ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΙΩΤΑΚΗΣ - Αψέντι

Τον Ιούνιο του 2008 κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΡΙΔΑΝΟΣ, η ποιητική συλλογή του Αντώνη Σαμιωτάκη «Αψέντι». Το Αψέντι είναι το θρυλικό ποτό, που αγγίζει τα όρια του μύθου, με μια αύρα μυστηρίου να πλανάται γύρω από την χρήση και τους χρήστες της διανόησης.

Ίσως με τον συγκεκριμένο τίτλο ο ποιητής θέλησε να διασφαλίσει την μυστηριακή όσο και πολύτιμη αύρα του λυρισμού στα ποιήματά του. Γιατί, είναι ο αφοσιωμένος εργάτης του λόγου, που ζει κι αναπνέει στα λατομεία των λέξεων. Ασκείται στην προσωπική έκφραση, διαμορφώνοντας το αισθητικό του τοπίο στη γεωγραφία της ποίησης. 

Αυθεντικός όσο και ανθεκτικός, θα τολμούσα να πω, πως η γραφή του έρχεται να συνεχίσει την γόνιμη παράδοση της γενιάς του ‘30. Αναδύει το άρωμα της συνοδοιπορίας, αφήνοντας ανοιχτά τα ενδεχόμενα στις νέες εκφραστικές προκλήσεις. Μια κληρονομιά κουβαλάει, την οποία μετασχηματίζει σε μπολιάσματα που δίνουν νέους καρπούς, κρύβοντας επιμελώς την συναισθηματική του αμηχανία. Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής είναι ο δημιουργός, που όλα τελικά τα φέρνει στο φως, εκεί που οι συλλαβές στάζουν φωτεινά νοήματα και λάμψεις στα αποσιωπητικά, για να λαμπυρίζουν εκείνα που υπονοούνται. Εν τούτοις, πάντα αυθόρμητη ελλοχεύει η αγωνία στα πέλαγα της ψυχής, αγγίζοντας όρια στις διαιρέσεις των σπαραγμάτων.

Τα υλικά δομούνται με γνώμονα την άρτια οικοδόμηση των ποιημάτων, ώστε να διατηρηθεί ένα συμπαγές αρχιτεκτόνημα ακλόνητης βεβαιότητας. Για να μπορέσουν να συγκατοικήσουν αδιάσπαστα οι μνήμες του προσωπικού αλφαβήτου μιας ματαιότητας, που επί ματαίω ματαιοπονεί. Για να μην καταργηθεί ο ιστορικός χρόνος στις συζεύξεις των αναμνήσεων. Πάει κόντρα στη φλυαρία, αποδίδοντας μεστά και αφαιρετικά τον κατασκευαστικό τρόπο που στοιβάζονται συναισθήματα, αντλώντας από το βάθος του χρόνου και της γνώσης τα περιεχόμενα της γεωμετρίας του λόγου.

Αναγνωρίζεται η εμπειρία στην καταγραφή εξομολογήσεων από συντριβές, που εξάσκησαν την νοητική επεξεργασία μιας διαλεκτικής φαινομενικότητας, που γίνεται βεβαιότητα στην απριορική ποίηση. Ο Αντώνης Σαμιωτάκης προσεγγίζει τα θέματά του, ανιχνεύοντας προεκτάσεις με αναστοχαστική διάθεση και αισθητηριακή εποπτεία. Αισθητικοποιεί ανακαινισμούς στα νοήματα, ερεθίζοντας αισθήσεις, για να διεγείρει την δεκτική ικανότητα των αναγνωστών στις εκτάσεις των συναισθημάτων.

Τίποτα δεν μένει
Σαν πέλαγο θολό μοιάζει η ψυχή του.
Σαν κρύσταλλο σπασμένο, από χοντρό κρουστό χαλάζι.
Συντρίμμι. Μ’ ένα ψιθύρισμα να πνέει, την τύψη.
Πόσο αδιάφορα είδε τον άνεμο!
Πόσο την πλημμυρίδα!
Καλυμμένος τώρα με τετελεσμένα,
Τίποτα δεν μένει να ρωτά.
Στάζουν τ’ αποσιωπητικά του…

Όταν οι τοίχοι στενεύουν από λύπες μοναξιάς, η σιωπή τους γκρεμίζει, χαράζοντας στίχους. Κλειδωμένοι λυγμοί αναζητούν αντικλείδι στα αναφιλητά της νύχτας. Κι ας μυρίζει ο δρόμος μοναξιά στους ρύπους της μονοτονίας. Αξεδίψαστη περιπλανάται η ψυχή στη σκοτεινιά της μελαγχολίας. Ετερογενής αποδοχή σε συναισθηματικά υδάτινα τοπία. Κι όσο απομακρύνεται τόσο πλησιάζει τον μόνιμο κυματοθραύστη της καρδιάς, που δέχεται στωικά τα αμίλητα κύματα.
Το αβέβαιο, ακίνητο βεβαιώνει καταφάσεις, στη μυθοποιημένη αντανάκλαση των ποιημάτων, που δεν χωρά σε λέξεις. Μένει το αίνιγμα σε κάθε τοίχο, σε κάθε γωνιά που αναζητά να επιλυθεί στις εσωτερικές διαδρομές των υπαινικτικών μυσταγωγικών αποτυπώσεων των τοίχων, που απελπιστικά έχουν στενέψει.


