ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΒΛΑΧΟΥ-ΚΑΡΑΜΒΑΛΗ – Σιωπής Επέκεινα

Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΗΝΕΙΟΣ εκδόθηκε το 2011 η ποιητική συλλογή της Μαριάννας Βλάχου-Καραμβάλη, ΣΙΩΠΗΣ ΕΠΕΚΕΙΝΑ.

Τα ποιήματα εμπεριέχουν την στοχαστική όσο και λυτρωτική διάθεση  της ποιήτριας. Διάχυτη είναι η οδύνη της σιωπής, που εκφράζεται με λέξεις εκκωφαντικών εκρήξεων, στα πετρώματα του λόγου. Αρχέτυπα και μύθοι μιας νοσταλγικής εποχής παρελαύνουν στους συμβολισμούς ειδώλων που διατηρούν ανέπαφη την ελπίδα στις ρωγμές του χρόνου. Αισθητοποιημένες ανάσες ανατρέπουν ποιητικά δεδομένα, αναδεικνύοντας ευχάριστα μια νέα διαλεκτική στις παραμορφώσεις της μνήμης. Εσωτερικοί μονόλογοι εκφράζουν λύπες, αξιοποιώντας υποβλητικά και υπαινικτικά την λεκτική αναγέννηση.  Φαινομενικά διακρίνεται ένας αντιλυρικός τόνος, που όμως σχηματοποιεί τα ποιήματα σε λυρικά αποστάγματα, με φιλοσοφικές προεκτάσεις.

Η Μαριάννα Βλάχου-Καραμβάλη έχει χτίσει ένα προσωπικό και ξεχωριστό ύφος, ανατροφοδοτώντας την ποιητική της μυθολογία, με αναγωγές στης «σιωπής το επέκεινα». Στηρίζει τη σύλληψη της φαντασίας της με πυκνές λέξεις, που μεταβιβάζονται σε ρητορικούς θελκτικούς πόλους. Στρέφεται πιστά και εντάσσεται σ’ ένα συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον, για να οικοδομήσει τα αρχιτεκτονικά τείχη της ποίησής της. Έτσι επιτυγχάνει αισθητικούς συνδυασμούς στις ζεύξεις των νοημάτων, για να προκαλέσει την στοχαστική ευστάθεια, που εισβάλλει στην ψυχική ενδοχώρα των αναγνωστών. 

Τα σπασμένα κοχύλια γίνονται το ιδανικό εδαφικό τοπίο που την ίδια θα αναθρέψει. Θυσιάζεται ο παλμός του νερού, εκεί που μπορεί να γεμίσει νέες θάλασσες ονείρων, στη ρευστοποιημένη ποίηση και να μιλήσει με όλα εκείνα που η σιωπή υπονοεί. Συστοιχίες ανακυκλώνονται σε υδάτινους όγκους στην εγκεφαλική αντιστοιχία του ατομικού μύθου. Οι φωνές των ήχων προσαρμόζονται, για να επιδράσουν ηθικά στην παρουσία της συγκίνησης με κείνο που φαντάζει ασύλληπτο στην περιφέρεια της γραφής. Κι όταν όλα ευθυγραμμιστούν με τον χρόνο της δημιουργίας, θα φανούν οι λέξεις που για καιρό κρύβονταν στις διακλαδώσεις της ψυχής, ισορροπώντας με την άβυσσο του νου, στις αποτυπώσεις του σπαραγμού βαλσαμωμένου πόνου. 


Οι φωνές των ήχων 

Έζησα δίχως γέφυρες και λιθόστρωτα
ακούγοντας τον ήχο απ’ τις φωνές των Λαιστρυγόνων.
Μεγάλωσα σε σπασμένα κοχύλια
εκεί που συντρίμμια απ’ τα στήθη της θάλασσας
άδειαζαν άλλες θάλασσες.
Αγκαλιές μικρών ποταμών μέσα στο χρόνο
που δεν με πήραν μαζί τους.
Περάσματα, αναβάσεις παλιές.
Σε ξόβεργες επάνω οσφρήσθηκα τη μυρωδιά
απ’ τα σώματα των ανέμων
αγκαλιάζοντας με τις παλάμες μου το κορμί της ελιάς
καθώς οι πτυχές των φορεμάτων της
λευκά πανιά ταξίδευαν σε σένα.
Ξεφλουδίζοντας το πικραμύγδαλο της συγνώμης.


Τόσες αντοχές κι άλλες τόσες ήττες χωρούν σε τοπία άσφαιρα, με την ποίηση να παραμονεύει την αναχώρηση προς την νίκη. Κι όλοι εμείς θιασώτες μιας συγκλονιστικής ανάγνωσης, δυσανασχετούμε με τον θάνατο, αναμηρυκάζοντας την ανάσταση στα σφαγεία της ερήμου.

Η ποιήτρια ενσωματώνει τα όνειρα σε ανεξίτηλες μνήμες μιας πραγματικότητας των εσωτερικών καταυλισμών, στους πρόποδες του λόγου. Στους ματωμένους χάρτες ανακαλύπτει την πόλη που πόνεσε όσο καμιά άλλη. Γι’ αυτό κι ο λόγος της ποίησης αναθερμάνει το αλησμόνητο, εκεί που η γλώσσα τροχίζει λέξεις σε πληγές απέθαντες, δεμένες με τις λεπτές γάζες των στεναγμών.

Ακοίμητες θα μείνουν οι ζώνες της σιωπής με πορείες λαών στη σκοτεινή ιστορία των παράλογων πράξεων που δένονται με τυραννικούς νόμους. Χαμένες πυξίδες, αποκαθαρμένες από τα εντοιχισμένα μίση, υποθηκεύουν προθεσμίες. Θρηνούν την κατάρρευση κι αρχίζουν να σπάνε οι λύπες με γεωμετρική πρόοδο, στην παρακαταθήκη αιμορραγούμενων ψυχών.  Οι πράξεις διαδραματίζονται σε πεδία δημίων με την πεποίθηση πως υπάρχει λύτρωση μόνο και μόνον γιατί ακόμα μπορούν, να υπερασπιστούν το άλλοθι της ελευθερίας.


Νύχτα στη Βασσόρα 

Χρόνια παραμονεύουμε την αναχώρησή μας.
Καιροφυλαχτούμε στις φυλλωσιές της σιωπής.
μαθαίνοντας τους λογισμούς της αλήθειας
με τη γραφή του τυφλού θεατή ονείρων.
Ως αναβάτες
τα  δάχτυλά μας επανδρώνουμε
στου δρομέα τα βήματα
και τον ανασασμό της αντοχής του.
Στις αποστάσεις των μέσα μας καταυλισμών
εκεί όπου στεγάζονται τα όνειρα
της επομένης του θανάτου
αγρυπνούμε…
Στα σφαγεία της ερήμου
προσμένουμε την Ανάσταση
γιατί οι ψυχές μας
κι αν κρεουργήθηκαν
δεν έχουν το δικαίωμα
να πεθάνουν!


Όσο το «Ανεπιτήδευτο το φιλί των αισθήσεων της ψυχής», θα διατηρεί τη γεύση ενός παράδεισου που επιθυμεί να κατοικηθεί, τόσο θα μένει η ελπίδα αγιασμένη κοινωνία στην καρδιά και στα  χείλη, αυτοεξορισμένων αναχωρητών της αγάπης. Θα προσεύχονται στα εκμαγεία της, ναυτολογώντας πλεύσεις, για ν’ αρμενίζουν στη ζωή. Θα συλλαβίζουν με λέξεις την παρουσία, αφήνοντας έκθετα τα ιμάτια του πόνου στα ερείπια της Ολύνθου, στο άθραυστο κέλυφος της θνητότητας.


