμάτες αστέρια
στο σώμα σου
να φέρω φεγγάρια
στα μάτια σου
για να ταξιδέψω
σε συμπαντικές θάλασσες
στο θόλο τ' ουρανού.

Κι όσα ο έρωτας μας χρωστά
αρνούμαι να τα ερμηνεύσω
αρνούμαι να τοκίσω αισθήματα
σε εποχές απουσίας
σε μετέωρες συναντήσεις
σε χρώματα τέλους
διαγράφοντας σκιές χωρίς όρια
μέσα σε αποτυπώματα σιωπής
σε θρυμματισμένα αύριο...


***


Αθανασία - Στίχοι: Νίκος Γκάτσος - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Ρία Απέργη

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά
Σ' αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τούς χάρισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά
Ήρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές
κι απ' του κήπου σου τη βρύση δεν τους πότισες ποτές

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά
μα ήρθαν καιροί που σε πιστέψανε βαθιά
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς
Ομορφονιά, που δεν σε κέρδισε κανείς.


***


Στάζουν λέξεις τα ποιήματα - Θεατρική ερμηνεία: Εύα Δήμου

Έφτανε ένα καλοκαίρι
για να παγιδεύσει ένα τίποτα
ένα βλέμμα κρυμμένο
σε μοναχικά ταξίδια
εξερευνώντας μια σκιά σε άδειο δωμάτιο
με το φθινόπωρο να φέρνει φθορά
σε πνιγμένες σιωπές
χωρίς να φθάνει η ανατροπή
από την υπέρβαση που δεν έγινε ποτέ.

Έμειναν οι χάρτες που τα λόγια ζωγράφιζαν
όταν ακούμπαγαν στις πληγές
που με δάκρυα πλένονταν
με φωνές
με θυμό
με αγάπη
στάζαν λέξεις τα ποιήματα.

Έφευγαν-γύρναγαν-ξαναγύρναγαν
για να φράξουν αισθήματα
νερά που έτρεχαν αλόγιστα
στο ποτάμι της μοναξιάς
να συλλέγουν
να κάνουν φράγματα
να περισσεύει το κύμα
που στον βράχο έσπαγε
στο τέρμα της απόκρυφης σκέψης
εκεί που το αδύνατο έσμιγε με το δυνατό
κι έπρεπε να αντιμετωπισθεί
ως πράξη αρχής που γίνεται τέλος
χωρίς ελπίδα
χωρίς ίχνη στη διαδρομή
που το ρεύμα ακολουθεί παράφορο
σε ώρες
σε χρόνο
σαν παράλογο
σαν παράνομο
σαν παράπονο
γητεύοντας πληγωμένες αισθήσεις
σε φεγγαρολουσμένα τοπία.


***


Οδός ονείρων - Στίχοι: Μάνος Χατζιδάκις - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Ρία Απέργη & Εύα Δήμου

Κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά
Κάθε δρόμος έχει μια καρδιά για τα παιδιά

Μα κυρά μου εσύ, σαν τι να λες με την αυγή
και κοιτάς τ' αστέρια που όλο πέφτουν σαν βροχή
δωσ' μου τα μαλλιά σου να τα κάνω προσευχή
για να ξαναρχίσω το τραγούδι απ' την αρχή

Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή
μα έν' αγόρι, έχει την αγάπη για ντροπή

Μα κυρά μου εσύ, σαν τι να λες με την αυγή
και κοιτάς τ' αστέρια που όλο πέφτουν σαν βροχή
δωσ' μου τα μαλλιά σου να τα κάνω προσευχή
για να ξαναρχίσω το τραγούδι απ' την αρχή

Κάθε σπίτι κρύβει λίγη αγάπη στη σιωπή
μα έν' αγόρι, έχει την αγάπη για ντροπή.


***

Παλινδρόμηση - Θεατρική ερμηνεία: Εύα Δήμου

Πάλι σε βλέπω να βουτάς λυπημένα
στην νοσταλγία μιας αβίωτης μνήμης
σε ψιθύρους
που για σένα κάνουν κρότο
σε μέρες πικρές μ' αγκυλωμένα μάτια
σε συρματοπλέγματα διαχωρισμού
των αισθήσεων
των παραισθήσεων
των αναμνήσεων που δεν έζησαν
στο ολοκαύτωμα της πτώσης.

Παλινδρομείς στα άδεια χαρακώματα
με χαρακωμένα μάτια
με φθαρτή ανάσα.

Ίσως τίποτα πια να μην είναι όπως πρώτα
σωπαίνεις
σωπαίνω
σε θρυμματισμένα βράδια
σε απροσδιόριστους σχηματισμούς λέξεων
σε "γιατί" που πονάνε.


***


Μικροί αποχαιρετισμοί - Απαγγελία: Σοφία Στρέζου

Μικροί αποχαιρετισμοί,
κάποιες φορές δεν τους κατανοείς
τους αισθάνεσαι καθώς συμβαίνουν
βαθιά μέσα σου

αποχαιρετισμός θα πει:
σ' αφήνω
να ονειρευτείς
να ζήσεις
να ταξιδέψεις
ν' αγαπήσεις

πάντα θα κουβαλάς στάλες συναισθημάτων
ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχω,
στους κύκλους σου θα περιπολώ,
θα ζω με την ανάμνηση
όλων εκείνων που αισθάνθηκα
κι όλα εκείνα που με ανάσα ζεστή
ξεψυχώντας έγραφες

μην επιθυμείς,
μη ρωτήσεις
μη μάθεις ποτέ
πόσο πονάνε οι αποχαιρετισμοί
σε ξεβαμμένα χρώματα σιωπής
νομίζοντας πως δεν έχω τίποτα
εγώ που κράτησα τόσα πολλά
μακρινά μα τόσο κοντινά
έγιναν μυρωδιά σε ρούχο αφόρετο
που δεν ζητάει να φορεθεί
μη τύχει και σβήσει
το άρωμα του ονείρου
που μαζί σου έζησα...


***

Κεμάλ - Στίχοι: Νίκος Γκάτσος - Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Θεατρική ερμηνεία: Ρία Απέργη

Ακούστε την ιστορία του Κεμάλ
ενός νεαρού πρίγκηπα,της ανατολής
απόγονου του Σεβάχ του θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορέι να αλλάξει τον κόσμο.
αλλά πικρές οι βουλές του Αλλάχ
και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων.

Στης Ανατολής τα μέρη μια φορά και ένα καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι, μουχλιασμένο το νερό
στη Μοσσούλη, τη Βασσόρα, στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα της ερήμου τα παιδιά.

Κι ενας νέος από σόι και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι και τραβάει κατά εκεί.
τον κοιτάν οι Βεδουίνοι με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει, πως θ' αλλάξουν οι καιροί.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά
απ' τον Τίγρη στον Ευφράτη, απ' τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στο χαλίφη να του βάλει την θηλειά
μαύρο μέλι μαύρο γάλα ήπιε εκείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα τη στερνή του την πνοή.

Με δύο γέρικες καμήλες μ' ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες ο προφήτης καρτερεί.
πάνε τώρα χέρι χέρι κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ' αστέρι τους κρατούσε συντροφιά.

Σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο βλέπουν μπρός τους τον Αλλάχ
που από τον ψηλό του θρόνο λέει στον άμυαλο Σεβάχ:
«νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί,
με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί»

Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ
Καληνύχτα...


***


Ευχαριστίες από την Σοφία Στρέζου

Δεν ξέρω αν το ταξίδι στις λέξεις τελειώνει ποτέ...Το αποψινό ταξίδι στις δικές μου λέξεις ήταν όμορφο κι ευχαριστώ από καρδιάς όλους εσάς που μαζί μου ταξιδέψατε με Λόγο, με Μουσική, με Δράση..

Ευχαριστώ τον Γιάννη Καλπούζο για την ξεχωριστή συμμετοχή του, που με λόγια καρδιάς άνοιξε την βραδιά.

Την Στέβη Μπουζιάνη, που... είχε την ιδέα να σκηνοθετήσει και να υλοποιήσει τούτη την διαδρομή με αφετηρία τα ποιήματά μου.

Ευχαριστώ τις ηθοποιούς Εύα Δήμου και Ρία Απέργη για της υπέροχες ερμηνείες στα ποιήματα και τα τραγούδια.

Ευχαριστώ την Δημοσιογράφο Μαρία Παπαδημητρίου για την αισθαντική απαγγελία.

Τέλος να ευχαριστήσω το Μουσείο Ηρακλειδών και τον Γενικό Διευθυντή του τον κύριο Νικόλαο Κοντοπρία για την ευγενική παραχώρηση του χώρου και την ζεστή φιλοξενία καθώς και την Λένα Νομικού που μου έκανε πρόταση καρδιάς για να γίνει εδώ η πρώτη και μοναδική παρουσίαση της ποιητικής μου συλλογής " ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ ".

Να είστε όλοι καλά!!!

Πρόσκληση Παρουσίασης Σοφίας Στρέζου




Για να σπάσουν οι εικόνες
και οι άνθρωποι να αναγνωριστούμε
και να γνωριστούμε σε όμορφα καλέσματα,
για να μοιραστούμε και να συνομιλήσουμε,
όχι πια σε απόσταση,
αλλά να βρεθούμε κοντά στην αλήθεια μας
με Λέξεις Ποιητικές από "ΨΥΧΗΣ ΑΓΓΙΓΜΑΤΑ" ...

Σας περιμένω!!!

Σοφία Στρέζου

ΜΕΛΙΤΑ ΑΔΑΜ - Η ζωή μου στο χαμάμ (γράφει η Σοφία Στρέζου)


Σήμερα έχω μια πλούσια βιβλιοθήκη και όμως πουθενά, σε κανένα βιβλίο,
δεν βρήκα τη <<δική μου ιστορία >>, ούτε καν σε παραλλαγή".(Μελίτα Αδάμ)