Οι τοίχοι έχουν στενέψει

Θα σωπάσει λοιπόν.
Δεν χωράει σε λέξεις.
Η ώρα έχει περάσει άλλωστε.
Ο δρόμος μυρίζει μοναξιά.
Και που να πάει κανείς;
Ράκη και απορρίμματα.
Θα σωπάσει.
Με τη δίψα αξεδίψαστη.
Με την καρδιά
Να φυλάει στη σκοτεινιά.


Ο ποιητής πενθεί την ορφάνια του. Πόνος και θλίψη γύρω του. Απατηλά χαμόγελα, βασανιστικά, επιθυμούν ν’ ανθίσουν το δέντρο του. Πάει καιρός που πενθοφορεί με καρφωμένα φύλλα. Στης ερημιάς τα εξόριστα κάδρα δεν μετριέται ο χρόνος της ανθοφορίας. Μόνον καρφιά αιμορραγούν στον σιωπηλό κόσμο του.
Ο εφιάλτης της απουσίας ξαναζωντανεύει στον πολλαπλασιασμό του αδιεξόδου. Έπαψαν να πετούν πουλιά σε επικίνδυνες χαρτογραφημένες πτήσεις. Κάποτε τούτο το δέντρο φιλοξενούσε φωλιές. Τώρα, όσο κοιτάζει το αφόρετο φόρεμα της απελπισίας, τόσο δεν αντέχει την αιμορραγούσα κυοφορία σε μια ρακένδυτη και απλησίαστη άνοιξη.


Πένθιμο

Ξερό δέντρο.
Γύρω μου μια συννεφιά.
Πήρανε φύλλα
και καρφώνουν στα κλαδιά μου.
Να ‘ρθουν πουλιά.
Μα δεν γελιούνται
τα πουλιά,
ούτε που ανθίζουν
τα καρφιά μου.


Θα γραφτούν τα ποιήματα με χρώμα οδύνης, αναζητώντας την λυτρωτική έξοδο, στην επώδυνη υπέρβαση των ορίων. Μια δραματική πορεία μέσα σε κύκλους, που διαμόρφωσαν το συνειδησιακό γίγνεσθαι του ποιητή. Ελεγειακά αφηγείται το άθροισμα των επιρροών, που αφομοιώθηκαν σε ασίγαστα οδοιπορικά, διαμορφώνοντας την συγγραφική του ταυτότητα.
Ανακαλύπτει συγγένειες που ενώνουν αλλά κι αποστάσεις που διαχωρίζουν, καταθέτοντας την σπαρακτική του ενέργεια, στα περιθώρια των στίχων. Ένας μάρτυρας του λόγου που κατοικεί στην σκήτη απόκρημνων γλωσσικών ακροπόλεων. Με επίγνωση και στοχασμό αγναντεύει τις σπαταλημένες λέξεις, που καταγράφουν την υπαρξιακή αγωνία, στις αλληγορικές καταθέσεις του. Άλλωστε, τον απασχολεί έντονα  η χειραφέτηση της ποιητικής, ιχνηλατώντας όλα τα ρεύματα στην μακριά πορεία του λόγου. Γιατί ο Αντώνης Σαμιωτάκης είναι ένας μαθητής, που ακόμα ασκείται στις πολλαπλές εκφάνσεις και στις νοηματικές μετουσιώσεις του. Επιχειρεί να ανοίξει ορίζοντες, διευρύνοντας δυνατότητες. Έτσι, καταφέρνει να συναντηθεί με το «κατανοείν»,  της γραμματειακής εποπτείας.  


Σκήτη

Συγγενεύει υπόγεια
με τις αρμονίες των δέντρων
μ’ εκείνη την κυκλική
ελεγειακή τους αφήγηση.
Πράγματι αυτό το επιτυχημένο
άθροισμα επιρροών
διαποτίζει το είναι του,
έχοντας μοναδική
σπαραχτική κατάθεση,
την ευλογία των ματιών του.
Χρόνια σιωπής.
Πως μπορεί έστω την ύστατη στιγμή
να φτάσει την υπέρβαση των ορίων;
Να φτάσει στην επώδυνη
όσο και λυτρωτική έξοδο;


Όλα στη γραφή του Αντώνη Σαμιωτάκη, μαρτυρούν την ακράτητη επιθυμία του, να βαπτισθεί με το ύδωρ της γνώσης. Να ανακαλύψει το βάθος του ουρανού με ευπρέπεια, στις ωσμώσεις του λόγου. Είναι ο διανοητής που με ευλάβεια διαχειρίζεται τους εφιάλτες του και τους μετασχηματίζει σε διανοήματα ορθολογικής φιλοσοφίας, με απλό και κατανοητό τρόπο.