Η προσευχή της αγάπης

Ανεπιτήδευτο το φιλί των αισθήσεων της ψυχής
Φθάνει στην ενδοχώρα από το μέσα μέρος της καρδιάς
τυλιγμένο πάνω στη λευκή εσθήτα της ελπίδας.
Αγκαλιάζοντας το πέρασμα της ανέμης,
τα πρόσωπα των εσταυρωμένων διαμοίρασαν
τα ιμάτια του πόνου.
Η Όλυνθος πεσμένη καταγής
καθώς ο Φίλιππος βρυχάται στα στήθη της.
Μόνο η προσευχή της αγάπης
Μεγαλύτερη από τον πόνο
ίση με τον χρόνο
κατοικεί στα ερείπια
ξεφλουδίζοντας το δάφνινο στεφάνι της ελπίδας.


Η απουσία γίνεται ο ξενιστής στην ποίηση της Μαριάννας
Βλάχου-Καραμβάλη, που θρέφεται από αυτήν. Ανακατευθύνει τον άνεμο της φθοράς προς εκείνη την γόνιμη περιοχή της αφθαρσίας, ξεπλένοντας τα μάτια του φθινοπώρου. Για να χαρτογραφηθούν χρώματα σε θραυσματικά τοπία από τους καλπασμούς των αλόγων, στα ερείπια της νοσταλγίας.

Μεταβλητός ο χρόνος, με τις λέξεις να ισχυρίζονται ψιθυριστά ρήτρες αλήθειας στα παγιδευμένα όνειρα της μνήμης, ανατρέποντας την σκληρή πραγματικότητα που προκαλεί ο πόνος της απουσίας. Στις εξαγνισμένες θεάσεις, διψασμένη στέκεται με ευλάβεια η προσμονή… της αγάπης, στα διάσελα της αρμονίας.


Προσμονή

Άνοιξε η αυλαία
κι η αφή χαρτογράφησε
το σώμα της απουσίας σου.
Ίσκιοι ατελεύτητοι ύστατων λέξεων
κρατούσαν τα όνειρα της μνήμης
μέσα στο ποδοβολητό των αλόγων,
που χάθηκαν στον άνεμο
όταν ο πόνος της απουσίας
πήρε τα χέρια της φωτιάς
κι έκαψε τα ιστιοφόρα της προσμονής.
Τα σπασμένα φτερά των περιστεριών
που ράγισαν οι φωλιές τους
και κρύφτηκαν στους ξεχασμένους δρόμους
άγγιξαν τη φλύαρη σιωπή της νύχτας
συλλαβίζοντας τη λέξη της αγάπης.
Με την άγια προσμονή, το σινιάλο
απ΄ τη μυστική σπηλιά των βράχων.
Τότε με τις παλάμες της βροχής
ξέπλυνα τα μάτια του φθινοπώρου.


Εξαϋλωμένα νοήματα ενδύουν την Ευάδνη, η «Καπανέως γυνή», - κατά τον Ευριπίδη στις Ικέτιδες- λίγο πριν αγκαλιάσει τον νεκρό αγαπημένο της σύζυγο και καεί μαζί του ζωντανή στην πυρά. Με την πράξη αυτή, μετουσιώνεται η αγάπη στο άχρονο. Η θυσία της γυναίκας υψώνεται ως σύμβολο συζυγικής αφοσίωσης στην αιωνιότητα.

Η ενσάρκωση του αληθινού έρωτα από την ηρωική βασίλισσα, δεν αφήνει ασυγκίνητη τη Μαριάννα Βλάχου - Καραμβάλη. Υμνεί την Ευάνθη των γήινων αποχρώσεων και την μετασχηματίζει σε αθάνατη, ανατροφοδοτώντας τον μύθο. Η ιστορική μορφή γίνεται ποιητική. Γιατί, όπως πολύ όμορφα λέει η ποιήτρια, «η αγάπη μικραίνει τον θάνατο/στα λατομεία του πόνου».


Ευάδνη

Η τέφρα σου
ενδεδυμένη το λευκό χιτώνα της αλήθειας
εναποθέτει τα βήματά της
επάνω στα πέλματα των ανέμων
πριν ταξιδέψει για τη χώρα των Αργείων.
Ευάδνη,
εσύ γνωρίζεις πως η αγάπη μικραίνει τον θάνατο
στα λατομεία του πόνου,
καθώς απ’ τις παλάμες της ψυχής σου
κορμιά ματωμένα κτυπιούνται στο μαντέμι της εξουσίας
ζωσμένα ως την ύστατη στιγμή
απ’ την κενότητα των ισχυρών.
Καθώς ανεβαίνεις την οδό της θυσίας
με τον λευκό χιτώνα ενδεδυμένη,
τα βήματά σου αγγίζουν τα πέλματα των ανέμων.
Τι κι αν αποχαιρέτισες το Επτάπυλον της Θήβας
Ταξιδεύοντας στη χώρα των Αργείων.

ΛΕΝΙΑ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ – Απουσίας έλευση


Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΟΛΥΓΡΑΜΜΑ κυκλοφόρησε το 2010, η ποιητική συλλογή της Λένιας Χριστοφόρου, «Απουσίας έλευση».

Η Λένια Χριστοφόρου είναι η αθόρυβη κι ευγενική κυρία της ποίησης. Είναι η ρομαντική, η εύθραυστη, που καταγράφει την αθωότητα με λέξεις, σαν την γοητεύουν και ταυτόχρονα την εξουσιάζουν, στα ποιητικά περιθώρια.

Σύγχρονες αρθρώσεις αποτυπώνουν την ευαισθησία της, στην περιφέρεια του αποφθεγματικού λόγου. Η ποίηση αποτελεί για κείνη το καταφύγιο, το μέσο διαφυγής από μια πραγματικότητα που πολλές φορές συναισθηματικά την θλίβει. Άλλωστε εκείνο που  επιθυμεί περισσότερο, είναι ο σεβασμός στον άνθρωπο και την αξία του.

Η ποιήτρια ζει την έλευση της απουσίας αλλά και την μόνιμη εγκατάστασή της στις παραποτάμιες όχθες της ζωής. Ίσως κάποτε να την παρέσερνε το ρεύμα. Τώρα απλά κατανοεί. Εφευρίσκει μέσα από κείνο που πλήγωνε κάποτε, την ομορφιά αναπλάθοντάς την με λόγια, που το μελάνι γράφει, σε ώρες περισυλλογής κι αποτίμησης. Μετατοπίζει το βάρος της απουσίας και το κάνει δημιουργική έμπνευση και ενέργεια σε στίχους αθόρυβης γαλήνης.

Περιπλανάται στις αποτοξινώσεις του ψυχισμού. Τα βαθιά σημάδια, γίνονται αφετηρίες νέων ποιητικών προσανατολισμών. Διανύονται αβίαστα μήκη στις γραμμές λυρικών εντυπώσεων. Δεν υπάρχουν ακροβατισμοί σε τούτη την περιπλάνηση, παρά μόνον σταθεροί βηματισμοί στις αποχρώσεις των ευθύγραμμων αποτυπώσεων.  Μια άσκηση σε κείνο που προβληματίζει, που πονά, που σκέφτεται. Με εγκράτεια διατηρεί την όσμωση στην τάξη μιας αναπόφευκτης αταξίας, με περιεκτικές φράσεις.