Όταν οι πρώτες αχτίνες του ήλιου, τρυπώνουν στις θολωτές αίθουσες του χαμάμ, αρχίζουν οι αντανακλάσεις στις γούρνες με τα θερμά νερά.
Αντανακλάσεις ήλιου, που μετρούν αντανακλάσεις ζωής, όσες κι οι λουόμενες που περιφέρονται στα λουτρά.
Έρχονται-φεύγουν, για να επιστρέψουν ξανά και ξανά, για καθαρμό ψυχής και σώματος.
Μένουν εκείνες, που δουλειά τους είναι να περιποιούνται τις επισκέπτριες, για να εισπράξουν την κρυμμένη λαχτάρα τους, που μαστιγώνει μέρες μιας ζωής κλειστής, ως την κυριολεκτική απογύμνωση, στον χώρο του καθαρτηρίου.
Η αφηγηματική της Μελίτας Αδάμ, είναι η ιστορία που άκουσε όταν ήταν μικρό κοριτσάκι κι η μικρασιάτισα γιαγιά έφερνε μαζί με τα καλούδια διηγήσεις κι όλα εκείνα που στοιβάζονταν στις γεροντικές μνήμες της.
Μια απ' αυτές τις καθημερινές αναπολήσεις μας αφηγείται η συγγραφέας στο "Η ζωή μου στο χαμάμ".
Η συναρπαστκή γραφή, μας μεταφέρει στα άδυτα ενός χαμάμ γυναικών την δεκαετία του '40στην Κωνσταντινούπολη, τραβώντας τις κουρτίνες κι ανοίγοντας τα παράθυρα μιας πόλης, που ακόμα και κείνα τα χρόνια ακροβατούσε, ανάμεσα στην Δύση και την Ανατολή.
Διάφορες ηλικίες γυναικών από διάφορες φυλές, θα περάσουν το κατώφλι του και μέσα απ' όλα τα πρόσωπα, περνά η ιστορία με τα γεγονότα, που άλλαξαν τις ζωές των ανθρώπων, την προσπάθειά τους να επιβιώσουν, να ενταχθούν σε νέα δεδομένα, άλλοτε εύκολα κι άλλοτε θυσιάζοντας τα της προηγούμενης ζωής τους.
Οι ιστορικές ανατροπές διαδέχονται, ότι μέχρι πριν ήταν όμορφα για κάποιους,μα τώρα στη ροή του χρόνου...αντιστρέφονται όροι και ρόλοι.
Θα περάσουν, θ' αποκαλυφθούν και θα μπλεχτούν οι ζωές γυναικών όπως αυτές διαμορφώνονται, μέσα σε κλειστούς και απομονωμένους χώρους.
Μέσα από την μνήμη της "Ξανθούλας" της όμορφης ηρωίδας, που πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, μα κάπου εκεί στην εφηβεία της αναγκάστηκε να βρεθεί φορώντας ξύλινα τσόκαρα στους ατμούς και την θέρμη του λουτρόκοσμου, που υποχρεώθηκε να διαβεί το κατώφλι του.
Θα αναβιωθεί και θα αναπλαθεί μέσα στις σελίδες του διηγήματος, η δική της ζωή και πως εκείνη βίωσε τον ανεπιθύμητο έρωτα.
Από την ανάγκη της προσωπικής επιβίωσης αλλά κα της οικογένειας δέχθηκε σιωπηλά κι
αδιαμαρτύρητα τις συνθήκες ψεύδους. Υποτάχθηκε από το Χρέος προς τους
οικείους της, στον βιασμό του ανέγγιχτου κορμιού και της ευαίσθητης ψυχής της.
Η ηρωίδα που άλλα ονειρευόταν κι άλλα έζησε, έφθασε στην προσωπική κάθαρση μεθοδικά κι ανέκκλητα.
Ο χρόνος ξεπούλησε αβίαστα στη λήθη ανοχές κι αντοχές. Η ανυπομονησία χτιζόταν μέρα τη μέρα, χρόνο τον χρόνο ώσπου να 'ρθει το οριστικό τέλος της ντροπής, της ενοχής.
Την άθλια αλήθεια που φύλαγε καλά κρυφά μέσα της την ξέπλυνε με έρωτα αληθινό στου κορμιού της τις αποστάσεις.
Για χρόνια λερώνονταν με το αίμα των ασώτων, μα τώρα οι πληγές έπαψαν να αιμορραγούν και λυτρωμένη, αφουγκράζεται ήχους και βηματισμούς κάτω από το φως δίπλα στη θάλασσα που πλένει τα πόδια και της ψυχής της τις άκρες.

ΜΕΛΙΤΑ ΑΔΑΜ - Ψηλαφώ την ψυχή μου


Η ποιητική συλλογή της Μελίτας Αδάμ, κυκλοφόρησε το 2004 από την ίδια την ποιήτρια.
Φως του έρωτα σε αγάπης ταξίδια είναι η ποίηση, που ψηλαφώντας την ψυχή της έγραψε. Μπορεί η αγάπη να μην γυρίζει πίσω, όμως δεν χάνεται στις φλέβες που ενσαρκώθηκε κι εξακολουθεί να κυλά και να ανασκευάζει μνήμες. Είναι εκείνη η ανάμνηση που πονά, με διαιρεμένες ανάσες απουσίας, συγκλονίζει και ζητά επιτακτικά να καταγραφεί, σε ώρες μυστικές σε μυσταγωγίες παρελθόντος πόθου.
Η αγάπη ματώνει κάτω από το βάρος αναπάντεχων γεγονότων, ασθενεί σε διαδρόμους λευκούς, με την αγωνία να διανυκτερεύει σε θαλάμους λύπης. Ακίνητα αγάλματα στις παρυφές που οι μάχες δεν κερδίζονται, χάνονται, συνθλίβονται μεγαλώνοντας το χάσμα,το δέος, μπροστά στην έκρηξη αγγείων που έσπασαν κι ύστερα σιώπησαν.
Είναι το κορίτσι που ερωτεύτηκε σ' ένα παρελθόν μακρινό, η γυναίκα που γέννησε το καρπό και τώρα μένει βουβή, μπροστά στο θέλημα του Θεού, που προστάζει έναν χωρισμό έξω από επιθυμίες, δίνοντας απλόχερα μια μοναξιά που δεν ζητήθηκε, δεν διεκδικήθηκε στα μονοπάτια του χρόνου.
Ξυπνάει και τίποτα δεν είναι όπως πρώτα. Χάθηκε μαζί με τον ύπνο μια ψυχή άδεια, που ζητά να ξαναγεμίσει, να σώσει στιγμές που για χρόνια φυλακίστηκαν. Να ελευθερωθούν, να ξημερωθούν σε σελίδες λευκές, μοίρας σκληρής κι ασάλευτης, στις προσταγές, στο μετέωρο των ευχών και των υποσέχεσεων που φεύγουν πρώτες, κλείνοντας σκοπούς, επιδιώξεις και όνειρα.
Η ποιήτρια δεν έζησε την προδοσία του έρωτα και δεν θέλει να βιώσει την προδοσία της μνήμης ακόμα κι αν χρειασθεί να πληρώσει το τίμημα της μοναξιάς και της βουβής μοναχικότητας, για να εισπράξει το τίποτα που πληγώνει σε μακάριους ύπνους και το αρπακτικό ελάχιστο που συνθλίβει και τεμαχίζει βιωμένες αναμνήσεις.

"Μετά, το τίποτα

Ποιος ποτέ οριοθέτησε τη μοναξιά;
Ποιος έβαλε πλαίσιο στην ερημιά;
Ποιος εμπόδισε τις σκιές της νύχτας
να περιζώσουν ασφυκτικά
την ψυχή;
Ποιος άφησε την ομίχλη να φράξει
τους ανοιχτούς πόρους
του πληγωμένου κορμιού;
Ποιος άπλωσε το δίχτυ και
δεν μπορώ να φτάσω στον ουρανό;
Ποιος απόθεσε το βράχο στη γάργαρη πηγή;
Το ποτάμι στέρεψε.
Διψώ. Όλα είναι ακίνητα.
Μισώ την ακινησία.
Είναι το τίποτα...

Ο καιρός άλλαξε
η γαλάζια θάλασσα σταχτώθηκε.
Η ομίχλη σκέπασε τα πάντα.
Μετά, το τίποτα...

Μελανόμορφα σύννεφα
έκλεψαν τις σκέψεις.
Χάθηκα στο χάος του χθες.
Μετά, το τίποτα...

Το φως του δειλινού
έλουσε τους τρατάρηδες
που έβγαιναν για ψάρια
ωσότου το σκοτάδι τους έφαγε.
Μετά το τίποτα...

Ο μαΐστρος καλπάζοντας
έστριψε στον κάβο.
Η βάρκα βυθίστηκε.
Μετά, το τίποτα...

Πάνω στον ακρόλοφο
ήσαν τα όριά μου.
Τα ξεπέρασα. Πτώση.
Μετά, το τίποτα...

Τότε διάβηκα
την ατρικύμιαστη λίμνη
ως τη μέση, εκεί βυθίστηκα.
Μετά, το τίποτα...

Το φονικό έγινε
τη χρονιά που η μνήμη
άρχισε να γεννιέται.
Μετά, το τίποτα...

Πασιχαρής ανέβηκε
στο βαγόνι.
Μου κούνησε το άσπρο της μαντήλι.
Το τρένο σφύριξε. Έφυγε.
Μετά, το τίποτα..."


Το μελάνι χρωματίζει την ασκητική της θλίψης, Βυθίζεται στα άδυτα της ψυχής ως άλλη Ιστάρ. Ο γκρεμός που ήδη είναι μπροστά, της ζητά να παραιτηθεί ή να πολεμήσει, ν' αντέξει, για να ζήσει η αγάπη της, να σωθεί από την μαρμαρυγή του χρόνου.
Οι πληγωμένες μέρες η ίδια η ζωή θέλει να ξεχαστούν. Τα χέρια κι η καρδιά να γεμίσουν συναίσθημα. Η ζωή συνεχίζεται κι εκείνη πρέπει να συνεχίσει για δυο.
Αναγεννάται με αντοχές που επεκτείνουν όρια κι η ζωή άλλη μια φορά έχει σωθεί, με την δύναμη κρατερής μνήμης, ελεύθερη στην περιπλάνηση της ενδοχώρας του ονείρου που βίωσε.
Να προλάβει, ν' αντέξει να μαζέψει όλες τις λέξεις που πλέκουν αυτό που αισθάνθηκε, να το σχηματοποιήσουν σε σώμα ποιητικό και να φανεί χωρίς δισταγμούς σε ανοιχτά φώτα, σε σελίδες που τρέχουν.
Να θυμηθεί το ακαριαίο, το ανεπανάληπτο, το ταυτισμένο με την δική της ύπαρξη. Οι δίαυλοι των καναλιών είναι ανοιχτοί κι εκείνη πρέπει να κολυμπήσει μέσα στο φως, διώχνοντας τα σκοτάδια από υγρά μάτια και σιωπηλές ματαιότητες.
Θα εξιχνιάσει τα ανεξιχνίαστα της ψυχής κι ένας ήλιος θα οδηγήσει με νέα βήματα κατακτώντας την βιολογική συνέχεια μιας γυναίκας που έζησε χορτασμένη .

"Ιστάρ: Η κάθοδος

Βυθίζομαι στ' άδυτα
της θεϊκής ανυπαρξίας
εγώ, η μονοθείστρια, χάνομαι
σαν κάθομαι και σ' αγναντεύω
ζωσμένη απ' την γαλάζια σου γοητεία.
Θεά πλανεύτρα ονειρική
που κάνεις το σύμπαν
να γίνεται ένα με τη σάρκα
που δίνεις στο νου άπειρα άλλοθι
για μύθους, οράματα ζωής, έρωτα
για όνειρα μεθυσμένα
ξελόγιασε το μπάτη, μίλα στο μαΐστρο
φώναξε το μελτέμι, μίλα τους για μένα
την τρελή κι αλλοπαρμένη.

Η Θεά άκουσε...Φύσηξε βοριάς.
Τα ξερά φύλλα
μαζί με του νου τα θρύψαλα
χορεύουν στο χώρο.
Δεν υπάρχω.
Έχω αδειάσει.
Ο άνεμος έκλεψε τις σκέψεις
<< Άσε λίγες >>, τον παρακάλεσα.
<< Άσε τις καλές μνήμες >>. τον ικέτευσα.
Θύμωσε.
Φύσηξε ακόμα πιο δυνατά.
Δεν ΄΄εμεινε τίποτα. Τα πήρε όλα
μήτε τα ρούχα που φορούσα δεν άφησε.
Γυμνή με πέταξε, χωρίς οίκτο
στις κοφτερές πέτρες της ακτής.
Το κορμί μάτωσε.
Το κύμα έγλυψε τις πληγές.
Πόνεσα. Έκλαψα.
Κανείς δεν μ' άκουσε.
Όλοι κλεισμένοι στα... κουκούλια τους.
Φύσηξε ο βοριάς ακόμη πιο δυνατά
και..Ήρθε το ΤΕΛΟΣ."