Η συνδυαστική ικανότητα της ιδέας και του ονείρου, μετατρέπει τις λέξεις σε ποίηση, για να αποκαλυφθεί το φυλακισμένο του όραμα, που πάνω του χτίζονται τα ιδεογράμματα ασίγαστων και κρυφών πόθων . Έτσι τα ποιητικά σώματα αποκαλύπτουν την άρρητη διαδρομή στην ιδεολογική σφαίρα της ύπαρξής του. Αν και τον ενδιαφέρει αυτό που είναι, έχω την αίσθηση, πως τον ενδιαφέρει περισσότερο αυτό που αφήνει. Για τούτο και τα ποιήματα εμπεριέχουν κάτι από το αλύγιστο του ανέμου, χρησιμοποιώντας τα ως οχήματα σκέψης και στοχασμού.


Τουλάχιστον

Δεν θέλω να πάω παραπέρα.
Όχι.
Είναι αρκετά έως εδώ.
Οι πατούσες μου, σχισμή-ρωγμή.
Τα μάτια μου, κόκκινος πυρετός.
Σε ναρκοπέδιο ακροπάτησα
και είμαι.
Τέτοια ζωή;
Ας βγάλουν ρίζες πια
τα πόδια μου.
Δέντρο.
Να καρφωθώ.
Να  ’χω τουλάχιστον να λέω,
πως δεν με λύγισε ο άνεμος.


Κι όταν η άχρονη ερωτική αξία, έρχεται να υποκαταστήσει το ιδεατό έλλειμμα της ύπαρξής του, ο ποιητής την εντάσσει και την αξιοποιεί με την ποιητική διαλεκτική, στο αιώνιο και αναλλοίωτο κοσμικό γίγνεσθαι .  Απευθύνει πρόσκληση στη μεγάλη σιωπή να μιλήσει στους άφατους σχηματισμούς της παλίρροιας. Για να μετασχηματισθούν τα κύματα στη γαλήνη της άμπωτης. Για να δακρύσουν τα μάτια, δάκρυα χαράς και στην ερημιά του να φυτρώσει μια όαση, που θα δώσει ανάσες δροσιάς στην ανάλγητη απελπισία.

Οι σωματικές και ψυχικές ενατενίσεις, γίνονται αισθητικά τεκμήρια, με συμβολικά στοιχεία στην αρχή των στίχων και με όρους λυρικούς. Κι ας αναζητείται ακόμα η αρχή των συναισθημάτων στις διαδρομές των λέξεων, στους διανυκτερεύοντες καταυλισμούς των γραμμάτων. Κι όταν με μαχαίρια λύπης δαμαστούν οι πόνοι, θα προκύψουν άλλοι, σφοδρότεροι πόνοι, στην «έρημη έρημο της ψυχής» του. Τώρα πια, μόνον ανομοιοκατάληκτες μνήμες θα επανέρχονται στην γόνιμη χώρα των αναμνήσεων.


Ρέκβιεμ

Έρημος η ζωή μου.
Ήταν έρημος.
Ταξίδεψες κι ήρθες.
Δάκρυσαν τα μάτια μου.
Απ’ τη χαρά μου δάκρυσα.
Και φύτρωσε μια όαση.
Θεέ μου, στην ερημιά μου,
μέσα μου μια όαση!
Ήπιες νερό, δροσίστηκες,
έβρεξες τα μαλλιά σου,
τα φεγγαρένια μάτια σου.
Μ’ άφησες να σ’ αγγίξω.
Ονειρεύτηκα.
Πιο πέρα κι απ’ τα όνειρά μου.
Μα πόσο μια όαση
θα σε κρατούσε;
Έφυγες.
Ξεράθηκαν οι φοινικιές.
Στέρεψαν όλα.
Έρημη έρημος η ψυχή μου.


Η νύχτα θα βρει τον ποιητή να βουλιάζει στην πιο βαθιά θάλασσα. Να σκαλίζει αποτυπώματα λυγμών, με υγρές ανάσες σε υγρά τοπία. Η υδάτινη μάζα τον καταπίνει, τον αφανίζει, γίνεται ένα με το νερό, φθάνοντας ως τις ακτές των εκβολών. Κι όσο κι αν κουράστηκε στην διαδρομή, οι θύμησες σπουδάζουν απώλεια, σε ναούς απουσίας. Κι  όταν γεράσουν οι πόνοι στου νερού τα μιλήματα, η αναμονή θα έχει πεθάνει. Μια τέτοια νύχτα σιωπηλά θα σβήσει, πίνοντας «πικρό αψέντι μόνο».


Νύχτα μου

Νύχτα μου,
πως βύθισες την καρδιά μου
στη βαθιά θάλασσα!
Αναπνέω σε τόσο λυγμό;
Αχ νύχτα μου,
σ’ ανασαίνω υγρή
και νιώθω ν’ αφανίζομαι,
να ρουφιέμαι σαν ποτάμι,
σαν νερό σ’ εκβολή!
Ώρα είναι να πεθάνω.
Νύχτα μου.
Πονάν τα κομμάτια μου.
Να πεθάνω πολύ.