Οι συναισθηματικοί συνειρμοί ακολουθούν ηθελημένες παρασιωπήσεις με έμμεσες αναφορές και μελετημένους υπαινιγμούς. Κι όσο κι αν οι πόνοι βαλσαμώνονται, η ίδια θα καταγράφει τον απόηχο του πόνου, μιας κατοικημένης εδώ και χρόνια απουσίας, στα δωμάτια ακατοίκητης λήθης. 


Άρνηση

Μ’ αρέσουν οι λέξεις οι εύηχες.
Με γοητεύουν.
Κι ας ξέρω πως είναι κάποτε πλανεύτρες.
Σε μεθούν
σε βυθίζουν σε κόσμους παραμυθένιους.
Κι εκεί σε παρασέρνουν.
Σ’  εξουσιάζουν.
Δεν αντιστέκεσαι
αρνείσαι
δεν θέλεις.
Αφήνεις πίσω σου ενδοιασμούς κι επιφυλάξεις.

Ως ευωχία πειρασμός ανυπέρβλητος.
Ακατανίκητος.
Στον έρωτα αρκεί το πάθος.
Η σύνεση περιττεύει.


Πειραματίζεται με συγκεκριμένες εκφραστικές καταδύσεις, που αναδύουν το ψυχικό ιδεόγραμμα της ζωής της. Οι συμπληγάδες είναι η πρόφαση για το μακρύ ταξίδι, σε γραφές απόρρητες και μυστικά εφτασφράγιστα. Κι όσο απόρθητο φαντάζει το αίνιγμα, τόσο προσβάσιμη γίνεται η λύση, μέσα από την δημιουργία.

Αγναντεύει το ανθρώπινο τοπίο και την γραμμική του εξέλιξη, επιχειρώντας να διεισδύσει στο άδυτό του. Με φόντο τις γραμμές σε σελίδες, γίνεται η ανατομία όλων εκείνων που για καιρό φυλάχτηκαν και τώρα εκτίθενται στο φως. Για να αποκαλυφθεί η πηγή των θαυμάτων, που ντύθηκαν με λέξεις.


Προφάσεις

Πρόσβαση δεν είχα στα μελλούμενα.
Πριν δεν ήταν εύκολο.
Γραφές απόρρητες
μυστικά επτασφράγιστα
καλά κλειδωμένα σε φρούριο απόρθητο.

Με του καιρού το πέρασμα τα μάνταλα χαλάρωσαν.
Οι θύρες του απόρθητου μισάνοιχτες.
Ο χώρος προσβάσιμος.
Οι γραφές απροστάτευτες.
Τα μυστικά εκτεθειμένα στο φως.
Αφύλαχτα.
Σαν αντικείμενα πολύτιμα που ξεχάστηκαν
ποιος ξέρει γιατί
σε παλιό αρχοντικό ερειπωμένο.
Η κατάλυση του απόρρητου διέλυσε το μυστήριο.

Δεν θ’  αγγίξω τα πολύτιμα αντικείμενα.
Δεν θα τολμήσω να δω τι λένε οι γραφές.
Τα μυστικά χάσανε τη γοητεία τους.

Προφάσεις!
Προφάσεις άχρωμες
Εύθραυστες
Σαν φοβισμένου μικρού παιδιού δικαιολογίες.


Η ποιητική διαλεκτική γίνεται με όρους προσωπικής κατάδυσης. Θραύσματα συνείδησης ανασταίνουν μέσα της, τις θαμμένες εντυπώσεις για το μεγάλο ταξίδι. Ψύχραιμη, προετοιμασμένη, βάζει σε τάξη τις όποιες εκκρεμότητες, μετατοπίζοντας το όνειρο. «Ένα θραύσμα» που πρέπει να ιεραρχηθεί και να μελετηθεί η υφή του. Ν’ ανοίξει ρήγματα στη συμβατικότητα ημερών που έρχονται. Να συνταιριάξουν όλες οι μνήμες με τις νωπές και παλιές θύμησες. Η προσωπική φιλοσοφία και ηθική να αιχμαλωτισθούν σε στίχους που αρμενίζουν προς το επέκεινα.

Η Λένια Χριστοφόρου καταθέτει στην ποιητική της σύνθεση, «Υποψίας διαστάσεις», την υπερρεαλιστική  δυνατότητα, ανακαλύπτοντας στην γραφή την αλληλουχία και τους συνειρμούς ενός παράξενου ταξιδιού. Συνεκτικά δομούνται εκείνες οι λέξεις που απηχούν τη σύζευξη του θνητού με το αθάνατο. Με εξομολογητική σχολαστικότητα συνδιαλέγεται. Στοχάζεται τη μεγάλη έξοδο από τη δράση στην αδράνεια, μέσα σ’ από ένα παρελθόν που φωτίζει το μέλλον. Αποδεσμεύεται από περιορισμούς που επέβαλλαν οι κανονιστικές αντιλήψεις μιας εποχής από καιρό ληγμένης.

Τώρα πια εγκαθιδρύει αποσκευές γεμάτες με απολιθώματα μνήμης. Ρυθμίζει τον τελευταίο παρανομαστή του υπερβατολογικού ιδεαλισμού μιας μελλοντικής μεταφυσικής, αναλύοντας διεξοδικά την σκέψη, για να μας δώσει τις διαστάσεις της δικής της υποψίας, στην αοριστία του χρόνου.


Υποψίας διαστάσεις (απόσπασμα)

Στις αποσκευές μου μέσα
-όλο και τις σκαλίζω-
εκεί που  ’χω συνάξει κάθε λογής μαζώματα
ανάκατα ριγμένα
-κι όμως πάντα σε μένα άρεσε η ιεράρχηση, η τάξη-
θα πρέπει ίσως να σπαταλήσω χρόνο
να βάλω μια σειρά σ’ αυτήν την αταξία
-κι εγώ χρόνο δεν έχω-
Ανακάλυψα ένα μικρό παράξενο αντικείμενο.
Ένα τόσο δα απομεινάρι από κάτι.
Ένα θλιβερό κατάλοιπο
κουρνιασμένο στη μοναξιά του
ρημαγμένο
αγνώριστο
βυθισμένο στην εγκατάλειψη
αφημένο στην τύχη του.
Ένα θραύσμα.

-Αποσκευές θα λέω από ’δώ και πέρα
τα φυλαγμένα χρόνια τώρα ενθυμήματά μου-

Έχω σ’ εκκρεμότητα άλλως τε
ένα ταξίδι ιδιαίτερο
και νοιάζομαι για τα υπάρχοντά μου
μη τύχει και μου λείψει τίποτα απ’ ότι αγαπώ.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΙΩΤΑΚΗΣ - Αψέντι

Τον Ιούνιο του 2008 κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΡΙΔΑΝΟΣ, η ποιητική συλλογή του Αντώνη Σαμιωτάκη «Αψέντι». Το Αψέντι είναι το θρυλικό ποτό, που αγγίζει τα όρια του μύθου, με μια αύρα μυστηρίου να πλανάται γύρω από την χρήση και τους χρήστες της διανόησης.

Ίσως με τον συγκεκριμένο τίτλο ο ποιητής θέλησε να διασφαλίσει την μυστηριακή όσο και πολύτιμη αύρα του λυρισμού στα ποιήματά του. Γιατί, είναι ο αφοσιωμένος εργάτης του λόγου, που ζει κι αναπνέει στα λατομεία των λέξεων. Ασκείται στην προσωπική έκφραση, διαμορφώνοντας το αισθητικό του τοπίο στη γεωγραφία της ποίησης. 