Ακόμα ελπίζει κι ας ακούει φωνές από ένα χθες, που δεν λησμονήθηκε στα παράξενα παιχνίδια της καρδιάς και του νου. Άλλωστε η ίδια θα πει:

"Η μνήμη δεν χωράει
παρά μόνο τον έρωτα"

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ-Νυχτερινό Πρελούδιο (από Δημήτρη Παλάζη)


Στο "Νυχτερινό Πρελούδιό" της η Σοφία Στρέζου στοχάζεται λυρικά πάνω στη ζωή, στην αίσθηση του μοιραίου, που συνεχώς ανακαλύπτεται, επιβεβαιώνεται, κάτι στο οποίο η λογική αδυνατεί να επιβληθεί καθοριστικά. Η συναισθηματική αναστάτωση, το σπάσιμο των κρυστάλλων της ανθρώπινης ύπαρξης, ο αγώνας του ανθρώπου να βρει τη γαλήνη, την ειρήνη μέσα από "ολοένα μετατοπιζόμενα συγκινησιακά επίπεδα" (Δίλημμα, σ. 38), ακολουθούν έναν μεταπτωτικό τρόπο ξεχωριστό για τον καθένα.
Κυριαρχεί η επίγνωση της απώλειας, της φθοράς, του τέλους. Η 'νίκη' στις ανθρώπινες σχέσεις είναι μια "νίκη στην τέφρα", η δικαίωση είναι η αγάπη. Η ήττα η απώλεια, η φθορά.

Η σιωπή της Στρέζου είναι η σιωπή της απόγνωσης που την αναπαραγάγει, "η τελευταία άμυνα", "η λευκή σιωπή" (Αναδύεσαι, σ. 32). "Σιωπές που σε δονούν", αλλά και που "παρανομούν" "μπροστά σ' ένα γιατί που ομολογεί". "Σιωπές που ρημάζουν, αφανίζουν, ανταλλάσσουν, κανείς δεν έμαθε με τι" (Αναπόδεικτο, σ. 31).

Ο πάντα περιορισμένος χρόνος, η προοπτική του τέλους, της ολοκλήρωσης κάθε ανθρώπινου βιώματος είναι άρρηκτα δεμένη με την προσωρινότητα της ανθρώπινης ζωής. Αναζητώντας την υπέρβαση ο άνθρωπος επιζητεί να "βιάσει" το χρόνο περνώντας στη σφαίρα του έρωτα, στον "πανικό του χρόνου" (Πρόσωπο με πρόσωπο, σ. 58)
Αφού υπάρχει όμως τέλος, υπάρχει και μια αρχή, που μπορεί να ανανεώνεται:
"Ένας ακόμα θάνατος κάθε βράδυ
και κάθε πρωί,
μια καινούργια άνοιξη
... μόνο για μένα"
(Τέλος - Αρχή,
σ. 60)

Τα πρελούδιο της Σοφίας Στρέζου είναι νυχτερινό, η μουσική της νύχτας κυριαρχεί, «σκεπάζοντας μορφές κι όνειρα χτυπημένα με βέλη. Είναι η «νύχτα των πόθων που γεννιούνται και πόθων που καίγονται στη φωτιά του νου και της ψυχής», είναι τα «θύματα της νύχτας». Αλλά και αναζήτηση της ειρήνης, η αναμονή της ειρήνης, μέσα απ’ τον αποκαθαρμό του πόνου.

Στην ποίηση της επιχειρεί ν' απαντήσει στο τρίπτυχο ερώτημα:
"η ζωή, η ηδονή, ο θάνατος". Ή, καλύτερα, αναζητά να δώσει με το δικό της τρόπο αυτές τις θεμελιώδεις ερωτήσεις.
Για την ποιήτρια, "Το να μη γεύεσαι τη ζωή είναι θάνατος, αλλά και το ν' αρνείσαι με πείσμα το θάνατο δεν είναι ζωή". Οι αρνήσεις της ζωής είναι τα προσωπεία του θανάτου, οι ποικίλες μορφές του.
Ο έρωτας είναι καταδικασμένος στον κύκλο αρχής – τέλους που αναπαράγεται, γιατί "η αμετάκλητη άρνηση ικετεύει τον έρωτα" (Η ζωή μου, σ. 8)

Η ποίηση της Στρέζου είναι βαθιά υπαρξιακή, ένας ευθύς και ειλικρινής στοχασμός στα βασικά ανθρώπινα ερωτήματα, ένας διερευνητικός εσωτερικός μονόλογος και μια προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης εκδήλωσης που διαπερνά την ποιητική κατακλείδα.


Δημήτρης Παλάζης
dimitrispalazis@yahoo.com

ΚΙΚΗ ΜΑΥΡΙΔΟΥ - Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο


" Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο ", ονόμασε η Κική Μαυρίδου την ποιητική συλλογή της, που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2009, από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑ. Και μόνον ο τίτλος προϋποθέτει, πως ο αναγνώστης θα διαβάσει ερωτική ποίηση.
Είναι μια λυρική αφηγηματική, με πινελιές σουρεαλισμού σε κάποια από τα σώματα της γραφής. Η θεματολογία περιλαμβάνει σιωπές και παύσεις, μνήμες και νοσταλγίες, αφίξεις κι επιστροφές, συνθέτοντας το αποτύπωμα μιας ερωτευμένης γυναίκας και πως αυτό ξεδιπλώνεται στις γραμμές της ποιητικής διαδρομής της.
Η ποιήτρια τολμά να ερωτευθεί και να μιλήσει με θάρρος για όλα εκείνα που την συγκλόνισαν, σε πρώτο πρόσωπο πάντα.
Εξομολογείται και ταυτόχρονα κοινωνεί όλα εκείνα τα αγγίγματα, που την έκοψαν και που τώρα πονάνε, λουσμένη από το φως των ματιών, που την ζάλισαν και ως ρίζα την έδεσαν σε ηρωικές καταδύσεις αναμονής.
Αποζητά να δραπετεύσει από την φυλακή και να χαθεί σε μιαν άλλη, εκείνη του βιωμένου ονείρου, ζώντας τα σκοτάδια που εμπεριέχουν το φως σε μια σχέση δυνατή.
Δικαιούται και θέλει ν' αγαπήσει και ν' αγαπηθεί και το θέλει τώρα, όχι πριν, όχι μετά.
Ο ουρανός υπάρχει κι εκείνη ζητά να πετάξει, χωρίς να φοβάται τη ζωή και το ξεκίνημα στις άγνωστες περιοχές της αγάπης. Αμνήμων σε ότι πριν βίωσε, γυρίζει σελίδα κι ανταμώνει ερωτεύσιμη κι ερωτευμένη νέες συγκινήσεις με το μαχαίρι να μπαίνει βαθιά στις αισθήσεις.

"...για σένα..."

Ερωτεύομαι τις μικρές κινήσεις σου που με πλησιάζουν
Το τυχαίο άγγιγμα όταν μου δίνεις το ποτήρι
Το αμήχανο χαμόγελο όταν τα μάτια σου επισκέπτονται
τα δικά μου

Μείνε εκεί που είσαι... να σε κοιτάξω ακόμη μία φορά,
και ακόμη μία,
και μία,
μία...
Ατέλειωτη στιγμή η ομορφιά σου

Δίπλα σου μεγαλώνουν οι ανάσες
Τα καλοκαίρια ξεχνούν να χειμωνιάσουν
στέκουν μαζί σου και δεν φεύγουν αν δεν φύγεις
Και γω μαζί σου...
να μην αλλάζω εποχή

Ερωτεύομαι

Το θυμό σου
Τα κουρασμένα ανέκδοτά σου
τις ατυχείς επαναλήψεις σου
Τη φλύαρη εκδοχή σου

Μείνε όπως είσαι... αφού αντέχω
να ερωτεύομαι
αντέχω
αυτόν το μικρό Γολγοθά που με οδηγεί
στην Ανάστασή σου..."


Στη ροή του χρόνου, τα αμετακίνητα μετακινούνται απειθάρχητα, από νόμους κι εξισώσεις που η καρδιά δεν γνωρίζει, δεν ορίζει. Καθορίζει συμπληγάδες που θα πρέπει να περαστούν, και να ξεφύγουν σκέψεις κι υποσχέσεις από ερωτήσεις μετέωρες, σε καιρό απουσίας τότε που όλα έχουν τελειώσει, μένοντας πίσω η μνήμη να αναπωλεί, απέναντι σε μεγάλα λόγια, σε εξουσίες άρνησης.
Ότι εδόθη, εδόθη, ματώνοντας σιωπές και δάκρυα μη μπορώντας να σώσουν ένα τέλος που ήρθε, διαψεύδοντας προσδοκίες με παραδεκτές συστολές σε ιστορίες πίκρας.

"...μνήμη..

Κι όταν μου ζητήθηκε κάτι να στερηθώ
στερήθηκα τη μνήμη

Προς τι οι τόσες θύμησες;
Οι περασμένες αγκαλιές;
Τα όμορφα κοιτάγματα;
Οι κάποτε ερωτικές συνευρέσεις;

Οι μνήμες...
βαρίδια του παρελθόντος
Πόσες μνήμες χωράει το παρόν;
Πόσο παρελθόν αντέχει το μέλλον;

Και τα μάτια σου... μέρος του χθες
αφού σήμερα άλλαξαν βλέμμα
Προς τι οι θύμησες λοιπόν;
Προς τι η βασανιστική αναζήτηση του χθες;

Με έκανες << χθες >>...
Γιατί τόση επιμονή να σε κάνω << σήμερα >>;

Και όταν μου ζητήθηκε κάτι να απαρνηθώ
απαρνήθηκα τη θύμησή σου γιατί
δεν θέλω να είσαι κάποτε,
θέλω να είσαι τώρα
Όχι να σε θυμάμαι, να σε ζω αγάπη μου
Όχι να με ήθελες, να με θέλεις μάτια μου
Όχι μνήμη, ζωή να γίνεις
να ζούμε,
όχι να θυμόμαστε ότι ζήσαμε..."


Για τους "εραστές της γης" που ξυπνούν κι ανοίγουν την πόρτα, σπάνε δεσμά και φώτα ανάβουν για να κρυφτούν οι σκιές η ποιήτρια θα προτάξει τα "θέλω" της, εκεί που απολύγουν οι άκρες των δαχτύλων, με εισητήριο επιστροφής στην τσέπη για νέες κατακτήσεις στο πεδίο των ομολογημένων ερώτων.

"...οι εραστές της γης...

Τα πόδια σου ... οι εραστές της γης...

Γυμνά πατούν πάνω της
φέροντας όλο το βάρος της ομορφιά σου

Προκλητικά γυμνά
αφήνουν τ' αποτυπώματά τους
στο υγρό χώμα

Ζηλεύω την οικειότητα του σύμπαντος
με τα γυμνά σου μέλη
Τα δάτυλά σου που χαϊδεύονται στα βότσαλα
Τη φτέρνα σου που τρίβεται στην άμμο...

Τα πέλματά σου εκπορνεύονται τις αποστάσεις
Πόσο κοστίζει η δική μου να την περπατήσεις;

Τιμολόγησέ την κι έλα να με βρεις
Θα σου 'χω ζεστό νερό με αλάτι
και όλα τα χάδια που αντέχω...

Τρέξε πάνω μου, προχώρα με, στάσου... ό,τι θέλεις!

Θα σου 'χω ζεστό νερό...
...μόνο μείνε...
...ζεστό νερό...

Μα, αν φύγεις... πες πρώτα ένα << γεια σου >>
Όχι για τους τύπους
αλλά για να έχω κάτι τελευταίο να θυμάμαι
από την πρόσκαιρη κτήση του φευγαλέου..."


Καλοτάξιδο...