Αυθεντικός όσο και ανθεκτικός, θα τολμούσα να πω, πως η γραφή του έρχεται να συνεχίσει την γόνιμη παράδοση της γενιάς του ‘30. Αναδύει το άρωμα της συνοδοιπορίας, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα στις νέες εκφραστικές προκλήσεις. Μια κληρονομιά κουβαλάει, την οποία μετασχηματίζει σε μπολιάσματα που δίνουν νέους καρπούς, κρύβοντας επιμελώς την συναισθηματική του αμηχανία. Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής είναι ο δημιουργός, που όλα τελικά τα φέρνει στο φως, εκεί που οι συλλαβές στάζουν φωτεινά νοήματα και λάμψεις στα αποσιωπητικά, για να λαμπυρίζουν εκείνα που υπονοούνται. Εν τούτοις, πάντα αυθόρμητη ελλοχεύει η αγωνία στα πέλαγα της ψυχής, αγγίζοντας όρια στις διαιρέσεις των σπαραγμάτων.

Τα υλικά δομούνται με γνώμονα την άρτια οικοδόμηση των ποιημάτων, ώστε να διατηρηθεί ένα συμπαγές αρχιτεκτόνημα ακλόνητης βεβαιότητας. Για να μπορέσουν να συγκατοικήσουν αδιάσπαστα οι μνήμες του προσωπικού αλφαβήτου μιας ματαιότητας, που επί ματαίω ματαιοπονεί. Για να μην καταργηθεί ο ιστορικός χρόνος στις συζεύξεις των αναμνήσεων. Πάει κόντρα στη φλυαρία, αποδίδοντας μεστά και αφαιρετικά τον κατασκευαστικό τρόπο που στοιβάζονται συναισθήματα, αντλώντας από το βάθος του χρόνου και της γνώσης τα περιεχόμενα της γεωμετρίας του λόγου.

Αναγνωρίζεται η εμπειρία στην καταγραφή εξομολογήσεων από συντριβές, που εξάσκησαν την νοητική επεξεργασία μιας διαλεκτικής φαινομενικότητας, που γίνεται βεβαιότητα στην απριορική ποίηση. Ο Αντώνης Σαμιωτάκης προσεγγίζει τα θέματά του, ανιχνεύοντας προεκτάσεις με αναστοχαστική διάθεση και αισθητηριακή εποπτεία. Αισθητικοποιεί ανακαινισμούς στα νοήματα, ερεθίζοντας αισθήσεις, για να διεγείρει την δεκτική ικανότητα των αναγνωστών στις εκτάσεις των συναισθημάτων.

Τίποτα δεν μένει
Σαν πέλαγο θολό μοιάζει η ψυχή του.
Σαν κρύσταλλο σπασμένο, από χοντρό κρουστό χαλάζι.
Συντρίμμι. Μ’ ένα ψιθύρισμα να πνέει, την τύψη.
Πόσο αδιάφορα είδε τον άνεμο!
Πόσο την πλημμυρίδα!
Καλυμμένος τώρα με τετελεσμένα,
Τίποτα δεν μένει να ρωτά.
Στάζουν τ’ αποσιωπητικά του…

Όταν οι τοίχοι στενεύουν από λύπες μοναξιάς, η σιωπή τους γκρεμίζει, χαράζοντας στίχους. Κλειδωμένοι λυγμοί αναζητούν αντικλείδι στα αναφιλητά της νύχτας. Κι ας μυρίζει ο δρόμος μοναξιά στους ρύπους της μονοτονίας. Αξεδίψαστη περιπλανάται η ψυχή στη σκοτεινιά της μελαγχολίας. Ετερογενής αποδοχή σε συναισθηματικά υδάτινα τοπία. Κι όσο απομακρύνεται τόσο πλησιάζει τον μόνιμο κυματοθραύστη της καρδιάς, που δέχεται στωικά τα αμίλητα κύματα.
Το αβέβαιο, ακίνητο βεβαιώνει καταφάσεις, στη μυθοποιημένη αντανάκλαση των ποιημάτων, που δεν χωρά σε λέξεις. Μένει το αίνιγμα σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά που αναζητά να επιλυθεί στις εσωτερικές διαδρομές των υπαινικτικών μυσταγωγικών αποτυπώσεων των τοίχων, που απελπιστικά έχουν στενέψει.


Οι τοίχοι έχουν στενέψει

Θα σωπάσει λοιπόν.
Δεν χωράει σε λέξεις.
Η ώρα έχει περάσει άλλωστε.
Ο δρόμος μυρίζει μοναξιά.
Και που να πάει κανείς;
Ράκη και απορρίμματα.
Θα σωπάσει.
Με τη δίψα αξεδίψαστη.
Με την καρδιά
Να φυλάει στη σκοτεινιά.


Ο ποιητής πενθεί την ορφάνια του. Πόνος και θλίψη γύρω του. Απατηλά χαμόγελα, βασανιστικά, επιθυμούν ν’ ανθίσουν το δέντρο του. Πάει καιρός που πενθοφορεί με καρφωμένα φύλλα. Στης ερημιάς τα εξόριστα κάδρα δεν μετριέται ο χρόνος της ανθοφορίας. Μόνον καρφιά αιμορραγούν στον σιωπηλό κόσμο του.
Ο εφιάλτης της απουσίας ξαναζωντανεύει στον πολλαπλασιασμό του αδιεξόδου. Έπαψαν να πετούν πουλιά σε επικίνδυνες χαρτογραφημένες πτήσεις. Κάποτε τούτο το δέντρο φιλοξενούσε φωλιές. Τώρα, όσο κοιτάζει το αφόρετο φόρεμα της απελπισίας, τόσο δεν αντέχει την αιμορραγούσα κυοφορία σε μια ρακένδυτη και απλησίαστη άνοιξη.


Πένθιμο

Ξερό δέντρο.
Γύρω μου μια συννεφιά.
Πήρανε φύλλα
και καρφώνουν στα κλαδιά μου.
Να ‘ρθουν πουλιά.
Μα δεν γελιούνται
τα πουλιά,
ούτε που ανθίζουν
τα καρφιά μου.


Θα γραφτούν τα ποιήματα με χρώμα οδύνης, αναζητώντας την λυτρωτική έξοδο, στην επώδυνη υπέρβαση των ορίων. Μια δραματική πορεία μέσα σε κύκλους, που διαμόρφωσαν το συνειδησιακό γίγνεσθαι του ποιητή. Ελεγειακά αφηγείται το άθροισμα των επιρροών, που αφομοιώθηκαν σε ασίγαστα οδοιπορικά, διαμορφώνοντας την συγγραφική του ταυτότητα.
Ανακαλύπτει συγγένειες που ενώνουν αλλά κι αποστάσεις που διαχωρίζουν, καταθέτοντας την σπαρακτική του ενέργεια, στα περιθώρια των στίχων. Ένας μάρτυρας του λόγου που κατοικεί στην σκήτη απόκρημνων γλωσσικών ακροπόλεων. Με επίγνωση και στοχασμό αγναντεύει τις σπαταλημένες λέξεις, που καταγράφουν την υπαρξιακή αγωνία, στις αλληγορικές καταθέσεις του. Άλλωστε, τον απασχολεί έντονα  η χειραφέτηση της ποιητικής, ιχνηλατώντας όλα τα ρεύματα στην μακριά πορεία του λόγου. Γιατί ο Αντώνης Σαμιωτάκης είναι ένας μαθητής, που ακόμα ασκείται στις πολλαπλές εκφάνσεις και στις νοηματικές μετουσιώσεις του. Επιχειρεί να ανοίξει ορίζοντες, διευρύνοντας δυνατότητες. Έτσι, καταφέρνει να συναντηθεί με το «κατανοείν»,  της γραμματειακής εποπτείας.  


Σκήτη

Συγγενεύει υπόγεια
με τις αρμονίες των δέντρων
μ’ εκείνη την κυκλική
ελεγειακή τους αφήγηση.
Πράγματι αυτό το επιτυχημένο
άθροισμα επιρροών
διαποτίζει το είναι του,
έχοντας μοναδική
σπαραχτική κατάθεση,
την ευλογία των ματιών του.
Χρόνια σιωπής.
Πως μπορεί έστω την ύστατη στιγμή
να φτάσει την υπέρβαση των ορίων;
Να φτάσει στην επώδυνη
όσο και λυτρωτική έξοδο;


Όλα στη γραφή του Αντώνη Σαμιωτάκη, μαρτυρούν την ακράτητη επιθυμία του, να βαπτισθεί με το ύδωρ της γνώσης. Να ανακαλύψει το βάθος του ουρανού με ευπρέπεια, στις ωσμώσεις του λόγου. Είναι ο διανοητής που με ευλάβεια διαχειρίζεται τους εφιάλτες του και τους μετασχηματίζει σε διανοήματα ορθολογικής φιλοσοφίας, με απλό και κατανοητό τρόπο.

Η συνδυαστική ικανότητα της ιδέας και του ονείρου, μετατρέπει τις λέξεις σε ποίηση, για να αποκαλυφθεί το φυλακισμένο του όραμα, που πάνω του χτίζονται τα ιδεογράμματα ασίγαστων και κρυφών πόθων . Έτσι τα ποιητικά σώματα αποκαλύπτουν την άρρητη διαδρομή στην ιδεολογική σφαίρα της ύπαρξής του. Αν και τον ενδιαφέρει αυτό που είναι, έχω την αίσθηση, πως τον ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που αφήνει. Για τούτο και τα ποιήματα εμπεριέχουν κάτι από το αλύγιστο του ανέμου, χρησιμοποιώντας τα ως οχήματα σκέψης και στοχασμού.


Τουλάχιστον

Δεν θέλω να πάω παραπέρα.
Όχι.
Είναι αρκετά έως εδώ.
Οι πατούσες μου, σχισμή-ρωγμή.
Τα μάτια μου, κόκκινος πυρετός.
Σε ναρκοπέδιο ακροπάτησα
και είμαι.
Τέτοια ζωή;
Ας βγάλουν ρίζες πια
τα πόδια μου.
Δέντρο.
Να καρφωθώ.
Να  ’χω τουλάχιστον να λέω,
πως δεν με λύγισε ο άνεμος.


Κι όταν η άχρονη ερωτική αξία, έρχεται να υποκαταστήσει το ιδεατό έλλειμμα της ύπαρξής του, ο ποιητής την εντάσσει και την αξιοποιεί με την ποιητική διαλεκτική, στο αιώνιο και αναλλοίωτο κοσμικό γίγνεσθαι .  Απευθύνει πρόσκληση στη μεγάλη σιωπή να μιλήσει στους άφατους σχηματισμούς της παλίρροιας. Για να μετασχηματισθούν τα κύματα στη γαλήνη της άμπωτης. Για να δακρύσουν τα μάτια, δάκρυα χαράς και στην ερημιά του να φυτρώσει μια όαση, που θα δώσει ανάσες δροσιάς στην ανάλγητη απελπισία.

Οι σωματικές και ψυχικές ενατενίσεις, γίνονται αισθητικά τεκμήρια, με συμβολικά στοιχεία στην αρχή των στίχων και με όρους λυρικούς. Κι ας αναζητείται ακόμα η αρχή των συναισθημάτων στις διαδρομές των λέξεων, στους διανυκτερεύοντες καταυλισμούς των γραμμάτων. Κι όταν με μαχαίρια λύπης δαμαστούν οι πόνοι, θα προκύψουν άλλοι, σφοδρότεροι πόνοι, στην «έρημη έρημο της ψυχής» του. Τώρα πια, μόνον ανομοιοκατάληκτες μνήμες θα επανέρχονται στην γόνιμη χώρα των αναμνήσεων.


Ρέκβιεμ

Έρημος η ζωή μου.
Ήταν έρημος.
Ταξίδεψες κι ήρθες.
Δάκρυσαν τα μάτια μου.
Απ’ τη χαρά μου δάκρυσα.
Και φύτρωσε μια όαση.
Θεέ μου, στην ερημιά μου,
μέσα μου μια όαση!
Ήπιες νερό, δροσίστηκες,
έβρεξες τα μαλλιά σου,
τα φεγγαρένια μάτια σου.
Μ’ άφησες να σ’ αγγίξω.
Ονειρεύτηκα.
Πιο πέρα κι απ’ τα όνειρά μου.
Μα πόσο μια όαση
θα σε κρατούσε;
Έφυγες.
Ξεράθηκαν οι φοινικιές.
Στέρεψαν όλα.
Έρημη έρημος η ψυχή μου.


Η νύχτα θα βρει τον ποιητή να βουλιάζει στην πιο βαθιά θάλασσα. Να σκαλίζει αποτυπώματα λυγμών, με υγρές ανάσες σε υγρά τοπία. Η υδάτινη μάζα τον καταπίνει, τον αφανίζει, γίνεται ένα με το νερό, φθάνοντας ως τις ακτές των εκβολών. Κι όσο κι αν κουράστηκε στην διαδρομή, οι θύμησες σπουδάζουν απώλεια, σε ναούς απουσίας. Κι  όταν γεράσουν οι πόνοι στου νερού τα μιλήματα, η αναμονή θα έχει πεθάνει. Μια τέτοια νύχτα σιωπηλά θα σβήσει, πίνοντας «πικρό αψέντι μόνο».


Νύχτα μου

Νύχτα μου,
πως βύθισες την καρδιά μου
στη βαθιά θάλασσα!
Αναπνέω σε τόσο λυγμό;
Αχ νύχτα μου,
σ’ ανασαίνω υγρή
και νιώθω ν’ αφανίζομαι,
να ρουφιέμαι σαν ποτάμι,
σαν νερό σ’ εκβολή!
Ώρα είναι να πεθάνω.
Νύχτα μου.
Πονάν τα κομμάτια μου.
Να πεθάνω πολύ.

ΜΑΡΩ ΛΕΟΝΑΡΔΟΥ – SOS (Save Our Souls)

Πολλές φορές η ζωή διηγείται ιστορίες που χάνονται μέσα στην ίδια την ζωή, εκτός αν… εκτός αν κάποιο χέρι τις τραβήξει, από το πλήθος των ιστοριών κι ευλαβικά τις καταγράψει. Αυτό ακριβώς κάνει η Μάρω Λεονάρδου, στο βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2012 από την ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, με τίτλο, «SOS (Save Our Souls)», που πάει να πει, Σώστε τις ψυχές μας.