ΡΕΝΑ ΒΑΣΙΛΑ - Ποιήματα


Μια σεμνή παρουσία στο χώρο της ποίησης είναι η Ρένα Βασιλά. Με τρεις ποιητικές συλλογές στις αποσκευές της, παρουσιάζει μέσα από αυτές, τις δικές της πινελιές σ' όλα εκείνα που την πόνεσαν, γράφοντάς τα με αίσθημα.
Όταν οι φωνές σωπάσουν, τότε ο ποιητής αναλαμβάνει να μιλήσει, για τις απουσίες, το μεγάλωμα στο χρόνο, τη μοναξιά.
Η μνήμη ξεδιπλώνεται κι αφήνεται στο χαρτί να εξελιχθεί με λυρισμό και συγκινησιακή φόρτιση. Στα μισά του δρόμου ανακαλύπτει το χάρισμα να αποτυπώνει σε άδειες γραμμές και να τις γεμίζει με σκέψεις και θύμησες που η ψυχή κουβαλά.
Στα "Φθινοπωρινά Φύλλα" η απώλεια της μητέρας συγκλονίζει την ποιήτρια κι αρχίζει να μετρά αντίστροφα στιγμές παρουσίας και απουσίας. Η μάννα καθορίζει το πριν και το μετά της ζωής.
Δεν είναι εύκολο να κοπούν οι ομφάλιοι λώροι, ακόμη και κει στην οριστική αποχώρηση, δεν αλλάζουν οι μετατοπίσεις που τρέχουν σε βλέμματα και αλήθειες που βιώθηκαν.
Δεν ξεφτίζουν οι μνήμες, αθωώνονται στα μάτια, στην καρδιά, στα ερωτηματικά που κι αν δεν απαντήθηκαν ευελπιστούν στην μετάβαση της άλλης ζωής, πως εκεί η σχέση με τον γονιό θα εξελιχθεί, κάτι που ίσως δεν πρόλαβε σ' αυτή τη ζωή να συντελεσθεί.
Η ερημιά, η ορφάνια της απώλειας σε μια άδεια πόλη Εκείνης που έφυγε και πρέπει τώρα η ίδια, να διαμορφώσει και να διαμορφωθεί σε μοναχικές αναζητήσεις.

"5/4/1998

Εδώ σε τούτον εδώ τον τάφο
κάτω απ' αυτά τα μάρμαρα
είναι θαμμένοι
ότι πιο πολύτιμο
είχα στη ζωή μου.

Πως να βαστάξω
Θεέ μου
τόση μοναξιά!
Τόση ορφάνια!
Πως να δεχθώ
την ανυπαρξία
έτσι απλά,
όλων αυτών
που ήταν το παν
για μένα
το είναι μου,
η αναπνοή μου,
η ζωή μου! "


Στο " Ήχοι Κοχυλιών " η ποιήτρια αναπολεί καλοκαίρια με θάλασσα, ήλιο κι ουρανό για να γράψει τα δικά της τραγούδια μέσα από αναμνήσεις, που περνούν απαλά και γαλήνια στη σφαίρα της νοσταλγίας με τ' "αγαπώ" να περιπολούν πάνω στις πέτρες, στον άνεμο στο φως.
Λυρισμός που γητεύεται σε νατουραλιστικούς πίνακες γραφής. Εικόνες καλοκαιριών γεμάτες ήλιο με αγιάσματα ψυχής που βρίσκουν στίχους ν' ακουμπήσουν τα συναισθήματα.
Ο έρωτας αχνοπερπατεί βουβός στα περάσματα του χρόνου, σκεπασμένος από την ομίχλη που πέφτει σε λάθη, τότε που έστρωναν την φυγή της κατοπινής απουσίας.
Με τα μάτια της ψυχής ανασκαλεύει, ψάχνει να συναρμολογήσει, να δέσει μια μια τις στιγμές σε κρίκους, αλυσίδα φορεμένη στο λαιμό. Το χθες είναι σήμερα, γιατί κανένα χθες δεν χάνεται εφ' όσον το κρατάμε καλά στην μνήμη.
Είναι η συντροφιά σε ώρες μοναξιάς, σε μοναχικές διαδρομές δίπλα στην θάλασσα που συντροφεύει τις σκέψεις.
Τρυφεράδα και νοσταλγία πολιορκούν τα δάχτυλα και τον νου για να καταγραφούν όλα, μη τύχει και ξεχαστούν και πεθάνουν στις ριπές του χρόνου.

" 2/5/2003

Ψάχνω
μέσα στο σκοτάδι
το πέρασμα
που οδηγεί στο φως
στο έρωτα στη ζωή.

Ο χρόνος
κύλησε γοργά
το πέρασμα
δεν μπόρεσα
να βρω
έμεινα μόνη στο σκοτάδι."


Τα "Πολιτικά" της Ρένας Βασιλά έχουν να κάνουν με την αυτογνωσία της ποιήτριας, που δεν μένει αδιάφορη στο πολιτικό γίγνεσθαι των γεγονότων που σημαδεύουν την δική της ζωή αλλά και των λαών. Εκείνη θα ενδιαφερθεί και θα μιλήσει, για τους αγωνιστές επώνυμους και ανώνυμους, για τους λαούς που καταπατούνται δικαιώματα και όνειρα καθώς μπλέκονται στα δίχτυα των ισχυρών.
Καίνε τα δρώμενα τη σκέψη κι οι σκιές περιπολούν στα χαλάσματα επιλογών, που μέρες ιστορικές σημάδεψαν.
Η επικράτηση της ειρήνης σε πρώτο πλάνο, όμως κι εξορίες, προδοσίες, βασανισμοί, συλλήψεις, φυλακίσεις, εκτελέσεις για όλα έχει κάτι να πει, ίσως επειδή όλα αυτά ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια της.
Δεν γράφονται σε σελίδες ιστορίας, στο μυαλό περιπολούν και αγιάζονται σε ποιητικές γραφές. Όνειρο κακό που δεν πέρασε, ανασκευάζεται και αναπλάθεται κάθε φορά στις αναγνώσεις κοντινού παρελθόντος. Με το νου να κρατάει τη διαύγεια των γεγονότων, μη γίνουν λήθη γιατί η αλήθεια πρέπει να σωθεί μέσα από τις ψυχές των ανθρώπων.

"10/7/2001

Το νου
τη σκέψη
το πνεύμα
κανείς
δεν μπόρεσε
να κλείσει
σε λευκά
κελιά.

Το κορμί
φυλάκισαν
το πνεύμα δραπέτευσε
σπάζοντας
φραγμούς και αλυσίδες.

Λεύτερο τώρα πια
γεμίζει
τα σκοτάδια
ΦΩΣ! "


Σε ουρανούς που ξημερώνουν ας ταξιδεύουν με φως...

ΜΑΡΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-Κρεσέντο Κυμάτων


Με τον πρώτο μήνα της Άνοιξης τον Μάρτιο του 2010, ήρθε ν' αγκαλιάσει με το φως του τη νέα ποιητική συλλογή της Μαρίας Νικολάου, με τον εύγλωττο τίτλο "Κρεσέντο Κυμάτων". Κι είναι πράγματι ένα κρεσέντο που κρατά τον ρυθμό εκεί στην άκρη των λέξεων, στα κύματα της ποίησης.
Εδώ θα βρούμε το μαχαίρι, να μαχαιρώνει μικρές στροφές, ανοίγοντας τις φλέβες, να στάξει το αίμα μιας ζωής, που χαϊδεύεται με αύρες.
Λυρική, αλλά ταυτόχρονα σκληρή γραφή, για να ξορκίζει την μοναξιά και το άφατο στην αναμονή του χρόνου, που κρατά στιγμές και τις κάνει τραγούδι αταξίδευτο στον άνεμο.
Με κρυφή κι ατελείωτη δίψα για το όνειρο, συνομιλεί μαζί του, το ξεδιπλώνει, για να το τυλίξει ξανά σε σελίδες λευκές, με γράμματα σπαρμένα στις γραμμές του καλαίσθητου βιβλίου της.
Είναι η δική της ζωή, που αποτυπώνεται στις εκφάνσεις μιας διαδρομής, που πλέον ξεφεύγει από τον προσωπικό χαρακτήρα κι ακουμπά όλους εμάς, με διάθεση να κρατηθούμε σε κείνο που δεν έχει ακόμα χαθεί και ταξιδεύει μαζί με τα κύματα, για να βρει ακτές γνώριμες και οικίες στην άγονη γραμμή των συναισθημάτων.
Όλα εκείνα που πέρασαν, βυθίζονται σε βλέμματα σιωπηλά, σε μνήμες τρυγισμένες από καλοκαιριού διάθεση, φέρνοντας την αλμύρα και την μυρωδιά της θάλασσας στους δρόμους της γραφής της.
Είναι αλήθεια πως την απογοητεύουν εύκολα οι άνθρωποι κι έτσι εκείνη κρατά το απόλυτο κι απομακρύνεται, μη αντέχοντας το ψεύτικο των ενεργειών τους.

"Κι απόψε μέσα θα μείνω.
Είναι προτιμότερο να ψάχνω
χωμάτινες λέξεις
μέσα στα δάχτυλά μου
παρά να μου προσφέρουν χρυσάφι
άνθρωποι ντυμένοι με ψεύτικες
ψυχές."


Λίγες οι ψηφίδες αυτού του πονήματος.΄Αλλες τις αφιερώνει σ' αγαπημένα και γνωστά πρόσωπα κι άλλα λιποτακτούν από την ροή των κυμάτων και γίνονται ανεξάρτητα σώματα ποίησης.

"Λιποτάκτησες κι απόψε
μέσα απ' τα βράχια μικρών
στεναγμών.
Πέτρα και χώμα έγινες
και κύλησες στην άμμο.
Μήτρα της έγινες
μα σώπασες όταν δειλά σου
ζητήθηκε
ένα κομμάτι κύμα.
Τι περιμένεις τώρα πια...
Ασπόνδυλα όνειρα περιφέρονται
σε γλυφά νερά γεννώντας
νέες υποσχέσεις..."


Ζει και γελά μέσα στην απουσία ενός καλοκαιριού που έφυγε, με αναμνήσεις να μυρίζουν θάλασσα, με τον ήλιο να γυρίζει σε κείνα που θυμάται, σε κείνα που θάθελε να ξεχάσει. Μνήμες που σκορπούν ευωδιές από το λίγο του ονείρου, σπάζοντας το ταξίδι που αταξίδευτο έμεινε σε πόνους γεννημένους δίπλα σε αύρες θαλασσινές.

"Κάηκε και τούτο το καλοκαίρι
κι απέμειναν στάχτες
μες στις χούφτες μας.
Μονάχα οι αναμνήσεις ακόμη
μυρίζουν θάλασσα,
ώσπου να εξατμιστεί κι αυτή η
μυρωδιά
από τη μνήμη"


Πάντα λαθραία οι σκιές βρίσκουν τρόπο να γλυστρίσουν μέσα σε σιωπές κατανυκτικές, τότε που οι λέξεις κυοφορούνται σε μήτρα άκαρπης σιωπής, δημιουργώντας τις δικές της αισθήσεις στη γεωγραφία των ποιητικών διαδρομών.

"Μήτρα άκαρπη η σιωπή σου.
Ποτέ της δεν γέννησε
ούτε μια λέξη."


Αγγίζει το μέλλον με βηματισμούς, σ' ένα παρελθόν φορτωμένο με στάλες βροχής στο πλακόστρωτο του δρόμου, που φθάνει ως την θάλασσα των ανεξάντλητων συνειρμών.

"Δεν προσπάθησα ποτέ
να γράψω Ποίηση.
Το μόνο που χρόνια προσπαθώ
είναι να αντιγράψω τον εαυτό μου
σ' ένα χαρτί.
Να με ζωγραφίσω, να με
μουντζουρώσω...
Με δάχτυλα γεμάτο μολύβι και
κάρβουνο
να με πείσω πως δεν είμαι τίποτα
παραπάνω
από ένα σβησμένο χαμόγελο.
Τελικά νομίζω πως ούτε σ' αυτό
δεν τα κατάφερα..."


Στα διαζώματα της αγάπης, γεννιούνται πόθοι κρυφοί για να ξεγελούν το ήρεμο των στιγμών του έρωτα κατακτητή, που αποθεώνεται για θρυμματισθεί μετά στο αναγκαίο, στο αναπάντεχο, στο αναπότρεπτο, στο άγνωστο που δεν ομολογεί, παρά μόνον απομακρύνεται στην αοριστία του χρόνου.