Η γραφή συνδυάζει την απλότητα της αφήγησης, με την αντικειμενική διάσταση ενός δημοσιογραφικού ρεπορτάζ. Η συγγραφέας γίνεται η εξομολόγος της εύθραυστης ψυχής ενός ανθρώπου που έζησε και πέρασε πολλά. Περιγράφει τις λειτουργίες βιωματικών αναπολήσεων, που επιτακτικά επιθυμούν να διασωθούν στον χρόνο. Για να διακοπεί η ροή του και να σταματήσει σε εκείνα μόνον τα γεγονότα και τα περιστατικά που συγκλόνισαν το προσωπικό του σύμπαν. 

Σε τούτη την αφηγηματική οι μνήμες, πότε γίνονται εφιαλτικές και πότε αναδεικνύουν τα θραύσματα μιας σπαραχτικής ζωής στους τεμαχισμούς του βιωμένου του γίγνεσθαι. Ψυχικός πόνος, συντριβή, εφιάλτες, ερείπια και το πολύ του θανάτου, γράφονται ρεαλιστικά, αναδύοντας τη συναισθηματική φόρτιση του πρωταγωνιστή. Απλά, χωρίς υστερίες και μελοδραματισμούς, γίνεται ακατάσχετη η ροή των βιωμάτων και των εμπειριών, αποτυπώνοντας την πραγματικότητα στην ιστορική διαδρομή του αφηγητή. Αποκαλύπτει την δυστυχία, τον πόνο, την ερήμωση αλλά και τις σύντομες χαρές που την ζήση του συνόδευσαν. Κι όλα εκείνα που από το παρελθόν επανέρχονται, αγωνιά να τα μεταμορφώσει, σε όνειρα και ελπίδα για το μέλλον. 

Εποχές που τον σημάδεψαν, θα τον ακολουθούν στην υπόλοιπη ζωή του. Είναι τα ίχνη, τα στίγματα που άφησε καθώς προχωρούσε,  προσανατολισμένος σε μια κοινωνία που δεχόταν ή απέρριπτε τις επιλογές του. Η συγγραφέας θα τις αξιοποιήσει συμφιλιώνοντας διαδρομές που κρατούν αφυπνισμένες τις αισθήσεις του. Θα γράψει με ευθύνη, την γήινη πραγματικότητα του ανθρώπου, που της εμπιστεύθηκε τη ζωή του. Την ανακαλύπτει βήμα-βήμα στις διαστάσεις του χρόνου. Δίνει μορφή στα λόγια, δαμάζοντας τον λόγο με δημοσιογραφική εμπειρία . Δεν επεμβαίνει, αν και συμπληρώνει ή τροποποιεί ονόματα και ρόλους για να αποκρυφτεί σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας η πραγματική ταυτότητα του ήρωά της. Επιθυμεί να τον προστατέψει. Άλλωστε σημασία έχει το αληθινό της ιστορίας κι όχι η ταυτοποίηση των πρόσωπων που εμπλέκονται σ’ αυτήν. Η Μάρω Λεονάρδου γίνεται ο μοχλός που κινεί τα νήματα μιας ιστορίας ανάμεσα σε άλλες, που όμως με την καταγραφή οι δομές της αντανακλούν το νόημα της περιήγησης στα αγγίγματα.

Υστερόγραφα μιας ζωής στην αληθινή παραμυθία των εξομολογήσεων. Γιατί αναπόδραστη η μοίρα του καθενός, χωρίς εξόδους διαφυγής, συμβιώνοντας αρμονικά με κείνα που του επιφύλαξε. Η Μάρω Λεονάρδου με μαεστρία αξιοποιεί τις παραμέτρους τοποθετώντας τις σε σχήματα πεζογραφικά στη γεωγραφία του λόγου. Με ακριβοδίκαιη συνέπεια περιγράφει, θεματοποιεί τις ενότητες, φανερώνοντας άλλοτε τις ακαριαίες εκρήξεις των συναισθημάτων κι άλλοτε τις μειλίχιες πράξεις των φόβων. Με λέξεις μεστές, καλοζυγιασμένες ενδίδει στους αναστεναγμούς της χαρά και της λύπης, για να αναδυθεί η ραγισμένη αξιοπρέπεια των αισθημάτων. Γιατί η ίδια η ζωή πρέπει να θριαμβεύσει του πόνου, πατώντας γλυκά πάνω στη νοσταλγία, εκείνων που πρέπει να γραφτούν με το ανεξίτηλο της μελάνης της. Με λόγια απλά χωρίς συμβολισμούς και ρητορικές, αναδεικνύεται λυρικά το βιωμένο όνειρο του αφηγητή στη συγκατοίκηση με το παρελθόν και το παρόν του.

Μια κριτική επισκόπηση, απαλλαγμένη από τους εν βρασμώ αναθυμιάσεις του παρελθόντος, νοσταλγικά επιστρέφουν με όρους γλυκιάς αφήγησης. Ευλαβικά συντηρήθηκαν όλα, εποπτεύοντας μαρτυρίες και μνήμες, αφουγκραζόμενος  τους βηματισμούς στα κινούμενα νήματα της ζωής του. Κι όταν το πεπρωμένο αλλάζει βήματα και προορισμούς ο ήρωας παραμένει, ελπίζοντας στη φυσική αναδάσωση της ζωής με νέους βλαστούς να βλασταίνουν τους καρπούς της εξέλιξης, με την αγωνία της καρποφορίας και της τύχης, που η μοίρα επιφυλάσσει. Τότε η μνήμη γίνεται το ελιξίριο βιωμένων αποσταγμάτων στην αδιάλειπτη επανίδρυση της ζωής.  

Μέσα από την σοφία του πόνου, ανασυντάσσεται η μεταβλητή ζωή του ήρωα. Λυτρωτικά ελευθερώνονται οι λύπες, μετασχηματίζοντας την αποσύνθεση των πολλαπλών και ποικιλόμορφων αναμνήσεων. Οι ψυχές δένονται ακόμα κι όταν ταξιδεύουν, όταν χωρίζουν ή οριστικά και αμετάκλητα φεύγουν. Η καρδιά και το μυαλό οργανώνουν τη συντήρηση εκείνων που η ανάγκη ή μοίρα ορίζουν. Μ’ ένα πόθο κρυφό αγρυπνούν. Να μη χαθεί τίποτε από όλα εκείνα που βαραίνουν την υγρή φυλακή μιας ψυχής που φωνάζει SOS (Save Our Souls-Σώστε τις ψυχές μας), σε εκείνους που μπορούν να τις καταγράψουν, σπάζοντας την αλυσίδα της ανυπαρξίας. 
Η συγγραφέας μ’ αυτό της το πόνημα, κατάφερε να σπάσει τους κρίκους της άγνοιας και να φέρει ως εμάς τους νοηματικούς συσχετισμούς μιας αληθινής ιστορίας, στην ανωνυμία του χρόνου, που γίνεται υπαρκτή.

Απόσπασμα:
«Ίσως Τελικά η μουσική, ο έρωτας και η τέχνη γενικότερα, είναι πράγματι ο δρόμος που οδηγεί στα μυστικά των θεών, εκείνα τα μυστικά που κράτησαν καλά φυλαγμένα, από εμάς, για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας, χωρίς να ξέρουμε τελικά ούτε από πού ερχόμαστε, ούτε που πάμε».