"Ξύπνησε η σιωπή στα πέλαγα
Τα κύματα θρυμμάτισαν
τις ανησυχίες.
Ο ήλιος αγκάλιασε τις λεμονιές
κι έστυψε πινελιές στη θάλασσα.
Ξυπνήστε!
Βρέξτε το πρόσωπο μ' αλάτι
και ζωγραφίστε έρωτες
πάνω σε κόκκους άμμου.
'Ετσι θα μεγαλώσουν
αληθινές αγάπες..."


Καλοτάξιδοι κυματισμοί σε ώρες, σε μέρες, σε χρόνους που μπορούν να γαληνέψουν του κόσμου τη βουή με λέξεις βουτηγμένες στο μελάνι της ψυχής που κόκκινο γίνεται ...

ΤΑΚΗΣ ΤΣΑΝΤΗΛΑΣ-Υδρίες ανάσες


Και να που η νέα ποιητική συλλογή του Τάκη Τσαντήλα, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 2010 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ, έφτασε, για να ταξιδέψει άλλη φορά στην περιπλάνηση των λέξεων του ποιητή.
"Υδρίες ανάσες", ανάσες που το ελάχιστο της πνοής, μεγιστοποιείται και γίνεται η αφετηρία για το πέταγμα, από πληγή σε πληγή στην αποπλάνηση του λόγου, με την συγκίνηση που φέρνουν λέξεις ανάδρομες, αγαπημένες εκφράσεις που πεταρίζουν το ίδιο καλά σε δειλινά και νύχτες, για να συναντήσουν το αμετακίνητο της θλίψης, που διασταυρώνεται με ψιθύρους στην φυγή ονείρων, προσμένοντας νέες συναντήσεις στο θόλο τ' ουρανού.
Δεν φεύγει, δεν αποφεύγει, δεν υπεκφεύγει να συνομιλήσει ανοιχτά, για ότι τον συγκλονίζει στην υπέροχη και ταυτόχρονα ουτοπική διαδρομή στα πεδία της γραφής, στους κύκλους που συνομιλούν με κύματα ταξιδιάρικα σε θάλασσες ανοιχτές.
Μοιράζεται εξομολογήσεις και τις αφήνει να εκτεθούν την ώρα που συνουσιάζεται με άδειες γραμμές, για να γεμίσουν από το φως της γραφής του. Είναι η δική του αλήθεια σε μια κατάθεση γνώριμου ύφους που ταυτοποιεί το ενυπόγραφο και ιδιαίτερο γράψιμο στην γεωγραφία της ποίησης.
Είναι ένας διάλογος προσωπικός, εκ βαθέων, που αφήνεται να ξεδιπλωθεί στα μάτια των αναγνωστών, διατηρώντας τον ομφάλιο λώρο, που διατηρεί με τους φίλους στα αναγνωστήρια που σεργιανούν οι λέξεις. Τεθλασμένες ανάσες που σαν φωτιά καίνε ιριδίζοντα σκοπευτήρια, σε απένθητες καταδύσεις.
Είναι εκείνος που αφουγκράζεται με φωνή γερμένη στους ώμους, μένοντας στάσιμος, μαθητής στην ίδια τάξη, αμετανόητος εραστής, αλιεύς πόθων, κυρίαρχος συναισθηματικών ατοπημάτων, στα νοήματα ερωτικών διαδρομών. Εδώ οι λέξεις δεν απεργούν σε άσωτους καιρούς στις κατεβασιές των άστρων. Γιατί τι άλλο είναι η ποίηση του Τάκη Τσαντήλα, μικρά αστεράκια που δείχνουν τον δρόμο, στις ατραπούς μεθυσμένης ερωτικής γραφής ενορχηστρωμένης με σιωπές και θύμησες στην περιήγηση της μνήμης.

"Ενδείξεις

Θα 'ρθει καιρός
που τα καρφιά των ατραπών
που δρασκελίσαμε
θα βυθιστούν σκαιά
μες στο ισχνό κορμί της θύμησης
όπου το αίμα
θ' αναβλύζει πορφυρό
και θα κοχλάζει"


Ψάχνει στεριές ν' ακουμπήσει άχραντες επιθυμίες, στα οδοφράγματα που στήνονται πόθοι στην αοριστία του χρόνου, στα νεφελώματα των σκέψεων που υφαίνονται στίχοι και ύμνοι στα ύψη των μύθων. Στη μυθολογία των παθών, επαίτης γίνεται στην περιφορά των αισθήσεων.

"Ιριδίζοντα πάθη

Επιμένω επαίτης
να σε ψάχνω στη δίνη
να ξεσέρνομαι πίσω
από ιριδίζοντα πάθη
να μην έχω ανάσα
παρά μόνον για σένα
και μια ερημιά
απαλή σαν το χιόνι
σαν τη νύχτα
που αράχνιασε εντός μου
μ' εκδορές μυστικές
με σκιές σιωπηλές
και μ' ακάνθινες μνήμες."


Δεν αλλάζουν οι σκιές σε διάφανα φώτα, αθωώνονται σε γεννήματα ποιημάτων, την ώρα που σε βράχια χτυπούν οι σιωπές στα ναρκοπέδια της μνήμης, μονομαχούν στο κενό πολλές φορές, για κείνο το μοίρασμα το απρόσμενο, που ζεσταίνει θεϊκές πνοές, σε πεδία συγνώμης, αποχαιρετισμού, σκορπισμένα σε πέλαγα κλεισμένα, θολωμένα από κερασμένο μέλλον, σε ατελεύτητες τροχιές, αγαπώντας πληγές που επιστρέφουν, που δεν ξεχνούν , ονειρεύονται ανιχνεύσεις, ψηλαφώντας απουσίες στους καθρέφτες, που κόβουν και τεμαχίζουν κόσμους πικρούς, για ν' ανταμώνουν εκείνα που σβήστηκαν, αλλά από την αρχή ξαναγράφονται στην ιστορία της γιορτής νοσταλγικών ενθυμήσεων.

"Μικρές σκιές

Δίχως στάσεις θαρρώ ο προορισμός
δίχως σιγήσεις
μόνο να,
μικρές βροχές πρέπει να προσπεράσουμε
μικρές σκιές
μικρούς υφάλους
που προσπαθούν να παρακάμψουν το ταξίδι μας
να αναστρέψουν τη ροή των ήχων
των ποιημάτων
που - κόντρα σ' ομίχλες και καιρούς θολούς -
γεννοβολούν καινούργια ποιήματα
με όψη ηδεία κι αρυτίδωτη
με ζωηρή ανάσα
με αναβλύζουσα θωπεία
και με περιφορά θαυμάτων κι ανατάσεων
από ένα μέλλον που αγρυπνά
πάνω στα ναρκοπέδια της μνήμης."


Για τον Αίολο της ποίησης, που φυσάει το πολύ μιας γραφής μ' ανοιχτούς ασκούς, αιολίζεται στις παραγράφους μυστικών αποστάξεων, που το λίγο της μελάνης γίνεται πολύ, αγγίζοντας κορυφογραμμές, φλερτάροντας πάντα με την έμπνευση, που του χτυπά απρόσμενα την πόρτα, σε ώρες που όλοι εμείς κοιμίζουμε τ' όνειρο, εκείνος ξαγρυπνά, για να βρει το χάιδεμα στο ξημέρωνα της πρώτης ηλιαχτίδας, κι ύστερα να το φέρει με κρυσταλλένιους ήχους στα μάτια μας.

"Στους λειμώνες των άστρων

Μ' ανοιχτούς τους ασκούς των ανέμων
σαλπάρουμε
στ' ανοιχτά θαλασσών και ερώτων
ανιχνεύοντας ρίμες
σε βυθούς των αιώνων θαμμένες
με φανούς βιβλικούς κι άγιες θύμησες
μ' αγρυπνίες κυμάτων και ήχων
που ενώνουν φως με τα θαύματα
στους ναούς των ανθών
και ευκταίους λειμώνες των άστρων."


Η περιφορά των αισθήσεων περιμένει επαρκείς αναγνώστες σε προσκυνήματα επιταφίων μυημένων σε ποιητικές "υδρίες ανάσες" , σε αχούς ονείρων, εκπορθώντας την γλυκιά ευωδιά αρωμάτων σε ερώτων αγγίγματα με φώτα γιορτής στις εξορύξεις των πόθων και των παθών που συνοδεύουν το αγνάντεμα σε τούτο το ταξίδι των λέξεων.
Καλοτάξιδες και μυροβόλες....

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΤΣΙΡΗ-Αναγκαία λήθη


Από τις "Εκδόσεις Οδός Πανός" τον Οκτώβριο του 2009 κυκλοφορεί η ποιητική συλλογή της Κατερίνας Κατσίρη, "Αναγκαία λήθη".
Μια ευτυχισμένη στιγμή για την ποιήτρια,
που με επίγνωση, ωριμότητα, ανασκευάζει τις λέξεις στις οάσεις της γραφής, περνά μέσα από σφυρήλατες διαδρομές, με την φωνή υψωμένη, να επιτάξει μέσα στην σοδειά των βιωμάτων που έχουν προηγηθεί, το ταξίδι στα χρόνια, με εκτελεσμένες πράξεις για να φθάσουν ως την "αναγκαία λήθη".
Πόσο αναγκαία είναι τελικά μια λήθη που όμως δεν καταργεί, αντίθετα γεμίζει και ξαναγεμίζει τον ασκό της ψυχής, με όλα εκείνα που έπρεπε να ξεχαστούν κι όμως σε σιγαλιές, αναπλάσσονται κι επανέρχονται βασανιστικά, για να λυτρώσουν την μνήμη, από άλυτο αίνιγμα, συλλέγοντας μια-μια τις πράξεις και τα γεγονότα που καθόρισαν πληγές του χτες.
Δίχως οίκτο αφήνει τις άκρες να περιπλανηθούν στα περιθώρια των γραμμών.Κάθε ανάγνωση στα σώματα των ποιημάτων, έχει να κάνει με τον πόνο και τις αιμορραγούμενες πληγές, που πληρώνονται με καταθέσεις στα κυρτώματα, επαναλαμβάνοντας την ματαιότητα, θέλοντας να ερμηνεύσει την αυτοχειρία των ποιητών,σε πρώιμους θανάτους με μεταξένιες πτώσεις.
Είναι η γυναίκα σε επιθανάτιες σιωπές, με το αίμα να πονά πάνω στο στρώμα, σε αναπόδεικτες συνωμοσίες, κρύβοντας σκοπούς προδοσίας, με την οδύνη στο στήθος να ξεντύνεται την απειλή μιας πληγής, που δεν σταματά στο ανεξόφλητο ρωγμών ονείρων, με ενσώματες ενστάσεις στην αφηγηματική των ποιημάτων.

"Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να 'σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ' το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που 'χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή"


Στη γεωγραφία της γραφής, διδάσκεται ποιητικά η ανατομία της γυναίκας, σε όλες τις περιόδους της ζήσης της.
Κορίτσι- Γυναίκα-Μητέρα στις γενέθλιες εμπειρίες, σε κατευθύνσεις και προσανατολισμούς που άλλοτε συναρμολογεί κι άλλοτε συναρμολογείται στο κενό, με σώμα κατάλληλο να δεχθεί ουρανό και λησμονιά φορτίου, γεννημένου όχι απαραίτητα από την ίδια, με την ψυχή σύννεφο που ταξιδεύει και θρηνεί θανάτους.
Παραπαίει και μιλά στο φτερό της ανάστασης εκείνου του χρόνου, με την αγωνία του πολέμου της νύχτας, τότε που το αίμα σκορπά και κρύβεται στη σκόνη, διώχνοντας όσο μπορεί σκιές και φαντάσματα, φώτα και ήλιους, επιμένοντας στο ατελείωτο που τρυπά την ψυχή κι αφήνει σημάδια σε μνήμη ένοχη.