ΚΑΙΤΗ ΓΡΙΣΠΟΥ – Μοιράζομαι και ωριμάζω

Ζούμε σε μια εποχή, που πάσχει από συναισθηματική αναλγησία, αν κι όλοι εναγωνίως ψάχνουν μια κρύπτη αγάπης και φιλίας, για να μπορούν εκεί, να καταθέσουν τα πολύτιμα αισθήματα. Άλλωστε ποιος αλήθεια θα μπορούσε να αντισταθεί και να μην δεχθεί τα ακριβά  αποθέματα,  που θα συγκλονίσουν το συναισθηματικό γίγνεσθαι, όταν αυτό οδηγεί στα υψηλά κλιμάκια ανάτασης μιας περιρρέουσας ηθικής; 

Η ΑΝΕΜΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ, κυκλοφόρησε το 2012 το μυθιστόρημα της Καίτης Γρίσπου, «Μοιράζομαι και ωριμάζω». Μέσα από την μυθοπλασία, η συγγραφέας ενεργοποιεί τα ψυχικά αποστάγματα των ηρώων της, για να αναπτύξει εκείνες τις διεργασίες που υποκινούν την φροντίδα προπάντων και την βελτίωση των σχέσεων, σε όλα τα επίπεδα. Χτίζει το αρχιτεκτονικό οικοδόμημα της γραφής της, με συνεχείς προσθέσεις παράλληλων οικοδομών, ενθαρρύνοντας την αυτοπραγμάτωση του όγκου. Γιατί το συναίσθημα, μετράται ανάλογα με το μέγεθος της ανιδιοτελής προσφοράς στους άλλους, αξιοποιώντας στο μέγιστο, τα όμορφα χαρακτηριστικά, όμορφων ανθρώπων. Λειτουργεί ως οδηγός επιβίωσης, σ’ έναν κόσμο που διαρκώς χάνει τον ρυθμό της ανθρώπινης εξέλιξης, στους δρόμους της αρετής μέσα από την σοφία.

Οι πρωταγωνιστές καλούνται, σε μια διαρκή επαλήθευση των αντοχών, ανασυνθέτοντας εαυτούς. Αναδύουν ευφάνταστες λύσεις στα αυτονόητα, που για πολλούς είναι άγνωστα ή ξεπερασμένα. Μετακινούνται διαρκώς, προς το καλλίτερο ή τουλάχιστον σε κείνο που φαντάζει καλλίτερο, επιμένοντας σε κοινούς τόπους προσφοράς. Ισόποσα πορίσματα λογικής, δίνουν ανάλογα μερίσματα ψυχικού αποθέματος, σε κείνους που επιθυμούν να τα δεχθούν, στις τάξεις της αγάπης και της φιλίας. Η δημιουργός ανιχνεύει, αναδεικνύει τις αλληλοεπιδράσεις στους δεσμούς και τις εκλεκτικές συγγένειες, την πραγματική φύση του «εμείς», αλλοιώνοντας το «εγώ». Κι όσο κι αν οι άνθρωποι έρχονται αντιμέτωποι με το προσωπικό πεπρωμένο τους, τόσο το μοίρασμα διεκδικεί, την πραγματική του διάσταση στις συντεταγμένες εκείνων, που αφήνουν και αφήνονται να μοιραστούν, τις πανανθρώπινες επιταγές της μοίρας.

Ίσως πρόκειται για διαμετρήματα άλλων εποχών… δεν ξέρω. Η Καίτη Γρίσπου, πείθει με την συγγραφική της δεινότητα, πως μπορεί να υπάρχουν γύρω μας άτομα, με κοινές συνιστώσες ανθρωπισμού. Συνοψίζει με εύγλωττο τρόπο τις αξίες, που τείνουν στο αδιαπραγμάτευτο ιδεατό των προτεραιοτήτων, που ο καθένας μας θέτει. Οι ήρωές της, γίνονται σύμβολα αυτοπροσφοράς, για να ανακαλύπτεται το ποτάμι, που κρύβεται κάτω από την πηγή, στις οριζόντιες αναβλύσεις. Οι διαδρομές υπάρχουν, για να μπορεί να ξοδεύεται το νερό στο κύλισμα του χρόνου, στις θεατές αντανακλάσεις του, φωτίζοντας το αθέατο. Κι όσα δεν τολμούν οι λέξεις να πουν, τολμούν οι πράξεις, εκτοξεύοντας την αληθινή διάσταση μιας πραγμάτωσης, στα χρονοπεριβλήματα των αντοχών.
  
Το «μοιράζομαι και ωριμάζω», είναι ένα μυθιστόρημα, που πλουτίζει τον συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη, με βαθιά συγκίνηση. Εξαγνίζει την ρευστότητα της αφηγηματικής, με στοχαστική ευαισθησία. Υποβάλλει γοητευτικά και με σύγχρονες εικόνες, πρόσωπα που διαθέτουν τη αρχέγονη και συμπυκνωμένη σοφία στη διαχείριση και διαπραγμάτευση των φιλικών και όχι μόνον σχέσεων. Γιατί πέρα από τον έρωτα και την αγάπη, υπάρχουν ο πόνος και η απώλεια, που όμως δεν προβάλλονται καταθλιπτικά από την συγγραφέα. Στα μικρά και στα μεγάλα, στα δύσκολα και στα εύκολα ανακαλύπτεται εκείνο, που ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάει κανείς, την «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ», όπως λέει η ίδια. Ο λόγος της Καίτης Γρίσπου, εναρμονίζεται με το ιδανικό, με το τέλειο που κατοικεί στην καρδιά και στην αιώνια αναζήτησή του, φθάνει να μείνει γυμνή η ψυχή, να μην εγκλωβίζεται σε άμυνες εκλογίκευσης, για να μπορεί να ρέει απαλά το συναίσθημα.

Σε όλο το βιβλίο, οι λέξεις μεταφράζουν συναισθήματα, εμβολιάζοντας πολλές φορές με συγκίνηση, τις σκοτεινές και αλύτρωτες πληγές πολλών από εμάς. Αυτό άλλωστε είναι και το ανεξήγητο μυστήριο της τέχνης. Να μπορείς να το συναντάς, να το ερμηνεύεις, να το μοιράζεσαι. Τα πολύτιμα ευρήματα γίνονται αφετηρίες νέων διαδρομών, στη χαλιναγώγηση ανεξιχνίαστων παθών, με λογική και φρόνηση. Για να μην ξυπνούν ποτέ οι φόβοι, στις συχνές επικλήσεις της μνήμης,  σαν κυνηγούν αλήθειες στο κρυφτό τους με την ανάμνηση, για να μην ματώνουν ποτέ βήματα, σε προορισμούς λησμονιάς στο μακελειό της λήθης.
Χωρίς σκιές, χωρίς αποκαθηλωμένα είδωλα, η παραμυθία ξεδιπλώνεται με λέξεις λιτές, για να θριαμβεύει η ουτοπία. Η Καίτη Γρίσπου παρατηρεί διεισδυτικά τη ζωή που γίνεται ποίηση. Γιατί, η πραγματική ζωή εμπεριέχει ποίηση κι αν δεν έχει, οφείλει ο δημιουργός να την επινοήσει, στη μακριά της περιπλάνηση. Περίτεχνα φορτίζει τα νοήματα, για να αποδώσει τα προσωπικά της μεταλλεύματα, από τις εκρήξεις του εσωτερικού κόσμου της. Τίποτα δεν επιτρέπεται να εκπέσει από την αληθινή υπόσταση εκείνων που νιώθει, επεκτείνοντάς τα με μαεστρία στους πρωταγωνιστές της. Αναζητά την ποιότητα στις ιεροτελεστίες του λόγου και την καταγράφει με σεβασμό στον αναγνώστη. Με ξεχωριστό τρόπο δομεί όλες τις παραμέτρους, για μια συγκλονιστική ανάγνωση. Συναρμολογεί καταστάσεις, γεγονότα και περιστατικά, αναδεικνύοντας μια ολότητα στο έργο της, με ώριμη πεζογραφική δεινότητα.

Είμαι βέβαιη, πως οι αναγνώστες θα χαρούν την ανάγνωση σελίδα τη σελίδα, ξεκλειδώνοντας αβίαστα δικά τους συναισθήματα στη προσέγγιση της συγκίνησης. Θα συναντηθούν εκεί, στα όρια του επέκεινα, πέρα από τις θραυσματικές απολήξεις των θραυσμάτων, μιας γραφής γοητευτικής  που παρηγορεί αισθήσεις.

ΘΕΑΤΡΟ - Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος


Αγγέλων Βήμα, Σατωβριάνδου 36, Ομόνοια
Κείμενα: Σκηνοθεσία : Μαίη Σεβαστοπούλου
Ηθοποιοί : Νίκη Αναστασίου, Μόνικα  Κολοκοτρώνη, Κατερίνα Κυβετού, Σοφία Σαπρίκη
Κοστούμια: Ιωάννα Κουρμπέλα
Μουσική επιμέλεια: Ομάδα «Θεώρηση»
Φωτισμοί: Θανάσης Λεφάκης
Παραγωγή: Ομάδα «Θεώρηση»

Ποιος θα μπορούσε να φαντασθεί, πως μια παροιμία από την Παλαιά Διαθήκη θα γινόταν τίτλος σε θεατρική παράσταση; «Το τέλος δε αυτής πικρόν ως αψίνθιον, οξύ ως μάχαιρα δίστομος», είναι η αποποίηση της προσωπικής ευθύνης, για όλα εκείνα που κανείς δε μπορεί να φαντασθεί πως θαρθούν κι όμως έρχονται. Κι όσο κι αν κανείς θελήσει, να είναι επιεικής με την άρση ανάληψης ευθυνών, όταν το αποτέλεσμα είναι τραγικό, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί: «Τίς έφταιξεν»

Η Μαίη Σεβαστοπούλου γράφει και σκηνοθετεί μια συγκλονιστική παράσταση, που αντανακλά τέσσερις αληθινές ιστορίες. Ένα ψυχολογικό δράμα εκτυλίσσεται επί σκηνής, καθώς τα πάθη των ανθρώπων επαναλαμβάνονται στο διηνεκές του χρόνου, με την αγάπη τραγικά να υπενθυμίζει την απουσία της. Έτσι καταλύεται προπάντων ο σεβασμός στην προσωπικότητα, με τον πιο βάναυσο και βίαιο τρόπο. Η έλλειψή της εγκληματική, μορφοποιεί είδωλα, σε μια ύστατη ανάγκη ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν. Μα τα είδωλα δεν αγαπιούνται, χρησιμοποιούνται, σε ανήθικες ορέξεις και καταναγκαστικούς βιασμούς ψυχών που κρύβονται μέσα σ’ αυτά. Δεν αναγνωρίζονται στους πανηγυρισμούς της ζωής, γιατί τα ίδια από φόβο ή απόρριψη, δεν μπορούν, δεν τολμούν να γιορτάσουν, και να  θριαμβεύσουν νικηφόρα στα πεδία της χαράς. Ηττημένα θα δώσουν τέλος, εγκαταλείποντας την προσπάθεια με απονενοημένες πράξεις.  Με την ελπίδα, πως εκεί που θα πάνε, δεν θα υπάρχουν σκιές να τα ακολουθούν. 

Οι σπονδυλωτές ιστορίες τεσσάρων γυναικών, ερμηνεύονται ιδανικά από τέσσερα κορίτσια, στις αυτοκτονικές συνεδρίες παθών, που οι ίδιες δεν επέλεξαν να ζήσουν στην σύντομη ζωή τους. Θνησιγενείς από την πρώτη στιγμή της γέννησης, πεθαίνουν καθημερινά στα αδιαφανή μονοπάτια που άλλοι όρισαν να βαδίσουν. Αντωνία, Άλμα, Δέσποινα, Μαργαρίτα φεύγουν σκληρά και βίαια από την απόγνωση μιας άγνοιας, που όμως συμβολίζει το πεπρωμένο τους. Στις διαχωριστικές γραμμές οι εφιάλτες ξυπνούν, και τις προδίνουν ανηλεώς με ψέματα και υποκριτικές συμπεριφορές. Πατούν ψυχές σε σβησμένους ήλιους. Οριστικά και αμετάκλητα, αρνούνται να δεχθούν την ασχήμια που έμελε να ζήσουν στα ερχόμενα, εκεί που διαρκώς ανατέλλουν μόνον οι λύπες.

Λένε πως συχνά η Τέχνη αντιγράφει τη ζωή. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η ζωή εμπεριέχει την βαρβαρότητα με στιγμές πέρα από το επώδυνο που μπορεί να αντέξει η αντανάκλαση της ίδιας της ζωής; 

Τότε ακριβώς καλείται ο άξιος δημιουργός, να καταθέσει στη θεατρική διαλεκτική, όχι την ωραιοποίηση αλλά την δικαίωση των θυμάτων, με εύγλωττο και κατανοητό τρόπο. Η Μαίη Σεβαστοπούλου, με τα εξαιρετικά κείμενα και την άρτια σκηνοθετική καθοδήγηση, καταφέρνει να επιφέρει τον έντονο προβληματισμό και να καθηλώσει τους θεατές. Με ακροβασίες λέξεων, μιλούν τα σώματα των ηθοποιών τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες όσων βίωσαν, στις εκκρεμοδικίες συναισθημάτων αστείρευτου πόνου.
 
Δωρικές ερμηνείες με νευρώδεις διαλόγους, μεθοδικά καταγγέλλουν την απομόνωση, που αθέλητα κι ανεπιδίωκτα  περιθωριοποιεί. Οι  ηρωίδες του έργου θα ζήσουν τον αποκλεισμό, μέσα στη χειραφέτηση, όχι των δικών τους προτεραιοτήτων, αλλά των φυσικών αυτουργών τους. Η δημιουργός και σκηνοθέτης επιχειρεί την ανατομία στους νοητικούς και ψυχικούς λαβύρινθους των πρωταγωνιστών της. Σκηνοθετεί έξυπνα, λύνοντας τα σώματά τους, για να αποδώσουν κι εκείνα τις πτυχώσεις των ρόλων με ποιητικό τρόπο. Και οι τέσσερεις  είναι υπέροχες πάνω στη σκηνή, τιμώντας έτσι την σκηνοθέτη, με τις συγκλονιστικές όσο και σπαραχτικές ερμηνείες τους. Οι φθαρμένες ψυχές φτερουγίζουν στο άπειρο για να συναντηθούν μεταξύ τους, αναβιώνοντας όλες τις καταστροφικές μνήμες που τις έφεραν ως εδώ... στο επέκεινα της ανυπαρξίας. 

Οι θεατές φεύγοντας, θα πάρουν μαζί τους τα ακρωτηριασμένα συναισθήματα, για να μετασχηματίσουν το ιδιότυπο κολαστήρι σε παράδεισο σκέψης και προβληματισμού με λυτρωτικές απαντήσεις, αποσιωπώντας νοήματα στις εντοιχίσεις του πόνου.