"ΑΤΙΤΛΟ (Ι)

Πενήντα τρία χρόνια με συναρμολογούσες
δίχως να σέβεσαι τα στήθια μου
που δεν έχουν πατέρα να ζητιανέψουν το αίμα ακόμα νωπό
στα χρόνια της εμμηνόπαυσης
μήτε παιδί αχόρταγο να μουρμουρίσει μια συγνώμη
'λαφρώνοντας το εκφραστικό μου γάλα
Πενήντα τρεις μορφές τσαλάκωσες την τρυφερή μου σάρκα
να λαμπυρίζουν ιδρώτα που με διαψεύδει
κι εγώ ολόγυμνη να ξερνώ το παιδί που πούλησα
και σου 'μοιαζε
Ερεθιζόσουν να συναρμολογείς τα μάτια μου που έλιωναν
πέφτοντας σαν χαρτοπολτός στο πάτωμα
κακόμοιρε, τούτα τα μάτια υπομονετικά περίμεναν τις βαθιές
υποκλίσεις κάθε 08.15΄ που γαντζώνεσαι και κλαις
στους κόσμους των θεών
και σε φοδράρισαν σε μοναστήρι εξωσμένο"


Δεν υπάρχει χώρος για δάκρυα, αν κι όλα αιμάτινα αναβλύζουν πόνο κι άλλες φορές οργή και πίκρα στην συνένωση του κύκλου.
Ξεπερνά όσο μπορεί εκείνο που δεν τελειώνει, καθώς σκίζουν κι αγριεύουν ώρες περίεργες, συναισθήματα ματωμένα που βάφονται και ξαναβάφονται και βαφτίζονται και ξαναβαφτίζονται στου μυαλού την εκδίκηση ενός γυρισμού, σε κείνο το παίδεμα με λέξεις φωτιάς, στον πόλεμο του αναπότρεπτου και ταυτόχρονα ανατρεπτικού.
Διάμετροι τέμνονται στην διχοτόμηση του κρυπτού μιας αντοχής που όμως δεν φταίει, δεν ορίζει συναισθήματα στους άγνωστους χάρτες σημαντικών ερώτων.
Με δοκιμασίες απόστασης από το όνειρο, σε χρόνο με ποιήματα να καταγράφουν την ανασφάλεια ύμνων στο κρυφτό με τον παιδεμό μιας υποκρισίας αφημένης, θυσιασμένης στον βωμό, που φρενάρει αισθήσεις σε ατελεύτητες προσμονές.

"Το ποίημα επάνω στο τραπέζι

Έτσι ακίνητη δεν μπορώ. Να σε φτάσω που μιλάς προπάντων του μυαλού
Παράξενο που διάλεξες τα ποιήματα του ύπνου
να συναντηθούμε, μέρα που τα ενδεχόμενα κολυμπούν σιωπηλά
δεν είμαι σίγουρη αν το σώμα που 'βαλες
αντίκρυ στο φως, έχει τη μυρωδιά του πόνου στο κορμί
ή το αλάτι που μοιράζαμε στα ίχνη της θάλασσας
Το ποίημα επάνω στο τραπέζι, το άγγιξες, το ξέρω
δεν υπάρχει στάλα νερό μέσα του να παλέψω το φως, να ξαναγυρίσεις
στο πρόσωπο, όλο κοιτάζεις κάτω, το πάτωμα μου 'λεγες δεν τρομάζει
αν μια γυναίκα όμορφη το εμπιστεύεται γυμνή
Δεν μπορώ ούτε να σου φωνάξω,τούτο το σπίτι δεν ακούγεται
στο ξύλο που μυρίζαμε παιδιά, ούτε στο ποίημα να παραμερίσω το σάπισμα
που έρχεται τρίζοντας στο κεφάλι, όλα έρχονται τρίζοντας
στον καθημερινό μου ύπνο, χέρια, πόδια, βουνά, επιμένω να σε φτάσω
φοβάμαι που χάνονται όλα μαζί, το ποίημα επάνω στο τραπέζι"


Η ποιήτρια μας καλεί, να ακολουθήσουμε στων ματιών τους καθρέφτες τις αντανακλάσεις, πούναι κρυμμένες οι λέξεις και ν' αποκωδικοποιήσουμε όλα εκείνα στ' αστρονήσια της γραφής της, που δεν κοιμάται η μνήμη στην αγράμματη αναρχία, καθώς υψώνεται στων ποιητών τη χώρα.
Καλοτάξιδοι καθρεφτισμοί στο όνειρο...

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ ΜΕΤΟΧΗ από ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ


ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΕΦΗΒΙΑΣ

Η πρόσκληση για την παρουσίαση της Ιφιγένειας Μετόχη ήρθε μέσω τηλεφώνου του καλού μου φίλου ποιητή Άγγελου Πετρουλάκη. Ομολογώ πως την ποιήτρια δεν την γνώριζα παρά μόνον ονoμαστικά από το facebook καθώς πολύ πρόσφατα ανακάλυψε η μία την άλλη. Δεν είχα προλάβει να δω τίποτα από το έργο της. Στην πορεία διαβάζοντας το εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής της ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΕΦΗΒΙΑΣ έμαθα τα λίγα βιογραφικά στοιχεία που αναφέρονται στην ίδια.
Πρόκειται για ένα νέο κορίτσι, με έντονες καλλιτεχνικές ανησυχίες, τόσο στον Λόγο όσο και στα εικαστικά δρώμενα. Γιατί η Ιφιγένεια γράφει και ζωγραφίζει με αίσθημα, προβάλλοντας τις ευαισθησίες που απορρέουν από την ψυχή της. Με την καρδιά κι όχι με τον νου πειραματίζεται στο εκφραστικό τοπίο που θα κινηθεί κάθε φορά. Γιατί τι άλλο είναι η ενασχόληση όλων εκείνων που εξελίσσουν την τέχνη στις εκφάνσεις της παρά ένας πειραματισμός, ένα παιχνίδι με την καλώς εννοούμενη έννοια, να αποτυπωθούν τα συναισθήματα και να σαρκωθούν με λέξεις και χρώματα.
Η ποιήτρια μας έρχεται από την Κύπρο, με γεμάτες αποσκευές τα δύο καλαίσθητα βιβλία της την ποιητική συλλογή που προανέφερα κι ένα βιβλίο διηγήσεων-αναμνήσεων ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ. Και μόνον ως τίτλοι, σε προκαλούν να τα δεις, να ασχοληθείς μαζί τους επειδή εμπεριέχουν το φως, στα μάτια ενός νέου κοριτσιού.

ΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΕΦΗΒΙΑΣ είναι ποιήματα που γράφτηκαν την περίοδο από το 1991 έως και το 1994 εποχή μεγάλων ανακατατάξεων, για μια νέα κοπέλα πριν τα βήματα την οδηγήσουν στο κατώφλι της ωριμότητας. Όμως από τότε έδειξε το ταλέντο που διαθέτει.
Με τον αυθορμητισμό και την ορμή που δίνουν τα νιάτα, εκείνη αγνάντευε το ταβάνι του ουρανού και τον βυθό της ψυχής της. Μέσα από εκεί οι προκλήσεις, οι ανακαλύψεις, οι αποκαλύψεις.
"Απλά με δυο λόγια" όπως η ίδια αναφέρει στην εισαγωγή, μεταθέτει την σκέψη της και την ακουμπά στο χαρτί, για να μοιραστεί με όλους εμάς εκείνα που την αφορούν και που μπορεί να αφορούν όλους μας.
Με την αφέλεια των νεανικών χρόνων, γιατί κάθε γραφή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και να τοποθείται στην εποχή που γράφτηκε, θέτει τα αιώνια και βασανιστικά ερωτήματα, όπως η αγάπη, ο έρωτας, οι σχέσεις...
Βάζει τις δικές της πινελιές γράφοντας και σβήνοντας, διορθώνοντας τα μουτζουρωμένα χαρτιά, που αποθηκεύουν τους νεανικούς στοχασμούς της με μια σκέψη για όλους.

"Σε όλους εσάς

Αν θα με θυμάστε
Να με θυμάστε μόνο με χαμόγελο
Όπως θα σας θυμούμαι κι εγώ
Αν θα με θυμάστε με δάκρυα
Τότε να μην με θυμάστε καθόλου"

Αποζητά την χαρά, την χαρά της ζωής που την καλεί κι εκείνη είναι έτοιμη να την ακολουθήσει με συνοδοιπόρο την αγάπη και τον βηματισμό του ονείρου που αρμόζει στα νιάτα.

"Καλοκαίρι

Κράτησε τον ήχο
των βημάτων μας
μέσα στο καλοκαίρι
Χρυσό και πυρωμένο
σαν τον πόθο μας"

.......................

"Αν ονειρεύομαι
μη με ξυπνήσεις
Αν είμαι ξύπνια
ας μην κοιμηθώ ποτέ"

Η ποιήτρια σαν έτοιμη από καιρό, περιμένει τον χρόνο να κυλήσει, για να βγάλει τον μανδύα της παιδικότητας και να περάσει απέναντι, να μείνει ντυμένη με το φόρεμα της γυναίκας που θ' αγαπήσει και θ' αγαπηθεί.

"Τι άλλο

Είσαι παιδί
ανέμελο, με στοχασμούς
οράματα κι επιδιώξεις
Εγώ περιμένω...όλο περιμένω,
στην αντικρινή όχθη
να μου χαμογελάσεις...
Αλήθεια,
χαμόγελα παιδικά, αθώες ματιές
όλο πάθος γεμάτες
εφηβικά μυστικά,
Κι εγώ εκεί...
απέναντί σου, περιμένω...
Τι άλλο;"

Η ποιήτρια θα συναντήσει τον έρωτα και τα πρώτα σκιρτήματα της αγάπης με όλες τις διακυμάνσεις που χωρούν σε συναισθήματα. Έλξεις, χωρισμοί, αποχωρισμοί. Εκείνη θα καταγράψει το βαθύ του συναισθήματος με λέξεις μνήμης και ανάμνησης.

"Φεύγοντας

Φεύγοντας είπες πως δεν μπορούσες
την ερημιά μου να γεμίσεις
κι έγινες σύννεφο και χώρεσες
σ' ένα ποτάμι αναμνήσεις
Φεύγοντας είπες πως δεν μπόρεσες
να μοιραστείς τα όνειρά μου
κι εγώ ρωτούσα αν...
με συγχώρεσες που σ' έχω κλείσει στην καρδιά μου...
Πόσα στα μάτια μου δεν είδες
την τελευταία μας στιγμή
πήρες μια θάλασσα ελπίδες
κι έπνιξες μια ζωή.."


Στο αθέατο του χρόνου, θα καταθέτει και θ' απλώνει όλα εκείνα που συνέβησαν, γεγονότα και περιστατικά που την ζωή της άλωσαν, με το βλέμμα στραμμένο στην ελπίδα, πριν πνιγούν από τον βέβαιο θάνατο στην ανακύκλωση της ζωής και μ' ότι αυτό συνεπάγεται.

Άπλωνα

Άπλωνα θάλασσα
τα σημάδια τ' ουρανού, στο κορμί σου
Θάλασσα της λησμονιάς
Του μεσημεριού
Του γρήγορου θανάτου
Παιγνίδι σου είμαι και πάω...


ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Χρόνια τώρα συνηθίσαμε τα παραμύθια να τα αφηγούνται οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Εδώ όμως ΣΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ γίνεται η ανατροπή από την Ιφιγένεια Μετόχη που με λυρισμό και σεβασμό ξεδιπλώνει τις δικές της αφηγήσεις για τις αγαπημένες γιαγιάδες με την ευθραυστικότητα του λόγου που αρμόζει να μιλούν τα παιδιά στις γιαγιάδες και οι γιαγιάδες στα παιδιά. Απλά, λιτά, κατανοητά.
Είναι οι μνήμες που χτίστηκαν λιθαράκι λιθαράκι για να ξυπνήσουν και να ζωντανέψουν μια νοσταλγία μακρινή μα τόσο κοντινή, πλαισιωμένη από φωτεινά πρόσωπα.
Είναι ιστορίες που μπερδεύονται γλυκά με θρύλους, με ονειροφαντασίες, με παράθυρα ανοιχτά στο φως.
Είναι διηγήσεις για μαγιάτικα πρωινά της άνοιξης, για αγίους και συνοικίες,για αγάπες και συναισθήματα, για το άσβεστο κερί της ελπίδας, για έρωτες και πέλαγα, για όμορφα όνειρα στις γειτονιές του κόσμου, για ταξίδια μαγικά με νεράιδες και ξωτικά, για φθινόπωρα θλίψης.
Η όλη γραφή αποπνέει μια δροσιά πρωινού τυλιγμένη με δειλινού αύρα. Χρυσά τα χρώματα ανακατεύονται με λέξεις, με ποιήματα, με εικόνες.

"Καθώς ο ήλιος γέρνει προς την πορφυρή γραμμή της δύσης,
φαίνεται μακριά στο βάθος του ορίζοντα
να λαμπυρίζει η θάλασσα!
Η θάλασσα με την απέραντη νιότη της και την
εφηβική της δροσιά"

Είναι βέβαιο πως η συγγραφέας πάλλεται από έναν ρομαντισμό που αρωματίζει τις μνήμες φιλτράροντας τες με τα σημερινά δεδομένα της. Ότι άκουσε, ότι διάβασε το περνάει στις αφηγήσεις με τον δικό της προσωπικό τρόπο. Παρεμβατικά τα λόγια ποιητών, ανθρώπων της σκέψης διαδραματίζουν με τον ενεργειακό ρόλο τους στις ιστορίες που εκείνη καταθέτει για να δέσουν τα μηνύματα και τα ψήγματα στοχασμών ανάμεσα στις ιστορίες. Η νεανική φρεσκάδα στον λόγο της μας ταξιδεύει στα πέλαγα των δικών μας συγκινήσεων από εκείνα που ίσως κι ίδιοι ακούσαμε.

ΜΑΡΙΑ ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ-Ισιδώρα (Το δένδρο που περπατούσε) Από Σοφία Στρέζου


"Θα μπορούσα
μόνο με τα μάτια μου να σας μιλώ
Εάν δεν ήσαστε εκ γενετής τυφλοί"

Ξεκινώντας το οδοιπορικό, στην καινούργια ποιητική συλλογή της Μαρίας Ροδοπούλου, "ΙΣΙΔΩΡΑ-ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ", που πριν λίγο κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, κράτησα τις δικές της λέξεις για να μπορώ ευκολότερα να σας βάλω στο κλίμα της γραφής της.
Χαρακτηριστική και ιδιαίτερη η γλώσσα της ποιήτριας, στην αφηγηματική αυτού του πονήματος. Κι είναι πραγματικά μια αφηγηματική διαδρομή, κυριολεκτικά στην έρημο του πόνου, με τα τοπία της θλίψης να διαδέχονται το ένα μετά το άλλο, τις ρωγμές που φέγγουν σε μάτια, με λέξεις που γεμίζουν την κενότητα, μιας ουτοπικής αλλά και ταυτόχρονα μεταστοιχειωμένης πραγματικότητας στη σφαίρα της μυθοπλασίας.
Είναι η μετάθεση των άγριων κολασμένων ενστίκτων και συναισθημάτων που χωρούν στις οάσεις της φρίκης που όμως μεταπλάθονται μέσα από την περιπλάνηση στα τοπία της οδύνης κι εξευγενίζονται, αφού προηγουμένως έχουν ακρωτηριασθεί όλα τα κατάλοιπα των βασανιστικών ορέξεων, αποκτώντας την ευθραυστικότηταν των απαλών κι ευγενικών αισθήσεων.
Μακρύς ο δρόμος της απόγνωσης και της μετατροπής του σε ατραπό αναγέννησης, μέσα από σκοτεινά περάσματα και σκιές που πυρπολούν και κυνηγούν την πίστη, για άνθηση της ελπίδας μέσα μας.
Θεατό το παρόν σμίγει με το παρελθόν στο άρρητο με οστέινη σκέψη, σκέψη βασανιστική που θέλει να σαρκωθεί σε Λόγο. Γιατί η "Ισιδώρα-το δέντρο που περπατούσε" είμαστε όλοι εμείς κυριευμένοι από αχαλίνωτες επιθυμίες, που φθάνουν στα όρια της ατομικής παράκρουσης με το κοινό αίσθημα, λειτουργώντας ληστρικά, καταστρατηγώντας την ισορροπία της συμπαντικής τάξης.
Η Μαρία Ροδοπούλου βαθιά λυπημένη, θα περιγράψει ενορατικά την θλιμμένη νοσταλγία αβίωτων αναμνήσεων, με ψιθύρους που όμως ο κρότος τους είναι δυνατός διαβάζοντας τις λέξεις της.
Παλινδρόμηση στα χαρακώματα ενός ολοκαυτώματος με μάτια χαρακωμένα, η ηρωίδα της θα ταξιδέψει απ' άκρη σ' άκρη, για να περιγράψει τον πυρπολισμό ενός πλανήτη και των ανθρώπων του. Αν και το έργο δεν διαβάζεται αποσπασματικά θα τολμήσω να παραθέσω λίγες στροφές διακινδυνεύοντας την αταξία στην ανάγνωση.

"Ακούστε με,
Ω ακούστε με. Σε σας μιλώ δίχως εκπτώσεις
Όχι,
όχι
δεν είναι σε δόσεις οι λέξεις μου.

Είμαι πιο φτωχή από το Διάβολο
πιο πλούσια από τον Θεό
αλλά ποτέ δεν δάνεισα την φτώχια μου
μήτε τα πλούτη ενέχυρο για σας έβαλα

Σας αγάπησα
μα κράτησα δική μου την αγάπη
Σας μίσησα
όμως μόνη μου ήπια σιγά-σιγά το μίσος

Πόσο πιο πολύ να σας ερωτευθώ αγαπημένες μου
οχιές;

Αλλά τώρα θα φύγω,

Θα φύγω
είμαι έτοιμη
είμαι έτοιμη
δωρίζω τα θαύματα,
κρύβω το κορίτσι από τα μάτια σας,
δένω τους λυγμούς στα στήθια,
ξεβάφομαι την ανθρωπιά σας,
σκίζω την μαύρη φούστα,
σβήνω την φωνή,
ξεσκεπάζω τους καθρέφτες
και φεύγω

γυμνή,
ανυπεράσπιστη,
ανυπότακτη,
σιωπηλή

όπως ήρθα"


"Απόδετη διαβάτισσα" με φθαρμένη ανάσα, ρίζα που θέλει να φυτευθεί, σε θρυμματισμένα τοπία ψάχνει έναν τόπο να ριζώσει, να εναποθέσει την εμπειρία, την γνώση, την ελπίδα στους απροσδιόριστους σχηματισμούς που μεταμορφώνουν και αναγεννούν. Μέσα από στάχτες ξεπηδά η φλόγα, μεταγγίζεται η ανάγκη του τέλους του πόνου.

"Όσα δεν φτάνει η Πράξη
τα κάνει Ικεσία

Όσα δεν απολαμβάνει
η Ικεσία
τα τρώει ο Διάβολος"

Γιατί κάποια στιγμή, τα "εμφυτεύματα του μίσους", πρέπει να ξεριζωθούν και να λάμψει η αλήθεια κι αγάπη στις ερωτήσεις του σκότους. Τα θαύματα επιστρέφουν εκεί που η καρδιά τα γεννά, μέσα από λυτρωτικές διαδικασίες, με τα λάθη σκόρπια κομμάτια επικολλημένα στην ταινία της λήθης.
Μόνον έτσι θα μπορέσει να βαδίσει η ηρωίδα στο δικό της μέλλον. Απαλλαγμένη από την αιώνια θλίψη, με χαμόγελο φωτεινό, θ' αντέξει τον τρόμο και τα ουρλιαχτά του, που για καιρό την συντρόφευαν.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑ-Ταξίδια ψυχής

Ταξίδια ψυχής ονόμασε η Κ.Π. το βιβλίο της που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2009 κι είναι πραγματικά ταξίδια στην κατάδυση της δικής της ψυχής, στην μνήμη, στην αγάπη, στον έρωτα. Η ποίησή της είναι ερωτικἠ, παλλόμενη ανάμεσα στις αναζητήσεις της παιδικότητας του σήμερα, ως την ανερμἀτιστη απαντοχή που επεκτείνει όρια, αρμενίζοντας σε καινούργια πέλαγα, με νέες εκπλήξεις και παραστάσεις πρωτόγνωρες, που θ' ανεβούν στη σκηνή του δικού της ηφαιστειακού τόπου.
Η Κατερίνα γράφει με ανάσες, με τον αχό να την ακολουθεί, να κινεί τα δάχτυλα πάνω στο χαρτί. Θυμάται, περιγράφει, καταγράφει, υπογράφει με λέξεις σκιάζοντας το παρελθόν, που ακόμα τελεί σε μια επιβεβλημένη εκκρεμότητα, μη μπορώντας, μη θέλοντας να κλείσει τον κύκλο της μνήμης. Με το σώμα παρόν στα δρώμενα, στις διαπραγματεύσεις, στις αποφάσεις και το πνεύμα απόν, να στοιχειώνει τις μέρες και τις νύχτες της.
Οι στιγμές γίνονται δαχτυλίδι, που κρέμονται με χρυσή αλυσίδα στον λαιμό, χωρίς να θέλει να αποδεχθεί ερημιές και σιωπές. Με βαλσαμωμένη σκέψη, που την ντύνει σκιά, την καρφώνει στο σκοτάδι κι απλά συνομιλεί σ' ερημικούς δρόμους. Σ' ανοιχτές ακτές, αφήνει τα δικά της κοχύλια. Ένα-ένα τα τοποθετεί πάνω στην άμμο, για να γίνουν σημάδια, να φαίνονται από τον ουρανό, όταν τ' αστέρια θα στέλνουν το φως τους, μη τύχει και κάποιος χρειαστεί ν' ακολουθήσει τον δρόμο, που φθάνει ως το δικό της σκοτεινό δωμάτιο, την ώρα που τα όνειρα καιροφυλακτούν ν' ανοίξουν για να φωτιστούν από σελήνη χρυσή.

"Κρατώ τη θύμησή σου ζωντανή.
Δεν την αφήνω ανάμνηση να γίνει.
Ένα φιλί, ένα χάδι τόσο απαλό.
Μετάξι λες.
Ύστερα ρέμβης.
Ωστόσο ακόμα μπορώ να αποκαλώ Άνοιξη,
εκείνο τον Απρίλη θανάτου.
Μ 'αρέσεις μα δεν ξέρω που θα σε βρω.
Πάντα το ένα μισό στο σκοτάδι,
τ' άλλο μισό στο φως.
Μα και το φως ποτέ δεν είναι ίδιο,
φωτεινό κάποτε, γκρίζες σκιές
στην αντανάκλαση
ακόμα κι αυτού του καθρέφτη σου.
Ηδονή της ψυχής ακριβοθώρητης
στη Ζωή μου αναζήτησα λέω
ενός και μοναδικού λεπτού.
Κόσμοι αλλιώτικοι οι δικοί μας.
Εγώ να δίνω,
εσύ να παίρνεις.
Εσύ ο καθρέπτης, εγώ τα κομμάτια."

Κερδίζει την μάχη, γιατρεύει πληγές, ξαναζεί, ονειρεύεται, πετά στο ταξίδι της γαλήνης, εκεί όπου ακόμα αντέχει ν αγαπά και να νικά . Η αλήθεια της, αλήθεια ζωής, στον νου, στην καρδιά, κατακτώνται από μια ψυχή που διαρκώς εξελίσσεται, αναζητώντας την θέα των γεγονότων.
Η νοσταλγία γίνεται το άρμα της δικής της επένδυσης πάνω στην φόρα, στην κατηφόρα, που την παρασέρνει κι αφήνεται να οδηγηθεί, υπερασπίζοντας το δικό της τώρα, υποθηκεύοντας την ευφράδεια του πόνου. Τι κι αν πέρασε ένα ολόκληρο ποτάμι μέσα από τα χέρια της, εκείνη ακόμα διψά, για τις σταγόνες που στέγνωσαν στο μαντήλι της.
Στους δακτύλιους του πόθου, διαταράσσει και διαταράσσεται σαν άστρο, που πέφτει πάνω τους κι εκρήγνυται, τρέμοντας μην παγώσουν οι μνήμες. Θυμάται τη μοναξιά, φοβάται, πλέκει με χρώματα φωτιάς το χαμόγελο, που έμεινε ανέγγιχτο και βλέπει σε δωμάτια σκοτεινά μόνον από το φως, που ζει μέσα της.

"Θυμάμαι ακόμα...σου 'χα πει
μ' αρέσει ν' ακολουθώ τα σημάδια σου.
Μα πρέπει να υπάρχουν δυο,
ένας να τ' αφήνει κι ο άλλος να τ' ακολουθεί.
Τα σημάδια είναι ανώτατα όντα κι αξίζει πιότερο αυτός που τα βλέπει
από εκείνον που τ' αφήνει.
Αφήνω σημάδια, είπες, όχι για να μ' ακολουθείς,
μόνο για να μη σε χάσω.
...Ύστερα πήρα ν' αναλύω τη σιωπή της μοναξιάς.
Με κοίταξες βαθιά στα μάτια
και όλα μου τα 'πες, χωρίς ούτε μια λέξη ν' ακουστεί.
Τότε κατάλαβα πως η σιωπή
είναι κατάκτηση,
είναι έκφραση πληρότητας.
Σιωπώ, σημαίνει νιώθω πλήρης.
Σε παρακάλεσα κάτι δικό σου να διαβάσω,
ένα από 'κείνα που γράφεις, να μετατρέψεις σε θέαμα
ό,τι σε πονά.
Θεατής στη δική σου ζωή
σε ήδη παιγμένους ρόλους
που μάλλον αποστρεφόσουν.
Ήθελα να γίνουμε ένα."

Μαγεμένη από ορατούς κι αόρατους σχηματισμούς, αρνιέται και μένει ηθελημένα παγιδευμένη, στη βεβαιότητα του γυρισμού, ξεγελώντας τον πόνο περασμένων αναπολήσεων. Ανασυνθέτει τον φόβο των ανείπωτων λέξεων, σε αξημέρωτα βράδια, στο κάπου των συναντήσεων του χρόνου το βαρύ βήμα. Κι όλες τις σκέψεις για εκείνον ομολογεί στην σκιά του, που ξενυχτά και πίνει στην υγειά του προσδοκώμενου.

" Όχι, δεν κουράζομαι να σ' αγαπώ,
κι ας μου γυρνάς πίσω τη ζωή μου,
κι ας λες πως η αγάπη είναι ψέμα.
Κι αν δε με πίστεψες ποτέ,
η κάθε σκέψη μου γεμάτη είναι από σένα."

ΕΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ-Ολόγραμμα


"κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ' ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες

να μην κλαιν

που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου

και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου"




Μόλις τον προηγούμενο Σεπτέμβρη, κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική συλλογή της Ε.Ν. από τις εκδόσεις *ΔΡΟΜΩΝ*, αν και η ποιήτρια είχε συστηθεί νωρίτερα, πριν ακόμα το βιβλίο της ανατείλει, στους γνώριμους ηλεκτρονικούς ποιητικούς κύκλους του διαδικτύου.

Εκεί αναγνωρίστηκε απ' όλους εκείνους, που αφουγκράζονται, ακουμπούν και διαβάζουνε λέξεις.

Στο "ΟΛΟΓΡΑΜΜΑ", οι σταγόνες της ποιητικής της, ξεκινούν από το εσωτερικό της μνήμης, που αναπλάθει όλα εκείνα που βίωσε.

Περνούν οι γραμμές, οι στίχοι στο βαγόνι της ποίησης και ταξιδεύουν, στο θαμπό του γυαλιού, με τις στάλες ν' ακουμπούν στο τζάμι.

Με χαμηλωμένα φώτα διαβάζεται η μορφή, η γεωγραφία της γραφής της, στον ποταμό των αισθήσεων, στα βράδια του ξενιτεμού από αμέτοχες παραχαράξεις. Παίζουν οι λέξεις με τον ουρανό, με τα σχήματα που καθορίζει το "ορώ", που αγγίζει το "οίδα". Γιατί η συγκεκριμένη γραφή εμπεριέχει την πνευματική στοχαστική αφή. Με τα χέρια ολάνοιχτα και τον νου ν' απολαμβάνει σελίδα τη σελίδα, ακουμπώντας ευλαβικά στους ήχους, στην αρμονία που σε παρασέρνει ως το "πέτρωμα της Λάβας".






ΙΙ

"τα χέρια μας τα χέρια μας

μ' όλα τα μάνταλα ανοιχτά

κι ερημιές να σβήνουν

κει που όρμοι των χειλιών

αγκυροβόλι πιάνουν


να' ρθεις εκείνο το ξημέρωμα στο λόφο της γιορτής

με τ' Αγρώνια ποτήρια κόκκινα

γεμάτα

γεφύρια παραδείσου με τα νυφιάτικα τραγούδια

να σε κυλάν από χαρά σ' άλλη χαρά

κι από γιορτή στου πόθου τις ορμήνειες


λινά ολόγυρα κορμιά

χνούδι σε στάχυ

μέσα ο καρπός


μικρή - μικρή εγώ στα χέρια σου

μου φοράς το πέτρωμα της Λάβας"



Σε ανοιχτούς χρόνους καταθέτει την φωνή της, που δανείζεται τον γυρισμό, την επιστροφή του ονείρου στα μάτια της γιορτής, που φεγγοβολούν, αστράφτουν τα βεγγαλικά, που απροσδιόριστα ήταν, μα προσδιορίστηκαν στα αγγίγματα των ακροδάχτυλων, στις γνώριμες "γραμμώσεις των φλεβών", γεμίζοντας άδεια δωμάτια με πρόσωπα και λόγια.






IV

"τα μάτια μας τα μάτια μας

βροχή απ' τον αποσπερίτη

στα μάγουλα κουρνιάζουν αμμουδιές


ποτέ πάλι δεν θα σε ντύσουν χέρια

με τις γραμμώσεις των φλεβών γονατισμένα λάγγεμα

ποτέ πάλι ποτέ μ' ώμο γυμνό

το πορφυρό σου στέρνο δεν θα δεθεί των κίτρων τα μυρωδικά


σαν έλεγες σε άκουα σαν έγραφες σε σπούδαζα

σαν έκλαιες σε ξάνοιγα στην πέτρα τη λευκή

ως να λιαστεί διάφανη ψυχή αυγινή διάρκεια


στο γήλοφο του στήθους μου έχω ένα ραγισμένο όνομα

ένα κρουστό ιμάτιο απ' την Ηώ θηκάρι

μα γίνομαι αλήθεια

με λέξεις σχεδόν ελλειπτικές

σαν της ελιάς την κοίτη


είμαι μονάχα το δικό σου όνομα με τις χίλιες ελεύθερες λέξεις

η παραμάνα στους θηλασμούς

το νανούρισμα που εξιλεώνει το σκοτάδι

η μεστή γη που νανουρίζει τον κάματο σου

τα μάτια του αετού σαν έρχονται βαριές σκιές τη νύχτα μυροφόρες

κι η θάλασσα που κλείνει τις πλάνες σου στη μήτρα του βυθού της


μικρή - μικρή εγώ στα μάτια σου

μεγάλωσα"




Σε ποιες πατρίδες γράφτηκαν τα συνθήματα, τα γράμματα της αλφαβήτου, που μεγαλώνουν, που ψηλώνουν στα γιατί, σε καιρούς που πρέπει οι δυο να λειτουργούν ως ένα, στο νεφέλωμα μιας προσμονής. Δεν είναι πια μακρινός. Συνυπεύθυνος στον καθρέφτη, που ακουμπούν μεθυσμένα λόγια, που κρύβονται σε σελίδες ανοιχτές η μορφή Του. Έρχεται η αγάπη με χρώματα, με εποχές στεναγμών, ψιθυριστά στο κρύο, κάτω από την σελήνη, γυρνάει στο μυαλό, στην ψυχή ερωτεύσιμων ανθρώπων σε μια νύχτα που δεν χαράζει. Φωτίζεται από τα μάτια αυτών που ανατέλλουν τον ήλιο κι αναδύουν τη μέρα.






ΙΙ

"Κατέβα εδώ

που εποχές των στεναγμών συντάσσουν νύχτα μεγάλη

καταμεσής στάζει το ένδυμα

τελευταία βουίζουν τα μέλη μου τελετουργικό το ξημέρωμα

στα ριγμένα σεντόνια οι θόρυβοι 'ραψαν εντός τις ανάσες

είχα ανάγκη ωκεανό

έρωτα φώναξες

δίχως γλώσσα χάραμα με ανηφόρισε

σονάτα είπες


Τσιγγάνικο βιολί ρουφώ το κεραυνό


πόση βροχή η πέτρα των ματιών να σκαρφαλώνει το παράθυρο

γδέρνω την αμμοβολισμένη πτώση

κρύβει σεισμούς

και είσαι πίσω ακίνητο κουπί

ακούγεται ο ήχος μόνο απ' τις εξαντλημένες άγκυρες

που μου ζητάν παλάμες


βάζω το δάκτυλο ανάμεσα στα μάτια

κατεβάζω σελίδα τα χέρια


αγκάλιασε με

δεν κοιμάμαι ποτέ τις μικρές ώρες

κάποτε - κάποτε πλαγιάζω στην αυτοψία της αγάπης"





Δεν συγκρίνονται αυτά που γράφει , που ζει με τα άλλα ποιήματα, εκείνα τα διαβασμένα στις ηλεκτρονικές σελίδες. Εδώ ο αγαπημένος γίνεται το ακρογιάλι που δέχεται τα χάδια του ήλιου, με εκείνη να διεκδικεί την αγάπη του.




"αγαπηθήκαμε

σπουδάζοντας σιωπές

κι ανάβρυσμα ματιών"






Σκορπάει ο ζέφυρος την στάχτη από την λάβα, που στέγνωσε και πριν ακόμα γίνει πέτρωμα στη διπλωμένη γη της γραφής της, εκείνη γράφει, μη χαθεί το όνειρο απ' το τραγούδι του έρωτα, που μάγεψε και μαγεύει, όταν οι άνθρωποι αποδημούν την απρέπεια στα θλιμμένα Palsar των αναγνωστών.






" σε ακουμπώ

ετοίμασα τ' αθέλητα του κόσμου

χειρόγραφα ριχτάρια

ερωτευμένο γράφεται το ποίημα

ένα καράβι γεμάτο συγχώρεση

ήρθε κι άλλο με φινιστρίνια ανοιχτά

βγαίνω

με την αιώνια ψιχάλα του κορμιού σου".